Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 2ο.


«…Ήταν το δικό μου!»

Το είπα φωνακτά και φοβήθηκα μήπως είχα ξυπνήσει την Αναστασία. Κοίταξα προς το μέρος της για να βεβαιωθώ. Δεν είχε καταλάβει τίποτα και ροχάλισε απαλά, σκεπασμένη μέχρι τον λαιμό. Πήγα στο μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου.

Έβαλα το κεφάλι μου κάτω από τη βρύση και έτριψα το πρόσωπο μου με παγωμένο νερό. Η κρύα αίσθηση πάνω στο ζεστό από τον ιδρώτα δέρμα μου με έκανε να ανατριχιάσω. Έσφιξα τα δόντια μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Παρατήρησα για ώρα την αντανάκλαση μου, χωρίς να ξέρω τι ψάχνω να βρω. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα και τα βλέφαρα μου τα ένιωθα βαριά- σαν να είχα βάλει τα κλάματα.

Σκεφτόμουν ακόμα τον εφιάλτη. Μου φαινόταν ανόητος, αλλά με είχε επηρεάσει η όλη κατάσταση με την εξαφάνιση. Μάλλον, γι’ αυτό έβλεπα και τέτοια όνειρα. Ένα κομμάτι του εαυτού μου περίμενε να δει τη σκοτεινή φιγούρα στον καθρέφτη- να στέκεται πίσω μου κρατώντας το κομμένο μου κεφάλι. Αλλά δε ζω σε ταινία τρόμου· αυτή είναι η πραγματική ζωή, που οι μόνοι που καραδοκούν στις σκιές είναι οι εγκληματίες.

Θα ήταν τρομερά γραφική μια τέτοια σκηνή και αυτό θα ήταν το πιο τρομαχτικό, σκέφτηκα και χαμογέλασα σαρκαστικά.

Το γέλιο μου κόπηκε απότομα όταν άκουσα τον χτύπο στην πόρτα. Ήταν δυνατός και επίμονος. Το αρχικό σοκ πέρασε γρήγορα και με κυρίευσε ο θυμός. Αυτή τη φορά ο Παντελής το είχε παρακάνει.

Άνοιξα απότομα την πόρτα και ήμουν έτοιμος να του πω ότι βρισιά κρατούσα μέσα μου γι’ αυτόν τον ανεκδιήγητο άνθρωπό. Αλλά θα έπρεπε να βρω κάποια άλλη ευκαιρία για να του τα χώσω. Στον σκοτεινό διάδρομο δεν υπήρχε κανένας.

Πήγα μέχρι το διαμέρισμα του στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Ήθελα να μάθω αν μου είχε χτυπήσει την πόρτα βραδιάτικα. Δε θα το παραδεχόταν, αλλά ήμουν θυμωμένος και ήθελα να του τρίξω τα δόντια.

Είχα φτάσει στα μισά του διαδρόμου και ο ήχος της πόρτας μου που έκλεινε με έκανε να γυρίσω. Έτρεξα για να την προλάβω, αλλά ήταν αργά. Κλειδώθηκα έξω χωρίς κλειδιά και κινητό. Έμεινα για λίγο ακίνητος μέσα στο σκοτάδι. Θα με άκουγε η Αναστασία; Πάντα κοιμόταν βαριά.

Πάτησα το κουδούνι, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κανένας ήχος δεν ακούστηκε μέσα από το διαμέρισμα. Η ατυχία μου συνεχιζόταν. Το κουδούνι είχε αποφασίσει να χαλάσει τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Πήγα να χτυπήσω την πόρτα, όμως τα βήματα με έκαναν να παγώσω.

Δεν μπορούσα να προσδιορίσω την ακριβή τους τοποθεσία. Το γεγονός ότι βρισκόμουν στο απόλυτο σκοτάδι, με είχε αποπροσανατολίσει. Αποφάσισα να χτυπήσω στον Παντελή και να τηλεφωνήσω από κει στην Αναστασία. Ήμουν σχεδόν βεβαίως ότι αυτός είχε κάνει τα βήματα που άκουσα. Κρυβόταν πίσω από την πόρτα και γελούσε με την ταλαιπωρία μου.

Έψαξα να βρω τον διακόπτη για να ανάψω το φως στο διάδρομο. Ψαχούλεψα τον τοίχο για να τον εντοπίσω, αλλά αποδείχθηκε χάσιμο χρόνου. Πάτησα το στρογγυλό κουμπί χωρίς αποτέλεσμα και μου ξέφυγε ένας αναστεναγμός απογοήτευσης.

Την τύχη μου μέσα, σκέφτηκα, έπεσε και το ρεύμα. Τι άλλο θα μου συμβεί;

Η διαδρομή μέχρι την πόρτα του Παντελή μου φαινόταν ατελείωτη. Περπατούσα αργά και πρόσεχα να μη σκοντάψω πουθενά. Το πάτωμα ήταν παλιό με πολλά μικρά εξογκώματα. Μέσα στο σκοτάδι μετατρέπονταν παγίδες που μπορούσαν πολύ εύκολα να καταλήξουν σε διάστρεμμα ή να σε στείλουν να μετρήσεις με το κεφάλι σου ένα, ένα τα σκαλιά.

Χτύπησα τρεις φορές. Δεν έλαβα καμία απάντηση από την άλλη πλευρά. Το μυαλό μου έκανε διάφορα σενάρια για το τι έχει συμβεί. Αν είχε πάθει κάτι δε θα μπορούσα να τον βοηθήσω. Έπρεπε να κατέβω στον δεύτερο όροφο και να ζητήσω βοήθεια.

Πλησίασα τις σκάλες και κατέβασα με προσοχή το ένα μου πόδι ψάχνοντας το πρώτο σκαλοπάτι. Δεν έβλεπα πέρα από τη μύτη μου και έπρεπε να ζυγίζω καλά τα βήματα μου. Έπιασα τη σιδερένια κουπαστή- το μέταλλο ήταν παγωμένο λες και το είχαν βγάλει από την κατάψυξη.

Το φως που ερχόταν από τον επάνω όροφο με έκανε να σταματήσω και να κοιτάξω μέσα από το άνοιγμα της σκάλας. Άκουσα κάποιον να τρέχει και μια πόρτα να ανοίγει τρίζοντας.

Κρύος ιδρώτας άρχισε να τρέχει από το μέτωπο μου και τα πόδια μου είχαν λυγίσει. Έμεινα για λίγο ακίνητος, σαν ελάφι μπροστά σε φώτα αυτοκινήτου. Υποτίθεται ότι δεν είχαμε ρεύμα ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Επιπλέον, κανένας δεν έμενε στον όροφο αφότου είχε εξαφανιστεί ο Ηλίας και η οικογένεια του.

Μετά από λίγα λεπτά -που μου φάνηκαν αιώνας- συνήλθα από το σοκ και κατάλαβα τι είχε συμβεί. Ο Παντελής είχε αποφασίσει να ψάξει το άδειο διαμέρισμα για να ικανοποιήσει την περιέργεια του.

«Είναι μαλάκας ο άνθρωπος» ψιθύρισα με θυμό.

Αποφάσισα να τον πιάσω στα πράσα και να του ρίξω το βρίσιμο του αιώνα. Αυτή τη φορά είχε διαπράξει έγκλημα, αφού είχε εισέλθει παράνομα σε ξένο σπίτι. Η εικόνα των μπάτσων να του βάζουν χειροπέδες και να μπαίνει στο περιπολικό, μου προκάλεσε ευφορία. Χαμογέλασα χαιρέκακα και ανέβηκα τις σκάλες.

Τα διαμερίσματα είχαν όλα την ίδια διαρρύθμιση, οπότε μπορούσα να κινηθώ με σχετική ευκολία μέσα στο έρημο σπίτι (ηλεκτρισμός δεν υπήρχε και τα φώτα δεν λειτουργούσαν). Δεν έκανα θόρυβο για να μη με καταλάβει. Ήθελα να τον ξαφνιάσω και να μην έχει χρόνο για να σκεφτεί κάποια δικαιολογία. Θα τον είχα στο χέρι.

Τα πράγματα όμως δεν πήγαν έτσι όπως τα είχα υπολογίσει. Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, το σύμπαν γελάει.

Έψαχνα για ώρα μέσα στο ξένο σπίτι, αλλά χωρίς αποτελέσματα. Αν και δεν έβλεπα καθαρά -το μόνο φως ερχόταν από τον δρόμο- πέρασα από όλα τα δωμάτια· ο γείτονας μου δεν ήταν πουθενά. Είτε είχα φανταστεί το τρέξιμο είτε ο Παντελής είχε γίνει αόρατος.

Ότι και να συνέβαινε, δεν είχα καταφέρει κάτι· ήταν η ώρα να φύγω. Άλλωστε, και εγώ είχα εισβάλει παράνομα σε μια σκηνή εγκλήματος. Αν έμπαινε αυτή τη στιγμή η αστυνομία δε θα μπορούσα να τους αποδείξω ότι δεν ήμουν ελέφαντας. Θα έμπλεκα στα σίγουρα.

Η έξοδος μου ήταν φραγμένη. Μια μεγάλη ανθρώπινη φιγούρα στεκόταν ανάμεσα σε μένα και την εξώπορτα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν άνδρας ή γυναίκα. Έμοιαζε περισσότερο με σκιά που είχε πάρει σάρκα και οστά. Στα χέρια της κρατούσε κάτι μεταλλικό και μυτερό· δεν μπορούσα να το διακρίνω με σιγουριά. Το στριφογύριζε με άνεση, σαν να έπαιζε με κάποιο παιχνίδι.

«Ποιος είσαι;» Η φωνή μου έτρεμε. « Νόμιζα ότι άκουσα κάποι-»

Σήκωσε το μαχαίρι και έδειξε προς το μέρος μου. Ένα αίσθημα τρόμου και απόγνωσης με πλημμύρισε. Ο εφιάλτης είχε γίνει πραγματικότητα. Ένιωσα ένα σφίξιμο στον λαιμό μου και τον έτριψα ασυναίσθητα.

Ο άγνωστος άρχισε να κινείτε γρήγορα προς το μέρος μου. Εκείνη τη στιγμή τα ένστικτα μου πήραν τον έλεγχο. Χωρίς να το αντιληφθώ είχα βρεθεί στην άλλη άκρη του σαλονιού. Είδα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να στέκει ορθάνοικτη και έτρεξα προς την μόνη δίοδο σωτηρίας που είχα.

Posted on 16/01/2021, in Ιστορίες Φίλων, Μυστήριο. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: