Monthly Archives: Ιουλίου 2021

Φαντάσματα: Το σκοτεινό Aldgate


Ταξίδευα με το αεροπλάνο με προορισμό το Λονδίνο.

Είναι η πρώτη φορά που ταξιδεύω εκτός Ελλάδος και άρπαξα την ευκαιρία για μεταπτυχιακό σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στην Ελλάδα και τα γνωστά προβλήματα φτώχεια, κρίση, ανεργία και αβέβαιο μέλλον με ανάγκασαν να κάνω την υπέρβαση και να ψαχτώ στο εξωτερικό.

Και έτσι ένα πτυχίο στο βιογραφικό μου από το πανεπιστήμιο από την πρωτεύουσα της Βρετανίας θα μου άνοιγε κάποιες πόρτες στο μέλλον.

Και επειδή τα δίδακτρα και τα ενοίκια ήταν πανάκριβα γιατί το Λονδίνο είναι από τις ποιο ακριβές πρωτεύουσες του κόσμου και η οικογένεια μου δεν μπορούσε να με βοηθήσει αρκετά και έπρεπε να δουλέψω.

Όταν κατέβηκα στο αχανές αεροδρόμιο του Heathrow πήρα το μέτρο και σύμφωνα με τις οδηγίες βρέθηκα στο πανεπιστήμιο και στις εστίες.

Το πανεπιστήμιο ήταν ένα επιβλητικό κτήριο Βικτωριανού στιλ και φάνταζε σαν στοιχειωμένος πύργος μέσα στο συννεφιασμένο ουρανό και έμοιαζε πολλών αιώνων. Στην είσοδο υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε έτος ιδρύσεως 1890.

«αλήθεια πόσοι φοιτητές να πέρασαν από εδώ; τι αγωνίες; τι ξενύχτια; τι διάβασμα;» αναρωτήθηκα σχεδόν φωναχτά.

Οι πρώτες μέρες ήταν σκέτη φρίκη στις εστίες και στα μαθήματα. Δεν καταλάβαινα τίποτα, τα αγγλικά ήταν ακαδημαϊκού επίπεδου και στις εστίες κάθε μέρα φασαρία ήταν πανάκριβες με ένα μικρό κρεβάτι σαν καμπίνα πλοίου και αποφάσισα να βρω δουλειά αλλά και ένα οικονομικό δωμάτιο.

Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ψάξω για δουλειά για να καλύπτω τα έξοδα μού και να πληρώνω τις υποχρεώσεις μου.

Και βρήκα δουλειά σε ένα κλαμπ στην Old Street. Μάζευα τα μπουκάλια και τα ποτήρια από τα τραπέζια, πέταγα σκουπίδια και καθάριζα τις τουαλέτες και Παρασκευή και Σάββατο δούλευα και στη γκαρνταρόμπα, Τα λεφτά ήταν λίγα μα δεν είχα άλλη επιλογή.

Αμέσως μετά άρχισα το ψάξιμο για ένα σπίτι έστω ένα δωμάτιο κάπου που να είχα την ησυχία μου. Να μπορώ να διαβάσω και να ξεκουραστώ.

Και έτσι μια μέρα βρήκα μια αγγελία για συγκατοίκηση με λογική τιμή στην περιοχή του Aldgate.

Δεν έχασα ευκαιρία γιατί ήταν κοντά στη στάση του μετρό Aldgate και με βόλευε μπορούσα να μετακινηθώ εύκολα στο πανεπιστήμιο και το βράδυ να πάω στο κλαμπ για δουλειά. Χωρίς περιττά έξοδα.

Και πήρα τηλέφωνο.

Μου απάντησε ένας νεαρός με καθαρή Λονδρέζικη προφορά και μου είπε πως θα με περίμενε το απόγευμα να δω το σπίτι.

Το σπίτι ήταν ένα μικρό διώροφο με τρία δωμάτια και κοινή κουζίνα και κοινό μπάνιο, εκεί γνώρισα τον Andrew ένα νεαρό αγόρι από την Αγγλία κοντά στην ηλικία μου που σπούδαζε και εργαζόταν και αυτός και μια κοπέλα τη Zuzanna από τη Πολωνία που νοίκιαζε και αυτή ένα δωμάτιο.

Αμέσως μου έδωσαν τους κανόνες όλοι μαζί κάνουμε καθαρισμούς στους κοινούς χώρους, δεν αφήνουμε άπλυτα πιάτα δεν καπνίζουμε στους κοινόχρηστους χώρους, τα παπούτσια τα αφήνουμε στην είσοδο και πρόκειται να έρθει κάποιο φιλοξενούμενος ενημερώνουμε τους συγκατοίκους εγκαίρως.

Μου έδωσαν ένα μικρό αλλά πολύ συμπαθητικό δωμάτιο ένα κρεβάτι μια ντουλάπα και ένα παράθυρο που έβλεπε στον κεντρικό δρόμο.

Το μοναδικό μείον ήταν πως το μέτρο περνούσε πολύ κοντά από το σπίτι και ένιωθες λες και ταρακουνάει τον τοίχο του δωματίου μου. Αλλά αυτό θα το συνήθιζα κάποια στιγμή. Και η καινούρια μου ζωή μόλις ξεκίνησε σε μια ξένη χώρα.

Εκείνο το Σαββατόβραδο έβρεχε από νωρίς το κλαμπ ήταν γεμάτο και η κούραση απερίγραπτη. Στο καινούργιο μου δωμάτιο πέρναγε από πολύ κοντά το μέτρο και φάνταζε σαν να ταρακουνάει τον τοίχο μου με αποτέλεσμα να ξυπνήσω πολύ πρωί εκείνη την ημέρα και ας δούλευα όλη τη νύχτα.

Κατά τις 03:30 πέρασε η Zuzanna από το κλαμπ, για ένα ποτό.

Της χαμογέλασα και της κέρασα δύο ποτά.

-Χάλια φαίνεσαι. Μου είπε χαμογελώντας.

-Τι να κάνω τη παλεύω απάντησα.

Ήξερα για την ζωή της, πως στη Πολωνία δεν γνώρισε ποτέ πατέρα μάνα αλκοολική και πως έφυγε για να ζήσει κάπου μακριά από όλους και από όλα. Δούλευε σε ένα μαγαζί που σέρβιρε Street food. Και βρήκε το δωμάτιο στο ίδιο σπίτι με εμένα έστω και προσωρινά. Ήταν ένα κορίτσι όμορφο φιλικό, χωρίς ηθικούς φραγμούς και μπορούσε να λείπει από το σπίτι μια βδομάδα χωρίς να δώσει λογαριασμό.

-Θα σε περιμένω να σχολιάσεις να φύγουμε μαζί. Μου είπε παιχνιδιάρικα.

Θα έφευγα από το κλαμπ με ένα πολύ όμορφο κορίτσι!!!! Αυτό μου ανέβαζε πολύ τις μετοχές μου!!!!!

Τι διάολο στην Αγγλία ζούσα τη χώρα των ελευθεριών και των γνωριμιών ήδη είχα φύγει με αρκετά κορίτσια από το κλαμπ που έκαναν διανυκτέρευση στο δωμάτιο μου. Αλλά βέβαια είχα φάει και αρκετές απορρίψεις. Με τη Zuzanna είχαμε ανταλλάξει μερικά καυτά φιλιά αλλά δεν έγινε τίποτα παραπάνω γιατί ήμουν στη λίστα των φίλων της.

φύγαμε αμέσως στο δρόμο με κράταγε από μπράτσο.

-Έχω σκοπό να συνεχίσω σε άλλο club θέλεις να έρθεις; μου είπε.

Ήδη ήμουν πολύ κουρασμένος και το μόνο που ήθελα ήταν να κάνω ένα μπάνιο και να ξαπλώσω.

Της απολογήθηκα και της υποσχέθηκα ότι στο ρεπό μου θα πηγαίναμε για φαγητό και ποτό. Η βροχή δυνάμωνε και τις είπα να πάμε σπίτι και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί. Αλλά αρνήθηκε να έρθει.

Και γύρισα σπίτι μόνος, έκανα ένα μπάνιο και κοιμήθηκα αμέσως.

Κάποια στιγμή εκεί που κοιμόμουν άνοιξα τα μάτια μου και είδα μια σκοτεινή φιγούρα στη πόρτα. Στην αρχή νόμισα πως ήταν τα ρούχα που κρέμονται στη κρεμάστρα της πόρτας αλλά δεν ήταν, ήταν μια ηλικιωμένη με ανακατεμένα μαλλιά και κρατούσε μπαστούνι. Με πλησίασε και είδα πως δεν είχε μάτια και στη θέση τους υπήρχαν δύο μαύρες τρύπες.

-Φύγε. Μου είπε με απόκοσμη φωνή.

-Φύγε, επανέλαβε με οργή.

Προσπάθησα να φωνάξω βοήθεια.

-Βοηθ. Βγήκε ξεψυχισμένα σαν ψίθυρος.

-Βοηθ. Επανέλαβα.

Δεν περπάταγε αιωρούνταν στον αέρα.

Και με πλησίασε.

Τότε ακούστηκε ο τοίχος να τρέμει περνούσε το μέτρο του Aldgate δίπλα από το σπίτι και το φάντασμα της ηλικιωμένης χάθηκε.

Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, είχα παραλύσει από τον φόβο μου.

Κάπου είχα διαβάσει για την υπνική παράλυση που κατά παράδοση λεγόταν Μόρα. Αλλά η Μόρα δεν σου πιάνει συζήτηση. Και γιατί μου είπε να φύγω;

Ίσος την είδα στον ύπνο μου σκέφτηκα λόγω μεγάλης κούρασης. Και προσπάθησα να κοιμηθώ. Αλλά μάταια.

Το πρωί σηκώθηκα κακόκεφος, ετοίμασα ένα καφέ φίλτρου, άλλη μία φορά με έπιασε νοσταλγία για την Ελλάδα. Τώρα στην άνοιξη θα μύριζε υπέροχα η φύση, παρέα με φίλους τα ηλιόλουστα Κυριακάτικα πρωινά και Ελληνικό μυρωδάτο καφέ.

Αλλά η φαντασίωση μου σταμάτησε όταν μπήκε ο Andrew στη κουζίνα.

-Κακόκεφος φαίνεσαι. Μου είπε.

-Είμαι κουρασμένος. Του απάντησα.

-Εχθές ήρθε η Zuzanna από το κλαμπ και φύγαμε μαζί, Μήπως ξύπνησε; ρώτησα.

-Της χτύπησα τη πόρτα του δωματίου της το πρωί αλλά δεν απάντησε. Μήπως κοιμάται ακόμα. Συνέχισε ο Andrew.

Ήταν Κυριακή και για Λονδίνο είχε πολύ καλό καιρό και αποφάσισα να βγω για τρέξιμο, το τρέξιμο πάντα με ηρεμούσε, μου καθάριζε το μυαλό, έβαλα τα αθλητικά μου ακουστικά στα αυτιά και αφέθηκα στη μουσική.

Έξω από το σταθμό του Aldgate είδα πολύ κόσμο για Κυριακή, αστυνομία ασθενοφόρο και πλήθος κόσμου, κάποια στιγμή πλησίασα.

-Τι συμβαίνει; ρώτησα.

-Ένας security και μια κοπέλα βρέθηκαν νεκροί. Μου είπε ένας άλλος security.

-Ατύχημα; συνέχισα.

-Κανείς δεν ξέρει, η αστυνομία δεν είπε τίποτα ακόμα. Μου είπε.

-Κρίμα τα παιδιά. Σκέφτηκα.

Και συνέχισα το τρέξιμο. Στο μυαλό μου γύρναγε το τρομακτικό πρόσωπο της ηλικιωμένης που είχα δει το προηγούμενο βράδυ.

Εκεί που έτρεχα χτύπησε το τηλέφωνο μου. Κοίταξα και είδα το νούμερο της Zuzanna.

Το σήκωσα.

-Zuzanna που είσαι; φώναξα.

Το σήμα δεν ακούγονταν καλά.

Άκουσα τη Zuzanna να μου λέει, κλαίγοντας και με τρεμάμενη φωνή.

-Βοήθεια, βοήθεια, δεν ξέρω που είμαι. Βοήθεια, συγνώμη για όλα.

Τα παράσιτα δυνάμωναν.

Που είσαι Zuzanna; ρώτησα με αγωνία.

Το σήμα χάνονταν. Δεν ακουγόταν καθαρά.

-Που είσαι; ξανά ρώτησα με ποιο πολύ αγωνία αυτή τη φορά.

-Δεν ξέρω, βοήθεια, βοήθεια, συγνώμη για όλα. Είπε κλαίγοντας.

Και τότε ακούστηκε.

-Next station Aldgate. Και όλα χάθηκαν.

Κοίταξα το νούμερο που με κάλεσε, ήταν της Zuzanna, την ξανά κάλεσα πίσω αλλά η γραμμή ήταν νεκρή.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Πήγα στο σταθμό του Aldgate, μήπως και βγει, αλλά δεν βγήκε η Zuzanna ποτέ από εκεί.

Περπάταγα σκεφτικός.

-Τι στο διάολο γίνεται εδώ πέρα; Είπα δυνατά. Η διάθεση μου έγινε χειρότερη. Αλλά έπρεπε να βρω λύσεις και θα τις έβρισκα, το είχα πάρει πολύ θερμά το θέμα.

Γύρισα στο σπίτι, έκανα ένα ντουζ. Ήθελα να συγκεντρώσω το μυαλό μου.

Το χτύπημα της πόρτας μου χάλασε την ηρεμία μου.

-Ποιος είναι; ρώτησα.

-Αστυνομία, μου απάντησαν.

“Τι δουλειά έχει εδώ η Αστυνομία;” σκέφτηκα

Άνοιξα την πόρτα, ήταν δύο αστυνομικοί ένας άνδρας και μια κοπέλα.

Ήταν σαν να μην ήξεραν πως να ξεκινήσει η κουβέντα.

Το λόγο τον πήρε η κοπέλα αστυνομικός, θα θέλαμε να μας ακολουθήσετε εσείς και ο συγκάτοικος σας. Θα θέλαμε την βοήθεια σας Μου είπε κάπως αμήχανα.

-Ο συγκάτοικος μου δεν είναι εδώ. Της είπα καχύποπτα.

-Τότε ακολουθήστε μας εσείς. Μου είπε.

Και μπήκα στο περιπολικό που ήταν έξω από το σπίτι.

Πήγαμε σε μια αίθουσα νεκροτομείου. Στο κεντρικό Λονδίνο, από πάνω μια λάμπα φθορίου βούιζε ενοχλητικά.

Και η μυρωδιά από το χλώριο με ανακάτευε.

Τότε εμφανίστηκαν άλλο ένα ζευγάρι αστυνομικών με πολιτικά ρούχα.

Ένας άνδρας γύρω στα πενήντα με το όνομα Sam Devon με μια γυναίκα γύρω στα τριάντα πέντε με το όνομα Donna Jemer και μου συστήθηκαν ως επιθεωρητές.

Καμία σχέση με αυτούς που βλέπουμε τις ταινίες τους σκληροτράχηλους άνδρες και τις σούπερ γκόμενες επιθεωρητές που μπορούν να σε σκοτώσουν με έναν συνδετήρα.

Φαίνονταν περισσότερο κουρασμένοι και ξενερωμένοι που έχασαν το ρεπό τους.

Ο Sam Devon έμοιαζε με το χαρακτηριστικό Άγγλο που βλέπουμε στα Αγγλικά γήπεδα άνω των σαρανταπέντε με κοιλίτσα και φαλακρίτσα, μόνο το hot dog και η μπύρα του έλειπαν. και η Donna Jemer έμοιαζε περισσότερο με τη Miss Marple των διηγημάτων της Agatha Christy.

Τον λόγο τον πήρε ο επιθεώρησης Sam.

-Θα ακούσατε για τον θάνατό δύο νεαρών ατόμων στο στο σταθμό του Aldgate.

-Ναι σήμερα το πρωί. Αλλά εγώ τη σχέση έχω; απάντησα με απορία.

-Το ένα από τα δύο θύματα έμενε σπίτι σας.

Και θέλουμε τη βοήθεια σας. Είπε ψυχρά.

-Σπίτι μού μένει; είπα με απορία και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πολύ δυνατά η παλάμες μου ίδρωσαν.

-Ναι, οπότε εάν νιώσετε άσχημα η δυσφορία θα σας βγάλουμε από το χώρο.

Και μπήκα στο θάλαμο μέσα.

Τα δύο σώματα ήταν τυλιγμένα με σεντόνια.

Άνοιξαν σεντόνι το ένα.

Ήταν το σώμα της Zuzanna, το όμορφο νεανικό πρόσωπο της είχε παραμορφωθεί.

Τα δάκρυα μου άρχισαν να τρέχουν και το στομάχι μου έβγαλε ότι είχα φάει.

– ZUZANNA, φώναξα με απόγνωση. Και τα πάντα σκοτείνιασαν.

Όταν συνήλθα με οδήγησαν στο τμήμα ανθρωποκτονιών.

Το πρώτο πράγμα που τους είπα, για την κλήση που δέχθηκα από τη Zuzanna που ζητούσε βοήθεια.

Η επιθεωρητής Donna με κοίταξε.

-Για ξανά πάρε τηλέφωνο. Μου είπε.

Προσπάθησα αλλά η γραμμή ήταν νεκρή. Όπως και η κλήση από το ιστορικό των κλήσεων του τηλεφώνου μου είχε εξαφανιστεί κατά κάποιο τρόπο.

Με έπιασε πανικός και ένιωθα τον εμετό να μου ξανά έρχεται.

Το σοκ ήταν πολύ μεγάλο.

Και ξεκίνησε ένας καταρράκτης ερωτήσεων από τους επιθεωρητές.

Τι έκανα στο Λονδίνο; που σπούδαζα; τι δουλειά έκανα; ποτέ γνώρισα την Zuzanna; τον Andrew; το βράδυ που φύγαμε μαζί εάν μου είπε τίποτα; εάν την απειλούσε κάποιος; εάν είχα σχέση μαζί της; που ήμουν τα ξημερώματα;

Αφού απάντησα σε ότι με ρώτησαν. Και σιγουρευτήκαν ότι έλεγα αλήθεια.

Τους είπα.

-Εσείς ποιες είναι η σκέψεις σας. Ρώτησα.

Τον λόγο τον πήρε η επιθεωρητής Donna.

-Ο φόνος έγινε γύρω στις 05:30 τα ξημερώματα. Στο αίμα της βρέθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ναρκωτικών. Και στις κάμερες του σταθμού δεν φαίνεται ποιος το έκανε αλλά κάποιος έσπρωξε τον security μέσα στις γραμμές. Η Zuzanna βρέθηκε νεκρή με μαχαίρι.

Γύρισα στο σπίτι, το στομάχι μου ακόμα ανακατευόταν δεν το πίστευα αυτό που ζούσα. Έκατσα να χαλαρώσω λίγο.

Άνοιξα το laptop, ήθελα να ξεχαστώ. Έβαλα μουσική και άρχισα να κοιτάω τα νέα του Aldgate. Αυτό που είδα με έκανε να γουρλώσω τα μάτια μου.

«Το φάντασμα του Aldgate ξανά χτύπησε».

Έγραφε ο τίτλος και το ρεπορτάζ μιλούσε για το φόνο των δύο νέων ανθρώπων. Η λάτρεις του Creepypast μιλούσαν για το φάντασμα που τριγυρνάει στο Aldgate και δολοφονεί ανυποψίαστους περαστικούς. Τότε θυμήθηκα το φάντασμα της ηλικιωμένης και πετάχτηκα από τη καρέκλα.

Πήρα τον Andrew στο τηλέφωνο ήθελα να μιλήσω σε κάποιον ,έτρεμα ήθελα να φύγω να γυρίσω Ελλάδα. Στο διάολο και οι σπουδές στο διάολο και τα φαντάσματα.

Απάντησε αμέσως.

– Andrew, η Zuzanna πέθανε γαμώτο, πέθανε. Είπα έντονα.

-Περίμενε, έρχομαι, σπίτι. Μου απάντησε αγχωμένα.

-Andrew, έχεις ακούσει για το φάντασμα του Aldgate; πιστεύω ότι αυτό τη δολοφόνησε. Μου εμφανίστηκε και εμένα κινδυνεύω.

-Έρχομαι αμέσως, επανέλαβε. Ο Andrew.

Έκλεισα το τηλέφωνο ή καρδιά μου χτυπούσε δυνατά ο ιδρώτας έτρεχε.

Και τότε την είδα.

Η ηλικιωμένη με τα σκελετωμένα χέρια με έδειχνε. Οι μαύρες τρύπες που είχε για ματιά με κοίταγαν με μίσος.

-Σου είπα να φύγεις, είπε με οργή.

Εγώ έπεσα πίσω, στο πάτωμα.

-Γιατί σκότωσες τη Zuzanna; τι σου έκανε ηταν τόσο αθώα, επανέλαβα, τα δάκρυα μου έτρεχαν από οργή.

-Φύγε τώρα, επανέλαβε η ηλικιωμένη.

-Θα με σκοτώσεις και εμένα; ρώτησα με οργή.

Τότε άκουσα τη πόρτα να ανοίγει από την είσοδο επιτέλους ήρθε ο Andrew.

-Βοήθεια Andrew, φώναξα όσο ποιο δυνατά μπορούσα.

-Πολύ αργά. Ήθελα να σε σώσω από τη καταραμένη ψυχή που σκότωσε εμένα, τη κοπέλα και το φύλακα. είπε το φάντασμα της ηλικιωμένης ηττημένη.

Και μπήκε ο Andrew με δύναμή στο δωμάτιο, κρατούσε ένα μεγάλο μαχαίρι και είχε στα μάτια του δύο μαύρες τρύπες..

Τότε κατάλαβα πως η ηλικιωμένη προσπαθούσε να με προειδοποιήσει από το πραγματικό φάντασμα του Aldgate.

Ο Andrew έκανε μερικά βήματα προς έμενα και οι δύο μαύρες τρύπες με κοίταγαν απειλητικά.

Και ήρθε προς το μέρος μου.

Τέλος

Από Dimitris Kan

Αρέσει σε %d bloggers: