Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2022

Τρόμου: Η Γριά Με Το Δαχτυλίδι.


Τα βράδια του καλοκαιριού όταν είμαστε μικροί, μας άρεσε που λέγαμε παράξενες και τρομακτικές ιστορίες. Τις λέγαμε στα μικρότερα παιδιά και στα κορίτσια —ιδίως στα κορίτσια. Οι ιστορίες αυτές με την σχετικά υποβλητική αφήγηση μας γοήτευαν. Δεν θα έλεγα ότι μας τρόμαζαν, ωστόσο κέντριζαν τη σκέψη μας και την οδηγούσαν στα σύνορα του παράλογου και του μεταφυσικού, τόποι ανεξερεύνητοι σε εκείνη την ηλικία.

Και η κάθε ιστορία, αν και προϊόν φαντασίας χωρίς κανένα λογοτεχνικό βάθος, μας συνάρπαζε και θέλαμε να την ακούσουμε ξανά και ξανά. Και αν το επόμενο βράδυ τύχαινε και έμπαινε στην παρέα κάποιο νέο παιδί, κάποιος που έλειπε από την προηγούμενη βραδινή αφήγηση, λέγαμε ξανά τις ιστορίες, από την αρχή. Μάλιστα σε κάποιες πολύ ιδιαίτερες, ζητούσε να τις αφηγηθεί εκείνος που είχε φοβηθεί περισσότερο την προηγούμενη νύχτα —γοητευτεί θα λέγαμε πιο ψύχραιμα σήμερα. Και ο νέος ακροατής συνταυτιζόταν από την αρχή, όταν όλοι μαζί φωνάζαμε, ο ένας από ’δω ο άλλος από ’κει, αυτή να πεις, με την μαυροφορεμένη γυναίκα που δεν φαινόταν το πρόσωπό της. Όχι… όχι… την άλλη, εκείνη με την παιδική κοριτσίστικη φωνή που έβγαινε από το πηγάδι του Φραγκούλα! Ναι… ναι… αυτή να πούμε…   

Και κάθε καλοκαίρι οι αφηγήσεις αυτές έμεναν ίδιες, δεν εμπλουτίζονταν με καινούργιες. Ίδιες έμεναν μόνο που είχαν πλέον ωριμάσει. Και παρά τις έντονες ομοιότητες, τα στοιχεία τους είχαν αυτονομηθεί και έφτιαχναν μια νέα ιστορία ή, έστω, την άλλαζαν ελαφρώς, αναλόγως με ποιους απαρτιζόταν η ομάδα —περισσότερα κορίτσια; περισσότεροι μικροί;— ώστε να δώσουν τελικά μιαν άλλην αίσθηση τελείως, νέα ερεθίσματα, καινούργια αύρα, πάντα δυνατή.

Η πιο γνωστή και αγαπημένη από αυτές τις τρομακτικές ιστορίες ήταν «η γριά και το δαχτυλίδι». Και η ιστορία αυτή σήμερα, τριάντα πέντε και πλέον χρόνια από την πρώτη της αφήγηση, υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές, αλλοιωμένη από το χρόνο, αναλόγως τη χρονιά που την άκουσε ο καθένας και το στίγμα που άφησε μέσα μας. 

Η ιστορία είναι τούτη:

Κάποτε ένας νέος σκαρφάλωσε στον πιο ψηλό βράχο που είχε το Γαλάζιο Όρος για να εντυπωσιάσει τους υπόλοιπους. Γλίστρησε όμως και έπεσε σε μια μεγάλη τρύπα, σκοτεινή. Στο κάτω μέρος της τρύπας, βαθιά μέσα σε μια σήραγγα του οποίου τις διαστάσεις δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια, ζούσε μια γριά. Η γριά αυτή φορούσε διάφορα παλιά δαχτυλίδια, μάλλον άνευ σημασίας, μα στο μεσαίο της δάχτυλο, το μεγάλο, ίσως για να μην της φύγει, φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι, ολόχρυσο. Η γριά όταν είδε ξαφνικά τον νέο φοβήθηκε. Τρόμαξε περισσότερο από τον απρόσκλητο επισκέπτη και με το χέρι της σκέπασε το πρόσωπό της. Ο νέος παρατήρησε ότι το χρυσό δαχτυλίδι έφεγγε με χαμηλό φωτισμό όλο το σκοτεινό λαγούμι, κάθε κοιλότητα της τρύπας, έφεγγε κάθε γωνία της υπόγειας φωλιάς, κάθε απόληξη αυτής. 

Η γριά κατέβασε το χέρι της και προσπάθησε να μιλήσει, μα η φωνή της δεν έβγαινε, παρά μόνο κάποιες χαμηλές συχνότητες από ακατάληπτα λόγια.Ο νέος συμπέρανε ότι η γριά θα ήταν χωμένη εκεί για δεκαετίες, μόνη της, ώσπου είχε ξεχάσει πια να μιλάει ή, πάλι, δεν μίλαγε ποτέ, από γεννησιμιού της, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να ζητήσει βοήθεια από όσους ήταν πάνω, στην κανονική τη γη, έξω απ’ το λαγούμι. 

Και βλέποντας τον κρύο φόβο της γριάς, ο νέος έπαψε να ανησυχεί και την άφησε εκεί, μόνη της, στο βάθος. Αυτήν και τα δαχτυλίδια της, προσπαθώντας ο ίδιος να βρει μια έξοδο διαφυγής, να ανταμώσει πάλι με τον έξω κόσμο, με την ελευθερία.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά και μετά από πολύ αγώνα, ο νεαρός κατάφερε να βγει στον λαμπερό τον ήλιο και ν’ αφήσει πίσω του το κακό όνειρο που μόλις είχε ζήσει. Μα μόλις έφυγε από το φανταστικό τον επισκέφτηκε η λογική —και τον κυρίευσε! Μαύρες σκέψεις τού τριβέλιζαν το νου: Γιατί να μην ξαναγυρίσει πίσω και να πάρει το δαχτυλίδι της γριάς; Κανείς δεν ήξερε το μέρος, μόνον αυτός! Δεν είχαν ακούσει ούτε μια φορά την ιστορία, κανένα θρύλο του χωριού για τη γιαγιά εκείνη, το γεγονός της ύπαρξής της. Κανένας δεν μίλαγε γι’ αυτήν, κανείς δεν ήξερε. 

Σκεφτόταν να προχωρήσει στην επόμενη μέρα. Τον τριβέλιζε η σκέψη να έπαιρνε το χρυσό το δαχτυλίδι και να το πουλούσε στη Χώρα. Θα έβγαζε καλά λεφτά. Θα πραγματοποιούσε ό,τι είχε φανταστεί ή θα μπορούσε πλέον να φανταστεί με τα λεφτά στην τσέπη. Γιατί όλοι ξέρουμε ότι η φαντασία δουλεύει καλύτερα όταν οι τσέπες είναι γεμάτες. Και μαγεμένος από το δαχτυλίδι, κάποιο βράδυ, νύχτα βαριά που το χωριό κοιμόταν, τράβηξε κατά το Γαλάζιο Όρος, ανέβηκε για ακόμη μια φορά και έψαξε γονατιστός να βρει την τρύπα, να μπει ακόμη μια φορά εντός της. 

Κάποια στιγμή τα κατάφερε, βρήκε την τρύπα και κατέβηκε χαμηλά. Στο βάθος ξαναείδε τη γριά, πάντα φοβισμένη, με τα χέρια στο πρόσωπο κοντά. Με το χρυσό δαχτυλίδι στο μεσαίο δάχτυλο ανοιγόκλεινε το στόμα της και ο ήχος που έβγαινε ήταν σχεδόν ανύπαρκτος, μια υπόκωφη βουή, ένας ήχος χαμηλός που δύσκολα θα μπορούσε να ανιχνευτεί από κάποιον άνθρωπο, ένα βούισμα πραγματικά αλλόκοτο. Ο νέος έτρεμε, μα και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί σε μια τόσο ήσυχη νύχτα δεν ήθελε να ακουστεί κανένας θόρυβος, να μη γίνει τίποτα αισθητό στον οικισμό γι’ αυτό που θ’ ακολουθούσε. 

Η γριά σα να κατάλαβε το επόμενο βήμα του νεαρού, προσπάθησε να κρύψει το δεξί της χέρι από πίσω, αλλά ο νέος της το έπιασε με βία και έβαλε όλη τη δύναμή του για να τραβήξει και να της βγάλει το χρυσό το δαχτυλίδι. Και η γριά που μέχρι τότε μόνον έναν υπόκωφο ήχο είχε καταφέρει να βγάλει από το στόμα, ένα μουρμουρητό ασήμαντο, ένα τίποτα, ούρλιαξε τόσο δυνατά… [Εδώ ο αφηγητής διακόπτει απότομα την υπνωτική του αφήγηση και ουρλιάζει όσο πιο δυνατά μπορεί. Αααααα! Σε λίγο, κοιτώντας στα μάτια τους εμβρόντητους ακροατές, συνεχίζει:] Η ανάσα του νεαρού κόπηκε. Η φωνή συνέχισε. Αααααα! Και το ουρλιαχτό μέσα από τις δαιδαλώδεις τρύπες έγινε πάταγος μεγάλος, κοσμοχαλασιά, και ο νέος έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μήπως γλυτώσει. 

Χτύπαγε τους ώμους του στο λαγούμι σαν να μίκραινε αυτό, σαν να μαζευόταν. Έτσι ένιωθε από τον τρόμο. Πληγωνόταν ο νέος τρέχοντας προς τα πάνω, πληγωνόταν και φώναζε. Περισσότερο από φόβο φώναζε, όχι απ’ τα γδαρσίματα στους ώμους και τα χτυπήματα στα γόνατα και το κεφάλι…  Έτρεχε προς τα έξω, ένιωθε ότι η καρδιά του πάει να σπάσει. Κάποια στιγμή έφτασε στην επιφάνεια μα συνέχισε να τρέχει. Σιωπηλός πια, εξαντλημένος. Έτρεχε κι έτρεχε μέχρι που λιποθύμησε στο Άπλωμα. [Εδώ ο αφηγητής βάζει το σημείο στο οποίο αφηγείται ο ίδιος την ιστορία. Συνήθως τις λέγαμε στο Άπλωμα —εκεί συμβαίνουν όλα…] Και όταν ο νέος ησύχασε, όταν ξανάρθε στα καλά του, πρόσεξε ότι δεν κράταγε το δαχτυλίδι μόνο, μα και το γέρικο δάχτυλο μαζί, το μεσαίο δάχτυλο της γριάς με τους ροζιασμένους κόμπους, που ξεριζώθηκε κι αυτό μαζί με το δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι το χρυσό, το αρχαίο, αυτό που φταίει για όλα…


Και την ιστορία αυτή τη λέγαμε με πολλές παραλλαγές μέσα στα χρόνια. Σε κάποια από αυτές ο νέος έπαιρνε τη θέση της γριάς και εκείνη απελευθερώνεται και όλοι φανταζόμαστε ότι ο νέος θα γινόταν κι αυτός με τη σειρά του γέρος, με ροζιασμένα χέρια και περίεργα δαχτυλίδια, ένα από τα οποία θα ήταν χρυσό και θα περίμενε το επόμενο θύμα. Και η ιστορία τελείωνε με συμβουλή: Μην πάει κανείς κατά το Γαλάζιο Όρος! Τόσο χώρο έχει το χωριό να παίξετε. Παίξτε οπουδήποτε, αλλά προσοχή, όχι στο Γαλάζιο Όρος, σας ικετεύω! 

Μια άλλη παραλλαγή που τη θυμάται η αδερφή μου είναι αυτή όπου η γριά ήταν νεκρή στην κάσα, μέσα στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου. Γύρω της γυναίκες του χωριού να διαβάζουν όλη τη νύχτα ψαλμούς για την ψυχή της. Κάποια στιγμή που πάει ένας νέος να φωνάξει τη μητέρα του, κουνιέται το καπάκι, βλέπει τα δαχτυλίδια της γριάς και θέλει να τα κλέψει. Βρίσκει διάφορους τρόπους, κυρίως με ήχους από ζώα που υπάρχουν απ’ έξω από το κενοτάφιο, ώστε να παρασύρει τις γυναίκες και να βρεθεί μόνος με τη γριά, να καταφέρει να τις πάρει τα δαχτυλίδια. Έτσι και γίνεται. Μα μόλις ανοίγει το καπάκι και πάει να τραβήξει το μεσαίο δαχτυλίδι, αυτή σηκώνεται μέσα από την κάσα, ανοίγει τα μάτια της, υψώνει το αδύναμο χέρι της και τον δείχνει φωνάζοντας, εσύ… εσύυυυ… εσύυυυ! Και ο αφηγητής με ορθάνοιχτα τα μάτια σηκώνει το χέρι του, το πλησιάζει στο πρόσωπο ενός από τα παιδιά της ομάδας, και λέει με βαθιά φωνή σαν να μην είναι δικιά του, εσύ… εσύυυυ!

/* Ευχαριστούμε τον Λεοπόλδο για την ιστορία του */

Αρέσει σε %d bloggers: