Monthly Archives: Αύγουστος 2022

Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 2ο.


Το Σαββατοκύριακο κύλισε κανονικά. Το Σάββατο είχαμε βγει μαζί με τον Θανάση και περάσαμε μερικές ώρες σε ένα ίντερνετ καφέ. Ο Κώστας είχε παραπονεθεί για αδιαθεσία και έτσι έμεινε στο σπίτι. Ποτέ δεν πήγε το μυαλό μου στο ότι ήταν σε κίνδυνο. Την Δευτέρα στο σχολείο ο Κώστας φαινότανε λίγο χλωμός. Σαν να τον προβλημάτιζε κάτι. Μας είπε ότι είχε ένα μικρό πονοκέφαλο από το πρωί και ότι είχε δει έναν πολύ περίεργο εφιάλτη που τον ξύπνησε κοντά στις 3 τα ξημερώματα.

Τον ρωτήσαμε να μας πει περί τίνος επρόκειτο και έτσι άρχισε να μας διηγείται αυτά που είχε δει. Μας είπε ότι στο όνειρο του ήταν βράδυ και αυτός περπατούσε στον δρόμο χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Το μέρος στο οποίο βρισκότανε ήταν μια γνωστή περιοχή που απέχει λίγα μόλις λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μου και από την οποία πολλές φορές περνάμε και οι τρεις μας. Ο Κώστας την αναγνώριζε την περιοχή αυτή ακόμα και στο όνειρο του όμως το πραγματικά περίεργο ήταν ότι φαινότανε να περπατάει και να περπατάει στη διαδρομή χωρείς αυτή να τελειώνει ποτέ. Λες και ο δρόμος επιμηκύνονταν. Κανονικά όποιος περπατήσει σε αυτή τη διαδρομή για 1-2 λεπτά θα έπρεπε να βγει σε ένα σταυροδρόμι όμως στο όνειρο αυτός περπατούσε πολύ περισσότερο χρόνο χωρείς να βγαίνει πουθενά. Κάτι εξίσου περίεργο ήταν ότι όσο περπατούσε ο Κώστας το περιβάλλον του γινότανε όλο και ποιο ξένο. Ήταν ένα εξαιρετικά περίεργο και συνάμα φοβερό αίσθημα γιατί το περιβάλλον, ο δρόμος, τα δέντρα στο πεζοδρόμιο, οι πολυκατοικίες στη μορφή μένανε εντελώς ίδια, αλλά από την άλλη τα ένιωσε σαν να γινότανε εντελώς ξένα προς αυτόν σαν η περιοχή αυτή η ίσως και ολόκληρη η πόλη να είχε γίνει όχι απλά ξένη αλλά ακόμα και εχθρική προς αυτόν.

Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα που δεν μπορούσε να το εξηγήσει επαρκώς με λόγια, μας είπε όμως ότι ένιωθε σαν να μην βρισκότανε πλέον στην πόλη του αλλά σε ένα άλλο, ξένο και εχθρικό προς την ίδια του την ύπαρξη μέρος το οποίο απλά είχε την ίδια εμφάνιση με την πόλη μας. Είχε έντονη την αίσθηση ότι δεν άνηκε εκεί και ότι ήταν αδύνατο να υπάρχουν ταυτόχρονα στο ίδιο μέρος αυτός και η πόλη. Όσο μας τα έλεγε αυτά το πρόσωπο του γινότανε ακόμα ποιο χλωμό, όμως εμείς μέσα στην περιέργεια μας τον πιέσαμε να μας πει περισσότερα . Έτσι και έγινε. Μας είπε ότι από ένα σημείο και μετά αυτός είχε πανικοβληθεί. Αν και κανείς δεν τον απειλούσε στο όνειρο άμεσα, έβλεπε όλη την πόλη πλέον ως κάτι το ξένο και συνάμα εχθρικό. Αισθανότανε να απειλείται η ύπαρξη του για αυτό και άρχισε να τρέχει όσο ποιο γρήγορα μπορούσε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να φτάσει κάπου. Το που δεν το ήξερε ούτε και τον ένοιαζε. Ήθελε απλά να φύγει από αυτό το μέρος.

Την ώρα που έτρεχε γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του προς τα πίσω και του φάνηκε πως είδε μια σκοτεινή ανθρώπινη σιλουέτα, μια σκιά να τον κοιτά από απόσταση. Εκεί τελείωσε και το όνειρο του και ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα. Μας είπε μάλιστα αστειευόμενος ότι έπιασε το στήθος του φάνηκε πως αντί για καρδιά είχε τύμπανο. Την επόμενη μέρα ο Κώστας ήταν ξανά χλωμός και έδειχνε πολύ άρρωστος. Πάλι είχε δει εφιάλτη και αυτό δυστυχώς συνεχίστηκε για μέρες με τον Κώστα να έρχεται στο σχολείο όλο και ποιο ανήσυχος και φοβισμένος και όποτε τον ρωτούσαμε εγώ και ο Θανάσης για αυτά τα ακατονόμαστα όνειρα που τον ταλάνιζαν αυτός δυσκολευόταν πολύ να περιγράψει τι πραγματικά έβλεπε, μας μιλούσε για τις περιπλανήσεις του σε μέρη εντελώς ξένα προς τον άνθρωπο ίσως και προς το ίδιο το σύμπαν μας, μας έλεγε για ξέρες, σκοτεινές κοιλάδες όπου έβλεπε πετρώματα που δεν ήτανε πραγματικά πετρώματα, δέντρα που δεν ήτανε δέντρα, νερό που δεν ήτανε πραγματικά νερό και όλα αυτά κάτω από έναν ουρανό στον οποίο κυριαρχούσε ένα χρώμα το οποίο δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του.

Κόμπιαζε ο λαιμός του όποτε μιλούσε για αυτό, έβλεπε χρώματα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, επίσης στα μέρη που ταξίδευε όσο ονειρεύονταν έβλεπε σχήματα και γωνίες που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, που δεν εξηγούνταν από την ευκλείδεια γεωμετρία και που δεν μπορούσαν να υπάρξουν στον κόσμο μας. Όμως το ποιο ενδιαφέρον από όλα που μας περιέγραφε ήταν ο ήλιος που κυριαρχούσε στον ουρανό σε κάθε του όνειρο. Ο ήλιος αυτός δεν ήταν σαν τον δικό μας, ήταν μια μαύρη σφαίρα από την οποία έβγαινε ένα πολύ μαύρο θολό σκοτεινό φως. Το οποίο έλουζε όλο το έδαφος.

Ο σκοτεινός αυτός ήλιος έμοιαζε να είναι ζωντανός, το ίδιο και το φως που εξέπεμπε. Ο Κώστας το καταλάβαινε αυτό ενστικτωδώς. Τον ήλιο αυτό τον φοβότανε ιδιαίτερα, και αν τον κοιτούσε για πολύ θα άρχιζε να έχει την αίσθηση ότι καίγονται τα μάτια του αν και αυτό ποτέ δεν συνέβη στα αλήθεια. Άλλους ανθρώπους η ζώα δεν είδε ποτέ στα όνειρα του με μια μόνο εξαίρεση όταν με την άκρη του ματιού του νόμιζε για μια στιγμή ότι είδε μια σκιά να τον κοιτά αλλά μόλις γυρνούσε αυτή είχε εξαφανιστεί.

Όσο ο Κώστας ήταν στα όνειρα αυτά αισθανότανε δέος και τρόμο. Ένιωθε σαν να βρισκότανε σε ένα μέρος που δεν ήταν καθόλου συμβατό με την δική του ύπαρξη. Τα πάντα εκεί ήτανε εχθρικά και ξένα προς αυτόν. Για κάποιο λόγο πίστευε ότι δεν άνηκε εκεί και ότι η ύπαρξη του ήταν ασύμβατη με εκείνους τους ακατονόμαστους κόσμους, βασική προϋπόθεση να ξεφύγει από εκείνα τα φοβερά μέρη ήτανε να συνειδητοποιήσει ότι βρισκότανε σε όνειρο κάτι που μέρα με τη μέρα γινότανε όλο και ποιο δύσκολο.

Ο Θανάσης του ζήτησε να μας ζωγραφίσει αυτά που έβλεπε. Ο Κώστας αν και δεν ήθελε τελικά δέχθηκε έτσι πήρε ένα στυλό και προσπάθησε. Μάταιος κόπος. Μας είπε ότι τίποτα από όσα έβλεπε δεν μπορούσε να το σχεδιάσει. Πως να ζωγραφίσεις γωνίες και σχήματα που δεν υπάρχουν; Πως να βάλεις στο χαρτί χρώματα που επίσης δεν υπάρχουν; Έτσι έκανε μόνο μερικές μουτζούρες μαζί με ένα κύκλο στο πάνω μέρος του χαρτιού (που αντιπροσώπευε τον μαύρο ήλιο που είχε δει) και τα παράτησε.

Εμείς βλέποντας ότι του δημιουργούσε όλο αυτό άγχος και σύγχυση δεν συνεχίσαμε. Μετά από λίγες μέρες ο Κώστας σταμάτησε εντελώς να έρχεται στο σχολείο. Είχανε περάσει δώδεκα μέρες από τότε που τον είδα τελευταία φορά έτσι εγώ και ο Θανάσης αποφασίσαμε να περάσουμε από το σπίτι του να δούμε αν είναι καλά μιας και στα μηνύματα που του στέλναμε δεν απαντούσε αλλά και όταν πείρε ο Θανάσης τηλέφωνο στο σπίτι του η μητέρα του μας είπε ότι ήτανε άρρωστος και για αυτό για μερικές μέρες θα έμενε στο σπίτι.

Αυτή η εξήγηση όμως δεν ήταν αρκετή για εμάς. Τον είχαμε δει στο σχολείο που ήταν χλωμός σαν πανί και λαμβάνοντας υπόψιν και τους εφιάλτες που έβλεπε πιστεύαμε ότι όλο αυτό δεν μπορεί να ήτανε απλά ένα κρυολόγημα. Κάτι πολύ χειρότερο συνέβαινε. Ο Θανάσης ήρθε κάτω από την πολυκατοικία μου και μαζί φύγαμε για το σπίτι του φίλου μας.

/* shockwave2000 */

Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 1ο.


Με λένε Χρήστο και μέχρι πριν λίγο καιρό ήμουνα ένας φυσιολογικός μαθητής του λυκείου. Είχα δυο φίλους, τον Θανάση και τον Κώστα. Εμείς ήμασταν άνθρωποι εσωστρεφείς, που μας άρεσε να μένουμε μονοί, στην ησυχία μας, μακριά από τους άλλους μαθητές και γενικά μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Στο σχολείο τα πηγαίναμε αρκετά καλά και μάλιστα στο τελευταίο τετράμηνο είχαμε και οι τρεις μέσους όρους πάνω από 18. Έτσι, το ότι τα πηγαίναμε καλά στο σχολείο με ελάχιστο διάβασμα, μας άφηνε πολύ ελεύθερο χρόνο για άλλες δραστηριότητες και χόμπι. Κάποια από τα χόμπι που είχαμε ήταν αθώα όπως ο μοντελισμός η το να καθόμαστε σε ίντερνετ καφέ. Όμως είχαμε και άλλα λίγο ποιο… ριψοκίνδυνα χόμπι όπως η εξερεύνηση εγκαταλελειμμένων κτηρίων. Μάλιστα ήμασταν και τυχεροί μιας η πόλη στην οποία ζούσαμε ήταν γεμάτη από τέτοια κτήρια. Όταν οι γονείς μου μάθανε για αυτό ήταν τόσο ταραγμένοι που αναγκάστηκα να τους υποσχεθώ ότι ποτέ δεν θα ξαναμπούμε σε κανένα τέτοιο μέρος. Με πίστεψαν μιας και ποτέ δεν είχα ξαναδώσει δικαίωμα ως τότε όμως εγώ φυσικά και είπα ψέματα.

Το νεανικό, εθισμένο στην δράση μυαλό μας δεν μπορούσε να αντισταθεί. Παρόμοια ψέματα είπαν και οι άλλοι στους δικούς τους. Περιμέναμε λοιπόν μερικές μέρες και μετά ξαναρχίσαμε τις “επισκέψεις” μας στα διάφορα παρατημένα σπίτια της πόλης. Αυτή την φορά είχαμε βάλει στο στόχαστρο μια πολύ παλιά μονοκατοικία που κάποτε άνηκε σε μια πλούσια οικογένεια Εβραίων, οι οποίοι δυστυχώς είχανε πέσει και αυτοί θύματα της ναζιστικής θηριωδίας κατά την περίοδο της κατοχής. Ξέραμε ότι η οικογένεια αποτελούταν από τον πατέρα, την μητέρα και ένα μικρό γιο. Γνωρίζαμε ότι ήταν καλοί και φιλήσυχοι άνθρωποι και ότι όλοι τους αγαπούσανε. Κάποια μέρα όμως οι ναζί εισέβαλαν στο σπίτι τους, και μετά από πολλά ουρλιαχτά και φωνές τους έβγαλαν έξω ουσιαστικά σέρνοντας τους και τους έβαλαν σε ένα στρατιωτικό φορτηγό στο οποίο μάλλον υπήρχαν και άλλα θύματα των Γερμανών. Το φορτηγό μαζί με τους στρατιώτες που το συνόδευαν έφυγε και από τότε κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα για την οικογένεια αυτή.

Για δυο περίπου χρόνια το υπόγειο της κατοικίας είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος ανάκρισης και βασανιστηρίων από τους ναζί. Ενώ μετά τον πόλεμο, όπως καταλαβαίνετε, το σπίτι έμεινε ακατοίκητο για πολλές δεκαετίες εκτός από μερικές ιδιαίτερα κρύες νύχτες όπου έμπαιναν μέσα άστεγοι για να βρουν καταφύγιο. Όμως και αυτοί σύντομα έφευγαν και μερικές φορές δεν έβγαζαν ούτε καν τη νύχτα. Μια φορά που έτυχε να περνάω δίπλα από δυο αστέγους σε εκείνη την περιοχή άκουσα να λένε πως στο σπίτι εκείνο υπάρχει κάτι πολύ κακό, πως όταν έμπαιναν μέσα ένιωθαν ξαφνικά πολύ άβολα και εντελώς εξαντλημένοι χωρίς λόγο και πως τελικά αναγκάζονταν να φύγουν. Αν και κάνεις δεν φαινόταν να είχε δει κάτι συγκεκριμένο όπως φαντάσματα, τέρατα, δαίμονες ή γενικά κάτι από όλα αυτά που ελπίζαμε εμείς να αντιληφθούμε.

Με τον Κώστα και τον Θανάση είχαμε αποφασίσει να εξερευνήσουμε το σπίτι μια Παρασκευή στις 12 το βράδυ. Είχαμε συμφωνήσει να πούμε στους γονείς μας ότι απλά θα περνούσαμε κάποιες ώρες σε ένα ίντερνετ καφέ περίπου 20 λεπτά απόσταση με τα πόδια από το σπίτι μου. Άλλωστε όπως είπα το να περνάμε τον χρόνο μας παίζοντας στον υπολογιστή ήταν κάτι συνηθισμένο για εμάς και όντως πολλές φορές πηγαίναμε νύχτα εκεί. Έχοντας έτσι τακτοποιήσει αυτό το πρόβλημα ξεκίνησα ανενόχλητος από το σπίτι μου στις 11:30 με σκοπό να συναντήσω τους άλλους δυο.

Δεν πέρασε πολύς χρόνος μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι. Με το που βρεθήκαμε στην είσοδο αρχίσαμε να αισθανόμαστε κάτι άσχημο. Σαν μια σκοτεινή ενέργεια να μας περικυκλώνει. Όχι τόσο έντονη ώστε να το βάλουμε στα πόδια αλλά αρκετή ώστε να μας δημιουργήσει μια αίσθηση πλακώματος στο στήθος. Σαν να είχε βαρύνει η καρδιά μας. Ωστόσο όπως είπα το αίσθημα αυτό δεν ήταν τόσο ισχυρό ώστε να μας πανικοβάλει και έτσι αποφασίσαμε να συνεχίσουμε. Έτσι και αλλιώς δεν είχαμε ξεκινήσει μόνο και μόνο για να τα παρατήσουμε τώρα.

Η μονοκατοικία αυτή στο εσωτερικό της ήταν όπως θα περίμενε κανείς να είναι ένα εγκαταλελειμμένο για δεκαετίες σπίτι. Σπασμένα ξύλα και σκόνη, πόρτες και πάτωμα που τρίζουν με το παραμικρό, μερικά παλιά σπασμένα έπιπλα – αντίκες εδώ και εκεί, αρκετή μούχλα και διάβρωση σε αρκετά σημεία, μια διάχυτη μυρωδιά μούχλας απόδειξη της μακροχρόνιας εγκατάλειψης, μερικοί σπασμένοι καθρέφτες που προφανώς κανείς δεν μπήκε στον κόπο να κλέψει και κάποιοι λεκέδες στο πάτωμα οι οποίοι δεν ήθελα να ξέρω από που προήλθαν. Στο πάνω πάτωμα υπήρχαν πάνω κάτω τα ίδια. Τίποτα αξιοσημείωτο εκτός από το ότι η αίσθηση αυτή του ψυχοπλακώματος γινόταν σταδιακά εντονότερη όσο προχωρούσαμε μέσα στο κτήριο.

Μετά από λίγη ώρα αποφασίσαμε να πάμε και στο ποιο τρομακτικό και συνάμα συναρπαστικό για εμάς σημείο του κτηρίου. Το υπόγειο. Αν ήταν να συμβεί κάτι τότε σίγουρα αυτό θα γινόταν στο υπόγειο. Με τούτα και με κείνα, έχοντας στο μυαλό μας την σκοτεινή ιστορία αυτού του υπογείου ανοίξαμε την πόρτα και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τα σκαλιά. Εδώ η μούχλα ήταν πολύ ποιο έντονη ενώ παντού υπήρχαν έντομα. Κατσαρίδες που τρέχανε μακριά όταν τις πλησιάζαμε, ιστοί από αράχνες εδώ και εκεί και υπερβολικά πολλά νεκρά έντομα στο πάτωμα. Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι είδα ένα ποντίκι να τρέχει και να εξαφανίζεται σε μια τρύπα στον τοίχο. Όσο κατεβαίναμε τις σκάλες αλλά και όταν εξερευνούσαμε το υπόγειο πέφταμε συνέχεια σε ιστούς από αράχνες τους οποίους και αναγκαζόμασταν να τραβάμε από πάνω μας. Πολλές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό το δικό μου αλλά και των φίλων μου. Ήμασταν τυχεροί που κανείς από εμάς δεν είχε αραχνοφοβία. Δεν θα ήθελα ούτε να φανταστώ κάποιον να αρχίσει να ουρλιάζει εκείνη την στιγμή.

Το υπόγειο δεν είχε μεγάλη διαφορά από το υπόλοιπο σπίτι, και εδώ υπήρχε η μυρωδιά της μούχλας, τα σπασμένα ξύλα και η σκόνη, κάτι κομμάτια από παλιά έπιπλα, ένας μεγάλος σπασμένος καθρέπτης, πράγματα που όντως θα περίμενε κανείς να δει σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι. Όμως εμένα κάτι άλλο με προβλημάτιζε. Εκείνη η έντονη άσχημη αίσθηση που ένιωθα και ποιο πριν, όταν μπήκαμε στο υπόγειο είχε γίνει πολύ ποιο έντονη. Ένιωθα σαν να ήμουν έτοιμος να πάθω κρίση άσθματος παρόλο που ποτέ μου δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Αισθανόμουνα σαν η καρδιά μου να είχε γίνει βαρίδιο. Δυσκολευόμουν αρκετά να αναπνεύσω και παρατήρησα ότι και οι άλλοι ένιωθαν το ίδιο. Ο Κώστας είπε ότι αυτό μάλλον οφειλόταν στο ότι ήταν τόσο κλειστός και μουχλιασμένος ο χώρος. Είχε ένα δίκαιο, όμως και πάλι το ένστικτο μου μου έλεγε πως υπήρχε κοντά μας κάτι που δεν έπρεπε να είναι εδώ. Δεν μπορώ να περιγράψω εύκολα το πως ένιωθα, ήταν λες και υπήρχε εκεί κάτι που… ας πούμε δεν ήταν από αυτόν τον κόσμο. Κάτι δεν ήταν απαραίτητα κακόβουλο αλλά μάλλον η ίδια του η ύπαρξη εναντιωνόταν στην δική μας, σαν να μην μπορούσαμε στον ίδιο χώρο ακόμα και στην ίδια πόλη να υπάρχουμε και εμείς και αυτό.

Τελικά έχοντας μείνει κάποιο ανυπολόγιστο χρονικό διάστημα στο υπόγειο, κοιτώντας αριστερά και δεξιά, φωτίζοντας το χώρο εγώ και ο Κώστας με τους φακούς που είχαμε πάρει στα κρυφά από τα σπίτια μας και ο Θανάσης με το κινητό του αποφασίσαμε να φύγουμε. Κάναμε να πάμε ως τις σκάλες και τότε άκουσα ένα γδούπο από πίσω. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πάγωσε το αίμα μου. Αυτό το ξαφνικό και απότομο γεγονός με έκανε να νομίζω ότι κάτι τρομερό έγινε, ήταν και το όλο σκηνικό αλλά και η ιστορία αυτού του υπογείου που ανέβασε τον τρόμο μου στα ύψη. Γύρισα και είδα τον Κώστα ξαπλωμένο στο πάτωμα και τον Θανάση να τον βοηθά να σηκωθεί. Όταν ηρέμησα λίγο ρώτησα τον Κώστα τι έπαθε. Είπε ότι κάτι είχε πατήσει και έπεσε. Ο Θανάσης φώτισε με το κινητό του στο πάτωμα εκεί που είχε πέσει ο Κώστας και είδαμε ένα πολύ περίεργο αντικείμενο. Ήταν μια μικρή σφαίρα πολύ μαύρου χρώματος, που σε μέγεθος ήταν λίγο μικρότερη από ένα μπαλάκι του τένις. Μου έκανε εντύπωση το χρώμα της. Μπορούσα να την δω καθαρά κάτω από το φως που έφεγγε ο Θανάσης αλλά ταυτόχρονα ήταν σαν να μην μπορούσα να την δω καθόλου. Ήταν ένα πολύ παράξενο φαινόμενο που δεν μπορούσα καλά να εξηγήσω. Έβλεπα καθαρά την σφαίρα τη μια στιγμή και μετά από λίγο έβλεπα κάτι το θολό και αδιευκρίνιστο στη θέση της. Η ποιο καλή περιγραφή που μπορώ να δώσω είναι πως ήταν κάτι που όταν το παρατηρούσα για πάνω από μερικά κλάσματα του δευτερόλεπτου το μυαλό μου θόλωνε και μετρά σκοτείνιαζε. Όταν κοιτούσα αυτή τη σφαίρα ένιωθα σαν να έβλεπα κάτι που δεν υπήρχε η μάλλον κάτι που δεν μπορούσε να υπάρχει. Επρόκειτο για ένα ξεκάθαρα μη-φυσιολογικό αντικείμενο.

Ταυτόχρονα, είχα αρχίσει να νιώθω έντονη τάση για εμετό ενώ ο Θανάσης παραπονέθηκε για μια ξαφνική ημικρανία, από αυτές τις πολύ εκνευριστικές που σου σκοτεινιάζουν ένα μέρος του οπτικού σου πεδίου. Το περίεργο εδώ ήταν ότι το μέρος αυτό του οπτικού πεδίου του Θανάση που σκοτείνιαζε ήταν πάντα αυτό που έβλεπε προς τη σφαίρα. Λες και το ίδιο το σύμπαν να ήθελε να κρύψει αυτή τη σφαίρα από το μυαλό μας. Ο Κώστας άρπαξε αυτή τη σφαίρα και την έβαλε στην τσέπη του και σε δυο λεπτά είχαμε βγει από το σπίτι.

Από την πρώτη στιγμή ο Κώστας αισθάνθηκε μια περίεργη έλξη για την σφαίρα αυτή και για αυτό ήθελε τώρα να την πάρει στο σπίτι του. Εγώ και ο Θανάσης δεν την θέλαμε πουθενά κοντά μας όμως σκεφτήκαμε ότι ίσως να έπρεπε να την αφήσουμε εκεί που τη βρήκαμε. Εγώ τουλάχιστον δεν ένιωθα άνετα όσο ήταν αυτή η σφαίρα κοντά μου. Ο Κώστας πρότεινε να την κρατήσει αυτός και εμείς τελικά συμφωνήσαμε. Άσε που αυτός ήταν που την είχε βρει και ταυτόχρονα αυτός ήταν ο μόνος που όντως την ήθελε μαζί του.

Ο Θανάσης και εγώ είχαμε ακόμα την περιέργεια να αγγίξουμε την σφαίρα αυτή και ο Κώστας μας άφησε. Την έβγαλε από την τσέπη του και την άγγιξα πρώτα εγώ. Τώρα η σφαίρα φαινόταν λίγο ποιο καθαρά. Στην υφή έμοιαζε με μέταλλο και όσο την άγγιζα ένιωθα τα δάχτυλα μου να κρυώνουν. Την ψηλάφησα για λίγο όμως έπρεπε να γυρίσουμε στα σπίτια μας γιατί είχε περάσει η ώρα, οπότε γρήγορα την έδωσα πίσω στον Κώστα. Έπειτα από όλα αυτά χωριστήκαμε και ο καθένας επέστρεψε στο σπίτι του.

/* shockwave2000 */

Αρέσει σε %d bloggers: