Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 2ο.


Το Σαββατοκύριακο κύλισε κανονικά. Το Σάββατο είχαμε βγει μαζί με τον Θανάση και περάσαμε μερικές ώρες σε ένα ίντερνετ καφέ. Ο Κώστας είχε παραπονεθεί για αδιαθεσία και έτσι έμεινε στο σπίτι. Ποτέ δεν πήγε το μυαλό μου στο ότι ήταν σε κίνδυνο. Την Δευτέρα στο σχολείο ο Κώστας φαινότανε λίγο χλωμός. Σαν να τον προβλημάτιζε κάτι. Μας είπε ότι είχε ένα μικρό πονοκέφαλο από το πρωί και ότι είχε δει έναν πολύ περίεργο εφιάλτη που τον ξύπνησε κοντά στις 3 τα ξημερώματα.

Τον ρωτήσαμε να μας πει περί τίνος επρόκειτο και έτσι άρχισε να μας διηγείται αυτά που είχε δει. Μας είπε ότι στο όνειρο του ήταν βράδυ και αυτός περπατούσε στον δρόμο χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Το μέρος στο οποίο βρισκότανε ήταν μια γνωστή περιοχή που απέχει λίγα μόλις λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μου και από την οποία πολλές φορές περνάμε και οι τρεις μας. Ο Κώστας την αναγνώριζε την περιοχή αυτή ακόμα και στο όνειρο του όμως το πραγματικά περίεργο ήταν ότι φαινότανε να περπατάει και να περπατάει στη διαδρομή χωρείς αυτή να τελειώνει ποτέ. Λες και ο δρόμος επιμηκύνονταν. Κανονικά όποιος περπατήσει σε αυτή τη διαδρομή για 1-2 λεπτά θα έπρεπε να βγει σε ένα σταυροδρόμι όμως στο όνειρο αυτός περπατούσε πολύ περισσότερο χρόνο χωρείς να βγαίνει πουθενά. Κάτι εξίσου περίεργο ήταν ότι όσο περπατούσε ο Κώστας το περιβάλλον του γινότανε όλο και ποιο ξένο. Ήταν ένα εξαιρετικά περίεργο και συνάμα φοβερό αίσθημα γιατί το περιβάλλον, ο δρόμος, τα δέντρα στο πεζοδρόμιο, οι πολυκατοικίες στη μορφή μένανε εντελώς ίδια, αλλά από την άλλη τα ένιωσε σαν να γινότανε εντελώς ξένα προς αυτόν σαν η περιοχή αυτή η ίσως και ολόκληρη η πόλη να είχε γίνει όχι απλά ξένη αλλά ακόμα και εχθρική προς αυτόν.

Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα που δεν μπορούσε να το εξηγήσει επαρκώς με λόγια, μας είπε όμως ότι ένιωθε σαν να μην βρισκότανε πλέον στην πόλη του αλλά σε ένα άλλο, ξένο και εχθρικό προς την ίδια του την ύπαρξη μέρος το οποίο απλά είχε την ίδια εμφάνιση με την πόλη μας. Είχε έντονη την αίσθηση ότι δεν άνηκε εκεί και ότι ήταν αδύνατο να υπάρχουν ταυτόχρονα στο ίδιο μέρος αυτός και η πόλη. Όσο μας τα έλεγε αυτά το πρόσωπο του γινότανε ακόμα ποιο χλωμό, όμως εμείς μέσα στην περιέργεια μας τον πιέσαμε να μας πει περισσότερα . Έτσι και έγινε. Μας είπε ότι από ένα σημείο και μετά αυτός είχε πανικοβληθεί. Αν και κανείς δεν τον απειλούσε στο όνειρο άμεσα, έβλεπε όλη την πόλη πλέον ως κάτι το ξένο και συνάμα εχθρικό. Αισθανότανε να απειλείται η ύπαρξη του για αυτό και άρχισε να τρέχει όσο ποιο γρήγορα μπορούσε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να φτάσει κάπου. Το που δεν το ήξερε ούτε και τον ένοιαζε. Ήθελε απλά να φύγει από αυτό το μέρος.

Την ώρα που έτρεχε γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του προς τα πίσω και του φάνηκε πως είδε μια σκοτεινή ανθρώπινη σιλουέτα, μια σκιά να τον κοιτά από απόσταση. Εκεί τελείωσε και το όνειρο του και ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα. Μας είπε μάλιστα αστειευόμενος ότι έπιασε το στήθος του φάνηκε πως αντί για καρδιά είχε τύμπανο. Την επόμενη μέρα ο Κώστας ήταν ξανά χλωμός και έδειχνε πολύ άρρωστος. Πάλι είχε δει εφιάλτη και αυτό δυστυχώς συνεχίστηκε για μέρες με τον Κώστα να έρχεται στο σχολείο όλο και ποιο ανήσυχος και φοβισμένος και όποτε τον ρωτούσαμε εγώ και ο Θανάσης για αυτά τα ακατονόμαστα όνειρα που τον ταλάνιζαν αυτός δυσκολευόταν πολύ να περιγράψει τι πραγματικά έβλεπε, μας μιλούσε για τις περιπλανήσεις του σε μέρη εντελώς ξένα προς τον άνθρωπο ίσως και προς το ίδιο το σύμπαν μας, μας έλεγε για ξέρες, σκοτεινές κοιλάδες όπου έβλεπε πετρώματα που δεν ήτανε πραγματικά πετρώματα, δέντρα που δεν ήτανε δέντρα, νερό που δεν ήτανε πραγματικά νερό και όλα αυτά κάτω από έναν ουρανό στον οποίο κυριαρχούσε ένα χρώμα το οποίο δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του.

Κόμπιαζε ο λαιμός του όποτε μιλούσε για αυτό, έβλεπε χρώματα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, επίσης στα μέρη που ταξίδευε όσο ονειρεύονταν έβλεπε σχήματα και γωνίες που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, που δεν εξηγούνταν από την ευκλείδεια γεωμετρία και που δεν μπορούσαν να υπάρξουν στον κόσμο μας. Όμως το ποιο ενδιαφέρον από όλα που μας περιέγραφε ήταν ο ήλιος που κυριαρχούσε στον ουρανό σε κάθε του όνειρο. Ο ήλιος αυτός δεν ήταν σαν τον δικό μας, ήταν μια μαύρη σφαίρα από την οποία έβγαινε ένα πολύ μαύρο θολό σκοτεινό φως. Το οποίο έλουζε όλο το έδαφος.

Ο σκοτεινός αυτός ήλιος έμοιαζε να είναι ζωντανός, το ίδιο και το φως που εξέπεμπε. Ο Κώστας το καταλάβαινε αυτό ενστικτωδώς. Τον ήλιο αυτό τον φοβότανε ιδιαίτερα, και αν τον κοιτούσε για πολύ θα άρχιζε να έχει την αίσθηση ότι καίγονται τα μάτια του αν και αυτό ποτέ δεν συνέβη στα αλήθεια. Άλλους ανθρώπους η ζώα δεν είδε ποτέ στα όνειρα του με μια μόνο εξαίρεση όταν με την άκρη του ματιού του νόμιζε για μια στιγμή ότι είδε μια σκιά να τον κοιτά αλλά μόλις γυρνούσε αυτή είχε εξαφανιστεί.

Όσο ο Κώστας ήταν στα όνειρα αυτά αισθανότανε δέος και τρόμο. Ένιωθε σαν να βρισκότανε σε ένα μέρος που δεν ήταν καθόλου συμβατό με την δική του ύπαρξη. Τα πάντα εκεί ήτανε εχθρικά και ξένα προς αυτόν. Για κάποιο λόγο πίστευε ότι δεν άνηκε εκεί και ότι η ύπαρξη του ήταν ασύμβατη με εκείνους τους ακατονόμαστους κόσμους, βασική προϋπόθεση να ξεφύγει από εκείνα τα φοβερά μέρη ήτανε να συνειδητοποιήσει ότι βρισκότανε σε όνειρο κάτι που μέρα με τη μέρα γινότανε όλο και ποιο δύσκολο.

Ο Θανάσης του ζήτησε να μας ζωγραφίσει αυτά που έβλεπε. Ο Κώστας αν και δεν ήθελε τελικά δέχθηκε έτσι πήρε ένα στυλό και προσπάθησε. Μάταιος κόπος. Μας είπε ότι τίποτα από όσα έβλεπε δεν μπορούσε να το σχεδιάσει. Πως να ζωγραφίσεις γωνίες και σχήματα που δεν υπάρχουν; Πως να βάλεις στο χαρτί χρώματα που επίσης δεν υπάρχουν; Έτσι έκανε μόνο μερικές μουτζούρες μαζί με ένα κύκλο στο πάνω μέρος του χαρτιού (που αντιπροσώπευε τον μαύρο ήλιο που είχε δει) και τα παράτησε.

Εμείς βλέποντας ότι του δημιουργούσε όλο αυτό άγχος και σύγχυση δεν συνεχίσαμε. Μετά από λίγες μέρες ο Κώστας σταμάτησε εντελώς να έρχεται στο σχολείο. Είχανε περάσει δώδεκα μέρες από τότε που τον είδα τελευταία φορά έτσι εγώ και ο Θανάσης αποφασίσαμε να περάσουμε από το σπίτι του να δούμε αν είναι καλά μιας και στα μηνύματα που του στέλναμε δεν απαντούσε αλλά και όταν πείρε ο Θανάσης τηλέφωνο στο σπίτι του η μητέρα του μας είπε ότι ήτανε άρρωστος και για αυτό για μερικές μέρες θα έμενε στο σπίτι.

Αυτή η εξήγηση όμως δεν ήταν αρκετή για εμάς. Τον είχαμε δει στο σχολείο που ήταν χλωμός σαν πανί και λαμβάνοντας υπόψιν και τους εφιάλτες που έβλεπε πιστεύαμε ότι όλο αυτό δεν μπορεί να ήτανε απλά ένα κρυολόγημα. Κάτι πολύ χειρότερο συνέβαινε. Ο Θανάσης ήρθε κάτω από την πολυκατοικία μου και μαζί φύγαμε για το σπίτι του φίλου μας.

/* shockwave2000 */

Posted on 24/08/2022, in Όνειρα, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

  1. Dimitris Kan

    Άψογη ιστορία με άψογο λεξιλόγιο.

    Μου αρέσει!

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: