Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 3ο.


Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Κώστα μας άνοιξε η μητέρα του. Με το που μπήκαμε στο χώρο συνειδητοποιήσαμε ότι η ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά. Ασήκωτη θα έλεγα, μια πολύ σκοτεινή και αόρατη ενέργεια είχε απλωθεί στο σπίτι και αυτό φαινότανε στο πρόσωπο της μητέρας του Κώστα. Θυμήθηκα την τελευταία φορά που την είχα δει, πριν ένα μήνα περίπου, τώρα έμοιαζε σαν να είχε γεράσει κατά 20 χρόνια. Μιλούσε χαμηλόφωνα και φαινότανε εξαντλημένη.

Αποφασίσαμε να μην την ενοχλούμε με ερωτήσεις και έτσι κατευθυνθήκαμε γρήγορα για το δωμάτιο του φίλου μας. Ήμασταν ακριβώς έξω από την πόρτα, έτοιμοι να την ανοίξουμε όταν μια διαπεραστική στριγγλιά ήχησε σε όλο το σπίτι. Πάγωσε το αίμα στις φλέβες μας, η στριγγλιά ήταν εντελώς απόκοσμη, λες και δεν προήλθε από ανθρώπου στόμα. Αμέσως καταλάβαμε από που είχε προέλθει και ένα μόνο ήταν σίγουρο. Ο φίλος μας ήταν σε κίνδυνο.

Με μεγάλη ταχύτητα μπουκάραμε κυριολεκτικά στο δωμάτιο του. Και αυτό που είδαμε μας έκανε να χάσουμε την Γη κάτω από τα πόδια μας. Ακριβώς πάνω από το κρεβάτι του Κώστα στεκότανε μια κατάμαυρη σφαίρα η οποία εξέπεμπε κάτι που μπορούσα μόνο να το περιγράψω ως σκοτεινό φως. Δεν έφεγγε στο χώρο, ήταν απόλυτα σκοτεινή όμως εγώ ενστικτωδώς ήξερα ότι εξέπεμπε φως. Η σφαίρα φαινότανε να διαστρεβλώνει τον χώρο γύρω της. Έμοιαζε σαν να είχε τυλιχτεί με ένα πέπλο μαύρης θολούρας ενώ έβγαζε έναν βόμβο ο οποίος αν και αδύναμος κατάφερνε να μου προκαλέσει ημικρανία. Ήταν ζωντανή το ήξερα, και ήμουν σίγουρος ότι δεν ήθελε να την δούμε με την πραγματική της μορφή. Για αυτό εμείς βλέπαμε μόνο μια θολή σκοτεινή μπάλα.

Προσπάθησα να την παρατηρήσω. Να διακρίνω λεπτομέρειες πάνω της όμως μου ήταν αδύνατο, κάθε φορά που την κοιτούσα για πάνω από μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου το μυαλό μου θόλωνε και σκοτείνιαζε, νόμιζα ότι στην πραγματικότητα υπήρχε εκεί κάτι τρομερά μεγαλύτερο από αυτή τη σφαίρα που είχε άπλα επιλέξει να εμφανιστεί με αυτή τη μορφή.

Η σφαίρα αυτή δεν μας άφηνε να την παρατηρήσουμε. Μακάρι θεέ μου, μακάρι το κακό να τελείωνε εκεί και η σφαίρα απλά να εξαφανιζόταν… Δυστυχώς ζητούσα πολλά. Η σφαίρα αυτή, ο σκοτεινός αυτός ήλιος διαστελλότανε και απλωνόταν σε όλο το δωμάτιο. Την ίδια ώρα κοίταξα τον Κώστα. Ο οποίος ακόμα ούρλιαζε. Άκουγα την φωνή του ξεκάθαρα όμως, εκεί στο κρεβάτι όπου έπρεπε να βρίσκεται τώρα βρισκόταν μια κατάμαυρη σιλουέτα. Μια σκιά σε ανθρώπινη τρισδιάστατη μορφή. Και ούρλιαζε με ακατονόμαστη ένταση.

Έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα η σκιά αυτή ή μήπως ο Κώστας; Πλέον δεν ήξερα τι έβλεπα, άρχισε να σπαρταράει σαν ψάρι, να χτυπιέται πάνω κάτω στο κρεβάτι και σε λίγο άρχισε να βγάζει έναν αναγουλιαστικό ήχο τον οποίο θα περιέγραφα όπως το περπάτημα από πολλά σιχαμερά πλάσματα, σαρανταποδαρούσες, αράχνες και άλλα τέτοια. Λες και χιλιάδες από αυτά τα πλάσματα περπατούσανε, όχι, τρέχανε μέσα στο σώμα του. Σε λίγο το σώμα του άρχισε να αλλάζει. Να κάνει απότομες κινήσεις, ήταν ένα τρομερό θέαμα.

Στεκόμουν τρομοκρατημένος βλέποντας το σώμα του να αλλάζει, το έξω να έρχεται μέσα και το μέσα έξω. Αν το σώμα του δεν ήταν σκιά αλλά κανονικό ανθρώπινο θα έβλεπα το δέρμα του να μαζεύεται και να μπαίνει μέσα αφήνοντας το έξω να αντικατασταθεί από τα εσωτερικά του όργανα. Ναι. Όντως. Το μέσα γινότανε έξω και το έξω μέσα ενώ η σκιά ούρλιαζε και η σφαίρα μεγάλωνε. Σε λίγο έπαψε να είναι σφαίρα μιας και προσπαθούσε να γεμίσει το δωμάτιο παίρνοντας έτσι σταδιακά το σχήμα του.

Εγώ είχα παγώσει στην θέση μου. Η σφαίρα πλησίαζε, εγώ έμενα ακίνητος δεν μπορούσα ούτε ένα δάχτυλο του χεριού μου να σηκώσω. Η σφαίρα ακόμα μεγάλωνε. Τρία. Δυο. Ένα. Με κατάπιε και στη στιγμή όλα εξαφανίστηκαν. Το θέαμα μπροστά μου, οι στριγγλιές, ο βόμβος, η οσμή της σαπίλας. Τα πάντα. Το σκοτάδι με κατάπιε. Δεν ξέρω πόσος καιρός έχει περάσει από την ήμερα που με κατάπιε το σκοτάδι. Πλέον δεν ξέρω τίποτα. Με το ζόρι που θυμάμαι το όνομα μου. Χρήστος… Ζω μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Στο κενό. Δεν αισθάνομαι στεναχώρια, ούτε άγχος, ούτε θλίψη. Μέσα μου είμαι κενός. Άδειος. Η οικογένειά μου; Τους έχω σχεδόν ξεχάσει, Οι φίλοι μου; το ίδιο.

Είμαι μόνος μέσα στο ακατονόμαστο σκότος και η μόνη μου παρηγοριά είναι να γράφω την ιστορία μου, αυτές εδώ τις λέξεις δηλαδή, με ένα ανύπαρκτο μολύβι πάνω σε ένα ανύπαρκτο χαρτί. Το σώμα μου δεν μπορώ να το δω, πλέον δεν ξέρω καν αν έχω σώμα ή αν είμαι μόνο μια αιωρούμενη σκιά. Σαν τον Κώστα… Ο Κώστας. Αυτόν για κάποιο περίεργο λόγο τον θυμάμαι λίγο ποιο ζωηρά από τους υπολοίπους, το πρόσωπο του το θυμάμαι με λίγο περισσότερη λεπτομέρεια από ότι των υπολοίπων. Όμως ακόμα και αυτός αργά αργά εξαφανίζεται. Το ξέρω πως στο τέλος δεν θα μείνει τίποτα πάρα μόνο μια σκιά της συνειδήσεως, εγώ και οι σκέψεις μου να ταξιδεύω ολομόναχος μέσα σε ένα σκοτάδι που εκτείνεται στο άπειρο. Μόνος… Παγωμένος… αβοήθητος.

Ήταν ένα κρύο πρωινό όταν ο Γιατρός μπήκε στο δωμάτιο για να εξετάσει τον ασθενή του. Εκεί ήταν και η μητέρα του εν λόγω ασθενή. Ο γιατρός πήρε πρώτος τον λόγο.

Γ: Καλημέρα κυρία Παπαδόπουλου. Ελπίζω να είστε καλά. Όσο καλά μπορείτε να είστε δηλαδή μετά από…

Μ: Καλημέρα γιατρέ. Έχουμε καμία βελτίωση; Οτιδήποτε;

Γ: Υπάρχει εγκεφαλική δραστηριότητα η οποία φαίνεται πως κάποιες στιγμές γίνεται ξαφνικά πολύ έντονη. Λες και κάτι βλέπει και τον τρομοκρατεί. Ποτέ δεν θα ξέρουμε μέχρι να ξυπνήσει. Δυστυχώς πέρα από αυτό δεν βλέπουμε καμία σοβαρή βελτίωση στην κατάσταση του.

(Στο άκουσμα αυτής της απάντησης η μητέρα βούρκωσε)

Μ: Τίποτα; Δηλαδή δεν ξέρετε πότε θα συνέλθει; Θα συνέλθει ποτέ;

Γ: Λυπάμαι αλλά δεν γνωρίζω. Αυτές οι περιπτώσεις είναι πολύ περίπλοκες και διαφέρουν από άτομο σε άτομο, άλλοι συνέρχονται σχετικά γρήγορα άλλοι όμως μπορεί να χρειαστούν και χρόνια, ενώ άλλοι… Ε! Ας μην είμαστε πεσιμιστές. Το παιδί είναι ζωντανό. Και για την ώρα αυτό έχει σημασία. Έχει περάσει περίπου ένας μήνας αλλά όπως είπα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να πούμε πότε θα συνέλθει ο ασθενής.

Μ: Αναρωτιέμαι τι να βλέπει. Που να βρίσκεται. Τρέμω όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να έχει παγιδευτεί κάπου. Έχω δει πολλούς εφιάλτες στη ζωή μου δεν μπορώ να φανταστώ πως θα είναι να είσαι παγιδευμένος σε έναν.

(Το πρόσωπο του γιατρού σκοτείνιασε)

Γ: Δυστυχώς το τι βλέπει τώρα δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Κυρία Παπαδόπουλου δεν θα ήθελα να σας πω ψέματα σε καμία περίπτωση. Το παιδί είναι σε σταθερή μεν άλλα άσχημη κατάσταση δε. Εμείς κάναμε ότι μπορούσαμε και συνεχίζουμε να κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας όμως το πότε και αν ποτέ συνέλθει δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Για αυτό αν πιστεύετε στο θεό, σε οποιονδήποτε θεό, καλά θα κάνετε να προσευχηθείτε. Είμαστε άνθρωποι περιορισμένοι και αδύναμοι. Μερικές φορές ζούμε τόσο δύσκολες καταστάσεις που μόνο ο θεός μπορεί να μας σώσει.

Η μητέρα έγνεψε καταφατικά και αφού ο γιατρός τελείωσε την εξέταση και έφυγε, η κυρία Παπαδόπουλου έσκυψε πάνω από τον γιο της που βρισκότανε σε κώμα, τον Χρήστο, και τον φύλησε στο μέτωπο, έπειτα γύρισε προς το μικρό πλαστικό τραπεζάκι που ήταν τοποθετημένο δίπλα στο κρεβάτι. Πάνω στο τραπεζάκι βρισκότανε ένας ξύλινος σταυρός και μια οικογενειακή φωτογραφία.

Η μητέρα πρώτα πήρε στα χέρια της την φωτογραφία στην οποία υπήρχαν αυτή, ο άνδρας της που είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια, ο Χρήστος και ο αδερφός του ο Κώστας. Έμεινε για λίγη ώρα να κοιτάει την φωτογραφία ενώ θυμόταν την ζωή που είχανε πριν το τροχαίο το οποίο έστειλε τον Χρήστο σε κώμα και στοίχισε τη ζωή του Κώστα ο οποίος απανθρακώθηκε αφήνοντας πίσω μόνο ένα κατάμαυρο υπόλειμμα, ουσιαστικά μια σκιά.

Θυμότανε τον Χρήστο σαν παιδί, να παίζει στην γειτονιά με τον αδερφό του τον Κώστα, θυμότανε τότε που τα δυο αδέρφια την είχανε παρακούσει και μπήκανε μέσα σε εκείνη την παλιά μονοκατοικία με αποτέλεσμα να βλέπουν εφιάλτες για μια εβδομάδα. Θυμότανε τον Χρήστο που διάβαζε τόσο συχνά βιβλία για τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, για τα βασανιστήρια των Γερμανών, για τις μάχες με τους συμμάχους. Για τις θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με μυστικές τεχνολογίες των Γερμανών, για μυστικές οργανώσεις και μυστηριώδη σύμβολα όπως αυτό του μαύρου ήλιου και πολλά άλλα.

Θυμότανε επίσης τον Χρήστο σαν μικρό παιδί που την είχε ανησυχήσει όταν τον είδε να μιλά στον αέρα και να τον ρωτάει σε ποιον μιλούσε για να της απαντήσει με εντελώς αθώο ύφος «στον φίλο μου τον Θανάση μαμά».

Η κυρία Παπαδόπουλου σκεφτόταν πως ο Χρήστος από παιδί είχε πάρα πολύ πλούσια φαντασία. Τόσο πλούσια που δημιουργούσε ακόμα και φανταστικούς φίλους. Όμως κάποτε είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο (δεν θυμόταν σε ποιο ακριβώς) ότι όπως και με την ευφυΐα έτσι και με την φαντασία υπήρχε ο κίνδυνος αυτή κάποια μέρα να στραφεί εναντίων σου. Όπως για παράδειγμα με την μορφή εξωπραγματικών εφιαλτών. Όπου οι προσωπικοί σου δαίμονες (μπορεί και κάτι χειρότερο αν πιστεύεις σε Θεό και Διάβολο) παίρνανε κομμάτια από τις αναμνήσεις σου και τα κολλούσανε μεταξύ τους φτιάχνοντας κυριολεκτικά μια χίμαιρα από τερατώδεις εικόνες και καταστάσεις.

Φοβότανε πως ο γιος της είχε παγιδευτεί σε έναν τέτοιο εφιάλτη όμως και πάλι ακόμα και σε αυτή την πιθανή πραγματικότητα, στην καρδιά της μπορούσε να δει λίγο φως. Μια χαραμάδα ελπίδας. Άφησε την φωτογραφία πίσω στο τραπεζάκι και έριξε μια ματιά στον μεγάλο ξύλινο σταυρό που είχε τοποθετήσει δίπλα και τότε ένιωσε βαθιά μέσα της πως αν και πολλά πράγματα είναι για τον άνθρωπο αδύνατα το ίδιο δεν μπορούμε να το πούμε και για το Θεό.

Αργότερα όταν ήρθε η ώρα να γυρίσει στο σπίτι της και έκανε να φύγει άκουσε μια φωνή να της λέει πως όλα θα πάνε καλά. Γύρισε να δει ποιος ήταν όμως δεν υπήρχε κανείς πάρα μόνο μια αδύναμη μυρωδιά λιβανιού.

/* Από τον shockwave2000 */

Posted on 10/09/2022, in Όνειρα, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: