Author Archives: Bizarro

Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 3ο.


Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Κώστα μας άνοιξε η μητέρα του. Με το που μπήκαμε στο χώρο συνειδητοποιήσαμε ότι η ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά. Ασήκωτη θα έλεγα, μια πολύ σκοτεινή και αόρατη ενέργεια είχε απλωθεί στο σπίτι και αυτό φαινότανε στο πρόσωπο της μητέρας του Κώστα. Θυμήθηκα την τελευταία φορά που την είχα δει, πριν ένα μήνα περίπου, τώρα έμοιαζε σαν να είχε γεράσει κατά 20 χρόνια. Μιλούσε χαμηλόφωνα και φαινότανε εξαντλημένη.

Αποφασίσαμε να μην την ενοχλούμε με ερωτήσεις και έτσι κατευθυνθήκαμε γρήγορα για το δωμάτιο του φίλου μας. Ήμασταν ακριβώς έξω από την πόρτα, έτοιμοι να την ανοίξουμε όταν μια διαπεραστική στριγγλιά ήχησε σε όλο το σπίτι. Πάγωσε το αίμα στις φλέβες μας, η στριγγλιά ήταν εντελώς απόκοσμη, λες και δεν προήλθε από ανθρώπου στόμα. Αμέσως καταλάβαμε από που είχε προέλθει και ένα μόνο ήταν σίγουρο. Ο φίλος μας ήταν σε κίνδυνο.

Με μεγάλη ταχύτητα μπουκάραμε κυριολεκτικά στο δωμάτιο του. Και αυτό που είδαμε μας έκανε να χάσουμε την Γη κάτω από τα πόδια μας. Ακριβώς πάνω από το κρεβάτι του Κώστα στεκότανε μια κατάμαυρη σφαίρα η οποία εξέπεμπε κάτι που μπορούσα μόνο να το περιγράψω ως σκοτεινό φως. Δεν έφεγγε στο χώρο, ήταν απόλυτα σκοτεινή όμως εγώ ενστικτωδώς ήξερα ότι εξέπεμπε φως. Η σφαίρα φαινότανε να διαστρεβλώνει τον χώρο γύρω της. Έμοιαζε σαν να είχε τυλιχτεί με ένα πέπλο μαύρης θολούρας ενώ έβγαζε έναν βόμβο ο οποίος αν και αδύναμος κατάφερνε να μου προκαλέσει ημικρανία. Ήταν ζωντανή το ήξερα, και ήμουν σίγουρος ότι δεν ήθελε να την δούμε με την πραγματική της μορφή. Για αυτό εμείς βλέπαμε μόνο μια θολή σκοτεινή μπάλα.

Προσπάθησα να την παρατηρήσω. Να διακρίνω λεπτομέρειες πάνω της όμως μου ήταν αδύνατο, κάθε φορά που την κοιτούσα για πάνω από μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου το μυαλό μου θόλωνε και σκοτείνιαζε, νόμιζα ότι στην πραγματικότητα υπήρχε εκεί κάτι τρομερά μεγαλύτερο από αυτή τη σφαίρα που είχε άπλα επιλέξει να εμφανιστεί με αυτή τη μορφή.

Η σφαίρα αυτή δεν μας άφηνε να την παρατηρήσουμε. Μακάρι θεέ μου, μακάρι το κακό να τελείωνε εκεί και η σφαίρα απλά να εξαφανιζόταν… Δυστυχώς ζητούσα πολλά. Η σφαίρα αυτή, ο σκοτεινός αυτός ήλιος διαστελλότανε και απλωνόταν σε όλο το δωμάτιο. Την ίδια ώρα κοίταξα τον Κώστα. Ο οποίος ακόμα ούρλιαζε. Άκουγα την φωνή του ξεκάθαρα όμως, εκεί στο κρεβάτι όπου έπρεπε να βρίσκεται τώρα βρισκόταν μια κατάμαυρη σιλουέτα. Μια σκιά σε ανθρώπινη τρισδιάστατη μορφή. Και ούρλιαζε με ακατονόμαστη ένταση.

Έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα η σκιά αυτή ή μήπως ο Κώστας; Πλέον δεν ήξερα τι έβλεπα, άρχισε να σπαρταράει σαν ψάρι, να χτυπιέται πάνω κάτω στο κρεβάτι και σε λίγο άρχισε να βγάζει έναν αναγουλιαστικό ήχο τον οποίο θα περιέγραφα όπως το περπάτημα από πολλά σιχαμερά πλάσματα, σαρανταποδαρούσες, αράχνες και άλλα τέτοια. Λες και χιλιάδες από αυτά τα πλάσματα περπατούσανε, όχι, τρέχανε μέσα στο σώμα του. Σε λίγο το σώμα του άρχισε να αλλάζει. Να κάνει απότομες κινήσεις, ήταν ένα τρομερό θέαμα.

Στεκόμουν τρομοκρατημένος βλέποντας το σώμα του να αλλάζει, το έξω να έρχεται μέσα και το μέσα έξω. Αν το σώμα του δεν ήταν σκιά αλλά κανονικό ανθρώπινο θα έβλεπα το δέρμα του να μαζεύεται και να μπαίνει μέσα αφήνοντας το έξω να αντικατασταθεί από τα εσωτερικά του όργανα. Ναι. Όντως. Το μέσα γινότανε έξω και το έξω μέσα ενώ η σκιά ούρλιαζε και η σφαίρα μεγάλωνε. Σε λίγο έπαψε να είναι σφαίρα μιας και προσπαθούσε να γεμίσει το δωμάτιο παίρνοντας έτσι σταδιακά το σχήμα του.

Εγώ είχα παγώσει στην θέση μου. Η σφαίρα πλησίαζε, εγώ έμενα ακίνητος δεν μπορούσα ούτε ένα δάχτυλο του χεριού μου να σηκώσω. Η σφαίρα ακόμα μεγάλωνε. Τρία. Δυο. Ένα. Με κατάπιε και στη στιγμή όλα εξαφανίστηκαν. Το θέαμα μπροστά μου, οι στριγγλιές, ο βόμβος, η οσμή της σαπίλας. Τα πάντα. Το σκοτάδι με κατάπιε. Δεν ξέρω πόσος καιρός έχει περάσει από την ήμερα που με κατάπιε το σκοτάδι. Πλέον δεν ξέρω τίποτα. Με το ζόρι που θυμάμαι το όνομα μου. Χρήστος… Ζω μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Στο κενό. Δεν αισθάνομαι στεναχώρια, ούτε άγχος, ούτε θλίψη. Μέσα μου είμαι κενός. Άδειος. Η οικογένειά μου; Τους έχω σχεδόν ξεχάσει, Οι φίλοι μου; το ίδιο.

Είμαι μόνος μέσα στο ακατονόμαστο σκότος και η μόνη μου παρηγοριά είναι να γράφω την ιστορία μου, αυτές εδώ τις λέξεις δηλαδή, με ένα ανύπαρκτο μολύβι πάνω σε ένα ανύπαρκτο χαρτί. Το σώμα μου δεν μπορώ να το δω, πλέον δεν ξέρω καν αν έχω σώμα ή αν είμαι μόνο μια αιωρούμενη σκιά. Σαν τον Κώστα… Ο Κώστας. Αυτόν για κάποιο περίεργο λόγο τον θυμάμαι λίγο ποιο ζωηρά από τους υπολοίπους, το πρόσωπο του το θυμάμαι με λίγο περισσότερη λεπτομέρεια από ότι των υπολοίπων. Όμως ακόμα και αυτός αργά αργά εξαφανίζεται. Το ξέρω πως στο τέλος δεν θα μείνει τίποτα πάρα μόνο μια σκιά της συνειδήσεως, εγώ και οι σκέψεις μου να ταξιδεύω ολομόναχος μέσα σε ένα σκοτάδι που εκτείνεται στο άπειρο. Μόνος… Παγωμένος… αβοήθητος.

Ήταν ένα κρύο πρωινό όταν ο Γιατρός μπήκε στο δωμάτιο για να εξετάσει τον ασθενή του. Εκεί ήταν και η μητέρα του εν λόγω ασθενή. Ο γιατρός πήρε πρώτος τον λόγο.

Γ: Καλημέρα κυρία Παπαδόπουλου. Ελπίζω να είστε καλά. Όσο καλά μπορείτε να είστε δηλαδή μετά από…

Μ: Καλημέρα γιατρέ. Έχουμε καμία βελτίωση; Οτιδήποτε;

Γ: Υπάρχει εγκεφαλική δραστηριότητα η οποία φαίνεται πως κάποιες στιγμές γίνεται ξαφνικά πολύ έντονη. Λες και κάτι βλέπει και τον τρομοκρατεί. Ποτέ δεν θα ξέρουμε μέχρι να ξυπνήσει. Δυστυχώς πέρα από αυτό δεν βλέπουμε καμία σοβαρή βελτίωση στην κατάσταση του.

(Στο άκουσμα αυτής της απάντησης η μητέρα βούρκωσε)

Μ: Τίποτα; Δηλαδή δεν ξέρετε πότε θα συνέλθει; Θα συνέλθει ποτέ;

Γ: Λυπάμαι αλλά δεν γνωρίζω. Αυτές οι περιπτώσεις είναι πολύ περίπλοκες και διαφέρουν από άτομο σε άτομο, άλλοι συνέρχονται σχετικά γρήγορα άλλοι όμως μπορεί να χρειαστούν και χρόνια, ενώ άλλοι… Ε! Ας μην είμαστε πεσιμιστές. Το παιδί είναι ζωντανό. Και για την ώρα αυτό έχει σημασία. Έχει περάσει περίπου ένας μήνας αλλά όπως είπα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να πούμε πότε θα συνέλθει ο ασθενής.

Μ: Αναρωτιέμαι τι να βλέπει. Που να βρίσκεται. Τρέμω όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να έχει παγιδευτεί κάπου. Έχω δει πολλούς εφιάλτες στη ζωή μου δεν μπορώ να φανταστώ πως θα είναι να είσαι παγιδευμένος σε έναν.

(Το πρόσωπο του γιατρού σκοτείνιασε)

Γ: Δυστυχώς το τι βλέπει τώρα δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Κυρία Παπαδόπουλου δεν θα ήθελα να σας πω ψέματα σε καμία περίπτωση. Το παιδί είναι σε σταθερή μεν άλλα άσχημη κατάσταση δε. Εμείς κάναμε ότι μπορούσαμε και συνεχίζουμε να κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας όμως το πότε και αν ποτέ συνέλθει δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Για αυτό αν πιστεύετε στο θεό, σε οποιονδήποτε θεό, καλά θα κάνετε να προσευχηθείτε. Είμαστε άνθρωποι περιορισμένοι και αδύναμοι. Μερικές φορές ζούμε τόσο δύσκολες καταστάσεις που μόνο ο θεός μπορεί να μας σώσει.

Η μητέρα έγνεψε καταφατικά και αφού ο γιατρός τελείωσε την εξέταση και έφυγε, η κυρία Παπαδόπουλου έσκυψε πάνω από τον γιο της που βρισκότανε σε κώμα, τον Χρήστο, και τον φύλησε στο μέτωπο, έπειτα γύρισε προς το μικρό πλαστικό τραπεζάκι που ήταν τοποθετημένο δίπλα στο κρεβάτι. Πάνω στο τραπεζάκι βρισκότανε ένας ξύλινος σταυρός και μια οικογενειακή φωτογραφία.

Η μητέρα πρώτα πήρε στα χέρια της την φωτογραφία στην οποία υπήρχαν αυτή, ο άνδρας της που είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια, ο Χρήστος και ο αδερφός του ο Κώστας. Έμεινε για λίγη ώρα να κοιτάει την φωτογραφία ενώ θυμόταν την ζωή που είχανε πριν το τροχαίο το οποίο έστειλε τον Χρήστο σε κώμα και στοίχισε τη ζωή του Κώστα ο οποίος απανθρακώθηκε αφήνοντας πίσω μόνο ένα κατάμαυρο υπόλειμμα, ουσιαστικά μια σκιά.

Θυμότανε τον Χρήστο σαν παιδί, να παίζει στην γειτονιά με τον αδερφό του τον Κώστα, θυμότανε τότε που τα δυο αδέρφια την είχανε παρακούσει και μπήκανε μέσα σε εκείνη την παλιά μονοκατοικία με αποτέλεσμα να βλέπουν εφιάλτες για μια εβδομάδα. Θυμότανε τον Χρήστο που διάβαζε τόσο συχνά βιβλία για τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, για τα βασανιστήρια των Γερμανών, για τις μάχες με τους συμμάχους. Για τις θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με μυστικές τεχνολογίες των Γερμανών, για μυστικές οργανώσεις και μυστηριώδη σύμβολα όπως αυτό του μαύρου ήλιου και πολλά άλλα.

Θυμότανε επίσης τον Χρήστο σαν μικρό παιδί που την είχε ανησυχήσει όταν τον είδε να μιλά στον αέρα και να τον ρωτάει σε ποιον μιλούσε για να της απαντήσει με εντελώς αθώο ύφος «στον φίλο μου τον Θανάση μαμά».

Η κυρία Παπαδόπουλου σκεφτόταν πως ο Χρήστος από παιδί είχε πάρα πολύ πλούσια φαντασία. Τόσο πλούσια που δημιουργούσε ακόμα και φανταστικούς φίλους. Όμως κάποτε είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο (δεν θυμόταν σε ποιο ακριβώς) ότι όπως και με την ευφυΐα έτσι και με την φαντασία υπήρχε ο κίνδυνος αυτή κάποια μέρα να στραφεί εναντίων σου. Όπως για παράδειγμα με την μορφή εξωπραγματικών εφιαλτών. Όπου οι προσωπικοί σου δαίμονες (μπορεί και κάτι χειρότερο αν πιστεύεις σε Θεό και Διάβολο) παίρνανε κομμάτια από τις αναμνήσεις σου και τα κολλούσανε μεταξύ τους φτιάχνοντας κυριολεκτικά μια χίμαιρα από τερατώδεις εικόνες και καταστάσεις.

Φοβότανε πως ο γιος της είχε παγιδευτεί σε έναν τέτοιο εφιάλτη όμως και πάλι ακόμα και σε αυτή την πιθανή πραγματικότητα, στην καρδιά της μπορούσε να δει λίγο φως. Μια χαραμάδα ελπίδας. Άφησε την φωτογραφία πίσω στο τραπεζάκι και έριξε μια ματιά στον μεγάλο ξύλινο σταυρό που είχε τοποθετήσει δίπλα και τότε ένιωσε βαθιά μέσα της πως αν και πολλά πράγματα είναι για τον άνθρωπο αδύνατα το ίδιο δεν μπορούμε να το πούμε και για το Θεό.

Αργότερα όταν ήρθε η ώρα να γυρίσει στο σπίτι της και έκανε να φύγει άκουσε μια φωνή να της λέει πως όλα θα πάνε καλά. Γύρισε να δει ποιος ήταν όμως δεν υπήρχε κανείς πάρα μόνο μια αδύναμη μυρωδιά λιβανιού.

/* Από τον shockwave2000 */

Advertisement

Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 2ο.


Το Σαββατοκύριακο κύλισε κανονικά. Το Σάββατο είχαμε βγει μαζί με τον Θανάση και περάσαμε μερικές ώρες σε ένα ίντερνετ καφέ. Ο Κώστας είχε παραπονεθεί για αδιαθεσία και έτσι έμεινε στο σπίτι. Ποτέ δεν πήγε το μυαλό μου στο ότι ήταν σε κίνδυνο. Την Δευτέρα στο σχολείο ο Κώστας φαινότανε λίγο χλωμός. Σαν να τον προβλημάτιζε κάτι. Μας είπε ότι είχε ένα μικρό πονοκέφαλο από το πρωί και ότι είχε δει έναν πολύ περίεργο εφιάλτη που τον ξύπνησε κοντά στις 3 τα ξημερώματα.

Τον ρωτήσαμε να μας πει περί τίνος επρόκειτο και έτσι άρχισε να μας διηγείται αυτά που είχε δει. Μας είπε ότι στο όνειρο του ήταν βράδυ και αυτός περπατούσε στον δρόμο χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Το μέρος στο οποίο βρισκότανε ήταν μια γνωστή περιοχή που απέχει λίγα μόλις λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μου και από την οποία πολλές φορές περνάμε και οι τρεις μας. Ο Κώστας την αναγνώριζε την περιοχή αυτή ακόμα και στο όνειρο του όμως το πραγματικά περίεργο ήταν ότι φαινότανε να περπατάει και να περπατάει στη διαδρομή χωρείς αυτή να τελειώνει ποτέ. Λες και ο δρόμος επιμηκύνονταν. Κανονικά όποιος περπατήσει σε αυτή τη διαδρομή για 1-2 λεπτά θα έπρεπε να βγει σε ένα σταυροδρόμι όμως στο όνειρο αυτός περπατούσε πολύ περισσότερο χρόνο χωρείς να βγαίνει πουθενά. Κάτι εξίσου περίεργο ήταν ότι όσο περπατούσε ο Κώστας το περιβάλλον του γινότανε όλο και ποιο ξένο. Ήταν ένα εξαιρετικά περίεργο και συνάμα φοβερό αίσθημα γιατί το περιβάλλον, ο δρόμος, τα δέντρα στο πεζοδρόμιο, οι πολυκατοικίες στη μορφή μένανε εντελώς ίδια, αλλά από την άλλη τα ένιωσε σαν να γινότανε εντελώς ξένα προς αυτόν σαν η περιοχή αυτή η ίσως και ολόκληρη η πόλη να είχε γίνει όχι απλά ξένη αλλά ακόμα και εχθρική προς αυτόν.

Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα που δεν μπορούσε να το εξηγήσει επαρκώς με λόγια, μας είπε όμως ότι ένιωθε σαν να μην βρισκότανε πλέον στην πόλη του αλλά σε ένα άλλο, ξένο και εχθρικό προς την ίδια του την ύπαρξη μέρος το οποίο απλά είχε την ίδια εμφάνιση με την πόλη μας. Είχε έντονη την αίσθηση ότι δεν άνηκε εκεί και ότι ήταν αδύνατο να υπάρχουν ταυτόχρονα στο ίδιο μέρος αυτός και η πόλη. Όσο μας τα έλεγε αυτά το πρόσωπο του γινότανε ακόμα ποιο χλωμό, όμως εμείς μέσα στην περιέργεια μας τον πιέσαμε να μας πει περισσότερα . Έτσι και έγινε. Μας είπε ότι από ένα σημείο και μετά αυτός είχε πανικοβληθεί. Αν και κανείς δεν τον απειλούσε στο όνειρο άμεσα, έβλεπε όλη την πόλη πλέον ως κάτι το ξένο και συνάμα εχθρικό. Αισθανότανε να απειλείται η ύπαρξη του για αυτό και άρχισε να τρέχει όσο ποιο γρήγορα μπορούσε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να φτάσει κάπου. Το που δεν το ήξερε ούτε και τον ένοιαζε. Ήθελε απλά να φύγει από αυτό το μέρος.

Την ώρα που έτρεχε γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του προς τα πίσω και του φάνηκε πως είδε μια σκοτεινή ανθρώπινη σιλουέτα, μια σκιά να τον κοιτά από απόσταση. Εκεί τελείωσε και το όνειρο του και ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα. Μας είπε μάλιστα αστειευόμενος ότι έπιασε το στήθος του φάνηκε πως αντί για καρδιά είχε τύμπανο. Την επόμενη μέρα ο Κώστας ήταν ξανά χλωμός και έδειχνε πολύ άρρωστος. Πάλι είχε δει εφιάλτη και αυτό δυστυχώς συνεχίστηκε για μέρες με τον Κώστα να έρχεται στο σχολείο όλο και ποιο ανήσυχος και φοβισμένος και όποτε τον ρωτούσαμε εγώ και ο Θανάσης για αυτά τα ακατονόμαστα όνειρα που τον ταλάνιζαν αυτός δυσκολευόταν πολύ να περιγράψει τι πραγματικά έβλεπε, μας μιλούσε για τις περιπλανήσεις του σε μέρη εντελώς ξένα προς τον άνθρωπο ίσως και προς το ίδιο το σύμπαν μας, μας έλεγε για ξέρες, σκοτεινές κοιλάδες όπου έβλεπε πετρώματα που δεν ήτανε πραγματικά πετρώματα, δέντρα που δεν ήτανε δέντρα, νερό που δεν ήτανε πραγματικά νερό και όλα αυτά κάτω από έναν ουρανό στον οποίο κυριαρχούσε ένα χρώμα το οποίο δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του.

Κόμπιαζε ο λαιμός του όποτε μιλούσε για αυτό, έβλεπε χρώματα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, επίσης στα μέρη που ταξίδευε όσο ονειρεύονταν έβλεπε σχήματα και γωνίες που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, που δεν εξηγούνταν από την ευκλείδεια γεωμετρία και που δεν μπορούσαν να υπάρξουν στον κόσμο μας. Όμως το ποιο ενδιαφέρον από όλα που μας περιέγραφε ήταν ο ήλιος που κυριαρχούσε στον ουρανό σε κάθε του όνειρο. Ο ήλιος αυτός δεν ήταν σαν τον δικό μας, ήταν μια μαύρη σφαίρα από την οποία έβγαινε ένα πολύ μαύρο θολό σκοτεινό φως. Το οποίο έλουζε όλο το έδαφος.

Ο σκοτεινός αυτός ήλιος έμοιαζε να είναι ζωντανός, το ίδιο και το φως που εξέπεμπε. Ο Κώστας το καταλάβαινε αυτό ενστικτωδώς. Τον ήλιο αυτό τον φοβότανε ιδιαίτερα, και αν τον κοιτούσε για πολύ θα άρχιζε να έχει την αίσθηση ότι καίγονται τα μάτια του αν και αυτό ποτέ δεν συνέβη στα αλήθεια. Άλλους ανθρώπους η ζώα δεν είδε ποτέ στα όνειρα του με μια μόνο εξαίρεση όταν με την άκρη του ματιού του νόμιζε για μια στιγμή ότι είδε μια σκιά να τον κοιτά αλλά μόλις γυρνούσε αυτή είχε εξαφανιστεί.

Όσο ο Κώστας ήταν στα όνειρα αυτά αισθανότανε δέος και τρόμο. Ένιωθε σαν να βρισκότανε σε ένα μέρος που δεν ήταν καθόλου συμβατό με την δική του ύπαρξη. Τα πάντα εκεί ήτανε εχθρικά και ξένα προς αυτόν. Για κάποιο λόγο πίστευε ότι δεν άνηκε εκεί και ότι η ύπαρξη του ήταν ασύμβατη με εκείνους τους ακατονόμαστους κόσμους, βασική προϋπόθεση να ξεφύγει από εκείνα τα φοβερά μέρη ήτανε να συνειδητοποιήσει ότι βρισκότανε σε όνειρο κάτι που μέρα με τη μέρα γινότανε όλο και ποιο δύσκολο.

Ο Θανάσης του ζήτησε να μας ζωγραφίσει αυτά που έβλεπε. Ο Κώστας αν και δεν ήθελε τελικά δέχθηκε έτσι πήρε ένα στυλό και προσπάθησε. Μάταιος κόπος. Μας είπε ότι τίποτα από όσα έβλεπε δεν μπορούσε να το σχεδιάσει. Πως να ζωγραφίσεις γωνίες και σχήματα που δεν υπάρχουν; Πως να βάλεις στο χαρτί χρώματα που επίσης δεν υπάρχουν; Έτσι έκανε μόνο μερικές μουτζούρες μαζί με ένα κύκλο στο πάνω μέρος του χαρτιού (που αντιπροσώπευε τον μαύρο ήλιο που είχε δει) και τα παράτησε.

Εμείς βλέποντας ότι του δημιουργούσε όλο αυτό άγχος και σύγχυση δεν συνεχίσαμε. Μετά από λίγες μέρες ο Κώστας σταμάτησε εντελώς να έρχεται στο σχολείο. Είχανε περάσει δώδεκα μέρες από τότε που τον είδα τελευταία φορά έτσι εγώ και ο Θανάσης αποφασίσαμε να περάσουμε από το σπίτι του να δούμε αν είναι καλά μιας και στα μηνύματα που του στέλναμε δεν απαντούσε αλλά και όταν πείρε ο Θανάσης τηλέφωνο στο σπίτι του η μητέρα του μας είπε ότι ήτανε άρρωστος και για αυτό για μερικές μέρες θα έμενε στο σπίτι.

Αυτή η εξήγηση όμως δεν ήταν αρκετή για εμάς. Τον είχαμε δει στο σχολείο που ήταν χλωμός σαν πανί και λαμβάνοντας υπόψιν και τους εφιάλτες που έβλεπε πιστεύαμε ότι όλο αυτό δεν μπορεί να ήτανε απλά ένα κρυολόγημα. Κάτι πολύ χειρότερο συνέβαινε. Ο Θανάσης ήρθε κάτω από την πολυκατοικία μου και μαζί φύγαμε για το σπίτι του φίλου μας.

/* shockwave2000 */

Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 1ο.


Με λένε Χρήστο και μέχρι πριν λίγο καιρό ήμουνα ένας φυσιολογικός μαθητής του λυκείου. Είχα δυο φίλους, τον Θανάση και τον Κώστα. Εμείς ήμασταν άνθρωποι εσωστρεφείς, που μας άρεσε να μένουμε μονοί, στην ησυχία μας, μακριά από τους άλλους μαθητές και γενικά μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Στο σχολείο τα πηγαίναμε αρκετά καλά και μάλιστα στο τελευταίο τετράμηνο είχαμε και οι τρεις μέσους όρους πάνω από 18. Έτσι, το ότι τα πηγαίναμε καλά στο σχολείο με ελάχιστο διάβασμα, μας άφηνε πολύ ελεύθερο χρόνο για άλλες δραστηριότητες και χόμπι. Κάποια από τα χόμπι που είχαμε ήταν αθώα όπως ο μοντελισμός η το να καθόμαστε σε ίντερνετ καφέ. Όμως είχαμε και άλλα λίγο ποιο… ριψοκίνδυνα χόμπι όπως η εξερεύνηση εγκαταλελειμμένων κτηρίων. Μάλιστα ήμασταν και τυχεροί μιας η πόλη στην οποία ζούσαμε ήταν γεμάτη από τέτοια κτήρια. Όταν οι γονείς μου μάθανε για αυτό ήταν τόσο ταραγμένοι που αναγκάστηκα να τους υποσχεθώ ότι ποτέ δεν θα ξαναμπούμε σε κανένα τέτοιο μέρος. Με πίστεψαν μιας και ποτέ δεν είχα ξαναδώσει δικαίωμα ως τότε όμως εγώ φυσικά και είπα ψέματα.

Το νεανικό, εθισμένο στην δράση μυαλό μας δεν μπορούσε να αντισταθεί. Παρόμοια ψέματα είπαν και οι άλλοι στους δικούς τους. Περιμέναμε λοιπόν μερικές μέρες και μετά ξαναρχίσαμε τις “επισκέψεις” μας στα διάφορα παρατημένα σπίτια της πόλης. Αυτή την φορά είχαμε βάλει στο στόχαστρο μια πολύ παλιά μονοκατοικία που κάποτε άνηκε σε μια πλούσια οικογένεια Εβραίων, οι οποίοι δυστυχώς είχανε πέσει και αυτοί θύματα της ναζιστικής θηριωδίας κατά την περίοδο της κατοχής. Ξέραμε ότι η οικογένεια αποτελούταν από τον πατέρα, την μητέρα και ένα μικρό γιο. Γνωρίζαμε ότι ήταν καλοί και φιλήσυχοι άνθρωποι και ότι όλοι τους αγαπούσανε. Κάποια μέρα όμως οι ναζί εισέβαλαν στο σπίτι τους, και μετά από πολλά ουρλιαχτά και φωνές τους έβγαλαν έξω ουσιαστικά σέρνοντας τους και τους έβαλαν σε ένα στρατιωτικό φορτηγό στο οποίο μάλλον υπήρχαν και άλλα θύματα των Γερμανών. Το φορτηγό μαζί με τους στρατιώτες που το συνόδευαν έφυγε και από τότε κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα για την οικογένεια αυτή.

Για δυο περίπου χρόνια το υπόγειο της κατοικίας είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος ανάκρισης και βασανιστηρίων από τους ναζί. Ενώ μετά τον πόλεμο, όπως καταλαβαίνετε, το σπίτι έμεινε ακατοίκητο για πολλές δεκαετίες εκτός από μερικές ιδιαίτερα κρύες νύχτες όπου έμπαιναν μέσα άστεγοι για να βρουν καταφύγιο. Όμως και αυτοί σύντομα έφευγαν και μερικές φορές δεν έβγαζαν ούτε καν τη νύχτα. Μια φορά που έτυχε να περνάω δίπλα από δυο αστέγους σε εκείνη την περιοχή άκουσα να λένε πως στο σπίτι εκείνο υπάρχει κάτι πολύ κακό, πως όταν έμπαιναν μέσα ένιωθαν ξαφνικά πολύ άβολα και εντελώς εξαντλημένοι χωρίς λόγο και πως τελικά αναγκάζονταν να φύγουν. Αν και κάνεις δεν φαινόταν να είχε δει κάτι συγκεκριμένο όπως φαντάσματα, τέρατα, δαίμονες ή γενικά κάτι από όλα αυτά που ελπίζαμε εμείς να αντιληφθούμε.

Με τον Κώστα και τον Θανάση είχαμε αποφασίσει να εξερευνήσουμε το σπίτι μια Παρασκευή στις 12 το βράδυ. Είχαμε συμφωνήσει να πούμε στους γονείς μας ότι απλά θα περνούσαμε κάποιες ώρες σε ένα ίντερνετ καφέ περίπου 20 λεπτά απόσταση με τα πόδια από το σπίτι μου. Άλλωστε όπως είπα το να περνάμε τον χρόνο μας παίζοντας στον υπολογιστή ήταν κάτι συνηθισμένο για εμάς και όντως πολλές φορές πηγαίναμε νύχτα εκεί. Έχοντας έτσι τακτοποιήσει αυτό το πρόβλημα ξεκίνησα ανενόχλητος από το σπίτι μου στις 11:30 με σκοπό να συναντήσω τους άλλους δυο.

Δεν πέρασε πολύς χρόνος μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι. Με το που βρεθήκαμε στην είσοδο αρχίσαμε να αισθανόμαστε κάτι άσχημο. Σαν μια σκοτεινή ενέργεια να μας περικυκλώνει. Όχι τόσο έντονη ώστε να το βάλουμε στα πόδια αλλά αρκετή ώστε να μας δημιουργήσει μια αίσθηση πλακώματος στο στήθος. Σαν να είχε βαρύνει η καρδιά μας. Ωστόσο όπως είπα το αίσθημα αυτό δεν ήταν τόσο ισχυρό ώστε να μας πανικοβάλει και έτσι αποφασίσαμε να συνεχίσουμε. Έτσι και αλλιώς δεν είχαμε ξεκινήσει μόνο και μόνο για να τα παρατήσουμε τώρα.

Η μονοκατοικία αυτή στο εσωτερικό της ήταν όπως θα περίμενε κανείς να είναι ένα εγκαταλελειμμένο για δεκαετίες σπίτι. Σπασμένα ξύλα και σκόνη, πόρτες και πάτωμα που τρίζουν με το παραμικρό, μερικά παλιά σπασμένα έπιπλα – αντίκες εδώ και εκεί, αρκετή μούχλα και διάβρωση σε αρκετά σημεία, μια διάχυτη μυρωδιά μούχλας απόδειξη της μακροχρόνιας εγκατάλειψης, μερικοί σπασμένοι καθρέφτες που προφανώς κανείς δεν μπήκε στον κόπο να κλέψει και κάποιοι λεκέδες στο πάτωμα οι οποίοι δεν ήθελα να ξέρω από που προήλθαν. Στο πάνω πάτωμα υπήρχαν πάνω κάτω τα ίδια. Τίποτα αξιοσημείωτο εκτός από το ότι η αίσθηση αυτή του ψυχοπλακώματος γινόταν σταδιακά εντονότερη όσο προχωρούσαμε μέσα στο κτήριο.

Μετά από λίγη ώρα αποφασίσαμε να πάμε και στο ποιο τρομακτικό και συνάμα συναρπαστικό για εμάς σημείο του κτηρίου. Το υπόγειο. Αν ήταν να συμβεί κάτι τότε σίγουρα αυτό θα γινόταν στο υπόγειο. Με τούτα και με κείνα, έχοντας στο μυαλό μας την σκοτεινή ιστορία αυτού του υπογείου ανοίξαμε την πόρτα και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τα σκαλιά. Εδώ η μούχλα ήταν πολύ ποιο έντονη ενώ παντού υπήρχαν έντομα. Κατσαρίδες που τρέχανε μακριά όταν τις πλησιάζαμε, ιστοί από αράχνες εδώ και εκεί και υπερβολικά πολλά νεκρά έντομα στο πάτωμα. Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι είδα ένα ποντίκι να τρέχει και να εξαφανίζεται σε μια τρύπα στον τοίχο. Όσο κατεβαίναμε τις σκάλες αλλά και όταν εξερευνούσαμε το υπόγειο πέφταμε συνέχεια σε ιστούς από αράχνες τους οποίους και αναγκαζόμασταν να τραβάμε από πάνω μας. Πολλές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό το δικό μου αλλά και των φίλων μου. Ήμασταν τυχεροί που κανείς από εμάς δεν είχε αραχνοφοβία. Δεν θα ήθελα ούτε να φανταστώ κάποιον να αρχίσει να ουρλιάζει εκείνη την στιγμή.

Το υπόγειο δεν είχε μεγάλη διαφορά από το υπόλοιπο σπίτι, και εδώ υπήρχε η μυρωδιά της μούχλας, τα σπασμένα ξύλα και η σκόνη, κάτι κομμάτια από παλιά έπιπλα, ένας μεγάλος σπασμένος καθρέπτης, πράγματα που όντως θα περίμενε κανείς να δει σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι. Όμως εμένα κάτι άλλο με προβλημάτιζε. Εκείνη η έντονη άσχημη αίσθηση που ένιωθα και ποιο πριν, όταν μπήκαμε στο υπόγειο είχε γίνει πολύ ποιο έντονη. Ένιωθα σαν να ήμουν έτοιμος να πάθω κρίση άσθματος παρόλο που ποτέ μου δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Αισθανόμουνα σαν η καρδιά μου να είχε γίνει βαρίδιο. Δυσκολευόμουν αρκετά να αναπνεύσω και παρατήρησα ότι και οι άλλοι ένιωθαν το ίδιο. Ο Κώστας είπε ότι αυτό μάλλον οφειλόταν στο ότι ήταν τόσο κλειστός και μουχλιασμένος ο χώρος. Είχε ένα δίκαιο, όμως και πάλι το ένστικτο μου μου έλεγε πως υπήρχε κοντά μας κάτι που δεν έπρεπε να είναι εδώ. Δεν μπορώ να περιγράψω εύκολα το πως ένιωθα, ήταν λες και υπήρχε εκεί κάτι που… ας πούμε δεν ήταν από αυτόν τον κόσμο. Κάτι δεν ήταν απαραίτητα κακόβουλο αλλά μάλλον η ίδια του η ύπαρξη εναντιωνόταν στην δική μας, σαν να μην μπορούσαμε στον ίδιο χώρο ακόμα και στην ίδια πόλη να υπάρχουμε και εμείς και αυτό.

Τελικά έχοντας μείνει κάποιο ανυπολόγιστο χρονικό διάστημα στο υπόγειο, κοιτώντας αριστερά και δεξιά, φωτίζοντας το χώρο εγώ και ο Κώστας με τους φακούς που είχαμε πάρει στα κρυφά από τα σπίτια μας και ο Θανάσης με το κινητό του αποφασίσαμε να φύγουμε. Κάναμε να πάμε ως τις σκάλες και τότε άκουσα ένα γδούπο από πίσω. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πάγωσε το αίμα μου. Αυτό το ξαφνικό και απότομο γεγονός με έκανε να νομίζω ότι κάτι τρομερό έγινε, ήταν και το όλο σκηνικό αλλά και η ιστορία αυτού του υπογείου που ανέβασε τον τρόμο μου στα ύψη. Γύρισα και είδα τον Κώστα ξαπλωμένο στο πάτωμα και τον Θανάση να τον βοηθά να σηκωθεί. Όταν ηρέμησα λίγο ρώτησα τον Κώστα τι έπαθε. Είπε ότι κάτι είχε πατήσει και έπεσε. Ο Θανάσης φώτισε με το κινητό του στο πάτωμα εκεί που είχε πέσει ο Κώστας και είδαμε ένα πολύ περίεργο αντικείμενο. Ήταν μια μικρή σφαίρα πολύ μαύρου χρώματος, που σε μέγεθος ήταν λίγο μικρότερη από ένα μπαλάκι του τένις. Μου έκανε εντύπωση το χρώμα της. Μπορούσα να την δω καθαρά κάτω από το φως που έφεγγε ο Θανάσης αλλά ταυτόχρονα ήταν σαν να μην μπορούσα να την δω καθόλου. Ήταν ένα πολύ παράξενο φαινόμενο που δεν μπορούσα καλά να εξηγήσω. Έβλεπα καθαρά την σφαίρα τη μια στιγμή και μετά από λίγο έβλεπα κάτι το θολό και αδιευκρίνιστο στη θέση της. Η ποιο καλή περιγραφή που μπορώ να δώσω είναι πως ήταν κάτι που όταν το παρατηρούσα για πάνω από μερικά κλάσματα του δευτερόλεπτου το μυαλό μου θόλωνε και μετρά σκοτείνιαζε. Όταν κοιτούσα αυτή τη σφαίρα ένιωθα σαν να έβλεπα κάτι που δεν υπήρχε η μάλλον κάτι που δεν μπορούσε να υπάρχει. Επρόκειτο για ένα ξεκάθαρα μη-φυσιολογικό αντικείμενο.

Ταυτόχρονα, είχα αρχίσει να νιώθω έντονη τάση για εμετό ενώ ο Θανάσης παραπονέθηκε για μια ξαφνική ημικρανία, από αυτές τις πολύ εκνευριστικές που σου σκοτεινιάζουν ένα μέρος του οπτικού σου πεδίου. Το περίεργο εδώ ήταν ότι το μέρος αυτό του οπτικού πεδίου του Θανάση που σκοτείνιαζε ήταν πάντα αυτό που έβλεπε προς τη σφαίρα. Λες και το ίδιο το σύμπαν να ήθελε να κρύψει αυτή τη σφαίρα από το μυαλό μας. Ο Κώστας άρπαξε αυτή τη σφαίρα και την έβαλε στην τσέπη του και σε δυο λεπτά είχαμε βγει από το σπίτι.

Από την πρώτη στιγμή ο Κώστας αισθάνθηκε μια περίεργη έλξη για την σφαίρα αυτή και για αυτό ήθελε τώρα να την πάρει στο σπίτι του. Εγώ και ο Θανάσης δεν την θέλαμε πουθενά κοντά μας όμως σκεφτήκαμε ότι ίσως να έπρεπε να την αφήσουμε εκεί που τη βρήκαμε. Εγώ τουλάχιστον δεν ένιωθα άνετα όσο ήταν αυτή η σφαίρα κοντά μου. Ο Κώστας πρότεινε να την κρατήσει αυτός και εμείς τελικά συμφωνήσαμε. Άσε που αυτός ήταν που την είχε βρει και ταυτόχρονα αυτός ήταν ο μόνος που όντως την ήθελε μαζί του.

Ο Θανάσης και εγώ είχαμε ακόμα την περιέργεια να αγγίξουμε την σφαίρα αυτή και ο Κώστας μας άφησε. Την έβγαλε από την τσέπη του και την άγγιξα πρώτα εγώ. Τώρα η σφαίρα φαινόταν λίγο ποιο καθαρά. Στην υφή έμοιαζε με μέταλλο και όσο την άγγιζα ένιωθα τα δάχτυλα μου να κρυώνουν. Την ψηλάφησα για λίγο όμως έπρεπε να γυρίσουμε στα σπίτια μας γιατί είχε περάσει η ώρα, οπότε γρήγορα την έδωσα πίσω στον Κώστα. Έπειτα από όλα αυτά χωριστήκαμε και ο καθένας επέστρεψε στο σπίτι του.

/* shockwave2000 */

Τρόμου: Το δωμάτιο 7.


Καλοκαίρι του 2018, ο Άνταμ με την αδερφή του Ελίζαμπεθ πήγαν 2 εβδομάδες για διακοπές στην Νέα Υόρκη και έκλεισαν 2 δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο. Ήταν Αύγουστος και μόνο τότε είχαν την πιο μεγάλη τους άδεια από την δουλειά.

Φτάνοντας ζήτησαν τα κλειδιά των 2 δωματίων. Η Ελίζαμπεθ έφυγε πρώτη και ο Άνταμ περίμενε να του δώσουν το δικό του κλειδί. “Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι υπάρχει ένα πορτρέτο, μην το πειράξετε σε καμιά περίπτωση!”, του είπε ο ρεσεψιονίστ. Ο Άνταμ έγνεψε απλώς καταφατικά χωρίς να καταλάβει τίποτα και πήρε το κλειδί του δωματίου του.

Τακτοποίησε βιαστικά τα πράγματα του και πήγε στο δωμάτιο 4 που ήταν η αδερφή του, να την πάρει να κάνουν μία βόλτα στην πόλη. Γυρνώντας το βράδυ, ο Άνταμ πήγε για μπάνιο και όταν έκατσε στο κρεβάτι, τότε παρατήρησε το πορτρέτο. Ήταν αρκετά μεγάλο.

Είχε ζωγραφισμένο το πρόσωπο μίας κοπέλας με στοιχεία της εποχής του 1850. Τα μάτια της κοιτούσαν ευθεία, νόμιζες ότι κοιτούσε εσένα, έμοιαζε σαν να είχε ζωή. Ο Άνταμ το επεξεργάστηκε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι το ξεχωριστό είχε αυτό το πορτρέτο που δεν έπρεπε να το αγγίξει ή γενικά να το πειράξει.

23:30 σβήνει τα φώτα και πάει για ύπνο. Μια μαύρη φιγούρα ήταν μπροστά από το κρεβάτι και τον κοιτούσε. Ξύπνησε τρομαγμένος. Ευτυχώς ήταν απλά ένα όνειρο. Ή μήπως όχι; Ώρα 2:00. Το βλέμμα του πήγε στο πορτρέτο. Ήταν σαν να τον κοιτούσε με θυμό! Ενστικτωδώς πήρε ένα σεντόνι και τo σκέπασε. Ηρέμησε λίγο και κοιμήθηκε πάλι. Tο πρωί ξύπνησε πιο ήρεμος.

Το σεντόνι που είχε βάλει στο πορτρέτο ήταν πεσμένο στο πάτωμα. “Μάλλον δεν θα το έβαλα καλά. Σίγουρα ότι είδα χθες ήταν από την κούραση μου, τίποτα δεν ήταν αληθινό.”

Πέρασαν 3 μέρες κανονικά. Το βράδυ της 4ης νύχτας, όσο ο Άνταμ ήταν στο μπάνιο, άκουσε θορύβους από μέσα. Σαν κάποιος να έριχνε πράγματα! Βγαίνοντας είδε το κρεβάτι άνω-κάτω, τα μαξιλάρια πεταμένα στο πάτωμα μαζί με τα σκεπάσματα και το βάζο από το κομοδίνο σπασμένο κάτω από το πορτρέτο!

Κατέβηκε στην ρεσεψιόν να ρωτήσει αν μπήκε κάποια καμαριέρα και άθελά της έκανε αυτή τη ζημιά. “Οι καμαριέρες σχόλασαν πριν 1 ώρα, τι εννοείτε;” Σάστησε… Κοιτούσε τον ρεσεψιονίστ παγωμένος. “Ίσως είμαι αρκετά κουρασμένος, χρειάζομαι ύπνο…”

Η πόρτα του δωματίου δεν άνοιγε. “Κάτι την έχει κάνει να κολλήσει;” Λίγο σπρώξιμο και άνοιξε. Συμμάζεψε την ακαταστασία και ξάπλωσε. Τα φώτα σβηστά. Μόνο το φως του φεγγαριού φώτιζε λίγο το δωμάτιο.

Ώρα 2:30. Ακούγεται ένας ήχος, σαν κάποιος να προσπαθούσε να κλάψει. Κάτι σέρνεται. Ο Άνταμ έκατσε στο κρεβάτι και προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό. Πίσω από τον τοίχο εμφανίζεται μία κοπέλα που έκλαιγε και έσερνε αργά τα πόδια της στο πάτωμα. Ανάβει βιαστικά το φως και η κοπέλα δεν ήταν πια εκεί.

Το πορτρέτο κοιτούσε προς την μεριά που ερχόταν η κοπέλα! Πήγε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο του να συνέλθει. Βγαίνοντας το φως στο δωμάτιο έσβησε. Μια γυναικεία φιγούρα βγήκε μέσα από το πορτρέτο και έμεινε στάσιμη για λίγο. Άρχισε να κλαίει και κατευθύνεται αργά προς τον Άνταμ.

Βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στην αδερφή του, αλλά από την ταραχή του δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα του είπαν στην ρεσεψιόν πως το δωμάτιο 3 “άδειασε” σήμερα το πρωί.

Μεταφέροντας τα πράγματα του από το ένα δωμάτιο στο άλλο, σκεφτόταν αυτά που έγιναν το προηγούμενο βράδυ. Με φόβο να μην γελάσουν μαζί του, μίλησε στους ανθρώπους της ρεσεψιόν.

“Δεν είσαι ο πρώτος που αναφέρει το ίδιο πράγμα.” Ανακούφιση και άγχος μαζί τον κατέβαλαν. “Τι εννοείτε πως δεν είμαι ο πρώτοw;” Ήθελε να μάθει τι ήταν μαζί του μέσα στο δωμάτιο. “Κ. Άνταμ, κρύβεται μια ιστορία πίσω από αυτό το δωμάτιο… Ήταν γύρω στο 1850 και αυτό το ξενοδοχείο τότε ήταν μια μεγάλη έπαυλη. Ζούσε μια κοπέλα εδώ τότε με την οικογένειά της. Ήταν ερωτευμένη με έναν νεαρό που της υποσχέθηκε πως μια μέρα θα την παντρευόταν.

Ύστερα από ένα χρονικό διάστημα δεν λάμβανε πια γράμματα από αυτόν και δεν εμφανιζόταν. Μια μέρα της ήρθε ένα γράμμα που την προσκαλούσε στον γάμο του αγαπημένου της μαζί με μια άλλη. Εκείνη από την στεναχώρια της δεν άντεξε και έκοψε τις φλέβες της. Την βρήκαν νεκρή μέσα στο δωμάτιο που μένετε και είχαν φτιάξει αυτό το πορτρέτο για να την θυμούνται.

Πριν από εσάς είχαν έρθει και άλλοι και έκαναν τα ίδια παράπονα. Τα μάζευαν και πήγαιναν να μείνουν σε άλλα ξενοδοχεία…” Όντως δεν ήταν η φαντασία του. Όντως κάτι άλλο υπήρχε μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. “Ίσως θα ήταν καλύτερα αν το κλείνατε. Να μην αφήνετε κανέναν να μένει εκεί.” Ο Άνταμ άλλαξε δωμάτιο και το δωμάτιο 7 το κλείδωσαν. Από τότε δεν ακούστηκαν άλλα παράπονα από κανέναν.

/* Από την φίλη Τσαμπίκα */

Τρόμου: Η Γριά Με Το Δαχτυλίδι.


Τα βράδια του καλοκαιριού όταν είμαστε μικροί, μας άρεσε που λέγαμε παράξενες και τρομακτικές ιστορίες. Τις λέγαμε στα μικρότερα παιδιά και στα κορίτσια —ιδίως στα κορίτσια. Οι ιστορίες αυτές με την σχετικά υποβλητική αφήγηση μας γοήτευαν. Δεν θα έλεγα ότι μας τρόμαζαν, ωστόσο κέντριζαν τη σκέψη μας και την οδηγούσαν στα σύνορα του παράλογου και του μεταφυσικού, τόποι ανεξερεύνητοι σε εκείνη την ηλικία.

Και η κάθε ιστορία, αν και προϊόν φαντασίας χωρίς κανένα λογοτεχνικό βάθος, μας συνάρπαζε και θέλαμε να την ακούσουμε ξανά και ξανά. Και αν το επόμενο βράδυ τύχαινε και έμπαινε στην παρέα κάποιο νέο παιδί, κάποιος που έλειπε από την προηγούμενη βραδινή αφήγηση, λέγαμε ξανά τις ιστορίες, από την αρχή. Μάλιστα σε κάποιες πολύ ιδιαίτερες, ζητούσε να τις αφηγηθεί εκείνος που είχε φοβηθεί περισσότερο την προηγούμενη νύχτα —γοητευτεί θα λέγαμε πιο ψύχραιμα σήμερα. Και ο νέος ακροατής συνταυτιζόταν από την αρχή, όταν όλοι μαζί φωνάζαμε, ο ένας από ’δω ο άλλος από ’κει, αυτή να πεις, με την μαυροφορεμένη γυναίκα που δεν φαινόταν το πρόσωπό της. Όχι… όχι… την άλλη, εκείνη με την παιδική κοριτσίστικη φωνή που έβγαινε από το πηγάδι του Φραγκούλα! Ναι… ναι… αυτή να πούμε…   

Και κάθε καλοκαίρι οι αφηγήσεις αυτές έμεναν ίδιες, δεν εμπλουτίζονταν με καινούργιες. Ίδιες έμεναν μόνο που είχαν πλέον ωριμάσει. Και παρά τις έντονες ομοιότητες, τα στοιχεία τους είχαν αυτονομηθεί και έφτιαχναν μια νέα ιστορία ή, έστω, την άλλαζαν ελαφρώς, αναλόγως με ποιους απαρτιζόταν η ομάδα —περισσότερα κορίτσια; περισσότεροι μικροί;— ώστε να δώσουν τελικά μιαν άλλην αίσθηση τελείως, νέα ερεθίσματα, καινούργια αύρα, πάντα δυνατή.

Η πιο γνωστή και αγαπημένη από αυτές τις τρομακτικές ιστορίες ήταν «η γριά και το δαχτυλίδι». Και η ιστορία αυτή σήμερα, τριάντα πέντε και πλέον χρόνια από την πρώτη της αφήγηση, υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές, αλλοιωμένη από το χρόνο, αναλόγως τη χρονιά που την άκουσε ο καθένας και το στίγμα που άφησε μέσα μας. 

Η ιστορία είναι τούτη:

Κάποτε ένας νέος σκαρφάλωσε στον πιο ψηλό βράχο που είχε το Γαλάζιο Όρος για να εντυπωσιάσει τους υπόλοιπους. Γλίστρησε όμως και έπεσε σε μια μεγάλη τρύπα, σκοτεινή. Στο κάτω μέρος της τρύπας, βαθιά μέσα σε μια σήραγγα του οποίου τις διαστάσεις δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια, ζούσε μια γριά. Η γριά αυτή φορούσε διάφορα παλιά δαχτυλίδια, μάλλον άνευ σημασίας, μα στο μεσαίο της δάχτυλο, το μεγάλο, ίσως για να μην της φύγει, φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι, ολόχρυσο. Η γριά όταν είδε ξαφνικά τον νέο φοβήθηκε. Τρόμαξε περισσότερο από τον απρόσκλητο επισκέπτη και με το χέρι της σκέπασε το πρόσωπό της. Ο νέος παρατήρησε ότι το χρυσό δαχτυλίδι έφεγγε με χαμηλό φωτισμό όλο το σκοτεινό λαγούμι, κάθε κοιλότητα της τρύπας, έφεγγε κάθε γωνία της υπόγειας φωλιάς, κάθε απόληξη αυτής. 

Η γριά κατέβασε το χέρι της και προσπάθησε να μιλήσει, μα η φωνή της δεν έβγαινε, παρά μόνο κάποιες χαμηλές συχνότητες από ακατάληπτα λόγια.Ο νέος συμπέρανε ότι η γριά θα ήταν χωμένη εκεί για δεκαετίες, μόνη της, ώσπου είχε ξεχάσει πια να μιλάει ή, πάλι, δεν μίλαγε ποτέ, από γεννησιμιού της, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να ζητήσει βοήθεια από όσους ήταν πάνω, στην κανονική τη γη, έξω απ’ το λαγούμι. 

Και βλέποντας τον κρύο φόβο της γριάς, ο νέος έπαψε να ανησυχεί και την άφησε εκεί, μόνη της, στο βάθος. Αυτήν και τα δαχτυλίδια της, προσπαθώντας ο ίδιος να βρει μια έξοδο διαφυγής, να ανταμώσει πάλι με τον έξω κόσμο, με την ελευθερία.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά και μετά από πολύ αγώνα, ο νεαρός κατάφερε να βγει στον λαμπερό τον ήλιο και ν’ αφήσει πίσω του το κακό όνειρο που μόλις είχε ζήσει. Μα μόλις έφυγε από το φανταστικό τον επισκέφτηκε η λογική —και τον κυρίευσε! Μαύρες σκέψεις τού τριβέλιζαν το νου: Γιατί να μην ξαναγυρίσει πίσω και να πάρει το δαχτυλίδι της γριάς; Κανείς δεν ήξερε το μέρος, μόνον αυτός! Δεν είχαν ακούσει ούτε μια φορά την ιστορία, κανένα θρύλο του χωριού για τη γιαγιά εκείνη, το γεγονός της ύπαρξής της. Κανένας δεν μίλαγε γι’ αυτήν, κανείς δεν ήξερε. 

Σκεφτόταν να προχωρήσει στην επόμενη μέρα. Τον τριβέλιζε η σκέψη να έπαιρνε το χρυσό το δαχτυλίδι και να το πουλούσε στη Χώρα. Θα έβγαζε καλά λεφτά. Θα πραγματοποιούσε ό,τι είχε φανταστεί ή θα μπορούσε πλέον να φανταστεί με τα λεφτά στην τσέπη. Γιατί όλοι ξέρουμε ότι η φαντασία δουλεύει καλύτερα όταν οι τσέπες είναι γεμάτες. Και μαγεμένος από το δαχτυλίδι, κάποιο βράδυ, νύχτα βαριά που το χωριό κοιμόταν, τράβηξε κατά το Γαλάζιο Όρος, ανέβηκε για ακόμη μια φορά και έψαξε γονατιστός να βρει την τρύπα, να μπει ακόμη μια φορά εντός της. 

Κάποια στιγμή τα κατάφερε, βρήκε την τρύπα και κατέβηκε χαμηλά. Στο βάθος ξαναείδε τη γριά, πάντα φοβισμένη, με τα χέρια στο πρόσωπο κοντά. Με το χρυσό δαχτυλίδι στο μεσαίο δάχτυλο ανοιγόκλεινε το στόμα της και ο ήχος που έβγαινε ήταν σχεδόν ανύπαρκτος, μια υπόκωφη βουή, ένας ήχος χαμηλός που δύσκολα θα μπορούσε να ανιχνευτεί από κάποιον άνθρωπο, ένα βούισμα πραγματικά αλλόκοτο. Ο νέος έτρεμε, μα και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί σε μια τόσο ήσυχη νύχτα δεν ήθελε να ακουστεί κανένας θόρυβος, να μη γίνει τίποτα αισθητό στον οικισμό γι’ αυτό που θ’ ακολουθούσε. 

Η γριά σα να κατάλαβε το επόμενο βήμα του νεαρού, προσπάθησε να κρύψει το δεξί της χέρι από πίσω, αλλά ο νέος της το έπιασε με βία και έβαλε όλη τη δύναμή του για να τραβήξει και να της βγάλει το χρυσό το δαχτυλίδι. Και η γριά που μέχρι τότε μόνον έναν υπόκωφο ήχο είχε καταφέρει να βγάλει από το στόμα, ένα μουρμουρητό ασήμαντο, ένα τίποτα, ούρλιαξε τόσο δυνατά… [Εδώ ο αφηγητής διακόπτει απότομα την υπνωτική του αφήγηση και ουρλιάζει όσο πιο δυνατά μπορεί. Αααααα! Σε λίγο, κοιτώντας στα μάτια τους εμβρόντητους ακροατές, συνεχίζει:] Η ανάσα του νεαρού κόπηκε. Η φωνή συνέχισε. Αααααα! Και το ουρλιαχτό μέσα από τις δαιδαλώδεις τρύπες έγινε πάταγος μεγάλος, κοσμοχαλασιά, και ο νέος έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μήπως γλυτώσει. 

Χτύπαγε τους ώμους του στο λαγούμι σαν να μίκραινε αυτό, σαν να μαζευόταν. Έτσι ένιωθε από τον τρόμο. Πληγωνόταν ο νέος τρέχοντας προς τα πάνω, πληγωνόταν και φώναζε. Περισσότερο από φόβο φώναζε, όχι απ’ τα γδαρσίματα στους ώμους και τα χτυπήματα στα γόνατα και το κεφάλι…  Έτρεχε προς τα έξω, ένιωθε ότι η καρδιά του πάει να σπάσει. Κάποια στιγμή έφτασε στην επιφάνεια μα συνέχισε να τρέχει. Σιωπηλός πια, εξαντλημένος. Έτρεχε κι έτρεχε μέχρι που λιποθύμησε στο Άπλωμα. [Εδώ ο αφηγητής βάζει το σημείο στο οποίο αφηγείται ο ίδιος την ιστορία. Συνήθως τις λέγαμε στο Άπλωμα —εκεί συμβαίνουν όλα…] Και όταν ο νέος ησύχασε, όταν ξανάρθε στα καλά του, πρόσεξε ότι δεν κράταγε το δαχτυλίδι μόνο, μα και το γέρικο δάχτυλο μαζί, το μεσαίο δάχτυλο της γριάς με τους ροζιασμένους κόμπους, που ξεριζώθηκε κι αυτό μαζί με το δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι το χρυσό, το αρχαίο, αυτό που φταίει για όλα…


Και την ιστορία αυτή τη λέγαμε με πολλές παραλλαγές μέσα στα χρόνια. Σε κάποια από αυτές ο νέος έπαιρνε τη θέση της γριάς και εκείνη απελευθερώνεται και όλοι φανταζόμαστε ότι ο νέος θα γινόταν κι αυτός με τη σειρά του γέρος, με ροζιασμένα χέρια και περίεργα δαχτυλίδια, ένα από τα οποία θα ήταν χρυσό και θα περίμενε το επόμενο θύμα. Και η ιστορία τελείωνε με συμβουλή: Μην πάει κανείς κατά το Γαλάζιο Όρος! Τόσο χώρο έχει το χωριό να παίξετε. Παίξτε οπουδήποτε, αλλά προσοχή, όχι στο Γαλάζιο Όρος, σας ικετεύω! 

Μια άλλη παραλλαγή που τη θυμάται η αδερφή μου είναι αυτή όπου η γριά ήταν νεκρή στην κάσα, μέσα στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου. Γύρω της γυναίκες του χωριού να διαβάζουν όλη τη νύχτα ψαλμούς για την ψυχή της. Κάποια στιγμή που πάει ένας νέος να φωνάξει τη μητέρα του, κουνιέται το καπάκι, βλέπει τα δαχτυλίδια της γριάς και θέλει να τα κλέψει. Βρίσκει διάφορους τρόπους, κυρίως με ήχους από ζώα που υπάρχουν απ’ έξω από το κενοτάφιο, ώστε να παρασύρει τις γυναίκες και να βρεθεί μόνος με τη γριά, να καταφέρει να τις πάρει τα δαχτυλίδια. Έτσι και γίνεται. Μα μόλις ανοίγει το καπάκι και πάει να τραβήξει το μεσαίο δαχτυλίδι, αυτή σηκώνεται μέσα από την κάσα, ανοίγει τα μάτια της, υψώνει το αδύναμο χέρι της και τον δείχνει φωνάζοντας, εσύ… εσύυυυ… εσύυυυ! Και ο αφηγητής με ορθάνοιχτα τα μάτια σηκώνει το χέρι του, το πλησιάζει στο πρόσωπο ενός από τα παιδιά της ομάδας, και λέει με βαθιά φωνή σαν να μην είναι δικιά του, εσύ… εσύυυυ!

/* Ευχαριστούμε τον Λεοπόλδο για την ιστορία του */

Τρόμου: Μέρα έβδομη.


Μέρα 1η: Ξέρω πως στο σπίτι μου δεν είμαι μόνη μου. Εδώ και καιρό…

Μέρα 2: Διάφορα πράγματα κινούνται μόνα τους, χωρίς εγώ να τα ακουμπήσω.

Μέρα 3η: Σταδιακά τα φώτα στο σπίτι μου τρεμοπαίζουν.

Μέρα 4η: Κάποιος είναι εδώ φωνάζοντας βοήθεια. Δεν μπορώ να τον βρω…

Μέρα 5η: Ένα παιδάκι τρέχει γελώντας μέσα στο σπίτι. Είναι ωραίο να ακούς το γέλιο του παιδιού σου, εκτός αν δεν έχεις…

Μέρα 6η: Βράδυ. Στο μπαλκόνι μου κάθεται ένας γοητευτικός άντρας και με κοιτάει χαμογελώντας. Πρέπει να κλειδώσω τα πάντα!

Μέρα 7η: Αισθάνομαι τα νύχια του και την καυτή ανάσα του πάνω μου. Πλέον δεν μπορώ να κάνω τίποτα…

/* Από την φίλη Τσαμπίκα */

Φαντάσματα: Το φάντασμα στον Ραδιοφωνικό Σταθμό.


Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που πέθανε ο μεγάλος αδερφός μου. Μια νύχτα πριν τον θάνατο του, είχε πάρει τηλέφωνο να μου πει πως ήταν η μέρα του. Η φωνή του όμως δεν ακουγόταν και τόσο ήρεμη… Σαν να τον είχε τρομάξει κάτι… Τα τελευταία του λόγια ήταν <<Θα μιλήσουμε πάλι αύριο, σ’ αγαπώ! >>.

Την επόμενη μέρα περίμενα τον αδερφό μου να με πάρει τηλέφωνο και να μου πει πως ήταν η μέρα του κλπ. Δεν με πήρε… Ίσως ήταν κουρασμένος και γιαυτό! Τις επόμενες τρεις μέρες συνεχίστηκε το ίδιο. Πέρασα από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό και το σπίτι του αλλά δεν τον βρήκα πουθενά! Έτσι δήλωσα την εξαφάνιση του στην Αστυνομία.

Την επόμενη μέρα το μεσημέρι με πήραν τηλέφωνο… Τον βρήκαν νεκρό στο πάρκο απέναντι από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό… Είχε κόκκινα μάτια και οι φλέβες στα χέρια του ήταν μαύρες. Δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν… Προσπάθησαν να το ερευνήσουν όμως… Δεν βρέθηκε τίποτα…

Έπρεπε να βρω μόνη μου τι έγινε! Τα άτομα που έκανε παρέα είπαν ότι την τελευταία εβδομάδα η συμπεριφορά του ήταν πολύ περίεργη. Από τότε που διάβασε ένα περίεργο γράμμα την ώρα που έκανε την εκπομπή του, η συμπεριφορά του άλλαξε.

Έπρεπε να βρω αυτό το γράμμα! Σήμερα είναι η μέρα που θα ανακαλύψω τι συνέβη στον αδερφό μου και τι τον σκότωσε. Πήγα σπίτι του να πάρω τα κλειδιά για τον Ραδιόφωνο Σταθμό, τα είχε δίπλα στο κομοδίνο του.

Όταν τα πήρα, άκουσα την φωνή του από μέσα να με φωνάζει! Κατάλαβα πως δεν ήταν αυτός και δεν απάντησα στο κάλεσμα του! Έφυγα και κατευθύνθηκα προς τον Σταθμό. Όλα εκεί πλέον έμοιαζαν τόσο… άσχημα…

Έψαξα παντού για αυτό το γράμμα, αλλά δεν ήταν πουθενά. Πηγαίνοντας προς την έξοδο, είδα μια αντρική φιγούρα να στέκεται στην πόρτα. Με τον φακό που είχα, δεν μπορούσα να τον δω καλά. Έκανα να πάω πιο κοντά σε εκείνον, αλλά έφυγε τρέχοντας!

Έτρεξα από πίσω του όμως αυτός δεν ήταν πουθενά! Μπορεί να κρύφτηκε. Πήγα πίσω στον Σταθμό. Άκουσα ένα παιδικό κλάμα μέσα από το γραφείο του αδερφού μου! Μπήκα μέσα γρήγορα αλλά δεν βρήκα κανέναν!

Η τηλεόραση στο γραφείο άνοιξε μόνη της και έδειχνε τον αδερφό μου την ώρα που έκανε εκπομπή! Ήταν την μέρα που διάβασε εκείνο το γράμμα. Πριν το ανοίξει, η τηλεόραση έκλεισε. Τι ήταν αυτό; Στην αντανάκλαση μου από την τηλεόραση φαινόταν από πίσω μου ο αδερφός μου!

Γύρισα και δεν υπήρχε κανείς. Μόνο μία κασέτα που βρέθηκε ξαφνικά στα πόδια μου. Την έβαλα στο κασετόφωνο να παίξει. Ήταν η ίδια εκπομπή. Μόνο που… Μπόρεσα να ακούσω το γράμμα που διάβασε ο αδερφός μου…

Ήταν πολύ περίεργο, δεν μπορούσα να το καταλάβω… Στο τέλος έλεγε πως όποιος διαβάζει αυτό το γράμμα καταράζεται. Ο αδερφός μου γέλασε και η κασέτα σταμάτησε. Το γράμμα δεν έγραφε από ποιον ήταν!

Περίεργο… Αισθανόμουν ότι έσταζε κάτι υγρό πάνω μου. Σήκωσα τον φακό και είδα ένα πτώμα να κρέμεται από το ταβάνι! Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα τρεις βαθιές αναπνοές λέγοντας πως ήταν ιδέα μου.

Ανοίγοντας τα μάτια μου, τον είδα να στέκεται μπροστά μου, κοιτώντας με τα άσπρα μάτια του και είχε ένα ψυχρό χαμόγελο! Έκανα ένα βήμα πίσω και σκόνταψα πάνω σε κάτι μεγάλο. Ήταν ο «αδερφός μου» χωρίς πόδια, μόνο το μισό του σωμα, και σερνόταν κλαίγοντας με αίμα!

Έπρεπε να φύγω από τον Σταθμό γιατί ίσως να πέθαινα κι εγώ αν καθόμουν κι άλλο! Έτρεξα και έφτασα στο απέναντι πάρκο. Είδα πάλι τον «αδερφό μου» να κάθεται σε ένα παγκάκι και να διαβάζει το γράμμα… Όλο του το σώμα άρχισε να ταρακουνιέται και έπεσε κάτω αναίσθητος!

Πήγα κοντά του και πήρα το γράμμα. Έπρεπε να το κάψω! Πήγα μπροστά στην είσοδο του Ραδιοφωνικού Σταθμού, άναψα τον αναπτήρα μου και άφησα το φλεγόμενο γράμμα κάτω. Ουρλιαχτά ακουγόντουσαν από μέσα… Μόλις το γράμμα κάηκε, όλα σταμάτησαν. Ότι και αν ήταν, τελείωσε…

Γυρνώντας σπίτι, πέρασα από το νεκροταφείο. Έκοψα ένα λευκό τριαντάφυλλο και το άφησα πάνω στον τάφο του αδερφού μου. Λίγο καιρό αργότερα, ο Ραδιοφωνικός Σταθμός άρχισε πάλι να λειτουργεί! Έχουν αναφερθεί διάφορα περιστατικά για μια ανδρική φιγούρα που εμφανίζεται κάθε βράδυ. Ειδικά τις ώρες που έκανε ο αδερφός μου την εκπομπή του. Αυτός είναι… Και πλέον είναι το φάντασμα του Ραδιοφωνικού Σταθμού…

/* Από την φίλη Τσαμπίκα */

Τρόμου: Στο σχολείο.


Θυμάμαι ήμουν 17 χρονών από τότε που έγινε εκείνο το σοβαρό ατύχημα στο λύκειο που πήγαινα. Ήμουν σε επαγγελματικό λύκειο στο τμήμα των οδοντοτεχνιτών. Η Μαίρη έκατσε να γυαλίσει την οδοντοστοιχία της στον μεγάλο τροχό χωρίς να μαζέψει τα μαλλιά της. Ο τροχός της τράβηξε τα μαλλιά και της άνοιξε το κεφάλι. Ένα ατύχημα δευτερολέπτων… Κανείς μας δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα…

Μετά από αυτό, το σχολείο έκλεισε οπότε αναγκάστηκα να πάω σε άλλο επαγγελματικό λύκειο. Εκεί γνώρισα την Αθηνά, που μέχρι σήμερα είμαστε φίλες. Όταν αποφοιτήσαμε της είπα για το ατύχημα στο πλέον εγκαταλελειμμένο σχολείο. Είχαμε ακούσει αργότερα φήμες πως στην αίθουσα της οδοντοτεχνικής υπήρχε παραφυσική δραστηριότητα. Ίσως για αυτό έκλεισαν το σχολείο…

Με την Αθηνά πήραμε το θάρρος και την απόφαση να εξερευνήσουμε την αίθουσα του σχολείου. Τέλη Ιουνίου μπήκαμε στο κτήριο κρυφά, φυσικά όσο ήταν μέρα ακόμα. Είδα τις παλιές μου κατασκευές και ήθελα να τις δω. Μας αποπήρε η ώρα με τις κατασκευές, που άρχισε να νυχτώνει.

Έπρεπε όμως να μάθουμε τι γίνεται μέσα στην αίθουσα και να δούμε αν οι φήμες ήταν αληθινές! Δεν πήραμε φακούς όμως, για καλή μας τύχη, λειτουργούσε ακόμα ο ηλεκτρισμός! Υπήρχαν ακόμα τα αίματα από το κεφάλι της Μαίρης πάνω στον τροχό… Στο πάτωμα βρέθηκε η σπασμένη οδοντοστοιχία της…

Έσπασε; Πως γίνεται αυτό; Αφού η κοπέλα δεν πρόλαβε να την πιάσει στα χέρια της και να την γυαλίσει! Και κανείς άλλος δεν την είχε ρίξει! Πριν προλάβω να την μαζέψω από κάτω, με φωνάζει η Αθηνά λέγοντας ότι, έξω σε ένα παγκάκι της αυλής, κάθεται μια κοπέλα.

Πήγα κι εγώ στο παράθυρο δίπλα της να την δω, όμως δεν μπορούσα να την δω καθαρά! Το αγνόησα και πήγα να μαζέψω την σπασμένη οδοντοστοιχία. Ύστερα από λίγα λεπτά ησυχίας η Αθηνά τσίριξε λέγοντας τρομαγμένη πως είδε έξω από το παράθυρο μια μαυροφορεμένη κοπέλα με το μισό κεφάλι φαλακρό και όλο της το πρόσωπο γεμάτο αίματα!

Την φώναξα να φύγουμε γιατί ότι και να ήταν εδώ μάλλον δεν μας ήθελε! Η πόρτα όμως ήταν κλειδωμένη, και το χειρότερο ήταν πως δεν την είχαμε κλειδώσει εμείς! Η Αθήνα πήρε ένα σίδερο από την έδρα και άρχισε να χτυπάει το παράθυρο μήπως και καταφέρει να το σπάσει ώστε να μπορέσουμε να φύγουμε.

Ήμουν δίπλα της γιατί φοβόμουν να μείνω έστω και για λίγο μόνη μου ή να μείνει η Αθηνά μόνη της. Ακούστηκε ένα κλάμα από μέσα! Δεν ήταν ούτε η Αθηνά, ούτε εγώ! Τότε ποιος ήταν; Από το πουθενά εμφανίστηκε η ίδια κοπέλα μπροστά στον τροχό κλαίγοντας! Σίγουρα ήταν η Μαίρη…

Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν και η κοπέλα γύρισε προς το μέρος μας! Όντως το μισό κεφάλι της ήταν φαλακρό και ήταν μέσα στα αίματα… Της έλειπαν τα μαλλιά που της είχε τραβήξει ο τροχός… Ερχόταν πριν το μέρος μας κουτσαίνοντας γεμάτη θυμό και κόκκινα μάτια!

Πήρα το σίδερο από την Αθηνά γεμάτη πανικό και άρχισα να χτυπάω το τζάμι με όλη μου τη δύναμη! Πλέον ήταν η μόνη μας διέξοδος! Ο τροχός άρχισε να δουλεύει κάνοντας έναν ανατριχιαστικό και απόκοσμο θόρυβο και, ο πλέον δαίμονας και όχι κοπέλα, ερχόταν προς το μέρος μου!

Γεμάτη πανικό κατάφερα να σπάσω το παράθυρο! Τράβηξα την Αθηνά απ’ το χέρι για να βγει μαζί μου. Η λάμπα της αίθουσας έσπασε, και τα φώτα της αυλής δεν λειτουργούσαν! Σαν να έριξε κάποιος την ασφάλεια του ηλεκτρισμού!

Τρέξαμε στα τυφλά ψάχνοντας για την έξοδο όσο ο δαίμονας μας κυνηγούσε και γελούσε σατανικά με ένα τρομαχτικό και μη ανθρώπινο γέλιο! Κατάφερε να πιάσει τα μαλλιά της Αθηνάς τραβώντας το κεφάλι της προς τα πίσω! Λίγο ακόμα και θα της έσπαγε τον λαιμό όταν για καλή μας τύχη περνούσαν 2 παιδιά έξω από την είσοδο του σχολείου!

Μόλις έριξαν το φως από τους φακούς των κινητών τους πάνω μας, ο δαίμονας άφησε τα μαλλιά της Αθηνάς και εξαφανίστηκε. Βγήκαμε χάρη σε αυτούς τους 2 και πήγα την Αθηνά στο νοσοκομείο να την εξετάσουν για τυχόν τραυματισμούς. Ευτυχώς δεν είχε τίποτα…

Έμεινα μαζί της εκείνο το βράδυ. Στο σχολείο δεν ξαναπήγαμε ποτέ μετά από αυτή την τρομαχτική εμπειρία. Η κοπέλα που είδαμε εκεί ήταν σίγουρα η Μαίρη… Ίσως να έμεινε εκεί γιατί έχασε άδικα την ζωή της και ίσως να μας επιτέθηκε επειδή την ενοχλήσαμε…

Μερικές μέρες μετά πήγα να αφήσω ένα λουλούδι στο μνήμα της και να ζητήσω συγνώμη που την ενοχλήσαμε. Ελπίζω η ψυχή της να βρει την γαλήνη και να αναπαυθεί…

/* Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της */

Φαντάσματα: Το σκοτεινό Aldgate


Ταξίδευα με το αεροπλάνο με προορισμό το Λονδίνο.

Είναι η πρώτη φορά που ταξιδεύω εκτός Ελλάδος και άρπαξα την ευκαιρία για μεταπτυχιακό σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στην Ελλάδα και τα γνωστά προβλήματα φτώχεια, κρίση, ανεργία και αβέβαιο μέλλον με ανάγκασαν να κάνω την υπέρβαση και να ψαχτώ στο εξωτερικό.

Και έτσι ένα πτυχίο στο βιογραφικό μου από το πανεπιστήμιο από την πρωτεύουσα της Βρετανίας θα μου άνοιγε κάποιες πόρτες στο μέλλον.

Και επειδή τα δίδακτρα και τα ενοίκια ήταν πανάκριβα γιατί το Λονδίνο είναι από τις ποιο ακριβές πρωτεύουσες του κόσμου και η οικογένεια μου δεν μπορούσε να με βοηθήσει αρκετά και έπρεπε να δουλέψω.

Όταν κατέβηκα στο αχανές αεροδρόμιο του Heathrow πήρα το μέτρο και σύμφωνα με τις οδηγίες βρέθηκα στο πανεπιστήμιο και στις εστίες.

Το πανεπιστήμιο ήταν ένα επιβλητικό κτήριο Βικτωριανού στιλ και φάνταζε σαν στοιχειωμένος πύργος μέσα στο συννεφιασμένο ουρανό και έμοιαζε πολλών αιώνων. Στην είσοδο υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε έτος ιδρύσεως 1890.

«αλήθεια πόσοι φοιτητές να πέρασαν από εδώ; τι αγωνίες; τι ξενύχτια; τι διάβασμα;» αναρωτήθηκα σχεδόν φωναχτά.

Οι πρώτες μέρες ήταν σκέτη φρίκη στις εστίες και στα μαθήματα. Δεν καταλάβαινα τίποτα, τα αγγλικά ήταν ακαδημαϊκού επίπεδου και στις εστίες κάθε μέρα φασαρία ήταν πανάκριβες με ένα μικρό κρεβάτι σαν καμπίνα πλοίου και αποφάσισα να βρω δουλειά αλλά και ένα οικονομικό δωμάτιο.

Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ψάξω για δουλειά για να καλύπτω τα έξοδα μού και να πληρώνω τις υποχρεώσεις μου.

Και βρήκα δουλειά σε ένα κλαμπ στην Old Street. Μάζευα τα μπουκάλια και τα ποτήρια από τα τραπέζια, πέταγα σκουπίδια και καθάριζα τις τουαλέτες και Παρασκευή και Σάββατο δούλευα και στη γκαρνταρόμπα, Τα λεφτά ήταν λίγα μα δεν είχα άλλη επιλογή.

Αμέσως μετά άρχισα το ψάξιμο για ένα σπίτι έστω ένα δωμάτιο κάπου που να είχα την ησυχία μου. Να μπορώ να διαβάσω και να ξεκουραστώ.

Και έτσι μια μέρα βρήκα μια αγγελία για συγκατοίκηση με λογική τιμή στην περιοχή του Aldgate.

Δεν έχασα ευκαιρία γιατί ήταν κοντά στη στάση του μετρό Aldgate και με βόλευε μπορούσα να μετακινηθώ εύκολα στο πανεπιστήμιο και το βράδυ να πάω στο κλαμπ για δουλειά. Χωρίς περιττά έξοδα.

Και πήρα τηλέφωνο.

Μου απάντησε ένας νεαρός με καθαρή Λονδρέζικη προφορά και μου είπε πως θα με περίμενε το απόγευμα να δω το σπίτι.

Το σπίτι ήταν ένα μικρό διώροφο με τρία δωμάτια και κοινή κουζίνα και κοινό μπάνιο, εκεί γνώρισα τον Andrew ένα νεαρό αγόρι από την Αγγλία κοντά στην ηλικία μου που σπούδαζε και εργαζόταν και αυτός και μια κοπέλα τη Zuzanna από τη Πολωνία που νοίκιαζε και αυτή ένα δωμάτιο.

Αμέσως μου έδωσαν τους κανόνες όλοι μαζί κάνουμε καθαρισμούς στους κοινούς χώρους, δεν αφήνουμε άπλυτα πιάτα δεν καπνίζουμε στους κοινόχρηστους χώρους, τα παπούτσια τα αφήνουμε στην είσοδο και πρόκειται να έρθει κάποιο φιλοξενούμενος ενημερώνουμε τους συγκατοίκους εγκαίρως.

Μου έδωσαν ένα μικρό αλλά πολύ συμπαθητικό δωμάτιο ένα κρεβάτι μια ντουλάπα και ένα παράθυρο που έβλεπε στον κεντρικό δρόμο.

Το μοναδικό μείον ήταν πως το μέτρο περνούσε πολύ κοντά από το σπίτι και ένιωθες λες και ταρακουνάει τον τοίχο του δωματίου μου. Αλλά αυτό θα το συνήθιζα κάποια στιγμή. Και η καινούρια μου ζωή μόλις ξεκίνησε σε μια ξένη χώρα.

Εκείνο το Σαββατόβραδο έβρεχε από νωρίς το κλαμπ ήταν γεμάτο και η κούραση απερίγραπτη. Στο καινούργιο μου δωμάτιο πέρναγε από πολύ κοντά το μέτρο και φάνταζε σαν να ταρακουνάει τον τοίχο μου με αποτέλεσμα να ξυπνήσω πολύ πρωί εκείνη την ημέρα και ας δούλευα όλη τη νύχτα.

Κατά τις 03:30 πέρασε η Zuzanna από το κλαμπ, για ένα ποτό.

Της χαμογέλασα και της κέρασα δύο ποτά.

-Χάλια φαίνεσαι. Μου είπε χαμογελώντας.

-Τι να κάνω τη παλεύω απάντησα.

Ήξερα για την ζωή της, πως στη Πολωνία δεν γνώρισε ποτέ πατέρα μάνα αλκοολική και πως έφυγε για να ζήσει κάπου μακριά από όλους και από όλα. Δούλευε σε ένα μαγαζί που σέρβιρε Street food. Και βρήκε το δωμάτιο στο ίδιο σπίτι με εμένα έστω και προσωρινά. Ήταν ένα κορίτσι όμορφο φιλικό, χωρίς ηθικούς φραγμούς και μπορούσε να λείπει από το σπίτι μια βδομάδα χωρίς να δώσει λογαριασμό.

-Θα σε περιμένω να σχολιάσεις να φύγουμε μαζί. Μου είπε παιχνιδιάρικα.

Θα έφευγα από το κλαμπ με ένα πολύ όμορφο κορίτσι!!!! Αυτό μου ανέβαζε πολύ τις μετοχές μου!!!!!

Τι διάολο στην Αγγλία ζούσα τη χώρα των ελευθεριών και των γνωριμιών ήδη είχα φύγει με αρκετά κορίτσια από το κλαμπ που έκαναν διανυκτέρευση στο δωμάτιο μου. Αλλά βέβαια είχα φάει και αρκετές απορρίψεις. Με τη Zuzanna είχαμε ανταλλάξει μερικά καυτά φιλιά αλλά δεν έγινε τίποτα παραπάνω γιατί ήμουν στη λίστα των φίλων της.

φύγαμε αμέσως στο δρόμο με κράταγε από μπράτσο.

-Έχω σκοπό να συνεχίσω σε άλλο club θέλεις να έρθεις; μου είπε.

Ήδη ήμουν πολύ κουρασμένος και το μόνο που ήθελα ήταν να κάνω ένα μπάνιο και να ξαπλώσω.

Της απολογήθηκα και της υποσχέθηκα ότι στο ρεπό μου θα πηγαίναμε για φαγητό και ποτό. Η βροχή δυνάμωνε και τις είπα να πάμε σπίτι και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί. Αλλά αρνήθηκε να έρθει.

Και γύρισα σπίτι μόνος, έκανα ένα μπάνιο και κοιμήθηκα αμέσως.

Κάποια στιγμή εκεί που κοιμόμουν άνοιξα τα μάτια μου και είδα μια σκοτεινή φιγούρα στη πόρτα. Στην αρχή νόμισα πως ήταν τα ρούχα που κρέμονται στη κρεμάστρα της πόρτας αλλά δεν ήταν, ήταν μια ηλικιωμένη με ανακατεμένα μαλλιά και κρατούσε μπαστούνι. Με πλησίασε και είδα πως δεν είχε μάτια και στη θέση τους υπήρχαν δύο μαύρες τρύπες.

-Φύγε. Μου είπε με απόκοσμη φωνή.

-Φύγε, επανέλαβε με οργή.

Προσπάθησα να φωνάξω βοήθεια.

-Βοηθ. Βγήκε ξεψυχισμένα σαν ψίθυρος.

-Βοηθ. Επανέλαβα.

Δεν περπάταγε αιωρούνταν στον αέρα.

Και με πλησίασε.

Τότε ακούστηκε ο τοίχος να τρέμει περνούσε το μέτρο του Aldgate δίπλα από το σπίτι και το φάντασμα της ηλικιωμένης χάθηκε.

Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, είχα παραλύσει από τον φόβο μου.

Κάπου είχα διαβάσει για την υπνική παράλυση που κατά παράδοση λεγόταν Μόρα. Αλλά η Μόρα δεν σου πιάνει συζήτηση. Και γιατί μου είπε να φύγω;

Ίσος την είδα στον ύπνο μου σκέφτηκα λόγω μεγάλης κούρασης. Και προσπάθησα να κοιμηθώ. Αλλά μάταια.

Το πρωί σηκώθηκα κακόκεφος, ετοίμασα ένα καφέ φίλτρου, άλλη μία φορά με έπιασε νοσταλγία για την Ελλάδα. Τώρα στην άνοιξη θα μύριζε υπέροχα η φύση, παρέα με φίλους τα ηλιόλουστα Κυριακάτικα πρωινά και Ελληνικό μυρωδάτο καφέ.

Αλλά η φαντασίωση μου σταμάτησε όταν μπήκε ο Andrew στη κουζίνα.

-Κακόκεφος φαίνεσαι. Μου είπε.

-Είμαι κουρασμένος. Του απάντησα.

-Εχθές ήρθε η Zuzanna από το κλαμπ και φύγαμε μαζί, Μήπως ξύπνησε; ρώτησα.

-Της χτύπησα τη πόρτα του δωματίου της το πρωί αλλά δεν απάντησε. Μήπως κοιμάται ακόμα. Συνέχισε ο Andrew.

Ήταν Κυριακή και για Λονδίνο είχε πολύ καλό καιρό και αποφάσισα να βγω για τρέξιμο, το τρέξιμο πάντα με ηρεμούσε, μου καθάριζε το μυαλό, έβαλα τα αθλητικά μου ακουστικά στα αυτιά και αφέθηκα στη μουσική.

Έξω από το σταθμό του Aldgate είδα πολύ κόσμο για Κυριακή, αστυνομία ασθενοφόρο και πλήθος κόσμου, κάποια στιγμή πλησίασα.

-Τι συμβαίνει; ρώτησα.

-Ένας security και μια κοπέλα βρέθηκαν νεκροί. Μου είπε ένας άλλος security.

-Ατύχημα; συνέχισα.

-Κανείς δεν ξέρει, η αστυνομία δεν είπε τίποτα ακόμα. Μου είπε.

-Κρίμα τα παιδιά. Σκέφτηκα.

Και συνέχισα το τρέξιμο. Στο μυαλό μου γύρναγε το τρομακτικό πρόσωπο της ηλικιωμένης που είχα δει το προηγούμενο βράδυ.

Εκεί που έτρεχα χτύπησε το τηλέφωνο μου. Κοίταξα και είδα το νούμερο της Zuzanna.

Το σήκωσα.

-Zuzanna που είσαι; φώναξα.

Το σήμα δεν ακούγονταν καλά.

Άκουσα τη Zuzanna να μου λέει, κλαίγοντας και με τρεμάμενη φωνή.

-Βοήθεια, βοήθεια, δεν ξέρω που είμαι. Βοήθεια, συγνώμη για όλα.

Τα παράσιτα δυνάμωναν.

Που είσαι Zuzanna; ρώτησα με αγωνία.

Το σήμα χάνονταν. Δεν ακουγόταν καθαρά.

-Που είσαι; ξανά ρώτησα με ποιο πολύ αγωνία αυτή τη φορά.

-Δεν ξέρω, βοήθεια, βοήθεια, συγνώμη για όλα. Είπε κλαίγοντας.

Και τότε ακούστηκε.

-Next station Aldgate. Και όλα χάθηκαν.

Κοίταξα το νούμερο που με κάλεσε, ήταν της Zuzanna, την ξανά κάλεσα πίσω αλλά η γραμμή ήταν νεκρή.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Πήγα στο σταθμό του Aldgate, μήπως και βγει, αλλά δεν βγήκε η Zuzanna ποτέ από εκεί.

Περπάταγα σκεφτικός.

-Τι στο διάολο γίνεται εδώ πέρα; Είπα δυνατά. Η διάθεση μου έγινε χειρότερη. Αλλά έπρεπε να βρω λύσεις και θα τις έβρισκα, το είχα πάρει πολύ θερμά το θέμα.

Γύρισα στο σπίτι, έκανα ένα ντουζ. Ήθελα να συγκεντρώσω το μυαλό μου.

Το χτύπημα της πόρτας μου χάλασε την ηρεμία μου.

-Ποιος είναι; ρώτησα.

-Αστυνομία, μου απάντησαν.

“Τι δουλειά έχει εδώ η Αστυνομία;” σκέφτηκα

Άνοιξα την πόρτα, ήταν δύο αστυνομικοί ένας άνδρας και μια κοπέλα.

Ήταν σαν να μην ήξεραν πως να ξεκινήσει η κουβέντα.

Το λόγο τον πήρε η κοπέλα αστυνομικός, θα θέλαμε να μας ακολουθήσετε εσείς και ο συγκάτοικος σας. Θα θέλαμε την βοήθεια σας Μου είπε κάπως αμήχανα.

-Ο συγκάτοικος μου δεν είναι εδώ. Της είπα καχύποπτα.

-Τότε ακολουθήστε μας εσείς. Μου είπε.

Και μπήκα στο περιπολικό που ήταν έξω από το σπίτι.

Πήγαμε σε μια αίθουσα νεκροτομείου. Στο κεντρικό Λονδίνο, από πάνω μια λάμπα φθορίου βούιζε ενοχλητικά.

Και η μυρωδιά από το χλώριο με ανακάτευε.

Τότε εμφανίστηκαν άλλο ένα ζευγάρι αστυνομικών με πολιτικά ρούχα.

Ένας άνδρας γύρω στα πενήντα με το όνομα Sam Devon με μια γυναίκα γύρω στα τριάντα πέντε με το όνομα Donna Jemer και μου συστήθηκαν ως επιθεωρητές.

Καμία σχέση με αυτούς που βλέπουμε τις ταινίες τους σκληροτράχηλους άνδρες και τις σούπερ γκόμενες επιθεωρητές που μπορούν να σε σκοτώσουν με έναν συνδετήρα.

Φαίνονταν περισσότερο κουρασμένοι και ξενερωμένοι που έχασαν το ρεπό τους.

Ο Sam Devon έμοιαζε με το χαρακτηριστικό Άγγλο που βλέπουμε στα Αγγλικά γήπεδα άνω των σαρανταπέντε με κοιλίτσα και φαλακρίτσα, μόνο το hot dog και η μπύρα του έλειπαν. και η Donna Jemer έμοιαζε περισσότερο με τη Miss Marple των διηγημάτων της Agatha Christy.

Τον λόγο τον πήρε ο επιθεώρησης Sam.

-Θα ακούσατε για τον θάνατό δύο νεαρών ατόμων στο στο σταθμό του Aldgate.

-Ναι σήμερα το πρωί. Αλλά εγώ τη σχέση έχω; απάντησα με απορία.

-Το ένα από τα δύο θύματα έμενε σπίτι σας.

Και θέλουμε τη βοήθεια σας. Είπε ψυχρά.

-Σπίτι μού μένει; είπα με απορία και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πολύ δυνατά η παλάμες μου ίδρωσαν.

-Ναι, οπότε εάν νιώσετε άσχημα η δυσφορία θα σας βγάλουμε από το χώρο.

Και μπήκα στο θάλαμο μέσα.

Τα δύο σώματα ήταν τυλιγμένα με σεντόνια.

Άνοιξαν σεντόνι το ένα.

Ήταν το σώμα της Zuzanna, το όμορφο νεανικό πρόσωπο της είχε παραμορφωθεί.

Τα δάκρυα μου άρχισαν να τρέχουν και το στομάχι μου έβγαλε ότι είχα φάει.

– ZUZANNA, φώναξα με απόγνωση. Και τα πάντα σκοτείνιασαν.

Όταν συνήλθα με οδήγησαν στο τμήμα ανθρωποκτονιών.

Το πρώτο πράγμα που τους είπα, για την κλήση που δέχθηκα από τη Zuzanna που ζητούσε βοήθεια.

Η επιθεωρητής Donna με κοίταξε.

-Για ξανά πάρε τηλέφωνο. Μου είπε.

Προσπάθησα αλλά η γραμμή ήταν νεκρή. Όπως και η κλήση από το ιστορικό των κλήσεων του τηλεφώνου μου είχε εξαφανιστεί κατά κάποιο τρόπο.

Με έπιασε πανικός και ένιωθα τον εμετό να μου ξανά έρχεται.

Το σοκ ήταν πολύ μεγάλο.

Και ξεκίνησε ένας καταρράκτης ερωτήσεων από τους επιθεωρητές.

Τι έκανα στο Λονδίνο; που σπούδαζα; τι δουλειά έκανα; ποτέ γνώρισα την Zuzanna; τον Andrew; το βράδυ που φύγαμε μαζί εάν μου είπε τίποτα; εάν την απειλούσε κάποιος; εάν είχα σχέση μαζί της; που ήμουν τα ξημερώματα;

Αφού απάντησα σε ότι με ρώτησαν. Και σιγουρευτήκαν ότι έλεγα αλήθεια.

Τους είπα.

-Εσείς ποιες είναι η σκέψεις σας. Ρώτησα.

Τον λόγο τον πήρε η επιθεωρητής Donna.

-Ο φόνος έγινε γύρω στις 05:30 τα ξημερώματα. Στο αίμα της βρέθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ναρκωτικών. Και στις κάμερες του σταθμού δεν φαίνεται ποιος το έκανε αλλά κάποιος έσπρωξε τον security μέσα στις γραμμές. Η Zuzanna βρέθηκε νεκρή με μαχαίρι.

Γύρισα στο σπίτι, το στομάχι μου ακόμα ανακατευόταν δεν το πίστευα αυτό που ζούσα. Έκατσα να χαλαρώσω λίγο.

Άνοιξα το laptop, ήθελα να ξεχαστώ. Έβαλα μουσική και άρχισα να κοιτάω τα νέα του Aldgate. Αυτό που είδα με έκανε να γουρλώσω τα μάτια μου.

«Το φάντασμα του Aldgate ξανά χτύπησε».

Έγραφε ο τίτλος και το ρεπορτάζ μιλούσε για το φόνο των δύο νέων ανθρώπων. Η λάτρεις του Creepypast μιλούσαν για το φάντασμα που τριγυρνάει στο Aldgate και δολοφονεί ανυποψίαστους περαστικούς. Τότε θυμήθηκα το φάντασμα της ηλικιωμένης και πετάχτηκα από τη καρέκλα.

Πήρα τον Andrew στο τηλέφωνο ήθελα να μιλήσω σε κάποιον ,έτρεμα ήθελα να φύγω να γυρίσω Ελλάδα. Στο διάολο και οι σπουδές στο διάολο και τα φαντάσματα.

Απάντησε αμέσως.

– Andrew, η Zuzanna πέθανε γαμώτο, πέθανε. Είπα έντονα.

-Περίμενε, έρχομαι, σπίτι. Μου απάντησε αγχωμένα.

-Andrew, έχεις ακούσει για το φάντασμα του Aldgate; πιστεύω ότι αυτό τη δολοφόνησε. Μου εμφανίστηκε και εμένα κινδυνεύω.

-Έρχομαι αμέσως, επανέλαβε. Ο Andrew.

Έκλεισα το τηλέφωνο ή καρδιά μου χτυπούσε δυνατά ο ιδρώτας έτρεχε.

Και τότε την είδα.

Η ηλικιωμένη με τα σκελετωμένα χέρια με έδειχνε. Οι μαύρες τρύπες που είχε για ματιά με κοίταγαν με μίσος.

-Σου είπα να φύγεις, είπε με οργή.

Εγώ έπεσα πίσω, στο πάτωμα.

-Γιατί σκότωσες τη Zuzanna; τι σου έκανε ηταν τόσο αθώα, επανέλαβα, τα δάκρυα μου έτρεχαν από οργή.

-Φύγε τώρα, επανέλαβε η ηλικιωμένη.

-Θα με σκοτώσεις και εμένα; ρώτησα με οργή.

Τότε άκουσα τη πόρτα να ανοίγει από την είσοδο επιτέλους ήρθε ο Andrew.

-Βοήθεια Andrew, φώναξα όσο ποιο δυνατά μπορούσα.

-Πολύ αργά. Ήθελα να σε σώσω από τη καταραμένη ψυχή που σκότωσε εμένα, τη κοπέλα και το φύλακα. είπε το φάντασμα της ηλικιωμένης ηττημένη.

Και μπήκε ο Andrew με δύναμή στο δωμάτιο, κρατούσε ένα μεγάλο μαχαίρι και είχε στα μάτια του δύο μαύρες τρύπες..

Τότε κατάλαβα πως η ηλικιωμένη προσπαθούσε να με προειδοποιήσει από το πραγματικό φάντασμα του Aldgate.

Ο Andrew έκανε μερικά βήματα προς έμενα και οι δύο μαύρες τρύπες με κοίταγαν απειλητικά.

Και ήρθε προς το μέρος μου.

Τέλος

Από Dimitris Kan

Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 3ο.


Μπήκα με φόρα στο ξένο υπνοδωμάτιο. Κλείδωσα με γρήγορες και νευρικές κινήσεις. Πριν προλάβω να αφήσω το κλειδί, άκουσα μια πνιγμένη στριγκλιά και κάτι βαρύ να πέφτει στο πάτωμα. Κοίταξα γύρω μου για να εντοπίσω ένα τηλέφωνο και να καλέσω την αστυνομία.

Μπαπ Μπαπ Μπαπ

Προσπαθούσε να σπάσει την πόρτα. Χτυπούσε με μανία και φοβήθηκα ότι θα τη ρίξει. Θα με έπιανε και θα με σκότωνε, όπως έκανε με τον Ηλία και την οικογένεια του. Τώρα, είχε έρθει η σειρά μου.

Μπαπ Μπαπ Μπαπ

Έπρεπε να καλέσω βοήθεια. Άρχισα να ανοίγω τα συρτάρια και να πετάω το περιεχόμενο τους στο πάτωμα. Τηλέφωνο δεν υπήρχε πουθενά. Έψαξα κάτω από το κρεβάτι και μέσα στις ντουλάπες.

Ο άγνωστος σταμάτησε να βαράει και τον άκουσα να κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω. Θεέ μου, σκέφτηκα, παίρνει φόρα για να τη ρίξει με το σώμα του. Πρέπει να βιαστώ.

Έριξε με φόρα το σώμα του πάνω στην πόρτα. Αυτή τραντάχτηκε ολόκληρη, αλλά δεν υποχώρησε. Η αποτυχημένη προσπάθεια τον πόνεσε και έβγαλε μια κραυγή.

Άρχισε να γυρνάει με βία το πόμολο και να σπρώχνει με μανία με σκοπό να σπάσει την κλειδαριά. Ξαφνικά, όμως , σταμάτησε. Επικράτησε ησυχία.

«Αγάπη μου!» Άκουσα την Αναστασία να με καλεί. «Γιάννη μου, εγώ είμαι. Άνοιξε μου.»

«Όχι, δεν είσαι εσύ. Σταμάτα να με βασανίζεις.»

«Ήρθα να σε σώσω. Άνοιξε μου.» Γύρισε το πόμολο. «Είναι και ο Ηλίας εδώ.»

«Ο Ηλίας εξαφανίστηκε.»

«Γιάννη…» Ήταν ο Ηλίας. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είχα παραισθήσεις. «Έλα άνοιξε μας. Θα σε πάμε σπίτι.»

«Φύγετε. Έχω φωνάξει την αστυνομία.» Έκανα μια προσπάθεια να τους τρομάξω, αλλά δεν ήμουν πειστικός.

«Λες ψέματα αγάπη μου. Και όποιος λέει ψέματα πέφτει μες τα αίματα» χαχάνισε.

« Το καλό που σου θέλω. Ξεκλείδωσε παιδάκι μου, δε θα σε μαλώσω.» Ήταν αυτή η φωνή της μάνας μου;

Ο φόβος με είχε πλημμυρίσει και δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Ήταν όντως γνωστοί μου άνθρωποι απέξω ή φαντάσματα που έπαιζαν μαζί μου. Μήπως τα είχα φανταστεί όλα αυτά; Όχι, δεν είχα τρελαθεί ακόμα.

Πήγα στο παράθυρο. Σκέφτηκα να το ανοίξω και να φωνάξω για βοήθεια. Δεν κατάφερα να φτάσω μέχρι εκεί. Αυτό που είδα με έκανε να σταματήσω.

Στο τζάμι διαγραφόντουσαν τρία κεφάλια. Δεν είχαν σώμα και αιωρούνταν στο κενό. Οι εσοχές των ματιών τους ήταν σκοτεινές και άδειες. Στα πρόσωπα τους ήταν ζωγραφισμένοι ο πόνος και η απελπισία. Έμοιαζαν χαμένα, σαν να μην ήξεραν που βρισκόντουσαν.

Η γυναίκα και τα παιδιά του Ηλία είχαν πεθάνει και είχαν επιστρέψει ως πνεύματα. Ήρθαν να μου δείξουν τι θα συμβεί και σε μένα. Με έπιασε ένας ίλιγγος και το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. Η πόρτα άνοιξε με ένα δυνατό γδούπο.

Λιποθύμησα.

Όταν επανάκτησα τις αισθήσεις μου, καθόμουν σε μια καρέκλα σε έναν χώρο που δε γνώριζα. Αισθανόμουν ότι βρισκόμουν μέσα σε κουτί, του οποίου τις διαστάσεις δεν μπορούσα να προσδιορίσω με ακρίβεια.

Τα χέρια και τα πόδια μου ήταν δεμένα με ταινία. Προσπάθησα να κουνήσω τα δάκτυλα μου- τα άκρα μου είχαν παραλύσει από την έλλειψη αίματος.

«Γιάννη…», η φωνή ήταν αδύναμη και την άκουγα με δυσκολία. «Μην κουνιέσαι. Δεν πρέπει να καταλάβει ότι ξύπνησες.»

Η Αναστασία; Όχι… Η φωνή ήταν ανδρική.

«Προσπάθησα να σε προειδοποιήσω. Την είδα να κατεβαίνει προχθές -από το ματάκι- όταν εξαφανίστηκαν οι άλλοι. Ήταν-» Τον χτύπησαν με κάτι βαρύ στο κεφάλι.

« Εσένα σου είπα να σκάσεις.»

« Άσε μας να φύγουμε», είπα με όση δύναμη μου απέμενε. Το πίσω μέρος του κεφαλιού μου πονούσε πολύ. Ένιωθα κάτι μεταλλικό και κρύο να ακουμπά το δέρμα μου.

« Δεν έχουμε τελειώσει ακόμα.» Η γυναίκα βρισκόταν από πίσω μου και δεν μπορούσα να την διακρίνω. Όμως, η φωνή μου φαινόταν γνωστή.

«Τι θέλετε από μένα;»

«Ξέρεις τον παλιό αστικό μύθο. Ένας άνδρας γνωρίζει μια πολύ όμορφη γυναίκα σε ένα μπαρ. Πάνε μαζί στο σπίτι του, κάνουν σεξ και το άλλο πρωί αυτός ξυπνάει στην μπανιερά, η οποία είναι γεμάτη πάγο. Βρίσκει ένα σημείωμα που λέει ότι του έχει πάρει το ένα νεφρό.»

Η γυναίκα γύρισε την καρέκλα προς το μέρος της και έχωσε το πρόσωπο της στο δικό μου.

«Ω Θεέ μου, Ω Θεέ μου», κλαψούρισα. Ο Παντελής ήταν δεμένος σε μια καρέκλα ακριβώς από πίσω μου και δεν κουνιόταν. Δεν ήξερα αν ήταν νεκρός ή είχε χάσει τις αισθήσεις του. «Γιατί… Αναστασία γιατί θέλεις να μας πάρεις τα όργανα;»

Η Αναστασία γέλασε και με φίλησε. «Δεν ενδιαφέρομαι για το σώμα σου, αλλά για τη συνείδηση σου. Είναι η μοντέρνα εκδοχή του μύθου.» Γέλασε σαν μαινάδα. Δεν ήταν η γυναίκα που είχα αγαπήσει. όλη της η φυσιογνωμία είχε αλλάξει. Μέσα στο λυκόφως είχε πάρει μια επίβουλη και απειλητική μορφή.

«Που είναι οι άλλοι; Τους άκουσα να μου μιλάνε.»

«Πάνω μας, πίσω μας, δίπλα μας. Εκεί που είναι, ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν σημασία. Έχουν περάσει στην αθανασία. Θα τους ακολουθήσεις και εσύ σε λίγο. Βέβαια, αυτού δε θα του κάνω τη χάρη (έδειξε τον Παντελή). Θα τον αφήσω εδώ για να τον βρουν οι μπάτσοι. Θα κατηγορηθεί για τις εξαφανίσεις σας και θα περάσει το υπόλοιπο της μίζερης ζωής του φυλακή.»

«Δε θα πετύχει. Λύσε με και θα πάμε μαζί στην αστυνομία.»

Δε μου απάντησε. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ήμουν ήρεμος. Το μυαλό μου είχε αδειάσει από κάθε σκέψη και περίμενα το αναπόφευκτο. Αποφάσισα να πεθάνω με αξιοπρέπεια. Ούτε κλάματα, ούτε παρακάλια.

Η Αναστασία πληκτρολογούσε στον υπολογιστή της. Το μόνο φως προερχόταν από την οθόνη του και έβλεπα το πρόσωπο της να δουλεύει ανέκφραστο. Είχε απόλυτη συγκέντρωση και αφοσίωση σε αυτό που έκανε.

Τότε, μου έγινε κατανοητό. Δεν το έκανε για διασκέδαση- ήταν η δουλειά της!

«Τι περιμένεις; Σκότωσες τέσσερις ανθρώπους και τώρα κολλάς σε μένα;»

«Δεν τους σκότωσα, αγάπη μου», με ειρωνεύτηκε. «Πέρασα τις συνειδήσεις τους στο δίκτυο.»

«Τι πραγ-»

Μου χάιδεψε το κεφάλι και έπιασε τον μεταλλικό σωλήνα που προεξείχε από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Πάτησε έναν διακόπτη.

«Καλώς ήρθες στην Τεχνολογική Μοναδικότητα

Ηλεκτρικό ρεύμα με διαπέρασε. Εγκατέλειψα σταδιακά το ανθρώπινο σώμα μου. Ένιωθα ζωντανός, αλλά ήμουν άυλος, χωρίς διαστάσεις και χωρίς αίσθηση του χρόνο. Ο χωρόχρονος έπαψε να υπάρχει.

End of input….

========================

========================

Ευχαριστούμε τον Archie για την ιστορία του

Αρέσει σε %d bloggers: