Author Archives: Bizarro

Όνειρα: Παιδικές Αναμνήσεις.


«Οι παρακάτω μεταφρασμένες στα ελληνικά σελίδες βρέθηκαν στο ημερολόγιο ενός ασθενή του ψυχιατρικού νοσοκομείου Bedlam του Λονδίνου, ονόματι James Kalahan ο οποίος βρέθηκε νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες  σε ένα δωμάτιο απομόνωσης».

Από πολύ μικρή ηλικία (ίσως από όταν ήμουν μικρότερος των τεσσάρων ετών), ήμουν ένα αλλόκοτο παιδί που πολλοί δεν θα δίσταζαν να το χαρακτηρίσουν από ντροπαλό έως αντικοινωνικό. Φοβόμουν πολύ τον έξω κόσμο, φοβόμουν τον κόσμο που απλωνόταν έξω από το ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον που μου εξασφάλιζε το σπίτι μου, φοβόμουν τον κόσμο των μεγάλων, των ενηλίκων αλλά το κυριότερο, φοβόμουν αυτό που βρισκόταν στον κόσμο που ελλόχευε πέρα από τον κόσμο των ενηλίκων, πέρα από τον κόσμο που θα δεις αν κοιτάξεις έξω από το παράθυρο του σπιτιού σου. Έτρεμα όχι το άγνωστο αλλά αυτό που βρισκόταν καλά κριμένο μέσα στην ομίχλη, μέσα στο έρεβος του αγνώστου αυτού κόσμου που πολλές φορές έβλεπα να ξανοίγεται μπροστά μου, ήταν αυτά τα κόκκινα μάτια με το αιώνιο μίσος που διακρινόταν καθαρά μέσα τους, τον αρχέγονο τρόμο που έκρυβαν και με τη μεθυστικότητά τους. Όμως όσο κι αν προσπαθούσα να το αποφύγω, για εμένα τουλάχιστον, ήταν αναπόφευκτο, τα γρανάζια της αδυσώπητης μοίρας (η μήπως ήταν κάτι ποιο περίπλοκο και δόλιο από απλή μοίρα;) μας έφερναν σε επαφή ξανά και ξανά.

Δεν το έβλεπα με τα μάτια της ύλης, τα μάτια του φθαρτού μου σώματος, γεγονός που πίστευα ότι οφειλόταν στο ότι το πλάσμα αυτό ήταν κατασκευασμένο από μίσος και, γενικότερα, αρνητικά συναισθήματα και όχι από ύλη. Δεν είχε ύλη, δεν διέθετε υλική υπόσταση, προερχόταν από ένα άλλο κόσμο που πιθανότατα υπήρχε παράλληλα με τη δική μας σφαίρα ύπαρξης. Όταν οι δυο μας κόσμοι έρχονταν, από σύμπτωση, σε επαφή, τότε οι πύλες άνοιγαν και ο κόσμος του γινόταν για ένα μικρό διάστημα, αντιληπτός από ορισμένα ευαίσθητα άτομα του δικού μου κόσμου. Ο κόσμος του πλάσματος, μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο μέσο των αισθήσεων και ενός τμήματος του υποσυνείδητου, και όχι μέσω της λογικής, της καθαρής πραγματιστικής ρεαλιστικής σκέψης των ενηλίκων και φυσικά δεν γινόταν αντιληπτός μέσω της ύλης.

Το μόνο μυαλό που θα είχε έστω και μια μικροσκοπική ελπίδα να λάβει μια εικόνα από τον αέναο αυτό παράλληλο κόσμο, ήταν ένα μυαλό γεμάτο φαντασία και αθωότητα, ένα μυαλό που δεν είχε προλάβει να μολύνει η ανθρώπινη κοινωνία καταστρέφοντας τη δημιουργικότητα του και πλάθοντάς το σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Για το λόγο αυτό, ο αβυσσαλέος κόσμος του πλάσματος που ήταν τόσο δυσνόητος για εμάς τους ανθρώπους μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο από τα παιδιά και σε κάποιες ποιο σπάνιες περιπτώσεις από τους φρενοβλαβείς αυτούς που είχαν χάσει κάθε λογική σκέψη και διέθεταν ένα εγκέφαλο διαφορετικά δομημένο από το συνηθισμένο, βαρετό κατά την ταπεινή μου άποψη, εγκέφαλο των ενηλίκων.

Έτσι πιστεύω ότι ήταν καλύτερα, δεν πιστεύω ότι ένας συνηθισμένος νους θα ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να δει αυτόν τον κόσμο όπου κατοικούσε το πλάσμα και να διατηρήσει το λογικό του άθικτο. Η τρέλα ήταν ο μόνος δρόμος που θα ακολουθούσε ένας ενήλικας εφόσον είχε κολυμπήσει σε νερά που κάποιος δεν πρέπει ούτε καν να πλησιάζει.

Δυστυχώς η ευτυχώς, ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κοιτάξουν, ήταν ικανοί να το κάνουν αυτό για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μόλις λίγα δευτερόλεπτα η ίσως για μερικά λεπτά στις ποιο σπάνιες περιπτώσεις. Εγώ τουλάχιστον είχα κολυμπήσει στον αρχέγονο κόσμο του τέρατος για λίγα λεπτά (σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου στο οποίο κοίταξα μόλις ξύπνησα) μέχρι που ξαφνικά βρέθηκα πίσω στο κρεβάτι του δωματίου μου αφήνοντας ότι φρικιαστικά θεάματα είχα δει, σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου σαν ένα πολύ μακρινό όνειρο.

Όπως διαπίστωσα λοιπόν, ο κόσμος αυτός έρεε σαν το ποτάμι, επρόκειτο για ένα πεδίο ύπαρξης που ήταν συνεχώς εν κινήσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, ένας κόσμος όπου τα πάντα άλλαζαν και ποτέ σου δεν μπορούσες να κοιτάξεις δυο φορές στο ίδιο μέρος, αν γυρνούσες το βλέμμα σου πίσω εκεί όπου κοίταγες πριν λίγη μόλις ώρα, τώρα θα έβλεπες κάτι εντελώς διαφορετικό. Επίσης έκανα τη διαπίστωση ότι ποτέ δεν έπαυε να υπάρχει, μετά την πρώτη φορά που κοιτούσες στην άβυσσο που τον χαρακτήριζε θα είχες συνεχώς το συναίσθημα ότι αόρατα μάτια σε παρακολουθούν ακόμα κι όταν βρισκόσουν στο ανθρώπινο κόσμο, ακόμα και όταν οι πύλες έκλειναν και οι δυο παράλληλοι κόσμοι, ο δικός μας και ο δικός του, έχαναν την επαφή τους, αυτός που είχε εισέλθει στον κόσμο του πλάσματος, θα συνέχιζε να ζει έχοντας αυτό το συναίσθημα.

Το πραγματικό πρόβλημα όμως, δεν βρισκόταν στο γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι ήταν ικανοί να αντιληφθούν με τα μάτια της ψυχής τους τον τρόμο, τη φρίκη, το πλάσμα με τα κόκκινα στο χρώμα του αίματος μάτια και πολλά από τα άλλα κατώτερα πλάσματα που ζούσαν εκεί μέσα στην ομίχλη, αλλά στο ότι και αυτές οι οντότητες θα είχαν τη δυνατότητα να κοιτάξουν με τη σειρά τους, τον δικό μας κόσμο  και σε ποιο ακραίες περιπτώσεις να αλληλοεπιδράσουν με αντικείμενα κι ανθρώπους πολύ ποιο έντονα και δυναμικά από όσο μπορούσαμε εμείς να αλληλοεπιδράσουμε στο δικό τους κόσμο. Οι πύλες, βλέπετε, που ανοίγονταν με τη σύγκρουση των δυο παράλληλων κόσμων, ήταν διπλής φύσης, και έτσι μπορούσε κάποιος ή κάτι να μετακινηθεί από τον ένα κόσμο στον άλλο και να γυρίσει πάλι πίσω. Μάλιστα αυτά τα πλάσματα είχαν αναπτύξει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στη μετακίνηση αυτή και έτσι μπορούσαν να επιλέξουν που και πότε θα εμφανιστούν στον ανθρώπινο κόσμο αλλά και πότε  θα γυρίσουν πίσω στο δικό τους σκοτεινό τόπο κατοικίας, μια ικανότητα που εγώ όπως και οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι «προικισμένοι» άνθρωποι δεν διέθεταν.

Για το λόγο αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, αν ποτέ ακούσεις ψιθύρους να προέρχονται από τις ποιο σκοτεινές γωνίες του σπιτιού σου, αν ποτέ σου αντιληφθείς ότι αόρατα μάτια είναι καρφωμένα πάνω σου και με την άκρη του ματιού σου μπορείς να δεις μια  σκιά η οποία χάνεται αμέσως μόλις γυρίσεις το βλέμμα σου, αν ποτέ σε κάποιο εφιάλτη δεις ότι σε καταδιώκουν σκιές και σκοτεινά πλάσματα που δεν έχεις ξαναδεί στην πραγματική ζωή και αν ξυπνήσεις συνεχίζοντας να έχεις την αίσθηση ότι ακόμα τα τέρατα είναι εκεί και ελλοχεύουν στις σκιές, αν παρόλο που μένεις μόνος σου δεν νιώθεις ποτέ πραγματικά μόνος στο σπίτι και αντιληφθείς ότι αντικείμενα αλλάζουν θέση την ώρα που δεν βρίσκεσαι στο σπίτι η όταν κοιμάσαι, αν μερικά ή όλα από όσα ανέφερα ισχύουν τότε να ίσε σίγουρος ότι δεν πρόκειται για παιχνίδια της φαντασίας σου τίποτα από αυτά δεν είναι αποκύημα του μυαλού σου, τα πάντα είναι πραγματικά, κακόβουλες οντότητες από τον κόσμο της αβύσσου και ίσως ακόμα και το ίδιο το πλάσμα έχουν εισέλθει στον κόσμο και μολύνουν με την σατανική παρουσία τους τον εγκέφαλο σου, οι παιδικοί μας μπαμπούλες που περιμέναμε ότι θα βγουν από τη ντουλάπα του δωματίου μας το βράδυ, είναι υπαρκτοί, είναι εδώ και το γνωρίζω καλά αυτό γιατί συνέβη σε εμένα και το πλήρωσα ακριβά.

James Kalahan – 1750


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 3ο.


Όσο μιλούσε ο Ανδρέας εγώ είχα γίνει κατάχλομος. «γιατί σε εμένα;», «γιατί να βρεθώ εγώ σε τέτοια κατάσταση;». Αυτά σκεφτόμουν όσο ο Ανδρέας συνέχιζε να μιλάει για τον Γιάννη και όσα του είχε ομολογήσει, όμως είχα ακούσει αρκετά το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και το κεφάλι μου είχε αρχίσει να πονά αφόρητα. Κάποια στιγμή ο Ανδρέας βλέποντας τον πανικό που άρχιζε να με καταβάλει, σταμάτησε την αφήγηση του και με κοίταξε στα μάτια.

Α- είσαι καλά; φαίνεσαι κατάχλομος , θα πάω να σου φέρω λίγο νερό.

Ε- ναι

πήγε λοιπόν στο ψυγείο του μαγαζιού αγόρασε ένα μπουκάλι με νερό και μου το έφερε. Το άδειασα σχεδόν αμέσως. Περιμέναμε λίγο μέχρι να συνέλθω και μόλις φάνηκα να συνέρχομαι, αυτός συνέχισε.

Α- σε μια άλλη συζήτηση που είχα με το Γιάννη, μου είπε πως πίστευε ότι η κούκλα ήταν πράγματι υπαρκτή και ότι μέσα της ήταν παγιδευμένη η ψυχή του αδικοχαμένου συζύγου. Την τελευταία φορά που τον είδα του ζήτησα να φύγει από εκείνο το μέρος όσο ακόμα προλαβαίνει γιατί τα πράγματα δεν φαινόντουσαν καθόλου καλά. Αυτός όμως παρά τις παρακλήσεις μου δεν άκουσε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να λάβει απαντήσεις σχετικά με τον άνδρα, τη γυναίκα, την κούκλα. Είχε αποφασίσει να πάει στη γριά και να πάρει από αυτήν, με τη βία, το κλειδί του δωματίου μέσα στο οποίο πίστευε ότι θα έβρισκε την μαύρη κούκλα. Δεν στάθηκα ικανός να τον μεταπείσω, αν απλώς τα παρατούσε όλα και έφευγε εκείνη τη μέρα από εκεί…

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα. Το τι του συνέβη μετά δεν το ξέρω.

Μόλις σταμάτησε να μιλά με κοίταξε κατάματα με ένα ύφος σοβαρό και συνάμα ανήσυχο που δεν μου είχε ξαναδείξει ως τότε.

Α- άκουσε με και φύγε από το διαμέρισμα , φύγε σήμερα και ξέχνα τα όλα, ξέχνα τη γριά, ξέχνα τον μακαρίτη, ξέχνα την κούκλα, αυτοί έχουν βρει τη μοίρα τους, άκουσε με και φύγε από εκεί όσο προλαβαίνεις.

Εγώ έγνεψα καταφατικά.

Επέστρεψα λοιπόν γύρω στις μια το βράδυ στο διαμέρισμα, μάζεψα τα λίγα υπάρχοντα μου και ήμουν έτοιμος να φύγω εκείνη τη στιγμή. Προτού φύγω όμως έπρεπε να ανοίξω εκείνη την πόρτα, ΕΠΡΕΠΕ να δω τι βρισκόταν πραγματικά εκεί μέσα, δεν είχα το κλειδί, όμως ίσως η γριά να την είχε ξεχάσει ανοικτή, ίσως να την έβρισκα ξεκλείδωτη, ίσως…

αισθανόμουν μια ακαταμάχητη έλξη προς την πόρτα, έτσι πλησίασα κι έστριψα αργά και με βαριές ανάσες το πόμολο και η πόρτα άνοιξε μπρος τα έκπληκτα μάτια μου. Δεν το πίστευα, η πόρτα ήταν ανοικτή.

Μέσα στο δωμάτιο έλπιζα ότι θα έβρισκα τα πράγματα που θα αντίκριζε κανείς σε μια παλιά αποθήκη, εργαλεία, καρφιά, υλικά και διάφορα τέτοια πράγματα. Δυστυχώς για εμένα η ελπίδες μου δεν πραγματοποιηθήκαν, μέσα στο δωμάτιο το οποίο φαινόταν υπερβολικά καθαρό για μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη υπήρχαν παντού πεταμένα γυναικεία ρούχα, φούστες παντελόνια τζιν ζακέτες και ένα σορό άλλα είδη ενδυμασίας που θα μου έπαιρνε όλη τη σελίδα για να τα απαριθμήσω και στη μέση του δωματίου υπήρχε ΑΥΤΗ η κούκλα καθισμένη σε μια καρέκλα. Ήταν ακριβώς όπως την είχα δει στο όνειρο μου, είχε το πρόσωπο της στραμμένο προς την είσοδο του δωματίου όπου βρισκόμουν εγώ και το ένα χέρι της ήταν όρθιο σαν να με χαιρετούσε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι μετά από αυτή τη σκηνή της φρίκης είναι εμένα να τρέχω έξω από το διαμέρισμα ουρλιάζοντας μέχρι να φτάσω τελικά σε ένα πολυσύχναστο δρόμο όπου και λιποθύμησα.

Ξύπνησα την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. Μου πείρε αρκετές ημέρες για να συνέλθω από όσα είδα και βίωσα στο διαμέρισμα εκείνο αλλά και από όσα άκουσα από τον Ανδρέα. Όταν τελικά έχοντας βρει ένα νέο διαμέρισμα για να μείνω αποφάσισα να επιστρέψω στο πανεπιστήμιο και να συνεχίσω να παρακολουθώ τα μαθήματα, διαπίστωσα πως ο Ανδρέας είχε γίνει άφαντος. Δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά και όποτε καλούσα το νούμερο ακουγόταν μήνυμα που έλεγε ότι το νούμερο αυτό δεν αντιστοιχούσε σε κανένα συνδρομητή. Στην προσπάθεια μου να μάθω τι απέγινε ο φίλος μου, μίλησα με φοιτητές του τρίτου εξαμήνου στο οποίο και μου είχε πει ότι βρισκόταν ο Ανδρέας, όμως κανείς δεν έδειχνε να τον ήξερε. Τότε ήταν που με χτύπησε σαν κεραυνός εκείνη η σκέψη η μάλλον διαπίστωση που έμελλε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη ευαίσθητη ψυχολογική μου κατάσταση. Θυμήθηκα ότι όσο ανάρρωνα στο νοσοκομείο είχα την ευκαιρία να συζητήσω με μια νοσοκόμα και ένα γιατρό οι οποίοι τύχαινε να γνώριζαν από παλιά τη γριά Μαργαρίτα και τον μακαρίτη άνδρα της. Αυτό που θυμήθηκα από τις συζητήσεις μας ήταν ότι τον άνδρα της τον λέγαν Ανδρέα.


Με μια μικρή καθυστέρηση ανέβηκε το 3ο και τελευταίο μέρος της ιστορίας.

Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 2ο.


Στο πανεπιστήμιο γνώρισα ένα νεαρό λίγο μεγαλύτερο από εμένα ο οποίος επίσης φοιτούσε στο φυσικό τμήμα, τον έλεγαν Ανδρέα και ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος μου. Εκείνη την στιγμή διένυε το τρίτο εξάμηνο των σπουδών του ενώ εγώ βρισκόμουν στο πρώτο, όμως αυτή η μικρή διαφορά δεν μας εμπόδισε από το να κάνουμε παρέα. Έτσι μόλις τελείωσαν οι διαλέξεις για την ημέρα πήγαμε μαζί μια βόλτα στην περιοχή. Ο Ανδρέας ήταν ντόπιος και προθυμοποιήθηκε να μου δείξει τα κατατόπια, εγώ από την άλλη θέλοντας να μείνω στο διαμέρισμα όσο το δυνατόν λιγότερο δέχτηκα την πρόταση.

Είχε πάει δέκα το βράδυ όταν εγώ και ο νέος μου φίλος βρισκόμασταν σε μια δημοφιλή καφετερία λίγα χιλιόμετρα μακριά από το πανεπιστήμιο, ξεκουραζόμασταν καθώς περπατήσαμε πάνω από τρεις ώρες. Κάπου εκεί στη συζήτηση ο φίλος μου με ρώτησε αν είχα ενοικιάσει κάποιο διαμέρισμα.

Α- βρήκες διαμέρισμα;

Ε- ναι, μου πείρε λίγες ημέρες όμως τελικά μου το νοίκιασε μια γιαγιά σε πολύ καλή τιμή.

Α- είναι όμως σε καλή κατάσταση το σπίτι; να προσέχεις αυτές τις «χαμηλές» τιμές γιατί μπορούν να κρύβουν παγίδες. Έλεγξες μήπως έχει κάποιο θέμα το διαμέρισμα;

Ε- το έλεγξα και είναι σε αρκετά καλή κατάσταση, όσον αφορά αυτό το ζήτημα είμαι ικανοποιημένος και είναι και κοντά στο πανεπιστήμιο λιγότερο από τριάντα λεπτά με τα πόδια όμως …

Α- τι;

Ε- αισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά από την στιγμή που πάτησα εκεί.

Α-τι δεν πάει καλά; βρήκες τίποτα κατσαρίδες ή μήπως κανένα σπασμένο σωλήνα;

Ε- πρώτα από όλα υπάρχει μέσα στο διαμέρισμα ένα δωμάτιο το οποίο είναι κλειδωμένο και τα κλειδιά τα έχει μόνο η γιαγιά, εκτός από αυτό τα δυο βράδια που κοιμήθηκα εκεί είδα τρομερά όνειρα με αποτέλεσμα να έχω πολύ ανήσυχο ύπνο. Υπάρχει μια πολύ σκοτεινή αύρα στο μέρος την οποία αρχίζω όλο και περισσότερο να αντιλαμβάνομαι.

-Τώρα τα μάτια του Ανδρέα είχαν γίνει ορθάνοικτα με τον τρόμο να αντικατοπτρίζεται πάνω τους.-

Α- τη γριά μήπως τη λένε Μαργαρίτα;

Ε- ναι πως το ξέρεις;

Α- μήπως στα όνειρα σου πρόσεξες μια μαύρη κούκλα; ξέρεις, σαν αυτές που έχουν στις βιτρίνες των μαγαζιών.

-άνοιξα το στόμα μου να απαντήσω, όμως η φρίκη που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο μου έδωσε από μόνη της την απάντηση –

Ε- την είδα που να πάρει ο διάβολος όμως εσύ πως τα ξέρεις αυτά; τι συμβαίνει;

– ο φίλος μου τώρα φαινόταν τρομοκρατημένος όμως προσπαθούσε να κρύψει αυτό το συναίσθημα οπότε μετά από μερικά δευτερόλεπτα ησυχίας και με μια φωνή που προσπαθήσει να περάσει για ήρεμη, μου απάντησε-

Α- μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε από εκείνο το μέρος όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αν μπορείς καν’ το και σήμερα, όσο μένεις εκεί θα κινδυνεύει η ζωή σου.

Ε- γιατί το λες αυτό; σε παρακαλώ πες μου ότι γνωρίζεις, γιατί κινδυνεύει η ζωή μου και τι είναι αυτή η κούκλα;

Α- πέρυσι, είχα γνωρίσει ένα νεαρό που τον λέγανε Γιάννη, ήταν και αυτός δεκαοκτώ ετών και είχε έρθει από ένα χωρίο μερικές ώρες μακριά, για να σπουδάσει ιατρική. Τον γνώρισα κατά τύχη, το πως ακριβώς δεν έχει και πολύ σημασία τώρα, ήταν καλό παιδί όμως είχε το ίδιο πρόβλημα με εσένα, είχε πολύ λίγα χρήματα, οι γονείς του ήταν φτωχοί και τα χρήματα που του είχανε δώσει δεν θα αρκούσαν για πολύ, οπότε έπρεπε να βρει ένα διαμέρισμα με πολύ φτηνό ενοίκιο και μάλιστα γρήγορα, δυστυχώς είχε αργήσει να έρθει στην πόλη και έτσι δεν υπήρχαν διαθέσιμα διαμερίσματα ούτε από την εστία του πανεπιστήμιου. Καταλαβαίνεις ότι παρόλο που υπήρχαν μερικά συμπαθητικά διαμερίσματα διαθέσιμα προς ενοικίαση, κανένα από αυτά δεν είχε αρκετά χαμηλό ενοίκιο και έτσι ο Γιάννης δεν μπορούσε να ενοικιάσει κανένα. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι που συνάντησε τη κυρία Μαργαρίτα και τελικά νοίκιασε το ίδιο διαμέρισμα που έχεις εσύ τώρα. Ο φίλος μου λοιπόν, από το πρώτο κιόλας βράδυ σε εκείνο το διαμέρισμα είχε τους ίδιους εφιάλτες με εσένα και στις περιγραφές των ονείρων του έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην κούκλα που είδες και εσύ. Αυτή η κούκλα τον πλησίαζε καρφώνοντας όπως μου είπε, τα αόρατα της μάτια πάνω του και έμενε έτσι μέχρι να τελειώσει το όνειρο και να ξυπνήσει. Όμως, όλη κατάσταση έφτασε στο αποκορύφωμα όταν την τέταρτη, αν δεν κάνω λάθος, νύχτα του Γιάννη εκεί, η κούκλα άρχισε να του μιλά τηλεπαθητικά, κανενός τα χείλη δεν κουνιόταν όμως ο φίλος μου μπορούσε να ακούσει ξεκάθαρα τη φωνή της μαύρης κούκλας μέσα στο κεφάλι του. Του είπε ότι η γυναίκα αυτή παλιά διατηρούσε ένα κατάστημα ρούχων, εκεί όπως θα έχεις δει τοποθετούν παρόμοιες κούκλες στις βιτρίνες έτσι ώστε να αναδείξουν καινούργιες συλλογές ενδυμάτων και να προσελκύσουν κόσμο. Όμως η γυναίκα αυτή είχε περισσότερα σχέδια για μια από αυτές τις κούκλες. Μια μέρα λοιπόν όταν ο άνδρας της είχε πάει να πληρώσει μερικούς λογαριασμούς και θα αργούσε να γυρίσει, η γυναίκα πήρε μια από τις κούκλες που είχαν φυλαγμένες στην αποθήκη και τη μετέφερε στο σπίτι της. Εκεί την έντυνε την έγδυνε τις έβαφε τα νύχια και γενικά της φερόταν σα να ήταν άνθρωπος. Είχε πάθει ένα είδος ψύχωσης με την κούκλα. περιττό να πω ότι στο μαγαζί δεν ξαναπάτησε ήταν φαίνεται πολύ απασχολημένη στο σπίτι… Μια μέρα είπε στον άνδρα της ότι μέσα στην κούκλα ήταν φυλακισμένη η ψυχή της κόρης τους, την οποία είχαν χάσει πριν από μερικά χρόνια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο σύζυγος της είχε καταφέρει να ξεπεράσει αυτή την απώλεια η τουλάχιστον είχε μάθει να ζει με τον πόνο, ξέρεις άλλωστε ότι ο χρόνος θεραπεύει τις πληγές της ψυχής. Η γυναίκα όμως δεν ξεπέρασε ποτέ αυτή την απώλεια, ίσως να μην ήθελε και η ίδια να την ξεπεράσει και έτσι κατέληξε να ντύνει και να περιποιείται μια άψυχη μαύρη κούκλα πιστεύοντας πως μέσα της υπήρχε το χαμένο της παιδί. Ο άνδρας της έχοντας μείνει μόνος στο μαγαζί προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα προς το ζην και έχοντας να υποστεί αυτή την παράνοια στο σπίτι έκανε υπομονή για εβδομάδες όμως τελικά ξέσπασε κι άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του η οποία σε αυτό το σημείο φαινόταν εντελώς φρενοβλαβής, αποκομμένη από τον έξω κόσμο και παγιδευμένη στο δικό της μικρό παρανοϊκό σύμπαν, τις είπε ουρλιάζοντας πως η κόρη τους ήταν ΝΕΚΡΉ και αυτό δεν άλλαζε με κανένα τρόπο και πάνω στην οργή του έδωσε μια ισχυρή σπρωξιά στη κούκλα ρίχνοντας την κάτω μπροστά στα έντρομα μάτια της γυναίκας. Μόλις η γυναίκα αντίκρισε την κούκλα πεσμένη κάτω και πιστεύοντας ότι είχε πονέσει το παιδί της, επιτέθηκε στον άνδρα της όταν αυτός έχοντας ηρεμήσει (όσο ήταν δυνατόν σε αυτή την κατάσταση) γύρισε την πλάτη του και έκανε να φύγει από το δωμάτιο, σπρώχνοντας τον με αρκετή δύναμη ώστε αυτός να πέσει με το κεφάλι πάνω στη γωνία μιας συρταριέρας. Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος. Η γυναίκα όμως στάθηκε τυχερή αφού φορώντας το προσωπείο της συντετριμμένης από το θάνατο του αγαπημένου της συζύγου γυναίκας κατάφερε να απομακρύνει όλες τις υποψίες από πάνω της και να καταχωρηθεί στα πρακτικά ο θάνατος ως ατύχημα στο οποίο η γυναίκα δεν είχε καμία ανάμειξη. Μάλιστα για να μην κεντρίσει αδιάκριτα βλέμματα προτού καλέσει το ασθενοφόρο υποκρινόμενη την σοκαρισμένη, φρόντισε ώστε να μεταφέρει την κούκλα μαζί με τα ρούχα και τα στολίδια που της φορούσε στο πάνω διαμέρισμα και να τα κλειδώσει σε ένα δωμάτιο. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις ποιο ήταν αυτό το διαμέρισμα. Μέσα σε όλα αυτά, η κούκλα στο όνειρο ανέφερε στο Γιάννη ότι από τη μέρα αυτή η γυναίκα άρχισε να έχει δολοφονικές σκέψεις τις οποίες κατάφερνε με μαεστρία να κρύψει από τον έξω κόσμο με αποτέλεσμα όποιος εισέρχονταν στην πολυκατοικία της να διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο. Επίσης, η κούκλα του ζήτησε να φύγει από το σπίτι όσο ποιο γρήγορα γινόταν γιατί η γριά είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος του και έτσι μπορούσε να μπει μέσα όποτε επιθυμούσε.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Τετάρτη.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 1ο.


Αγαπητέ αναγνώστη, όποιος κι αν είσαι και για όποιον λόγο κι αν διαβάζεις αυτή την ιστορία, σου γνωρίζω ότι αυτά τα οποία θα περιγράψω στο παρακάτω κείμενο, είναι πράγματα που μπορούν να οδηγήσουν στην τρέλα ακόμα και τον ποιο λογικό και ισχυρό νου. Πρόκειται για πράγματα εξωφρενικά, πέρα από κάθε λογική που κανείς δεν θα έπρεπε ποτέ να βιώσει. Ας είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου προειδοποίηση, αν συνεχίσεις να διαβάζεις, το λογικό σου θα δοκιμαστεί και ίσως μεγάλο κακό να σε βρει.

Αν λοιπόν αποφάσισες να διαβάσεις την τραγική μου ιστορία έχε καλώς, αν πάλι όχι, δε μπορώ να σε κατηγορήσω. Όμως για να μην περιττολογώ, θα ξεκινήσω να αφηγούμαι την φρικτή αυτή ιστορία και τα γεγονότα που με στιγμάτισαν για πάντα.

Είμαι μόλις δεκαοκτώ ετών και πρόσφατα έγινα δεκτός σε ένα σεβαστό πανεπιστήμιο της χώρας. Εγώ φυσικά, αποφάσισα να πάω και να φοιτήσω στο φυσικό τμήμα μιας και αυτό είναι κάτι που επιθυμούσα εδώ και πολλά χρόνια μιας και από μικρό με χαρακτήριζε μια έμφυτη περιέργεια για τον κόσμο, τον τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος, το διάστημα κτλ, ενώ επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν, ο φον Νιούμαν και ο Νεύτωνας, τους θεωρούσα ως πρόσωπα προς μίμηση. Έτσι ήλπιζα πως με σκληρή δουλειά θα κατάφερνα και εγώ να συνεισφέρω στην επιστήμη. Για να γίνω λοιπόν ένας καλός επιστήμονας, έπρεπε προφανώς να φοιτήσω σε ένα τμήμα φυσικής, όμως πρώτα ήταν αναγκαίο να βρω ένα διαμέρισμα για να ζήσω αφού το πανεπιστήμιο βρισκόταν πολύ μακριά από το χωριό μου, οπότε έπρεπε να ενοικιάσω ένα σπίτι όπως κάνουν τόσοι και τόσοι φοιτητές.

Αφού έψαξα μερικές ημέρες, τελικά εντόπισα ένα διαμέρισμα που απείχε όχι πάνω από τριάντα λεπτά με τα πόδια από το πανεπιστήμιο. Σπιτονοικοκυρά ήταν μια γριά χήρα ευγενική και με πολύ καλούς τρόπους η οποία συμφώνησε να μου νοικιάσει το σπίτι σε μια απροσδόκητα χαμηλή τιμή. Επρόκειτο για την ποιο χαμηλή τιμή που είχα βρει ως τότε και πέρα από αυτό, το διαμέρισμα αν και παλιό ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση, δεν είχε πουθενά διαρροές, σπασμένους σωλήνες η κάποια σοβαρή βλάβη.

Λαμβάνοντας αυτά υπόψιν, σε δυο ημέρες επικοινώνησα ξανά με τη γιαγιά και της ανακοίνωσα ότι θα νοίκιαζα εν τέλει το διαμέρισμα. Στην απόφαση μου αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι μου τελείωναν τα χρήματα και έτσι δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να κοιμάμαι στο ξενοδοχείο όπου έμενα αυτές τις ημέρες που αναζητούσα σπίτι. Την ίδια μέρα κιόλας, πήγα να συναντήσω τη γιαγιά και αφού συμφωνήσαμε και υπέγραψα τα απαραίτητα έγγραφα, επέστρεψα στο ξενοδοχείο, μάζεψα τα λίγα πράγματα μου, πλήρωσα για την τελευταία μου διαμονή και έφυγα με σκοπό να πάω επιτέλους στο νέο μου διαμέρισμα και να τακτοποιηθώ.

Την ώρα που βρισκόμουν στο κατώφλι του διαμερίσματος που βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτηρίου, η γιαγιά η οποία και ζούσε στο ισόγειο, ανέβηκε λαχανιασμένη τα σκαλιά και ζήτησε συγγνώμη διότι είχε ξεχάσει να μου πει ότι υπήρχε ένα δωμάτιο στο σπίτι, τα κλειδιά του οποίου κατείχε μόνο εκείνη και πως απαγορευόταν να έχω πρόσβαση εκεί. Το εν λόγο δωμάτιο το είχα παρατηρήσει και την πρώτη φορά που μου έδειχνε το διαμέρισμα η γιαγιά, όμως η ίδια απέφευγε να απαντήσει στις αδιάκριτες ερωτήσεις μου, υπέθεσα ότι δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία και θα μάθαινα αργά η γρήγορα, άλλωστε δεν είναι μυστικό ότι οι ηλικιωμένοι έχουν τις παραξενιές τους. Τώρα όταν τη ρώτησα, εμφανώς ανήσυχος, για τον λόγο που αυτό το δωμάτιο ήταν κλειδωμένο, εκείνη απάντησε πως ο χώρος εκείνος χρησιμοποιούνταν για χρόνια ως αποθήκη από τον μακαρίτη τον άνδρα της , ο οποίος όμως ποτέ δεν το καθάρισε με αποτέλεσμα τώρα το δωμάτιο εκείνο να είναι γεμάτο πεταμένα στο πάτωμα καρφιά, κατσαβίδια, διάφορα εργαλεία, σύρματα, για να μην αναφέρουμε τη βρομιά και τις κατσαρίδες που πρέπει να είχαν μαζευτεί εκεί πέρα μέσα στα χρόνια, μάλιστα η γιαγιά ανέφερε ότι μερικές φορές που είχε ανοίξει το δωμάτιο, είχε βρει μέσα ακόμα και ποντίκια τα οποία προφανώς ακολούθησαν τη διαδρομή μέσα από κάποιο σπασμένο σωλήνα που δεν επισκεύασε ποτέ κανείς. Όλα λοιπόν έδειχναν ότι όσο και αν με έτρωγε η περιέργεια να μπω μέσα δεν θα το κατάφερνα αυτό σύντομα, ομολογώ όμως ότι ξαφνιάστηκα με αυτά που μου είπε η γριά και αηδίασα στην ιδέα ότι κάποιος αρουραίος θα μπορούσε να βρεθεί μέσα στο σπίτι μου, όμως συνειδητοποίησα ότι το δωμάτιο ήταν καλά σφραγισμένο και το υπόλοιπο διαμέρισμα βρισκόταν σε αρκετά ικανοποιητική κατάσταση οπότε κατέληξα στο ότι το ενδεχόμενο αυτό ήταν σχεδόν απίθανο. Τελικά συμφώνησα να μην επιχειρήσω να μπω μέσα στο δωμάτιο με κανένα τρόπο και η γιαγιά επέστρεψε στο διαμέρισμα της.

Η πρώτη νύχτα στο διαμέρισμα αυτό δεν ήταν καθόλου καλή, ο ύπνος μου ήταν εξαιρετικά διαταραγμένος με εφιάλτες στους οποίους μπορούσα να δω νεκροταφεία, δυο θολές μορφές οι οποίες φαινόταν να λογομαχούν έντονα, κραυγές οργής έσκισαν τα τύμπανα των αυτιών μου ουκ ολίγες φορές το χειρότερο όμως από όλα ήταν οι αρουραίοι οι οποίοι εμφανιζόταν ξαφνικά σε κάθε σημείο που κοιτούσα. Το αποκορύφωμα αυτής της κόλασης ήρθε όταν έκανα να στηριχτώ στον τοίχο πίσω μου μόνο για να αισθανθώ κάτι τριχωτό να κινείται στην πλάτη μου και γυρίζοντας το βλέμμα μου προς τον τοίχο, να τον δω καλυμμένο μαύρους τριχωτούς τεράστιους αρουραίους οι οποίοι όντας τόσο στρυμωγμένοι έκαναν τον τοίχο να μοιάζει με ένα μαύρο αρρωστημένο χαλί βρομιάς και αηδίας. Μετά από αυτό, οι φωνές έπαψαν και οι μόνες κραυγές που ακούγονταν ερχόντουσαν από εμένα. Ξύπνησα τελικά στο κρεβάτι του νέου μου διαμερίσματος ιδρωμένος και κατάχλομος.

Αυτή ήταν αδιαμφισβήτητα μια απαίσια εμπειρία, όμως τα χειρότερα έμελλε να έρθουν το επόμενο βράδυ. Όλα ξεκίνησαν όταν όντας ακόμα ανήσυχος από τους εφιάλτες της προηγούμενης νύχτας αποφάσισα να ξαπλώσω γύρω στις δέκα το βράδυ. Σε αυτή την απόφαση συνέβαλε και το γεγονός ότι το πρωί της επόμενης ημέρας ξεκινούσαν τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο οπότε ήθελα να είμαι όσο ποιο ξεκούραστος μπορούσα. Δεν άργησα να αποκοιμηθώ όμως και πάλι ο ύπνος μου μαστίζονταν από ακατονόμαστους εφιάλτες, σκοτεινές φιγούρες, τεράστιες σαρανταποδαρούσες, σκοτεινές σιλουέτες και φυσικά αρουραίους. Κάποια στιγμή λοιπόν μέσα στο όνειρο παρατήρησα μια μαύρη γυναικεία κούκλα σαν αυτές που τοποθετούν στις βιτρίνες των καταστημάτων ρούχων, η κούκλα δεν επενέβαινε καθόλου στο όνειρο και στεκόταν όρθια στο παρασκήνιο με τέτοιο τρόπο που μου έδινε την εντύπωση ότι με παρακολουθούσε διακριτικά με τα αόρατα μάτια της. Μάλιστα την ίδια κούκλα είχα δει και στο προηγούμενο όνειρο όμως δεν της έδωσα σημασία και τότε όμως για μια στιγμή πίστεψα ότι είχε καρφωμένα τα μάτια της πάνω μου. Τι ανόητη σκέψη σωστά; άλλωστε η κούκλα όπως είπα δεν είχε μάτια και ήταν εντελώς ακίνητη άρα δεν είχα κανένα λόγο να πιστεύω ότι ήταν ζωντανή. Και όμως, το ένστικτο μου αυτό ακριβώς μου έλεγε.

Οι εφιάλτες μου αυτή τη νύχτα ήταν πολύ ποιο έντονοι, όπως άφησα να εννοηθεί και πριν όμως ο πραγματικός τρόμος άρχισε όταν ξύπνησα. Τότε ήταν που το είδα. Είδα ΑΥΤΗ την κούκλα να στέκεται πάνω από το κεφάλι μου έχοντας τα ανύπαρκτα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Αυτό το κενό, στερούμενο οποιασδήποτε έκφρασης βλέμμα που είχε δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Εκείνη τη στιγμή απλώς τα έχασα, όλα έγιναν σκούρα και λιποθύμησα.

Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι συνήλθα ακριβώς δυο ώρες προτού ξεκινήσει το πρώτο μάθημα στο τμήμα μου. Είναι προφανές ότι δεν είχα καμία διάθεση να πάω, εδώ που το σκέφτομαι δεν είχα διάθεση ούτε καν για να σηκωθώ από το κρεβάτι. Εν τέλει όμως αποφάσισα να πάω στο πανεπιστήμιο με την ελπίδα ότι θα σκότωνα λίγο χρόνο με συνομήλικους μου και ίσως να έκανα κανένα νέο φίλο για να μην αναφέρω ότι ήθελα να λείπω από το καταραμένο διαμέρισμα όσο το δυνατόν περισσότερο. Ας ξεκαθαρίσω σε αυτό το σημείο ότι αφότου ξύπνησα η μάλλον συνήλθα, θεωρούσα ότι η κούκλα που είχα δει πριν μερικές ώρες ανήκε στο όνειρο και όχι στην πραγματικότητα.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Δευτέρα.


 

Φαντάσματα: Το Φάντασμα Της Πολυκατοικίας.


Εδώ και καιρό η Τζέσυ ένιωθε κάτι περίεργο να συμβαίνει στην πολυκατοικία που έμενε τους τελευταίους πέντε μήνες. Ενώ είναι κοπέλα αθλητική, χωρίς φοβίες και μόλις 25 χρονών, όταν σβήνει το κοινόχρηστο φως στη σκάλα, βιάζεται να το ανάψει πάλι. Δεν φοβάται το σκοτάδι. Όταν κοιμάται δεν θέλει ίχνος φωτός. Ούτε φοβάται κάποιον ληστή ή βιαστή μιας και η εξώπορτα της πολυκατοικίας κλείνει πολύ γρήγορα.  Φοβάται ότι μόλις σβήσει το φως κάποιος θα εμφανιστεί πίσω της. Μια αρχετυπική μορφή σαν σκιά χαραγμένη στο μυαλό του κάθε ανθρώπου από την εποχή των σπηλαίων. Γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Δεν ξεπηδάνε σκιές και φαντάσματα μέσα σε πολυκατοικίες. Έτσι κι αλλιώς δεν πιστεύει στα φαντάσματα και στην αστρολογία. Ούτε καν στη θρησκεία. Όμως όταν καθυστερεί στις σκάλες και το φως σβήνει, νιώθει τον σβέρκο της να ανατριχιάζει και την αίσθηση αιμοδηψίας μιας οντότητας να την μαχαιρώνει στη πλάτη και να της σκίζει την καρδιά.

Ο τρόμος που την κυριεύει κάθε φορά είναι κάτι το ανεξήγητο για αυτή. Είναι κάτι που πάει κόντρα στις ορθολογικές της αντιλήψεις. Για να αποδείξει στον εαυτό της ότι ο φόβος αυτός είναι ηλίθιος, στάθηκε έξω από την πόρτα της ένα βράδυ και έμεινε στο σκοτάδι. Το αποτέλεσμα ήταν να βάλει τα κλάματα και τελικά να λιποθυμήσει. Την βρήκε το επόμενο πρωί ο γερο-Τζόνυ που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν μεθυσμένη και πήγε να τη βοηθήσει. Όταν συνήλθε του είπε ότι λιποθύμησε από τον φόβο της σε μια προσπάθεια να τον αντιμετωπίσει. Ο γερο-Τζονυ τη σήκωσε απαλά και της είπε ότι δεν πρέπει να ντρέπεται που φοβάται το σκοτάδι. Η Τζέσυ ενοχλήθηκε αλλά δεν μπήκε στον κόπο να του δώσει εξηγήσεις φοβούμενη μήπως την περάσει για τρελή. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τη διώξουν από αυτό το διαμέρισμα.

Λίγες μέρες αργότερα καθώς έφευγε για τη δουλειά της, είδε κολλημένο στη εξώπορτα ένα κηδειόχαρτο. Έγραφε ότι θα τελεστεί εξάμηνο μνημόσυνο για τον Μπέντζαμιν Κούπερ ο οποίος ήταν κάτοικος της πολυκατοικίας. Η Τζέσυ δεν είχε ιδέα ότι κάποιος πέθανε λίγο πριν μετακομίσει και είχε σοβαρές υποψίες ότι πέθανε στο διαμέρισμά της. Πως το είπε ο σπιτονοικοκύρης της; “Το διαμέρισμα είναι πλήρως επιπλωμένο. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης δεν τα χρειάζεται πια”. Λογικό είναι. Το μόνο έπιπλο στον τάφο είναι το φέρετρο. Ξεροκατάπιε και συνέχισε το δρόμο της.

Επέστρεψε το απόγευμα με μια σακούλα ψώνια στα χέρια. Δεν ήθελε να πέσει ο ήλιος πριν μπει στο σπίτι. Φτάνοντας στην πόρτα της, γύρισε και κοίταξε την πόρτα του γερο-Τζονυ. “Αυτός θα ξέρει” σκέφτηκε. Άφησε τα ψώνια στην πόρτα της και πήγε στην πόρτα του γείτονα. Χτύπησε το κουδούνι αλλά δεν ακούστηκε ήχος. “Θα χάλασε” σκέφτηκε και χτύπησε την πόρτα. “Ποιος είναι;” ακούστηκε η αδύναμη φωνή του γερο-Τζονυ. “Η Τζέσυ κύριε Τζον”. Η πόρτα άνοιξε και ο γερο-Τζονυ την καλωσόρισε. “Πέρνα μέσα κοπέλα μου, συνέβη κάτι;” Η Τζέσυ έκανε ένα βήμα μέσα. Τα φώτα ήταν σβηστά και το φως του ηλιοβασιλέματος έμπαινε από τα παράθυρα και φώτιζε το σπίτι του. Τα έπιπλα ήταν παλιά, όπως και αυτός, και υπήρχε η μυρωδιά αρωματικών φυτών στον αέρα. “Δεν συνέβη κάτι κύριε Τζον, είπε η Τζέσυ, ήθελα να σας ρωτήσω για κάποιον Μπέντζαμιν Κούπερ”. “Α ο Μπεν” το πρόσωπο του γερο-Τζονυ κατσούφιασε “ήταν καλός άνθρωπος, πέθανε από καρδιά. Το διαμέρισμά του νοίκιασες. Το ήξερες αυτό, έτσι δεν είναι;”. Η Τζέσυ ταράχτηκε λίγο αλλά το έκρυψε όσο καλύτερα μπορούσε. “Φυσικά και το ήξερα. Από περιέργεια ρώτησα. Πρέπει να πηγαίνω τώρα”, έβλεπε τον ήλιο να δύει και έπρεπε να μπει στο διαμέρισμά της. “Εντάξει καλή μου. Καλό βράδυ να έχεις”. Η Τζέσυ ανταπέδωσε το καληνύχτισμα και γυρνώντας στην πόρτα του διαμερίσματός της δεν έβλεπε πουθενά τη τσάντα με τα ψώνια της. Θυμωμένη και απογοητευμένη έψαξε τριγύρω και δεν τη βρήκε. “Κάποιος την έκλεψε σκέφτηκε. Κάποιος από την πολυκατοικία”. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Την έκλεισε χτυπώντας τη. Έβαλε νερό να βράσει για να φτιάξει τσάι και ένα σιντι κλασικής μουσικής για χαλάρωση.

Μια ώρα αργότερα είχε σχεδόν πιεί το τσάι της και είχε χαλαρώσει αρκετά. Έξω είχε νυχτώσει. Σκέφτηκε πόσο ηλίθια ήταν και πως τώρα έβγαινε κάποιο νόημα. Το φτηνό ενοίκιο, τα παλιά έπιπλα. Προφανώς αυτός ο Μπεν δεν είχε οικογένεια και ποιος θα ήθελε να νοικιάσει το σπίτι και τα έπιπλα ενός νεκρού; Ύστερα υπέθεσε πως ίσως να έχει μείνει κάτι από τον νεκρό και να είναι κρυμμένο. Που όμως; τα συρτάρια και τα ντουλάπια ήταν άδεια. Το στρώμα στο κρεβάτι καινούργιο. Η βιβλιοθήκη άδεια. Το πατάρι άδειο. Ή μήπως όχι; είναι το μόνο μέρος που δεν έχει δει. Στα γρήγορα πήρε μια καρέκλα, ανέβηκε και άνοιξε το πορτάκι και μπίνγκο. Ένα χαρτοκιβώτιο. Το τράβηξε κοντά της και το κατέβασε στο πάτωμα. Το έσυρε μέχρι το σαλόνι και άδειασε το περιεχόμενο του. Βιβλία. Λογοτεχνικά, ιατρικά και ένα τετράδιο. Άνοιξε το τετράδιο και όλες του οι σελίδες ήταν γεμάτες με τρεμάμενες λέξεις, σκόρπιες μέσα στις σελίδες χωρίς νόημα και σειρά. Οι περισσότερες λέξεις ήταν αίμα, φόβος, κρύψου, νεκρός, σκοτάδι, κρύο. Οι υπόλοιπες ήταν μουτζουρωμένες.

Η Τζέσυ ανατρίχιασε. Το μυαλό της πήγαινε στην παράλογη σκέψη ότι ο νεκρός θέλει εκδίκηση. Ότι το πνεύμα του θέλει να τραφεί με τον φόβο και το αίμα της. Έκλεισε το τετράδιο και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν υπάρχουν φαντάσματα και ότι ο Μπεν μάλλον είχε παραισθήσεις και κατάθλιψη και αυτό του προκάλεσε καρδιακό επεισόδιο και τον σκότωσε. Πήρε βαθιές ανάσες και αποφάσισε να κάνει ένα ζεστό ντους για να χαλαρώσει.

Μετά το μπάνιο φόρεσε πιτζάμες και ξάπλωσε στον καναπέ να δει τηλεόραση. Σκεπάστηκε με κουβέρτα και έβαλε δυο μαλακά μαξιλάρια στην πλάτη της. Μετά από μια ώρα τηλεόρασης και μερικές αλλαγές στη στάση που καθόταν από τη βαρεμάρα της, ένιωσε να πεινάει. Σηκώθηκε και άνοιξε το ψυγείο. Το μόνο που είχε ήταν δυο φέτες ψωμί για τοστ και ληγμένο γάλα. Έβρισε που της έκλεψαν τα ψώνια κάτω από τη μύτη και άνοιξε το συρτάρι με τα φυλλάδια για να παραγγείλει. Ήθελε κάτι υγιεινό και χορταστικό και επίσης καλό θα ήταν να δει έναν ακόμη άνθρωπο. Πέντε μήνες σε νέα πόλη και δεν είχε κάποια φίλη ή κάποιον φίλο που θα μπορούσε να καλέσει. Άρα με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Φαγητό και κάποιος που θα περπατήσει στο σκοτάδι της πολυκατοικίας χωρίς φόβο. Πολύ ενθαρρυντικό. Σήκωσε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε τον αριθμό. Την πρώτη φορά δεν είχε γραμμή. Τη δεύτερη όλα κύλισαν ομαλά και παρήγγειλε μια σαλάτα του καίσαρα με έξτρα κοτόπουλο.

Ξάπλωσε πάλι στον καναπέ να δει τηλεόραση αλλά το κανάλι είχε παράσιτα. Άλλαξε κανάλι και τα παράσιτα έγιναν πιο έντονα. Κάλυψαν όλη την οθόνη. Κάθε φορά που άλλαζε κανάλι ακουγόταν μια τρεμάμενη στριγκλιά από την τηλεόραση. Και ύστερα ένας βαθύς βρυχηθμός. Η Τζέσυ πάτησε το πλήκτρο για να κλείσει η τηλεόραση αλλά αυτή συνέχιζε να αλλάζει κανάλια και να βρυχάται. Τρομαγμένη, πετάχτηκε από την καρέκλα και τράβηξε βίαια το καλώδιο της τηλεόρασης. Σπινθήρες πετάχτηκαν από την πρίζα και με έναν κρότο κόπηκε το ρεύμα στο διαμέρισμα. Η Τζέσυ έμεινε μέσα στο σκοτάδι να τρέμει σαν το ψάρι. Είχε παγώσει. Στο ταβάνι ακούστηκαν γδούποι. Ούρλιαξε πάλι και έτρεξε προς τον καναπέ. Εκεί ήταν το κινητό της. Η μοναδική πηγή φωτός. Χτύπησε το πόδι της στο τραπέζι του σαλονιού και έπεσε σχεδόν ξαπλωτή στον καναπέ. Πήρε το κινητό, το ξεκλείδωσε γρήγορα και άνοιξε την εφαρμογή του φακού. Έφεξε στο ταβάνι και σκεφτόταν “Είναι τα βήματα των από πάνω” χωρίς να ξέρει αν είναι όντως νοικιασμένο το πάνω διαμέρισμα. Ο φόβος την είχε μαζέψει σε εμβρυική στάση και δάκρυζε χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει. Τα βήματα ακούστηκαν πάλι. Απομακρύνονταν. “Φεύγει” σκέφτηκε και εκείνη τη στιγμή ένα χτύπημα ακούστηκε έξω από την πόρτα της σαν κάποιος να χοροπήδησε δυνατά στο πάτωμα και αμέσως μετά ο ήχος του θυροτηλέφωνου.

Η Τζέσυ συνήλθε και βρήκε πάλι τα λογικά της. “Τι χαζή που είμαι” σκέφτηκε “Φοβήθηκα από βήματα και ένα βραχυκύκλωμα”. Πάτησε το κουμπί του θυροτηλέφωνου για να ανοίξει η εξώπορτα και σε λίγα δευτερόλεπτα είδε το φως της σκάλας που άναψε να φέγγει κάτω από την πόρτα της. Έβγαλε μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης. Το φως στη σκάλα έσβησε και το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. “Μισό λεπτό, έρχομαι, δεν έχω ρεύμα” φώναξε η Τζέσυ. Πήγε προσεκτικά προς την πόρτα με το κινητό της για φακό. Άνοιξε ελαφρά την πόρτα και αυτός που ήταν στην άλλη μεριά την έσπρωξε με ορμή. Η πόρτα χτύπησε τη Τζέσυ στο πρόσωπο σπάζοντας της ένα δόντι και ματώνοντας τα χείλη της. Σοκαρισμένη από το χτύπημα έκανε μερικά βήματα πίσω και ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να την αρπάζει από το λαιμό. Σήκωσε το φακό να δει ποιος είναι αλλά ο τύπος της χτύπησε το χέρι και της έπεσε το κινητό. Το πρόσωπο του φωτίστηκε στιγμιαία και φάνηκε γνώριμο στη Τζέσυ. Προσπάθησε να φωνάξει βοήθεια αλλά το χέρι την έπνιγε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να ανασάνει. Την έσερνε στη κρεβατοκάμαρα. “Θεέ μου αν είναι να με βιάσει καλύτερα να με σκοτώσει” σκέφτηκε η Τζέσυ. Έκλεισε τη πόρτα του δωματίου και της άφησε το λαιμό. Έβηξε και πήγε να φωνάξει βοήθεια αλλά η φωνή της δεν έβγαινε. Ο άντρας με το παγωμένο χέρι, της έριξε μια γροθιά στο διάφραγμα και της έκοψε την ανάσα. Η Τζέσυ γονάτισε και πάλευε να βάλει αέρα στα πνευμόνια της. Προσπάθησε να σηκώσει τα μάτια της να δει ποιος είναι αλλά μόλις έφτασε μέχρι τη μέση του βασανιστή της, το φως της σκάλας άναψε και αυτός εξαφανίστηκε σαν να μην υπήρχε ποτέ.

Σύρθηκε μέχρι την πόρτα και την άνοιξε με το ζόρι. Δεν μπορούσε να σηκωθεί και η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος βοήθειας. Συνέχισε να σέρνεται μέχρι το σαλόνι. Κοίταξε έξω από την πόρτα του διαμερίσματος και φώναξε από μέσα της “Μη φεύγετε γαμώτο. Βοηθήστε με. Θα με σκοτώσει.” Ύστερα είδε την πόρτα του γερο-Τζονυ. «Τουλάχιστον να πάω εκεί για να σωθώ». Στα μισά του σαλονιού άκουσε την πόρτα του ασανσέρ στους επάνω ορόφους να κλείνει. “Όχι, θα μπουν στο σπίτι τους και το φως θα σβήσει”. Σε μια ύστατη στιγμή απόγνωσης η Τζέσυ επιστράτευσε όλες τις δυνάμεις της και σηκώθηκε.  Όμως το φως έσβησε λίγο πριν φτάσει στη πόρτα και ο τύπος με τα παγωμένα χέρια της κλώτσησε τα πόδια κι την έριξε κάτω. Η φωνή της δυνάμωνε και προσπαθούσε να καλέσει βοήθεια. Τότε ένιωσε τα χείλη της να μουδιάζουν και το κεφάλι της να τινάζεται πίσω. Η κλωτσιά στο πρόσωπο ήταν τόσο δυνατή που κύλησε ως τη πόρτα και χτύπησε στο κάσωμα. Ο άντρας την έπιασε από τα μαλλιά και τη σήκωσε όρθια. Η παγωμένη του ανάσα έμπαινε στα ματωμένα της ρουθούνια. Πανικοβλημένη και σε κατάσταση υστερίας, η Τζέσυ σπαρταρούσε και τιναζόταν σαν ψάρι έξω από το νερό. Τα μαλλιά της ξεριζώθηκαν και η τούφα με λίγο αίμα έμεινε στα χέρια του παγωμένου άντρα. Με αυτή την κίνηση απόγνωσης η Τζέσυ έπεσε πάνω στην πόρτα του γερο-Τζονυ. “Σώθηκα” σκέφτηκε “είμαι τυχερή” και άρχισε να χτυπάει την πόρτα του γερο-Τζονυ με τα χέρια και το κεφάλι. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και το σώμα της παρέλυσε. Με κλειστά ματιά έπεσε πάνω στον γερο-Τζονυ ψιθυρίζοντας βοήθεια. “Μην ανησυχείς καλή μου, εδώ θα είσαι ασφαλής” είπε ο γερο-Τζονυ με την ήρεμη όπως πάντα φωνή του και την πήρε στο σπίτι του.

Το πρωί το ασθενοφόρο ήταν έξω από την πολυκατοικία και οι υπόλοιποι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στην είσοδο και συζητούσαν. “Αυτά τα διαμερίσματα είναι πολύ γκαντέμικα” έλεγε ο ένας, “Όσοι μένουν εκεί πεθαίνουν από καρδιά” έλεγε ο άλλος, “Ξεκίνησε με το κάθαρμα τον Τζόνυ όταν τον σκότωσαν πριν 20 χρόνια στο διαμέρισμά του και από τότε όσοι μένουν εκεί πεθαίνουν. Και μετά σου λέει να μην πιστεύεις στη κακή ενέργεια. Το κάθαρμα με τα παγωμένα χέρια τον λέγανε. Είχε γεμίσει το σπίτι του αρωματικά φυτά για να μη μυρίζουν τα πτώματα. Ελπίζω να μείνει το σπίτι του κλειστό για άλλα 20 χρόνια” είπε φανερά ενοχλημένος ένας ηλικιωμένος. Οι τραυματιοφορείς έβγαιναν από την πολυκατοικία με τη Τζέσυ ξαπλωμένη. “Κρίμα τόσο νέα κοπέλα να πεθάνει από καρδιά. Ούτε 25 δεν θα είναι. Ευτυχώς η πόρτα της ήταν ανοιχτή και αποφάσισα να πάρω τις σκάλες σήμερα”. Το πρόσωπο της ήταν παραμορφωμένο από φόβο και τα νεκρά μάτια της ανοιχτά.


Ευχαριστούμε τον Azrael για την ιστορία του.


 

Φαντάσματα: Στέλλα.


Ο ληστής προχωράει συνέχισε να προχωράει μέσα στο δάσος με πυξίδα τα αστέρια και φως την πανσέληνο. Τα δέντρα δεν ήταν πολύ πυκνά και μπορούσε εύκολα να προσανατολιστεί. Έπρεπε να πάει βόρεια. Όσο πιο βόρεια μπορούσε για να γλιτώσει. Είχε προχωρήσει αρκετά βαθιά στο δάσος και πλέον δε βιαζόταν. Κανείς δεν θα τον έψαχνε σε αυτό το μέρος. Οι ιστορίες για άτομα που δεν ξαναβγήκαν ποτέ από την καρδιά του δάσους είναι πάρα πολλές για να περάσουν αδιάφορες στους κατοίκους των γύρω περιοχών.

Το δάσος ήταν ήσυχο. Αλλόκοτα ήσυχο. Δεν ακουγόταν το θρόισμα των φύλλων, δεν ακουγόταν τα νυχτόβια αρπακτικά και τρωκτικά παρά μόνο ένας ανεπαίσθητος ψίθυρος που θύμιζε τον ήχο που κάνει η φλόγα του κεριού όταν τη φυσάμε κι αυτή αρνείται να σβήσει. Υπνωτισμένος από τον ψίθυρο άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του, χωρίς να έχει συνείδηση ότι ξεστράτισε από την πορεία του. Συνέχισε να περπατά μέχρι που είδε μπροστά του ένα ξέφωτο και διάχυτο γαλάζιο φως να απλώνεται από το κέντρο του.

Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και κοιτούσε. Το ξέφωτο ήταν ένας τέλειος κύκλος με γρασίδι μέσα στο δάσος. Στη μέση υπήρχε ένας βωμός φτιαγμένος από δέντρο. Το δέντρο αυτό είχε παχύ κορμό αλλά δεν ήταν ψηλότερο από ένα μέτρο. Γύρω από τον κορμό του έκανε διακλαδώσεις και το κέντρο του ήταν σαν κρεβάτι που για στρώμα είχε πράσινα κίτρινα και καφέ φύλλα. Και ξαπλωμένη πάνω στα μαλακά φύλλα ήταν αυτή. Η γυναίκα που διάβαζε στους αρχαίους μύθους.

Πάνω της ήταν το κέντρο του γαλάζιου φωτός που απλωνόταν στο ξέφωτο. Αιωρούνταν και πετούσε γύρω της με σπειροειδείς κινήσεις. Ο ληστής κάρφωσε τα μάτια του σε αυτό και έγινε μάρτυρας καθώς το φως πύκνωνε και έπαιρνε μορφή. Τη μορφή ενός ανθρώπου ψηλού κι αδύνατου. Ήταν το πνεύμα που συντρόφευε τη γυναίκα των αρχαίων μύθων. Κάποτε ήταν αυτός που, σύμφωνα με το μύθο, γεννήθηκε αδύναμος, έζησε δυνατός και πέθανε παντοδύναμος και όλα αυτά για μια αγάπη χωρίς αντίκρισμα. Για να προστατεύσει τη γυναίκα που αγαπούσε χωρίς αυτή να τον αγαπάει. Ανιδιοτελής αγάπη στο μεγαλείο της.

Ο ληστής περίεργος να δει ποια γυναίκα προκάλεσε τόσο μεγάλα γεγονότα κάρφωσε τα μάτια του σε αυτή που ήταν ξαπλωμένη στο βωμό. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα ή καστανόξανθα, ανάλογα με το φως του πνεύματος. Τα χείλη της σφαλιστά κι αυτά σαν τα μάτια της. Το χρώμα και το σχήμα των χειλιών της, τον έκαναν να φανταστεί πόσο όμορφο χαμόγελο θα είχε. Τα χέρια της ήταν ανοιχτά στο πλάι σαν να περίμενε κάποιον να την αγκαλιάσει. Δεν ήταν ψηλή γυναίκα. Ήταν όμως όμορφη και λαμπερή και στο λαιμό της φορούσε ένα μενταγιόν σε σχήμα αστεριού.

Ο ληστής, άπληστος από τη φύση του, σκέφτηκε ότι το μενταγιόν αυτό θα είχε τεράστια αξία και ότι θα έπρεπε να περιμένει να εξαφανιστεί το πνεύμα για να το κλέψει. Τότε το φως άστραψε σαν κεραυνός και το ανθρώπινο περίγραμμά του φάνηκε ολοκάθαρα. Ο ληστής ένιωσε τον αέρα βαρύ. Τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να σταθεί όρθιος και έπεσε στα γόνατα. Ο ήχος της φλόγας που δεν σβήνει, πλέον έγινε ήχος πυρκαγιάς σε ανεμοστρόβιλο. Σήκωσε τα μάτια του να δει την αληθινή μορφή του πνεύματος. Ήταν όντως ανθρώπινη και όπως και στην αρχή, ψηλός, αδύνατος, χωρίς μαλλιά. Όπως τον περιγράφει ο μύθος. Αυτός που θυσίασε το σώμα του για να σώσει τη ζωή της.

Το πνεύμα φτιαγμένο από τρομερή γαλάζια συμπυκνωμένη ενέργεια, αιωρούμενο στάθηκε δίπλα στο βωμό. Κάθισε δίπλα της και άγγιξε το χέρι της. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της απαλά σαν να ξυπνούσε από γλυκό ύπνο. Είχαν καστανό χρώμα και έλαμπαν όταν αντίκριζε τα μάτια του προστάτη της. Ο ληστής αναρωτήθηκε μήπως κι αυτή τον αγαπούσε κρυφά και τώρα που κανείς δεν τη περιορίζει, μπορεί επιτέλους να του δείξει τι νιώθει και ερωτευμένοι διασχίζουν μαζί το πέρασμα των αιώνων. Γιατί όταν δυο άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να είναι μαζί, ο χώρος και ο χρόνος δεν έχει σημασία.

Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και το πνεύμα το έκλεισε μέσα στα δικά του. Κοιτάχτηκαν στοργικά. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή Όλος ο κόσμος ήταν ένα βλέμμα. Πλησίασαν κοντά και αγκαλιάστηκαν. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα ζεστό φιλί και τότε αιωρήθηκαν και οι δύο πάνω από το βωμό. Στροβιλιζόμενοι και τυλιγμένοι από γαλάζιες λωρίδες φωτός και ενέργειας, με σπινθήρες να πετιούνται στο τελείωμα τους και τα φύλα του βωμού να στροβιλίζονται κι αυτά γύρω τους και να μοιάζουν με κουρτίνα που κρατάει μακριά τους αδιάκριτους.

Ήταν το πιο αληθινό και ερωτικό φιλί που θα ευχόταν κάθε άνθρωπος να ζήσει. Ύστερα χαμήλωσαν. Κάθισαν πάλι στο βωμό. Κοιτάχτηκαν πάλι στα μάτια. Τα καστανά μάτια της γυναίκας βούρκωσαν και δάκρυσε. Το πνεύμα σκούπισε τα δάκρυά της με το δάχτυλο του. Της χάιδεψε τα μαλλιά και τα έπιασε πίσω από τα αυτιά της για να βλέπει το πρόσωπό της καλύτερα. Χαμογέλασε στη γυναίκα σαν της έλεγε ότι θα συνεχίσει να είναι για πάντα μαζί της. Ύστερα αυτή ξάπλωσε πάλι στο βωμό με τα χέρια ανοιχτά περιμένοντας την επόμενη στιγμή που θα την αγκαλιάσει και έκλεισε τα λαμπερά της μάτια.

Το πνεύμα αιωρήθηκε πάνω της και η μορφή του άρχισε να σπάει και να διαλύεται. Ο κυματισμός της λάμψης του έγινε άγριος και ο ληστής κυριεύθηκε από τρόμο και φόβο. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε. Ήταν ακόμα καθηλωμένος στα γόνατα. Το πνεύμα τον ανάγκαζε να υποκλιθεί μπροστά στην αγαπημένη του. Έπειτα όλα έγιναν αστραπιαία. Η γαλάζια λάμψη τον τύφλωσε και πριν εξαφανιστεί η ύπαρξή του από αυτόν τον κόσμο, άκουσε ολοκάθαρα το πνεύμα μέσα στο κεφάλι του να λέει τον αρχαίο στίχο που τον βασάνιζε «Πάντα θα έχει άλλο ταίρι, αυτή που το όνομά της σημαίνει αστέρι».

*Στέλλα στα λατινικά σημαίνει αστέρι.


Ευχαριστούμε τον Azrael για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Το Μονοπάτι.


Το περσινό καλοκαίρι, η Δανάη είχε πάει διακοπές στην Πάρο με 2 συμφοιτήτριες της. Το σπιτάκι που έμεναν το είχε αγορασμένο ο παππούς της για αυτήν για οπότε πήγαινε διακοπές εκεί. Ήταν χτισμένο μακριά από τα άλλα σπίτια! Έλεγαν για έναν μύθο για μία μητέρα με την κόρη της που τις σκότωσε ο άντρας της μέσα στο σπίτι, και μετά αυτοκτόνησε σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα!

Φυσικά οι τρεις κοπέλες δεν πίστευαν στον μύθο. Ένα βράδυ λοιπόν όταν γυρνούσαν από την απογευματινή τους βόλτα, είδαν στο μονοπάτι μπροστά από το σπίτι να περπατάει ένας άντρας αλλόκοτος, έμοιαζε ζαλισμένος με ένα σχοινί στον λαιμό του! Οι τρεις κοπέλες έμειναν να τον κοιτάζουν, όταν αυτός άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους!

Μπήκαν κάτασπρες απ’ τον φόβο τους στο σπίτι προσπαθώντας να πείσουν τους εαυτούς τους ότι ήταν απλώς οι σκιές των δέντρων… Καταφέρνοντας αυτό, πήγαν να κοιμηθούν.

Η Δανάη όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί! Βγήκε απτό δωμάτιο να κάνει μία βόλτα, μήπως και την πιάσει ο ύπνος, όταν στο τέλος του διαδρόμου είδε ένα κοριτσάκι με γυρισμένη πλάτη! Της είπε κλαίγοντας «Σε παρακαλώ βοήθησέ με….» και η Δανάη της απάντησε τρομαγμένη «Πες μου τι θα ήθελες;».

Η μικρή γύρισε και την κοίταξε! Τα μάτια της ήταν μαύρα και το πρόσωπο της σαπισμένο! Η Δανάη τσιρίζοντας έτρεξε προς το δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα! Οι άλλες δύο κοπέλες την άκουσαν και της είπαν πως θα ήταν καλό να ηρεμήσει λίγο.

Χωρίς να πει λέξη έπεσε να κοιμηθεί. Το όνειρο που είδε όμως δεν της άρεσε καθόλου! Είδε στο ίδιο μονοπάτι μία οικογένεια, και οι τρεις την κοίταζαν! Ακριβώς σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα είδε τον ίδιο άντρα που έβλεπε μπροστά της κρεμασμένο! Της έδειξαν το σπιτάκι. Μπήκε και είδε την μητέρα αποκεφαλισμένη και την κόρη της νεκρή στο πάτωμα!

Ξύπνησε απότομα και είδε στον απέναντι τοίχο γραμμένο με κόκκινα γράμματα «ΦΥΓΕΤΕ»! Ξύπνησε τα δύο κορίτσια και τους έδειξε κλαίγοντας τα γράμματα στον τοίχο! Πήγε να ανοίξει την πόρτα αλλά το κλειδί είχε εξαφανιστεί! Μία γυναικεία και μία παιδική φωνή άρχισαν να φωνάζουν πίσω από την πόρτα και άκουσαν γυαλιά να σπάνε!

Η Δανάη προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συνέβη αλλά δεν πρόλαβε! Χτύποι ακούστηκαν απ’ την πόρτα όταν άνοιξε και ξέσπασε μία ανεξήγητη φωτιά. Πήδηξαν απ’ το παράθυρο και είδαν στο μονοπάτι μία οικογένεια να περπατάει προς το μέρος τους! Ήταν γεμάτοι με αίμα και η γυναίκα κρατούσε το κεφάλι της στην αγκαλιά της! Αρχίσαν να τρέχουν προς το χωριό τόσο τρομαγμένες που κλείστηκαν μέσα σε ψυχιατρείο και δεν ξανά μίλησαν ποτέ!


Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της.


 

Τρόμου: Η Τελετή.


Το 1990 στα Χανιά, σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι λίγο πιο έξω, ισχυρίζονται οι κάτοικοι ότι τα βράδια ακούν διάφορες φωνές. Μάλιστα, αρκετές φορές, το σπίτι είχε αναμμένα τα φώτα και είπαν ότι έβλεπαν σκιές να περπατάν μέσα.

Ένα βράδυ του Οκτωβρίου, ένα ζευγάρι εφήβων, αποφάσισαν να εξερευνήσουν το σπίτι και να δουν τι έγινε εκεί μέσα. Άνοιξαν τους φακούς και μπήκαν από την ξεκλείδωτη πόρτα. Ό,τι αντικείμενο υπήρχε μέσα ήταν σπασμένο. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό του σπιτιού, είδαν έναν τοίχο με έξι μεγάλους ανάποδους σταυρούς και ακριβώς πάνω από αυτούς τον αριθμό 666.

Η κοπέλα ήθελε να φύγουν, αλλά ο φίλος της είπε πως έπρεπε να βρουν τι ακριβώς συνέβη εκεί. Πήγαν στο υπόγειο για να βρουν κι άλλα στοιχεία. Είδαν στο πάτωμα μία μεγάλη πεντάλφα και στις 5 άκρες της είχε πολύ ξεραμένο αίμα. Μπροστά από την πεντάλφα είχε 5 αναποδογυρισμένους κουβάδες.

Κοιτούσαν παρατηρητικά την πεντάλφα όταν άκουσαν από την μπροστινή πόρτα φωνές να καλούν τα ονόματα τους. Μπήκαν στο δωμάτιο και η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Πάνω σε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι βρήκαν ένα μαύρο άλμπουμ, το πήραν και οι φωτογραφίες που είχε μέσα ήταν από μία τελετή που έγινε εκεί.

Πήραν μαζί τους το άλμπουμ και πήγαν να βγουν από την πόρτα. Την άνοιξαν και είδαν 5 σκιές με κουκούλες να κρατούν 5 ανάποδους σταυρούς και έψαλαν κάποιον ύμνο. Βγήκαν τρέχοντας από το σπασμένο παράθυρο που είχαν πίσω τους και πήγαν στο σπίτι της κοπέλας. Την επόμενη μέρα παρέδωσαν το άλμπουμ στην αστυνομία να εξιχνιάσει την υπόθεση και το ζευγάρι δεν ασχολήθηκε ποτέ με το σπίτι και ότι είχε σχέση με αυτό.

=====================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=====================

Τρόμου: Μια Παλιά Φίλη.


Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, με ένα ανοιξιάτικο αεράκι. Ότι πρέπει για ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή. Πριν μια εβδομάδα, όταν με πήρε τηλέφωνο η παλιά μου συμμαθήτρια η Γωγώ, πραγματικά ένιωσα μεγάλη χαρά αν και ποτέ δεν ήμασταν ιδιαίτερα κολλητές. πιο πολύ, την είχαμε στην παρέα γιατί ήταν λίγο μυστήριο κορίτσι έως τρομακτικό θα έλεγα αλλά εμείς δεν είχαμε πρόβλημα, έτσι και αλλιώς δεν ενοχλούσε, μιας και ήταν λιγομίλητη.

Μετά το σχολείο χάσαμε τα ίχνη της και δεν την ξαναείδαμε ποτέ, ούτε και ξανά ασχοληθήκαμε πολύ να μάθουμε να πω την αλήθεια. Προερχόταν από μια μυστήρια οικογένεια, το σπίτι της ήταν κοντά σε ένα ποτάμι, βαθιά στο δάσος. Ποτέ δεν είχαμε δει τους γονείς της, δεν τους άρεσε να βγαίνουν και πολύ από το σπίτι, μόνο τον αδερφό της τον μεγάλο βλέπαμε που και που, όταν ερχόταν να την πάρει από το σχολείο. Ακόμα πιο μυστήριος από την αδερφή του και με ένα βλέμμα που σου πάγωνε το αίμα.

Έτσι λοιπόν μετά από τόσα χρόνια να που θα την ξαναδώ. Έχω πολύ περιέργεια η αλήθεια είναι. Στο τηλέφωνο την άκουσα πολύ ευχάριστη, αυτό και αν είναι περίεργο. Μου είπε ότι ήταν Αθήνα για δουλειές και έτυχε να δει την μητέρα μου στον δρόμο και της ζήτησε το τηλέφωνο μου. Με πήρε λοιπόν και μου έκανε την πρόταση να περάσω ένα Σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι. Μου είπε δεν έφυγε ποτέ από εκεί και αυτό μου ακούστηκε περίεργο μιας και δεν είχαμε ποτέ νέα της για το τι κάνει.

Μόλις έφτασα στο ποτάμι, κοντά στο σπίτι της, σταμάτησα για λίγο να απολαύσω το μέρος. Είχα δέκα χρόνια να πατήσω το πόδι μου στην Καλαμάτα. Εγώ και τα άλλα δύο μέλη της παλιοπαρέας, η Μαρία και η Μαριάννα, μόλις φύγαμε από την Καλαμάτα πιάσαμε αμέσως δουλειά. Εγώ Αθήνα, η Μαρία Γιάννενα και η Μαριάννα Θεσσαλονίκη. Μόνο η Γωγώ έμεινε πίσω στο χωριό της. Ένα πολύ μικρό χωριό λίγο έξω από την Πόλη. Μου είχε λείψει η άγρια φύση που είδα μπροστά μου. Το ποταμάκι με το πεντακάθαρο νερό, ο βαρύς ίσκιος των δέντρων και το βαθύ πράσινο τους. Τελικά νομίζω ότι η Γωγώ έκανε το πιο σωστό απ’ όλες που έμεινε πίσω.

Γυρίζοντας για να πάω στο αμάξι άκουσα ένα θόρυβο, σαν κάποιος να είναι πίσω μου. Γύρισα και δεν ήταν κανείς. Ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά μου ένα πλάσμα σαν από ταινία τρόμου. Χριστέ μου, πάγωσα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο ξανά. Ήταν σαν ένας άντρας ψιλός, με πολύ ξανθά μαλλιά, μάτια μαύρα σαν του νεκρού και το δέρμα του σαπισμένο σαν κάτι να βγήκε απευθείας από τον τάφο ή από την κόλαση καλύτερα. Με πλησίασε πολύ κοντά μέχρι που άρχισα να μυρίζω τα σαπισμένα σωθικά του.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι να με τυλίγει το σκοτάδι. Δεν έχω ιδέα τι έγινε μετέπειτα. Όταν βρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με δροσερά σεντόνια. Το δωμάτιο είχε μία αύρα σαν κάτι  από παλιά. Λευκές δαντελωτές κουρτίνες ανέμιζαν απαλά σε ένα ξύλινο παράθυρο. Τα έπιπλα όλα βαριά και αντίκες και πίνακες, είχε πάρα πολλούς μικρούς πίνακες.

Κατάλαβα ότι δίπλα μου κάποιος καθόταν και ξαφνικά θυμήθηκα όλα όσα έγιναν στο ποτάμι. Έσφιξα τα μάτια μου μέχρι που έτσουξαν και προσευχήθηκα να μην ήταν δίπλα μου το πλάσμα, μέχρι που ένιωσα δύο  απαλά ζεστά χέρια να μου αγγίζουν το πρόσωπο. Άνοιξα αργά τα μάτια μου μέχρι που την είδα, ήταν η Γωγώ, χαμογελαστή, με μακριά ξανθά μαλλιά και μεγάλα διαπεραστικά μάτια, ακριβώς όπως πριν δέκα χρόνια.

Τι συνέβη, την ρώτησα; Δεν ξέρω ακριβώς αλλά πριν λίγο σε βρήκαμε λιπόθυμη με τον αδερφό μου στο ποτάμι και σε φέραμε σπίτι. Ακούσαμε το αμάξι σου και όταν είδαμε ότι καθυστερούσες να έρθεις, ήρθαμε εμείς να σε βρούμε.

Την κοίταζα για λίγο αμίλητη και ύστερα την ρώτησα αν είδαν το πλάσμα. Δεν είδαμε τίποτα, μου είπε παραξενευμένη. Όταν της εξήγησα τι είχε συμβεί μου είπε ότι ίσως θα έπρεπε να ξεκουραστώ και μετά να φάω κάτι. Πίστεψε ότι είχα παραισθήσεις αλλά εγώ ήξερα τι είδα. Με άφησε να ξεκουραστώ και έφυγε κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Είχα την ευκαιρία εκείνη την ώρα να περιεργαστώ με την ησυχία μου το δωμάτιο. Δίπλα από μια τουαλέτα με έναν καθρέφτη αντίκα, ήταν ακουμπισμένο το σακ βουαγιάζ μου. Κοίταξα προσεκτικά τους πίνακες και είδα ότι κάποιοι ήταν κενοί χωρίς τίποτα μέσα και όσοι είχαν κάτι, ήταν εικόνες, εικόνες ανθρώπων βασανισμένων. Πάντα ήξερα ότι ήταν μυστήρια η Γωγώ και η οικογένειά της αλλά τώρα σιγουρεύτηκα.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν κατέβηκα στον κάτω όροφο να βρω την Γωγώ. Ήταν στην κουζίνα και  είχε ετοιμάσει το βραδινό. Ο αδερφός της είχε πάει για λίγο στην πόλη και θα γύριζε αργά την νύχτα. Τρώγοντας παρέα μιλήσαμε λίγο για τα παλιά, τι κάναμε στην ζωή μας. Μου είπε ότι δεν έφυγε ποτέ από το πατρικό της, έμενε με τον αδερφό της και οι γονείς της είχαν μετακομίσει, πολύ καιρό τώρα, σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Το χόμπι της ήταν η ζωγραφική γι’ αυτό και το σπίτι ήταν γεμάτο με πίνακες. Της άρεσε πάντα το μυστήριο γι’ αυτό το θέμα  ήταν πάντα, ο ανθρώπινος πόνος, όπως μου είπε. Χριστέ μου, τι τρομακτικό κορίτσι.

Με ξενάγησε για λίγο στο σπίτι και μου έδειξε τους πίνακες της. Στον έναν ήταν ένας άντρας στο δάσος, τρομοκρατημένος, σαν κάτι να τον κυνηγούσε. Σε έναν άλλο, ένα ζευγάρι σφιχτά αγκαλιασμένο και τρομοκρατημένο σε ένα κρεβάτι. Δεν άντεχα άλλο να δω. Της είπα ότι ήμουν κουρασμένη και ότι έπρεπε να πάω στο δωμάτιο.

Μόλις μπήκα και κλείδωσα πίσω μου την πόρτα το είχα πάρει απόφαση, θα έβρισκα μια δικαιολογία και θα έφευγα αμέσως από εκεί. Πήρα την μητέρα μου τηλέφωνο, μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να με πάρει σε πέντε λεπτά αυτή. Είχα σκοπό να ακούσει το τηλεφώνημα η Γωγώ και να της πω ότι τάχα, έτυχε κάτι στην οικογένεια μου και έπρεπε να φύγω.

Μόλις χτύπησε το τηλέφωνο το άφησα λίγο και μετά το σήκωσα, χωρίς πολλά πολλά, εξήγησα στα γρήγορα στην μητέρα μου τι είχε συμβεί. Για το πλάσμα στο δάσος, για την Γωγώ και τους πίνακες. Μα ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Γωγώ, μου είπε. Της είπα μια παλιά συμμαθήτρια από ένα χωριό έξω από την Πόλη. Αυτή που την έδωσες το τηλέφωνο μου πριν μια εβδομάδα. Εγώ, μου είπε, δεν είδα καμία φίλη σου την προηγούμενη εβδομάδα και ούτε  έδωσα σε κανέναν το τηλέφωνο σου.

Έχασα την γη κάτω απ’ τα πόδια μου, δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, η μητέρα μου φώναζε αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα. Ένιωσα να σβήνω για δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα και όλα σκοτείνιασαν. Αρκετή ώρα μετά, άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα σκοτάδι. Τι είχε συμβεί, που βρισκόμουν; Ήμουν πάλι στο κρεβάτι ξαπλωμένη και όλα τα θυμόμουν θολά. Το τηλεφώνημα στην μητέρα μου ήταν σαν να έγινε σε κάποιο όνειρο, εφιάλτη να λες καλύτερα. Το κινητό μου ήταν στο κομοδίνο, το πήρα γρήγορα και ξανά τηλεφώνησα στην μητέρα μου. Μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να μου πει αν ήταν όλα ένα όνειρο. Αν όντως της τηλεφώνησα πιο πριν. Λάθος κάνετε μου είπε η φωνή στην άλλη γραμμή, δεν έχω κόρη. Ήμουν σίγουρη ότι η φωνή ήταν της μητέρας μου, κοίταξα την οθόνη και είδα ότι δεν έκανα λάθος. Μαμά σε παρακαλώ μην κάνεις πλάκα τέτοια ώρα την είπα. Σας παρακαλώ δεσποινίς μου, είπε, σας είπα ότι κάνετε κάποιο λάθος, δεν έχω καθόλου παιδιά και μετά τίποτα, μου το είχε κλείσει. Ο τρόμος και το σοκ με είχαν παραλύσει, δεν μπορούσα να κλάψω, να μιλήσω, να φωνάξω. Νόμιζα ότι έχανα το μυαλό μου.

Άκουσα την πόρτα σιγά σιγά να ανοίγει και τότε κουκουλώθηκα αμέσως κάτω από τα σκεπάσματα. Όποιος και να μπήκε στο δωμάτιο ερχόταν προς το κρεβάτι. Έτρεμα πολύ και δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω και περίμενα, ίσως ήταν η Γωγώ ή ο αδερφό της. Κάποιος ξάπλωσε δίπλα μου και με πλησίασε πολύ κοντά. άκουγα την βαριά αναπνοή του και την αισθανόμουν στον αυχένα μου, Είχε μπει κάτω από τα σκεπάσματα. Ξαφνικά μου ξαναήρθε αυτή η άσχημη μυρωδιά όπως στο ποτάμι, η μυρωδιά ενός ψόφιου ζώου. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς.

Ένα χέρι με αγκάλιασε και το σκέπασμα σιγά σιγά υποχώρησε. Είδα την Γωγώ από πάνω μου, να μου χαμογελάει και να μου λέει. Τον αδερφό μου τον έχεις γνωρίσει φαντάζομαι ε; Κοίταξε πίσω μου και γύρισα σιγά σιγά μέχρι που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια την κόλαση. Το νεκρό σαπισμένο πλάσμα με κοίταξε και μου χαμογέλασε, σκουλήκια έβγαιναν μέσα από το στόμα του.

Τι πλάσματα είσαστε εσείς; Ούρλιαξα και τότε η Γωγώ μου είπε «είμαστε καλλιτέχνες εδώ και αιώνες», και μου έδειξε τους πίνακες «εσύ όμως δεν ήσουν τίποτα ποτέ, δεν υπήρξες ποτέ», ήταν τα τελευταία λόγια της Γωγώς.

Δύο μέρες μετά , ένα όμορφο πρωινό, η Γωγώ ξεναγούσε ένα κορίτσι στο σπίτι της . Αυτό θα είναι το δωμάτιο σου, της είπε, ξεκουράσου και θα σε περιμένω κάτω στην κουζίνα και έκλεισε πίσω της απαλά την πόρτα καθώς έφευγε. Μόνη της τώρα η Μαρία, περιεργαζόταν το δωμάτιο και τους πίνακες. Πω πω, πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Μαριάννα και να της πω για όλα αυτά, σκέφτηκε.

Της έκανε εντύπωση ένας πίνακας με ένα μελαχρινό κορίτσι, σε ένα κρεβάτι σε στάση εμβρύου, τρομοκρατημένο, να κρατά ένα κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Έμοιαζε να την κοιτά κατάματα και κάτι της θύμιζαν αυτά τα μάτια. Δίπλα από αυτόν τον πίνακα ήταν άλλοι δύο λευκοί πίνακες.

=====================

ΡΟΗ ΛΕΜΠΕΣΗ

=====================

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 4ο.


9

Το ίδιο βράδυ κάθισε στον υπολογιστή και έψαξε πληροφορίες γι’ αυτά τα φρικιαστικά πλάσματα που της θύμιζαν τόσο πολύ τις βδέλλες. Απόφυγε να κοιτάξει εικόνες γιατί θα την έπιανε υστερία. Μπήκε στο Wikipedia και πληκτρολόγησε τρόπους για να τα απομακρύνει, ίσως και να τα σκοτώσει. Η Βίκυ ήξερε ήδη για το αλάτι και για τον χαλκό, αλλά αυτά δεν ήταν τόσο πρακτικά και αποτελεσματικά όσον αφορούσε την μικρή λεπτομέρεια πως βρίσκονταν μέσα μας. Δεν θα μπορούσες να καταναλώσεις τόσο αλάτι, ικανό να φτάσει στην ουροδόχο κύστη και να τα διαλύσει, πόσο μάλλον χαλκό, που θα ήταν πρακτικά αδύνατον να καταναλωθεί. Σύντομα όμως ανακάλυψε το πώς, σύντομα είχε ανακαλύψει μια καινούργια αδυναμία και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν τόσο εύκολο. Η λύση ήταν ο καφές. Ο καφές ήταν ικανός να τα διώξει, μέχρι και να τα σκοτώσει. Ένα μικρό λαμπάκι φώτισε μέσα στο κεφάλι της, και κατάλαβε πώς και δεν είχαν καταφέρει να μπουν μέσα στον δικό της οργανισμό. Στον Αποστόλη δεν άρεσε ο καφές. Εκείνη όμως έπινε συνέχεια, ίσως και δυο φλιτζάνια την μέρα. Είχε βρει τρόπο να σώσει τον Αποστόλη, προτού εκκολαφθούν μέσα στην κύστη του τα αβγά που είχαν αφήσει τα σιχαμερά αυτά ζώα. Δεν θα κατάφερνε μόνο να σώσει τον Αποστόλη, μα όλους τους κατοίκους που μέσα τους είχαν παρασιτήσει γυμνοσάλιαγκες. Και τώρα έμενε μόνο ένα πράγμα: Να καλέσει τον γιατρό.

Η καταιγίδα μαινόταν έξω χτυπώντας τα δυτικά παράθυρα του δωματίου. Ο ήχος ήταν νανουριστικός και η Βίκυ ήθελε να πέσει να κοιμηθεί, αλλά δεν θα μπορούσε σε μια τέτοια κατάσταση. Η ταχύτητα με την οποία ο χρόνος κυλούσε ήταν σαν θηλιά περασμένη στο λαιμό. Πήγε κάτω να καλέσει στο τηλέφωνο τον γιατρό και να του πει αυτό που είχε ανακαλύψει, όταν παρατήρησε κάτι διαφορετικό στο χολ προς το καθιστικό. Στην αρχή δεν κατάλαβε την διαφορά, και ίσως ποτέ να μην την είχε καταλάβει αν οι φωτοσκιάσεις μιας φωτεινής αστραπής δεν είχαν φωτίσει τους τοίχους του χολ.

Η Βίκυ άφησε μια στριγκλιά. Στον τοίχο σέρνονταν σάλιαγκες και σαλιγκάρια, βάφοντας πίσω τους τους τοίχους με υποκίτρινη βλέννα. Έψαξε το διακόπτη να ανάψει τα φώτα, αλλά δίστασε μήπως και το χέρι της ακουμπούσε μια απ’ αυτές τις υγρές και γλιστερές υπάρξεις. Στο μισοσκόταδο έμοιαζαν τόσο με βδέλλες. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Με μια τελευταία απόπειρα, βρήκε το διακόπτη και τον πάτησε. Ύστερα ανακάλυψε την φρίκη. Όλο το πάτωμα ήταν γεμάτο γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια. Όλη την ώρα κρύβονταν πίσω από τους τοίχους και μέσα στις γωνιές του σπιτιού. Η ιδέα πως δεν είχαν εγκαταλείψει ποτέ το σπίτι της και πως τόσο καιρό κοιμόταν στο κρεβάτι ανενόχλητη της έστειλε ρίγη δέους στην ραχοκοκαλιά της. Έβγαζαν φρικτούς, σιαλώδη ήχους που της θύμισαν τον τρόπο που νόμιζε ότι ο Αποστόλης σάλιωνε το στόμα του. Η Βίκυ δεν έφτανε το τηλέφωνο στο καθιστικό. Έπρεπε να κάνει το γύρω, να πάει από την αυλόπορτα και να μπει από την πόρτα της κουζίνας για να φτάσει το τηλέφωνο. Και ενώ τα σκεφτόταν αυτά ένιωθε ότι το κάθε λεπτό μετρούσε για να σώσει τον Αποστόλη, μετρούσε θαρρείς πως μέσα του είχε ωρολογιακή βόμβα.

Έκανε μεταβολή και μόλις στο πρώτο της βήμα, γλίστρησε χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο. Ακόμα ζαλισμένη, με τα αυτιά της να βουίζουν, διαπίστωσε ότι είχε πατήσει γυμνοσάλιαγκες. Ό,τι είχε απομείνει από τα νεκρά τους σώματα ήταν πατημένες κάψες ή πατημένα σταφύλια, που από μέσα τους είχε ξεχειλίσει ένα κιτρινοπράσινο πηχτό πράμα, σαν φλέμα. Ο πόνος την αποσυντόνιζε και σχεδόν δεν είχε καταλάβει ότι μια βδέλλα βύζαινε το πίσω μέρος του μπράτσου της. Συνήλθε, γούρλωσε τα μάτια της και έλεγξε το μπράτσο της. Τα δάχτυλά της άγγιξαν ένα μικρό εξόγκωμα κολλημένο στο δέρμα της, σκληρό, γεμάτο υγρασία. Η Βίκυ πάτησε μια υστερική τσιρίδα και το τράβηξε από πάνω της· η αίσθηση του τραβήγματος την έκανε να νιώσει δεκάδες μικροσκοπικές βελόνες  να βγαίνουν από τη σάρκα της.

Έτρεξε προς την αυλόπορτα, με τα πόδια της σχεδόν βαριά. Σταμάτησε λίγο πριν την τζαμένια πόρτα και κοίταξε, με τα μαλλιά της να κολλάνε ενοχλητικά στους ώμους της. Ο φανός του δρόμου, έτσι όπως έπεφτε πάνω στο παχνιασμένο τζάμι, σκίαζε τα σκωληκώδη πλάσματα που ήταν κολλημένα εκεί, καθώς πίσω τους είχαν αφήσει καθαρά ίχνη στο γυαλί. Η Βίκυ πλησίασε διστακτικά, και από τόσο κοντά, μπόρεσε να δει έναν γιγάντιο σάλιαγκα-βδέλλα να ανοίγει το στόμα του· από μέσα φάνηκαν να κινούνται δόντια (27.000 δόντια, θα έλεγε με ακρίβεια ο Αποστόλης). Μόρφασε αηδιασμένη και έσυρε με μίσος την πόρτα. Ένας δυνατός άνεμος φύσηξε τα μαλλιά της πίσω, κρύος και υγρός, σαν το πράγμα που είχε τραβήξει από το μπράτσο της. Οι σταγόνες της βροχής έπεφταν σαν σκλήθρες στο πρόσωπό της καθώς έτρεχε μέσα στον κατεστραμμένο κήπο της προς την κουζίνα. Πάνω στην βιασύνη της σκόνταψε στο καρεκλάκι του κήπου, γρατζούνισε το γόνατό της και έπεσε φαρδιά πλατιά ακριβώς μπροστά από την αναθεματισμένη πόρτα της κουζίνας. Είδε τα κέρματα που είχε αφήσει ο Αποστόλης. Τώρα ένιωσε φαγούρα και κοίταξε κάτω τα πόδια της. Βδέλλες είχαν κολλήσει στο δέρμα της, βύζαιναν και φούσκωναν, βύζαιναν και φούσκωναν. Η ανάσα της βγήκε ταραγμένη προτού ουρλιάξει παρατεταμένα και διαπεραστικά, χειρότερα από οποιαδήποτε ταινία φρίκης: «ΑααααααΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!»

Τα πόδια της παρέλυσαν. Δεν μπορούσε να τα κουνήσει πια, λες και είχαν παγώσει στην Αρκτική θάλασσα. Η Βίκυ γύρισε μπρούμυτα. Έτσι όπως ήταν, η βροχή μπορούσε να μαστιγώσει ελεύθερα την πλάτη της. Προσπάθησε να συρθεί με τα χέρια και τώρα σερνόταν στο χώμα σαν να ήταν η ίδια σαλιγκάρι· με τη μόνη διαφορά πως αυτή η σκύλα, αυτή η υστερική σκύλα μπορούσε να περάσει πάνω από τα κέρματα χωρίς να νιώσει τίποτα, χωρίς να νιώσει ηλεκτροσόκ ή πόνο. Πέρασε την γραμμή της πόρτας και σύρθηκε με το στομάχι της μέχρι το καθιστικό. Μαζί της παρέσυρε τα κέρματα που ήταν στο πάτωμα. Το αίμα έφευγε από τα πόδια της με γρήγορο ρυθμό, την εγκατέλειπε όπως την είχαν εγκαταλείψει και τα πόδια της. Έφτασε την συρταριέρα με τη συσκευή του τηλεφώνου. Ανακάλυψε με τρόμο ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί να τηλεφωνήσει. Τέντωσε το χέρι της και τράβηξε το καλώδιο. Η συσκευή έπεσε κάτω. Κάλεσε τον γιατρό. Χτύπησε μία… χτύπησε δύο… στην τρίτη ίσως να λιποθυμούσε… αλλά χτύπησε τέσσερις και ακόμα ήταν εδώ…

«Κυρία Βαρνακιώτη, εσάς θα έπαιρνα μόλις τώρα. Δεν θα πιστέψετε αυτό που έχω να σας πω… Ανακάλυψα πως χρησιμοποιούν τα σώματά μας σαν κελύφη».

«Καφές! Ο καφές τα σκοτώνει! Στείλε βοήθεια!»

Μετά απ’ αυτό η γραμμή έκλεισε από την καταιγίδα. Το ίδιο έκλειναν και τα βλέφαρά της, με το τελευταίο πράγμα που ακουγόταν να είναι ήχοι βυζάγματος.

10

Ξημέρωσε. Η καταιγίδα έδωσε τη θέση της σε ένα βροχερό πρωινό με ομίχλη. Ο γιατρός προσπάθησε να καλέσει πίσω αλλά η γραμμή ήταν νεκρή. Είχε συγκρατήσει αυτό που η Βίκυ τού είχε φωνάξει ταραγμένη στο τηλέφωνο. Με το που ξύπνησε ο Αποστόλης ο γιατρός τού πήγε λίγο καφέ.

«Για ποιο λόγο;» τον ρώτησε, αρνούμενος να τον πιει. «Ευχαριστώ, αλλά δεν μ’ αρέσει ο καφές».

«Είναι για το καλό της υγείας σας», επέμεινε ο γιατρός.

«Σας είπα πως όχι».

«Εντάξει». Ο γιατρός άφησε τον καφέ στην άκρη, αρκετά κοντά του σε περίπτωση που αλλάξει γνώμη. «Θα το αφήσω εδώ. Καλύτερα να το πιείτε προτού κρυώσει».

«Επικοινωνήσατε πάλι με την σύντροφό μου;» τον ρώτησε, λίγο προτού ο γιατρός αποχωρήσει από την αίθουσα επειγόντων.

«Έκανα άλλη μια απόπειρα σήμερα στις οκτώ. Δε το σήκωνε κανείς».

«Θέλετε να μου πείτε τι ακριβώς ακούσατε;»

«Στην τελευταία κλήση;»

«Ναι».

«Παρόλο που υπήρχαν παρεμβολές λόγω της βροχόπτωσης, άκουσα ξεκάθαρα τις λέξεις ‘καφές’ και ‘λύση’». Ο γιατρός δεν ήθελε να του πει ‘τα σκοτώνει’, όπως είχε ακούσει στο τηλέφωνο, προφανώς για να μην τον ταράξει. «Νομίζω πως εννοούσε ότι ο καφές είναι η λύση στο πρόβλημα. Θα ήθελα να σας πω ότι εμπιστεύομαι τις υποψίες της συζύγου σας, γι’ αυτό εξάλλου σας έφερα ένα φλιτζάνι καφέ».

Ο Αποστόλης φάνηκε σκεφτικός και, χωρίς να πει τίποτα άλλο, άρχισε να πίνει αηδιασμένος τον καφέ.

Επίλογος

Ο γιατρός έκανε ένα τελευταίο τηλεφώνημα στο ΚΕΕΛΠΝΟ εξηγώντας την κατάσταση και το πόρισμα που είχε βγάλει από τον ασθενή του. Ο καφές ήταν πράγματι η λύση. Αργότερα στις εφημερίδες μπήκε άρθρο με τίτλο, «Ουρολόγος βρίσκει αιτία και λύση επιδημικού προβλήματος, σώζοντας εκατοντάδες ζωές!» Είχε κάνει πολλές αναφορές για το ζεύγος που του είχε χτυπήσει την πόρτα εκείνη τη νύχτα. Είχε πει την ιστορία του και είχε πει και τη δικιά τους ιστορία. Δεν μπορούσε να πάρει όλα τα εύσημα για μια ανακάλυψη που οφειλόταν κυριολεκτικά σε εκείνο το ζευγάρι απλών πολιτών. Μπορεί πολύ αργότερα να έβρισκε κάποιος άλλος τη λύση στο πρόβλημα, αλλά εδώ επρόκειτο για ένα ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ο Αποστόλης δεν είχε καμιά επίσκεψη από την Βίκυ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, πράγμα που τον είχε κάνει να βάλει τα κλάματα κάνα δυο φορές, αφού είχε πιστέψει πως ήταν νεκρή. Όταν πήρε το εξιτήριό του ένιωσε μια διαπεραστική φοβία. Δεν ήταν καθόλου έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι να ανακαλύψει την νεκρή γυναίκα του, με το στομάχι ανοιγμένο και τα έντερα να κρέμονται έξω. Αν έπαιρνε την επιβεβαίωση πως η Βίκυ ήταν νεκρή θα του ρήμαζε τα σωθικά, λες και οι σάλιαγκες δεν είχαν φύγει ποτέ από την κύστη του.

Αλλά τώρα είχαν φύγει. Ήταν όλα τους νεκρά. Ψόφια.

Περπάτησε μέσα στο ψιλόβροχο όταν το ταξί τον άφησε έξω από το σπίτι. Έμοιαζε εξαθλιωμένο. Το ίδιο και εκείνος.

Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

«Βίκυ;» ρώτησε μόνος του. Το σπίτι τού απάντησε με την νεκρή σιωπή του.

Προχώρησε στο χολ, περιμένοντας να ανακαλύψει το πτώμα της γυναίκας του. Κοντοστάθηκε στη μέση του διαδρόμου. Υπήρχε μια κηλίδα ξεραμένο αίμα στο πάτωμα και ο φόβος άρχισε να βαραίνει το στήθος του. «Βίκυ; Μωρό μου; Είσαι εδώ;» ρώτησε πάλι μπαίνοντας στην κουζίνα. Στην άλλη άκρη, η αυλόπορτα έτριζε καθώς πηγαινοερχόταν από τον άνεμο. Παρατήρησε πως στο πάτωμα δεν υπήρχαν πια τα κέρματα που είχε αφήσει, αλλά σκαμμένο χώμα και κομμένο γρασίδι. Από δω μπόρεσε να δει επίσης την πλαστική καρέκλα στον κήπο πεσμένη στο πλάι. Το μέρος έμοιαζε σαν να είχε περάσει σίφουνας.

Έφερε το βλέμμα του προς το τραπέζι που συνήθιζαν να κάθονται το πρωί και τότε το είδε. Για την ακρίβεια, είδε πίσω από το τραπέζι.

Η Βίκυ ήταν κουρνιασμένη εκεί, κάτω από το νιπτήρα που φοβόταν να πλησιάσει, περικυκλωμένη από χάλκινα κατσαρόλια, κέρματα και ό,τι άλλο χάλκινο είχε βρει για να προστατεύσει τον εαυτό της. Η έκφραση τού προσώπου της την έκανε να μοιάζει κατατονική.

«Βίκυ!» φώναξε ρίχνοντας κάτω τα πράγματά του. «Βίκυ, μωρό μου, μίλα μου… Θεέ μου, είσαι καλά; Απάντησέ μου!» Έτρεξε πάνω της και έπιασε το πρόσωπό της. Ήταν υγρό και παγωμένο. Τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο κούτελό της και η μάσκαρα είχε τρέξει μέχρι τα σκασμένα χείλη της. «Μίλα μου… σε παρακαλώ, πες κάτι, σε παρακαλώ…»

Η Βίκυ κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, κατόπιν κάρφωσε τα γυάλινα μάτια της στα δικά του και το πρόσωπό της άρχισε να αλλάζει και να ρυτιδώνει. Ήταν έτοιμη να πει κάτι. Άνοιξε το στόμα της και φώναξε με υστερίες: «Πάρε επιτέλους την υπηρεσία απεντόμωσης, παλιό μαλάκα!»

Ο Αποστόλης γέλασε με την ψυχή του. «Δόξα τω Θεώ, ζεις… Έχω μια ανακούφιση τώρα. Δεν μπορώ να το πιστέψω… Για μια στιγμή νόμιζα-»

Η Βίκυ τον έπιασε και τον φίλησε, παρόλο που ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει με το χάλκινο κατσαρόλι στο κεφάλι. «Σε αγαπώ, Αποστόλη».

«Κι εγώ σε αγαπώ, Βίκυ».

Και έτσι λοιπόν πέρασε άλλη μια σεζόν βροχοπτώσεων, άλλη μια σεζόν με το πλήγμα μεγαλύτερο από το περσινό, και ένα κέρδος τόσο ανεκτίμητο, όσο καμιάς άλλης καταστροφής. Ο Αποστόλης και η Βίκυ παντρεύτηκαν λίγους μήνες αργότερα, παρόλο που η ζωή τους συνέχισε να κυλάει το ίδιο ομαλά όπως και πριν, με το μόνο διαφορετικό η ιδέα πως είχαν σώσει τον κόσμο. Όσο οι δυο τους συνέχισαν το δρόμο τους πέρα από τον περιορισμό των λέξεων, σε κανέναν πλέον τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες δεν θα φαίνονταν ποτέ ξανά το ίδιο.

Τέλος

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

 

Αρέσει σε %d bloggers: