Category Archives: Θάνατος

Θάνατος: Η Συμφωνία Του Σερ Ντάρλινγκ.


Γύρω στο  1717, στην νότια Ιρλανδία ήταν ένας πλούσιος αριστοκράτης που λεγόταν Σερ Άλμπους Ντάρλινγκ. Όμως από την χαρτοπαιξία και το πότο τα έχανε σιγά σιγά ώσπου έμεινε στο τέλος άφραγκος. Ήταν απελπισμένος, χρωστούσε σχεδόν σε όλη την Ιρλανδική αριστοκρατία. Οι δανειστές του τον απειλούσαν ότι εάν δεν τους ξοφλήσει σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία θα τον σκότωναν. Αυτός απελπισμένος ζήτησε βοήθεια από τον πιστό του υπηρέτη, Έντουαρτ. Εκείνος του είπε ότι υπάρχει ένας θρύλος που λέει ότι στο δάσος, μόνο εάν πας στης 12 η  ώρα το βράδυ, θα συναντήσεις τον διάβολο ο οποίος θα σου πραγματοποιήσει μια επιθυμία με αντάλλαγμα φυσικά.

Αυτός μιας και δεν είχε άλλη επιλογή μόλις πήγε 12 η ώρα πήγε στο δάσος. Μαζί του είχε πάρει και μια θήλεια σε περίπτωση που δεν γίνει κάτι ώστε να κρεμαστεί από το πρώτο δέντρο που θα κοίταζε.

Καθώς έφτασε μπροστά από μια βελανιδιά, άκουσε γρήγορα βήματα άλογων να έρχονται. Τότε αντίκρισε έναν καβαλάρη ντυμένο στα μαύρα να τον κοιτάει. Τον ρωτάει ποιος είναι και εκείνος απαντάει ότι είναι αυτός για τον οποίο ήρθε. Έπειτα του προτείνει μια συμφωνία που λέει ότι για 7 χρονιά θα έχει χρυσές δουλείες. Αλλά όταν περάσουν θα έρθει για πάντα μαζί του σαν υπηρέτης του στον κάτω κόσμο. Ο Σερ Ντάρλινγκ μιας και δεν είχε καμιά άλλη επιλογή συμφώνησε. Τοτε ο Διάβολος με το στιλέτο του του κόψε λίγο κρέας από το χέρι του και τον έβαλε να  υπογράψει με το αίμα του, κι εκείνος το έκανε. Μετα του έκλεισε την πληγή δια μαγιάς. Ο Διάβολος του είπε:

– Σήμερα  είναι 28 Φεβρουάριου 1717, σε 7 χρονιά από τώρα θα λήξει η συμφωνία μας.

-Εντάξει, απάντησε ο Σερ Ντάρλινγκ γεμάτος φόβο αλλά κι χαρά.

Ο διάολος τον χαιρέτησε και του είπε

-Τα λέμε στης 29 Φεβρουάριου του 1724. Και εξαφανίστηκε.

Τα επόμενα 7 χρονιά ήταν γεμάτα χαρά, διασκέδαση, πλούτο και ευτυχία για τον Σερ Ντάρλινγκ. Είχε ξεχάσει την συμφωνία του με τον διάολο. ΟΜΩΣ όταν έφτασε η μοιραία μέρα ο Ντάρλινγκ τα θυμήθηκε όλα. Τότε τρομαγμένος κάλεσε τον επίσκοπο και του εξομολογήθηκε τα πάντα. Εκείνοι  καθίσαν όλο το βράδυ και προσευχόντουσαν. Ο Διάβολος δεν εμφανίστηκε.

Την επόμενη μέρα ο Σερ Ντάρλινγκ, έκανε ένα μεγάλο πάρτι σπίτι του. Τέλος όταν όλοι κάθισαν στο τραπέζι ο Σερ Ντάρλινγκ σήκωσε το ποτήρι του και είπε.

-Κύριοι αυτή είναι η καλύτερη 1 Μαρτίου της ζωής μου. Όλοι τον κοίταζαν περίεργα. Ένας από τους καλεσμένους είπε.

-Μα Άλμπους σήμερα δεν είναι 1 Μαρτίου, είναι 29 Φεβρουαρίου. Το φετινό έτος είναι δίσεκτο.

Ο Ντάρλινγκ άσπρισε από τον φόβο. Ξαφνικά όταν η ώρα πήγε 12, ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Ο υπηρέτης άνοιξε. Έξω ήταν ο ίδιος καβαλάρης που ήταν πριν 7 χρόνια. Είπε:

– Πες στον αφέντη σου να έρθει, πρέπει να ολοκληρώσουμε την συμφωνία μας.

Ο υπηρέτης, είπε στον καβαλάρη  να περιμένει γιατί θα πάει να τον φωνάξει. Μόλις είπε το δυσάρεστο νέο στον Σερ Ντάρλινγκ, εκείνος του είπε να πάει και να καθυστερήσει τον καβαλάρη λέγοντας του διάφορα για να προλάβει να  φύγει από τη πίσω πόρτα. Ο υπηρέτης πήγε και έκανε ότι του είπε ο Σερ Ντάρλινγκ. Όμως ο καβαλάρης το κατάλαβε αμέσως, άρχισε να γρυλίζει σαν θηρίο και του είπε ότι εάν δεν πάει πάνω να του πει να κατεβεί θα ανέβαινε αυτός και θα τον έπαιρνε.

Ο Σερ Ντάρλινγκ ακούγοντας αυτά, τρομαγμένος πολύ πήρε το σταυρουδάκι του και κατέβηκε κάτω λέγοντας από μέσα του μια προσευχή. Μόλις τον είδε ο διάβολος του είπε ότι όσο και να προσεύχεται και όσους σταυρούς και φυλαχτά να φοράει δεν θα αλλάξει τίποτα, γιατί  αφού  είχε δεχτεί την συμφωνία του, πλέον είχε απομακρυνθεί από τον θεό. Έπειτα ο διάβολος του  πήρε το κεφάλι και το έσπασε  στον τοίχο. Ο υπηρέτης που κρυφοκοίταζε πάνω από την σκάλα από τον τρόμο του έβγαλε μια δυνατή κραυγή και λιποθύμησε. Οι καλεσμένοι ακούγοντας τις κραυγές κατέβηκαν κάτω. Ο τόπος ήταν σκέτη φρίκη, σε όλο το δωμάτιο ήταν παντού αίματα και το κεφάλι του Σερ Ντάρλινγκ ανοιγμένο στα 2. Εκείνη την ώρα έφτασε ένας αργοπορημένος καλεσμένος και αφού είδε το χάλι, είπε ότι καθώς ερχόταν είδε ένα άλογο και πάνω 2 άτομα, το ένα έμοιαζε με τον Σερ Ντάρλινγκ και το άλλο δεν μπορούσε να διακρίνει γιατί ήταν ντυμένο στα μαύρα και φορούσε κουκούλα. Αυτό που τον τρόμαξε πολύ όμως, ήταν ότι παρατήρησε ότι το άλογο είχε κόκκινα μάτια, αλλά και ότι δεν περπατούσε άλλα  αιωρούνταν.

===========================

Ευχαριστούμε τον Νίκο για την ιστορία του.

===========================

Θάνατος: 8 Μέρες Έμειναν.


Το όνομά μου είναι Πέτρος και αυτή η ιστορία είναι 100% αληθινή. Όλα ξεκίνησαν πριν από ένα μήνα μόλις πέθανε ο παππούς μου ο Πέτρος από τον οποίο πήρα το όνομά μου.

Εδώ και χρόνια ο παππούς μου έμενε μόνος του γιατί είχε πεθάνει η γιαγιά μου. Από την ημέρα που τον κηδέψαμε τον έβλεπα κάθε βράδυ στον ύπνο μου να μου λέει «8 μέρες έμειναν». Δεν μπορούσα να καταλάβω τι εννοούσε. Το είπα στους γονείς μου και με πήγαν σε ψυχολόγο. Ούτε και ο γιατρός κατάλαβε.

Έτσι οι μέρες περνούσαν και τα όνειρα κάθε μέρα τα ίδια, «7 μέρες έμειναν, 6 μέρες έμειναν, 5 μέρες έμειναν, 4 μέρες έμειναν, 3 μέρες έμειναν, 2 μέρες έμειναν». Φοβόμουν πάρα πολύ και ήξερα ότι δεν ήταν απλά ένα όνειρο.

«Μία μέρα έμεινε», δεν ήξερα τι να κάνω. Βγήκα έξω να σκεφτώ. Ήρθε το βράδυ και έπεσα για ύπνο, η μαμά μου είχε βγει έξω με μία φίλη της.

Χτυπάει το τηλέφωνο στις 23:30 την νύχτα και μας λένε ότι η μητέρα μου είχε ένα δυστύχημα με το αυτοκίνητο και είναι στο νοσοκομείο. Πήγαμε και περιμέναμε.

24:01  Τα μεσάνυχτα βγαίνουν και μας λένε ότι είναι νεκρή…

Μετά από ένα μήνα ήταν 26 Ιουλίου 2013 και συμμάζευα τα πράγματά της και βρήκα το ημερολόγιό της που είχε από μικρή και άρχισα να το διαβάζω.

«Δεν ξέρω γιατί συνέχεια ο μπαμπάς με στενοχωρεί (Ο παππούς  μου ο Πέτρος), συνέχεια μου λέει ότι θα πεθάνω πέντε μέρες και δεκατρία χρόνια μέτα από την γέννηση του γιου μου».

Σκέφτηκα ότι αφού εγώ γεννήθηκα 21 Ιουλίου 2000 αν προσθέσουμε 5 μέρες και δεκατρία χρόνια έχουμε… 26 Ιουλίου 2013. Έπαθα σοκ και θυμήθηκα τα όνειρα που έβλεπα με τις μέρες και κατάλαβα ότι αφού η μαμά μου πέθανε 24:01 οι μέρες που είχαν μείνει ήταν μηδέν.

================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

================

Θάνατος: Κόκκινα Μάτια.


Ακούγονται οι δείκτες του ρολογιού να χτυπάνε επίμονα, ξεσκίζοντας την ησυχία με τον κρότο τους. Ακούγεται ο αέρας να λυσσομανά έξω από το παλαιό αρχοντόσπιτο, κάνοντας τις γρίλιες του παντζουριού να δέρνουν το παλιό και ταλαιπωρημένο από τις κακουχίες του καιρού τζάμι. Από τα κενά των πατζουριών μπαίνει μία ασθενική λάμψη του μεσονύκτιου φεγγαρόφωτου, προσδίδοντας στο πρόσωπό της μία γκριζωπή απόχρωση.

Όντας χαμένη μέσα στη λήθη της, κάτι την τάραξε. Οι κτύποι της καρδιάς της επιτάχυναν. Μπορούσε να νιώσει την απότομη ροή του αίματός της να διογκώνει κάθε αγγείο του σώματός της. Αλαφιασμένη, πετάχτηκε από το κρεβάτι και ανακάθισε προσπαθώντας να καταλάβει τι γινόταν γύρω της, με την όραση της ακόμα θολή.

Read the rest of this entry

Θάνατος: Οτοστόπ.


Κάποτε ήταν μια παρέα φίλων, όπου πήγαν σε ένα δάσος για να κατασκηνώσουν. Η παρέα αποτελούταν από 4 άτομα, από ένα ζευγάρι, την Έλεν και τον Τζέις, και δύο άλλα παιδιά, την Κλερ και τον Φίλιπ.  Καθώς ταξίδευαν η Κλερ κοιτούσε έξω από το παράθυρο και είδε έναν να κάνει οτοστόπ. Ήταν κάπως περίεργος, κουκουλωμένος με μαύρα ρούχα και υφάσματα. Η κοπέλα τρόμαξε και το είπε στα παιδιά, αλλά αυτοί γελώντας την κορόιδεψαν. Τότε αυτή απελπίστηκε. Μετά από λίγο ξανά η ίδια ιστορία, και  η Κλερ  πήρε ένα σοβαρό ύφος.

– Τί γίνεται Κλερ; είδες πάλι τον κουκουλοφόρο με την μάσκα; Είπε με ένα πλατύ χαμόγελο ο Τζέις.

– Μην με κοροϊδεύεις Τζέις! Δεν είναι αστείο!

– Μπα, και γιατί;

Η Κλερ ήταν τελείως εκνευρισμένη, και τότε έκαναν μια στάση στο πιο κοντινό fast-food:

– Παιδιά πάω να πλύνω τα χέρια μου και μετά θα έρθω να φάμε, είπε η Έλεν.

– Έρχομαι και εγώ μαζί σου Έλεν! είπε η Κλερ.

Καθώς τα κορίτσια κατέβηκαν τις σκάλες για να πάνε να πλυθούν, βρέθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο πάρκινγκ, όπου ένα αυτοκίνητο κατευθυνόταν προς αυτές, και μέσα, ο κουκουλοφόρος με την μάσκα να βγάζει το χέρι του από το παράθυρο και να κάνει οτοστόπ. Ξαφνικά η πόρτα του fast-food  κλείνει. Τα κορίτσια τρέχουν σοκαρισμένα από εδώ και από εκεί:

– Λυπάμαι που δε σε πίστεψα Κλερ, είπε η Έλεν.

-Τρέχα και ας τα αυτά!

Τα κορίτσια βρήκαν κάτι, σαν σπιτάκι, και ενώ ο κουκουλοφόρος είχε εξαφανιστεί, βρέθηκε και πάλι μπροστά τους, στο σπιτάκι. Οι κοπέλες θα ήταν σε λίγο νεκρές. Ο Τζέις και ο Φίλιπ ανησύχησαν και κατέβηκαν και αυτοί κάτω. Βρήκαν το πάρκινγκ, κηλίδες αίμα  που κατέληγαν  σαν  ένα ποτάμι.  Ο Φίλιπ μιλούσε με τον Τζέις  ώσπου ξαφνικά εξαφανίστηκε, το ίδιο και τα κορίτσια. Ο Τζέις πέθανε στο πάρκινγκ, ο Φίλιπ στο αυτοκίνητο και τα κορίτσια στο σπιτάκι, μετά όλοι αυτοί κατασκήνωσαν τελικά κάπου πολύ μακριά, στον Παράδεισο…

===================

Ευχαριστούμε την Ιωάννα για την ιστορία της.

===================

Θάνατος: Το Κορίτσι Με Τα Μαύρα Μαλλιά.


Κάποτε η  Τάνια, ένα κορίτσι 5 ετών, ζούσε με την μαμά της και τον μπαμπά της σε μια απομακρυσμένη πόλη. Οι γονείς της κανόνισαν να πάνε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη για 2 μέρες. Θα ήθελαν να πάρουν την Τάνια αλλά ήταν πολύ μικρή για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Οπότε την άφησαν στο σπίτι, με την γειτόνισσά τους την Έλενα. Η Έλενα ήταν γύρω στα 20, και σπούδαζε γιατρός.

Έφυγαν λοιπόν οι γονείς, και άφησαν την Έλενα μαζί με την Τάνια. Γύρω στις 10, η Τάνια έπρεπε να κοιμηθεί, ήταν ήδη αργά, και έλεγε πως πονούσε η κοιλιά της. Η Έλενα την καθησύχασε και την έβαλε για ύπνο, και κατέβηκε στο σαλόνι για να διαβάσει επιτέλους τα μαθήματα για το πανεπιστήμιο. Ξάφνου, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η Έλενα τρόμαξε γιατί ήταν μόνη της και δεν ήθελε να έχει ευθύνη για την  μικρή Τάνια.

Πήγε λοιπόν να δει ποιός χτυπούσε την πόρτα. Η πόρτα είχε ένα μικρό παράθυρο, και πριν το ανοίξει, ρώτησε:

– Ποιός είναι παρακαλώ;

– Ναι.

– Ορίστε; Ποιός είναι;

– Ναι.

– Τί ναι; Ποιός είναι;

Η Έλενα άνοιξε το παραθυράκι για να δει ποιος ήταν. Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, με μαύρα ολόισια μαλλιά, που έπεφταν στο πρόσωπό της. Φορούσε και ένα κατάλευκο φόρεμα.

Και πριν καταλάβει κάτι, η Έλενα απομακρύνθηκε από την πόρτα. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου το κορίτσι είχε φύγει, τουλάχιστον αυτό νόμιζε η Έλενα.

Αργότερα άκουσε μια δυνατή κραυγή, και ανέβηκε τρέχοντας πάνω παρότι φοβόταν πολύ. Στο τέλος του διαδρόμου βλέπει την Τάνια με σκισμένη κοιλιά και ένα σημείωμα με αίμα να γράφει: «Εσύ δεν την φρόντισες, το έκανα εγώ! Η Ανώνυμη».

Το επόμενο πρωί οι γονείς γύρισαν, και είδαν το πτώμα, ή μάλλον τα πτώματα, γιατί η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε για ακόμη μία φορά…

================

Ευχαριστούμε την Ιωάννα για την ιστορία της

================

Θάνατος: Τώρα Επιβιώνουμε.


Φωνές και μουσική. Γυαλιά που σπάνε, αμάξια, σειρήνες. Η Άννα άνοιξε τρομαγμένη τα μάτια της καθώς ένιωσε κάτι να της γαργαλάει το πόδι. Ο αρουραίος έτρεξε φοβισμένος κάτω από την πόρτα και χάθηκε από το σπίτι. Ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα ενός σπιτιού, το οποίο ήταν κρύο και βρώμικο. Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω το δωμάτιο. Υπήρχαν διάφορα μικρά τραπεζάκια στους τοίχους, παντού γλίτσα και υγρασία. Σηκώθηκε και παραπάτησε στην προσπάθεια της να κάνει ένα βήμα. Πάγωσε, όμως, μόλις συνειδητοποίησε πως μέσα στο δωμάτιο βρίσκονταν λιπόθυμα άλλα τέσσερα άτομα τα οποία αμέσως αναγνώρισε. Ήταν όλοι φίλοι της από τη σχολή και έβγαιναν συχνά μαζί.

Ξαφνικά, σαν αστραπή, την χτύπησε στο κεφάλι μια ανάμνηση από το χθεσινό βράδυ. Άνθρωποι να χορεύουν πάνω σε τραπέζια και μετά από λίγο σε ένα στενό, κάποιος από πίσω της την χτύπησε στο κεφάλι με κάτι βαρύ. Ένιωσε φρίκη και άρχισε να κλαίει μόλις ακούμπησε την πληγή στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Οι φίλοι της είχαν αρχίσει να ξυπνούν. «Τι συμβαίνει;» ρωτούσαν όλοι και κοιτούσαν δεξιά και αριστερά αναστατωμένοι. Μια κοπέλα έβαλε τα κλάματα και έκατσε σε μια γωνία τρομαγμένη. Ένα από τα δύο αγόρια πήγε στο παράθυρο του δωματίου και κοίταξε έξω. «Δεν είμαστε στην πόλη» είπε ο Γιώργος θυμωμένος. «Τι εννοείς;» τον ρώτησε η Άννα. «Κοίτα». Πλησίασε το παράθυρο και αντίκρισε το θέαμα. Βρίσκονταν πάνω σε ένα ψηλό βουνό και πρέπει να ήταν αρκετά μακριά από οπουδήποτε. Επίσης χιόνιζε σε σημείο εγκλεισμού. «Ποιος μας κάνει φάρσα;» φώναξε θυμωμένος ο Γιώργος και βάρεσε ένα τραπέζι με τη γροθιά του.

«Παιδιά, κοιτάξτε» είπε η Κατερίνα, η κοπέλα που προηγουμένως έκλαιγε στη γωνία. Κοιτούσε το ταβάνι και το έδειχνε με το δείκτη της φρικαρισμένη. Οι υπόλοιποι κοίταξαν πάνω. Στο ταβάνι ήταν χαραγμένα τα γράμματα «Βήμα 1: Βρείτε τον ψεύτη». «Βρείτε τον ψεύτη; Τι πρέπει να κάνουμε;» αναρωτήθηκε η Άννα. «Προφανώς, κάποιος μας έφερε εδώ και, προφανώς, κάποιος προσπαθεί να παίξει μαζί μας» απάντησε σκεπτόμενος ο Πέτρος. «Εγώ λέω να μείνουμε ενωμένοι. Όσο είμαστε μαζί δεν μπορεί να μας κάνει και πολλά» είπε η Μαρία. «Εγώ θα βγω από εδώ» μουρμούριζε οργισμένος ο Γιώργος. «Αγάπη μου, ηρέμησε. Πρέπει να σκεφτούμε κάτι!» του απάντησε η Κατερίνα, που ήταν η κοπέλα του. «Πώς να ηρεμήσω; Κάποιος ψυχοπαθής μας απήγαγε χθες στο πάρτι, μας έσυρε εδώ και τώρα παίζει μαζί μας». «Στο πάρτι!» η Άννα θυμήθηκε που βρίσκονταν χθες το βράδυ. Είχαν πάει στο σπίτι μιας συμφοιτήτριας τους για πάρτι. Εκεί ήπιαν πολύ και δεν θυμάται τι έγινε μετά.

Ο Γιώργος βημάτιζε θυμωμένα πέρα δώθε. Σταμάτησε όμως όταν σκούντηξε κατά λάθος ένα παλιό έπιπλο και ένα βάζο έπεσε και έσπασε στο πάτωμα. Από μέσα πετάχτηκαν μία φωτογραφία και ένα κλειδί. Όλοι τους κοιτάχτηκαν για ένα δευτερόλεπτο και η Κατερίνα που ήταν πιο κοντά σε αυτά μπουσούλισε μέχρι εκεί να τα πάρει. Κοίταξε την φωτογραφία και μετά πάγωσε. Άρχισε να τρέμει. Η φωτογραφία της έπεσε από τα χέρια καθώς έπιανε το στόμα της και έκλαιγε μπουσουλώντας προς τα πίσω. Όλοι αναρωτιούνταν τι είδε. Η Άννα πήρε τη φωτογραφία από το πάτωμα και την κοίταξε. Μετά κοίταξε το Γιώργο. «Φερ’ το αυτό εδώ» είπε και της την άρπαξε απ’ τα χέρια. Ήταν μια φωτογραφία του Γιώργου με μια άλλη κοπέλα. Από κάτω έγραφε «Βρήκατε τον ψεύτη. Τελικά δεν είναι και τόσο εύκολο να μείνετε ενωμένοι, ε; Βήμα 2: Βρείτε τον κλέφτη». Ο Γιώργος το διάβασε φωναχτά στους υπόλοιπους και μετά πέταξε τη φωτογραφία κάτω και πήρε το κλειδί. «Πως μπόρεσες;» ρώτησε με κλάματα η Κατερίνα. «Δεν έχω χρόνο γι’ αυτό, δεν το πιστεύω ότι ασχολείσαι με αυτό όσο είμαστε εδώ! Εγώ φεύγω» πήγε στην πόρτα του δωματίου και προσπάθησε να βάλει το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Μόλις έστριψε το κλειδί, μια καταπακτή άνοιξε κάτω από τα πόδια του κι εκείνος έπεσε μέσα. Οι υπόλοιποι έτρεξαν και φώναζαν αν είναι καλά, μα η καταπακτή έκλεισε και άνοιξε η πόρτα.

Οι υπόλοιποι πέντε βγήκαν σε έναν σκοτεινό και κρύο διάδρομο. Στην άκρη του διαδρόμου, πάνω στον τοίχο είχε χαραγμένο: «Αριστερά είναι η κόλαση, δεξιά ο παράδεισος. Που θα διαλέγατε να πάτε;». Αριστερά από το μήνυμα είχε μία κόκκινη πόρτα και δεξιά μία άσπρη. «Εγώ λέω να πάμε στην άσπρη!» είπε η Μαρία. «Μα, γιατί;» αναρωτήθηκαν οι υπόλοιποι. «Είναι μήνυμα, δεν το πιάσατε; Ο παράδεισος είναι εκεί που θέλουμε να πάμε!» είπε και προχώρησε στην άσπρη πόρτα. Μόλις άγγιξε το χερούλι της άρχισε να τρέμει. Έχασε τις αισθήσεις της και έπεσε κάτω νεκρή. Οι υπόλοιποι έτρεξαν γύρω της. Δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τη φρίκη και τα δάκρυα τους μπροστά στο θέαμα. Μόλις ξεπέρασαν το σοκ σηκώθηκαν και κοίταξαν αρρωστημένοι την κόκκινη πόρτα. Ο Πέτρος κοίταξε τα δύο κορίτσια για ένα δευτερόλεπτο και μετά έβαλε το χέρι του στο χερούλι. Όλα ήταν καλά.

Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ο μοναδικός φωτισμός του δωματίου ήταν ένας μικρός προβολέας πάνω στον τοίχο που ήταν χαραγμένο ένα ακόμη μήνυμα: «Καλή επιλογή. Έτσι κι αλλιώς δεν ανήκετε αλλού. Η ανταμοιβή σας είναι ο κλέφτης…» Ένας δεύτερος προβολέας άναψε σε έναν άλλο τοίχο. Τα τρία παιδιά κοίταξαν. Ήταν μια προβολή βίντεο. Έδειχνε τον Πέτρο να σπάει το παράθυρο και να μπαίνει μέσα σε ένα σπίτι και μετά από λίγο να βγαίνει με κλοπιμαία. «Πέτρο τι είναι αυτό;» φώναξε η Άννα. «Πέτρο, αυτό είναι το σπίτι μου! Πως μπόρεσες, σκουλήκι! Δεν το πιστεύω! Εσύ το είχες κάνει; Εσύ; Μα γιατί;». «Άννα, άκουσε με! Αυτό ήταν εκείνη την εποχή… που είχα προβλήματα με ναρκωτικά… ήμουν πολύ ναρκωμένος εκείνο το βράδυ… και δεν ήξερα τι έκανα… έχω αλλάξει το ορκίζομαι…». «Δεν ξέρω ποιον να εμπιστευτώ πλέον! Δεν σας αναγνωρίζω. Τι άλλα μυστικά κρύβουμε; Πείτε μου; Τι υπάρχει που πρέπει να μάθω. Πείτε το εσείς, πριν το μάθω από αυτόν τον ψυχάκια…» δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της καθώς η Κατερίνα τη διέκοψε και της έδειξε ένα μοχλό. Από επάνω έγραφε: «Θέλει έναν για να σώσεις δύο». «Τι εννοεί;» αναρωτήθηκε η Άννα. «Δεν ξέρω… Ας τον τραβήξουμε για να μάθουμε». «Κατερίνα, όχι!» δεν πρόλαβε να τη σταματήσει. Η Κατερίνα τράβηξε το μοχλό προς τα κάτω. Ένα τσεκούρι έπεσε από το ταβάνι και την ακρωτηρίασε στα δύο. Ο Πέτρος άρχισε να βήχει. Γονάτισε και έκανε εμετό. Η Άννα ούρλιαξε από τη φρίκη της και αγκάλιασε το κεφάλι με τα χέρια της.

Μια καταπακτή άνοιξε και τα δύο παιδιά έπεσαν μέσα. Κυλούσαν σαν να βρίσκονται σε τσουλήθρα ένα μακρύ και φαρδύ σωλήνα. Μόλις έφτασαν στο τέλος έπεσαν μέσα σε ένα σκοτεινό υπόγειο. Στη γωνία είδαν το Γιώργο να κάθεται, ο οποίος σήκωσε το βλέμμα του και τους κοίταξε άγρια μόλις τους πήρε είδηση. «Που είναι οι άλλοι; Που είναι η Κατερίνα;». «Π… Π… πέθαναν… Τους σκότωσε…». Ο Γιώργος έφτυσε δίπλα του και έτριψε τα μαλλιά του. «Πέτρο κοίτα» του είπε η Άννα. Κοίταξαν το ταβάνι και οι τρεις. Υπήρχε ένα ακόμη μήνυμα χαραγμένο: «Σε ποιον θα χάριζες τη ζωή; Σε ένα κλέφτη ή σε ένα ψεύτη; Βήμα 3: Βρείτε εμένα» Ξαφνικά, στην άκρη του δωματίου, αρκετά μακριά από τους τρεις, άνοιξε μια πόρτα. Πίσω από την πόρτα ήταν ο έξω κόσμος, η ελευθερία από αυτό το φρικτό μέρος. Τα παιδιά σηκώθηκαν και άρχισαν να τρέχουν. Δεν παρατήρησαν πως στη μέση της διαδρομής υπήρχε δεμένο ένα νήμα που τους έκανε να σκοντάψουν και να πέσουν κάτω. Μπροστά στην πόρτα εμφανίστηκε η φιγούρα ενός άντρα τον οποίο η Άννα αναγνώρισε.

Ήταν ένα ακόμη μέλος της παρέας τους. Ένα βράδυ πριν από τρία χρόνια είχαν πάρει ένα αμάξι για να βγουν για διασκέδαση. Εκείνο το βράδυ είχαν πιει πολύ και είχαν μεθύσει. Η Άννα οδηγούσε το αμάξι μεθυσμένη με όλους τους υπόλοιπους δίπλα και πίσω της. Στη διαδρομή έγινε ένα τροχαίο δυστύχημα μα στην άλλη άκρη του ατυχήματος βρισκόταν η μητέρα του αγοριού, την οποία χτύπησαν και σκότωσαν εκείνο το βράδυ… Μετά από εκείνο το περιστατικό δεν άκουσαν ποτέ ξανά για αυτόν… μέχρι σήμερα. Η φιγούρα μίλησε και η φωνή του ακούστηκε ψυχρή και διεστραμμένη.

«Από εδώ και πέρα είστε μόνοι σας. Σας αφήνω ελεύθερους στο βουνό να βρείτε το δρόμο σας για την πόλη, αν μπορέσετε. Όσο και αν θέλω να κάτσω να βλέπω έναν μαστουρωμένο κλέφτη, έναν ψεύτη με προβλήματα θυμού και μια δολοφόνο να πεθαίνουν από το κρύο και την πείνα σε ένα χιονισμένο βουνό, λυπάμαι, μα δεν μπορώ. Κάπου στο βουνό είναι κρυμμένη μια βαλίτσα με όλα τα απαραίτητα, φαγητό και ζεστά ρούχα μα αρκούν μόνο για ένα άτομο. Σε ποιον θα χαρίσεις τη ζωή; Σε ένα κλέφτη ή ένα ψεύτη; Συγχαρητήρια για το τρίτο βήμα. Με βρήκατε.»

Μόλις το είπε αυτό γύρισε την πλάτη του και έφυγε. Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους τρομοκρατημένοι.

«Τι θα κάνουμε τώρα, Άννα;» τη ρώτησε ο Πέτρος. Εκείνη τον κοίταξε με άδειο βλέμμα χωρίς να ξέρει την απάντηση.

Τώρα… επιβιώνουμε…

======================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την πολύ καλή ιστορία του.

======================

Θάνατος: Το Σπίτι Δίπλα Στη Θάλασσα.


Ονομάζομαι Φάνης και αυτή είναι η ιστορία μου.

Τα όνειρα είναι οι ψυχές μας που ταξιδεύουν ελεύθερες όσο τα σώματα μας κοιμούνται. Αυτό σκεφτόμουν καθώς κοιτούσα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου την άγρια εξοχή. Το πράσινο αυτοκίνητο άνηκε στο φίλο μου, τον Γιώργο, που είναι και συμφοιτητής στη σχολή. Ήταν Ιούνιος μα ο ήλιος κρυβόταν πάνω από τα σύννεφα που έριχναν άγρια τη βροχή τους στο έδαφος. Δεν μας ενόχλησε αυτό, ήμασταν ήδη στο δρόμο για το εξοχικό σπίτι δίπλα στη θάλασσα που του άφησε κληρονομιά η γιαγιά του μαζί με δύο φίλους: τον Κώστα και τον Γρηγόρη.

Φτάσαμε στο σπίτι βράδυ και το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν ο έρημος τόπος που ήταν χτισμένο το σπίτι. Γύρω ήταν παραλία και δίπλα ακριβώς η θάλασσα. Λίγο πιο πίσω από το σπίτι δέντρα και χορτάρια. Ο Γιώργος μας είπε πως υπήρχε ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα μακριά και μπορούσαμε να πάρουμε προμήθειες από εκεί ή και να πάμε για διασκέδαση τα βράδια. Όλα πήγαιναν καλά.

Αφού ξεπακετάραμε είχε πάει γύρω στις μία και η βροχή σταμάτησε, κάτσαμε στο τραπεζάκι έξω από το σπίτι για τσιγάρο και χαρτιά με μοναδικό φως ένα κεράκι και το φεγγάρι. Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο μοναδικός ήχος εκτός από τις κουρασμένες φωνές μας ήταν ένας τζίτζικας. Τότε ο Γιώργος μας είπε για το θάνατο της γιαγιάς του. Δύο ληστές μπήκαν στο εξοχικό της αργά το βράδυ και την έσφαξαν βίαια πετώντας το πτώμα της στη θάλασσα. Η αστυνομία φυσικά το βρήκε και το έβγαλε. Η ιστορίας μας ανατρίχιασε μα είχε πάει τρεις και πέσαμε όλοι για ύπνο.

Πήγε τέσσερις όταν νόμιζα πως άκουσα ένα ουρλιαχτό και πετάχτηκα από τον ύπνο μου. Όνειρο θα ‘ταν. Σηκώθηκα από το άβολο ράντζο και κατέβηκα στο σαλόνι για να πιω λίγο νερό. Τινάχτηκα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ποιος να ‘ταν στις τέσσερις το χάραμα; Σκέφτηκα κάτι κακό έγινε και με έπιασε ανατριχίλα. Σήκωσα το ακουστικό και ρώτησα ποιος είναι. Το αίμα μου πάγωσε και κάθε ίνα της ύπαρξης μου ανατρίχιασε από τη γνώριμη φωνή που βρισκόταν στην άλλη μεριά της γραμμής. Πως γίνεται να μου τηλεφωνεί η αδερφή μου που πέθανε βίαια σε τροχαίο δυστύχημα πριν από τρία χρόνια; Το ακουστικό έκανε ένα δυνατό κρότο μόλις έπεσε στο πάτωμα. Έτρεξα ξανά στον πάνω όροφο λουσμένος στον κρύο ιδρώτα και σκεπτόμενος πως είχα τρελαθεί.

Μπήκα στο σκοτεινό δωμάτιο μου μα κάποιος ξάπλωνε στο κρεβάτι μου. Πλησίασα να δω ποιος είναι μα δεν χρειάστηκε. Το χέρι του άρπαξε τον καρπό μου και το κεφάλι του γύρισε και με κοίταξε. Ήμουν εγώ ο ίδιος μα φαινόμουν αλλιώς. Είχα μαύρο γύρω από τα μάτια μου και χαμογελούσα πλατιά. Επίσης ο λαιμός μου είχε ένα μεγάλο κόψιμο και έτρεχε αίμα. Τα μάτια του εαυτού μου στριφογύρισαν τρεις φορές στο δωμάτιο και μετά σηκώθηκε και πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό μου φωνάζοντας: «Γιατί τη σκότωσες, χα χα χα χα χα, γιατί οδηγούσες μεθυσμένος; Γιατί τη σκότωσες» Άρχισα να ουρλιάζω όσο πιο δυνατά μπορώ και ο εαυτός μου σταμάτησε να φωνάζει. Μετά πλησίασε τα χείλη του στο αυτί μου και ψιθύρισε: «δεν σε ακούν… έρχεται» και ένιωσα ένα χτύπημα ενός δαχτύλου στον ώμο από πίσω μου. Τραντάχτηκα και γύρισα να δω ποιος είναι.

Είδα μια ηλικιωμένη κυρία να προσπαθεί να δει ποιος είμαι μέσα από τα γυαλιά της. Μετά είπε με την αργή φωνή της: «Γιώργο εσύ είσαι, Γιώργο; Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ να με δεις; Γιατί; Γιατί; Γιατί;» Το πρόσωπο της άρχισε να λιώνει και οι σταγόνες της έπεφταν στο πάτωμα καυτές. Βγήκα τρέχοντας από το δωμάτιο και μπήκα ένα ένα στα δωμάτια των φίλων μου. Ήταν όλοι νεκροί με κομμένους λαιμούς.

Κατέβηκα ξανά τις σκάλες και είδα μια πολυθρόνα δίπλα στην τζαμένια πόρτα του σπιτιού. Στην πολυθρόνα καθόταν ένας παππούς που κάπνιζε την πίπα του και φυσούσε τον καπνό στο ταβάνι. Δεν μου έδωσε σημασία και δεν γύρισε να με κοιτάξει. Δεν σκέφτηκα καθόλου, απλώς έτρεξα προς την έξοδο πλησιάζοντας όλο και περισσότερο τον παππού. Μόλις έφτασα ένα βήμα πριν την πόρτα ο παππούς σήκωσε το πόδι του και σκόνταψα πάνω του πέφτοντας με φόρα στην πόρτα σπάζοντας τα τζάμια. Πολλά από τα γυαλιά καρφώθηκαν στο πόδι μου το οποίο γέμισε αίματα. Χωρίς να μπορώ να σταθώ όρθιος μπουσούλισα στο αμάξι του Γιώργου και οδήγησα όπως μπορούσα στο χωριό. Είχε ξημερώσει…

Στο χωριό είδα πολλούς ανθρώπους στο δρόμο αλλά ήμουν πολύ σοκαρισμένος. Προσπάθησα να τους μιλήσω αλλά τρόμαζαν από την ένταση και τη μανία μου. Η αστυνομία με συνέλαβε και στις εφημερίδες το επόμενο πρωί βγήκε άρθρο «εικοσάχρονος δολοφονεί τους φίλους του στο εξοχικό δίπλα στη θάλασσα». Το σπίτι εξαφανίστηκε από προσώπου γης…

================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

================

Θάνατος: Το Ράφι Πάνω Από Το Κρεβάτι.


Διαβάζοντας μια παρόμοια ιστορία θυμήθηκα κάτι που μου είχε συμβεί κι έμενα όταν ήμουν μικρή.

Με την αδελφή μου κοιμόμασταν σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο (στο οποίο κάθομαι αυτή τη στιγμή και γράφω), και τα κρεβάτια μας έκαναν ένα γάμα. Πάνω από το δικό μου κρεβάτι υπήρχαν πολλά ράφια, στερεωμένα στον τοίχο, το κάθε ράφι ξεχωριστό από το άλλο. Το προσκέφαλο του κρεβατιού μου λοιπόν ήταν κάτω από ένα από αυτά.

Ένα βράδυ ένιωσα την επιθυμία να κοιμηθώ στην κάτω μεριά του κρεβατιού, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Το πρωί ξυπνάω και βλέπω στην κάτω μεριά του κρεβατιού (εκεί που ήταν κανονικά το προσκέφαλο) ένα ράφι. Δεν κατάλαβα τι έγινε νόμιζα πως το έβαλαν οι γονείς μου. Μετά κατάλαβα πως το ράφι είχε πέσει το βράδυ και ήμουν τόσο τυχερή που όχι μόνο δεν έπεσε στο κεφάλι μου να με σκοτώσει αλλά ούτε καν στα πόδια μου γιατί το βράδυ τα είχα μαζεμένα. Φυσικά μετά από αυτό το σοκ οι γονείς μου αλλάξανε όλα τα ράφια και βάλανε τα πιο γερά στηρίγματα!

Θάνατος: Ο Διάολος Σκότωσε Το Μωρό.


Άλλη μια ιστορία. Αυτή έγινε στην γιαγιά μου και την έμαθα από την μάνα μου τυχαία. Όταν ρώτησα την γιαγιά μου αν ίσχυε, δεν μου απάντησε. Ποτέ δεν μου απάντησε.

Λοιπόν… Η ιστορία έχει ως εξής… Η γιαγιά μου ήταν λεχώνα τότε (λεχώνα λένε την γυναίκα που δεν έχει σαραντίσει ακόμα το μωρό που έχει γεννήσει). Το κακό με την γιαγιά μου ήταν ότι έβριζε πολύ. Έλεγε συνέχεια τότε «αη στο διάολο», «να έρθει ο διάολος να με πάρει» και άλλα συναφή με το διάολο μέσα.

ένα βράδυ συμβαίνει το εξής. Ξυπνάει και βλέπει τον διάολο από πάνω της. Τα εικονίσματα ανεβοκατέβαιναν σαν τρελά. προσπάθησε να ξυπνήσει τον παππού αλλά δεν ξύπναγε με τίποτα. Το μωρό το είχε σε μια κούνια ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι τους. μια απ’ αυτές τις κουνιστές. Ο διάολος τότε την ρωτάει γιατί τον φώναξε. η γιαγιά μου του απαντάει ότι δεν τον φώναξε. Νευριάζει ο διάολος και ρίχνει μια στην κούνια και πετάει το μωρό κάτω. πλακώνει και την γιαγιά μου. Η γιαγιά μου να προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα του δωματίου αλλά να μην ανοίγει με τίποτα. Την επόμενη μέρα βρήκαν το μωρό νεκρό από την πτώση και την γιαγιά μου με μώλωπες. Όλοι πίστεψαν ότι έπεσε η γιαγιά μου από το κρεβάτι και έπεσε και η κούνια, και κανείς δεν την πίστεψε. Από τότε η γιαγιά μου δεν είχε ξαναβρίσει και αντί για διάολο, έλεγε διάτανο.

Την ιστορία όπως σας την είπα μου την είχε πει η μάνα μου και τότε συνειδητοποίησα γιατί η γιαγιά μου έλεγε διάτανο. όσες φορές και αν την ρώτησα μου είχε πει «φύγε», «άσε με», και άλλα παρόμοια. Ποτέ δεν την έπεισα να μου πει την ιστορία.

Θάνατος: Η Κυρά Ρήνη.


Στα Κύθηρα υπάρχει ο μύθος για την Κυρά Ρήνη. Μία γυναίκα η οποία δεν βαφτίστηκε ποτέ και έζησε όλη της την ζωή σε ένα χωράφι. Όταν αυτή πέθανε κανένας δεν την έθαψε και προτίμησαν να την πετάξουν στο χωράφι το οποίο μεγάλωσε (πάνε 13 χρόνια από τον θάνατό της). Τα τελευταία 13 χρόνια πολλοί Κυθήριοι έχουν κάνει λόγο για μια γυναίκα που εμφανιζόταν από το πουθενά. Όταν λοιπόν εγώ και η παρέα μου πήγαμε στα Κύθηρα, πήγαμε ένα Σάββατο βράδυ στο χωράφι της Κυράς Ρήνης. Ομολογώ ότι όταν πάτησα το πόδι μου στο χωράφι ένιωσα σαν παρείσακτος, και ότι κάποιος ήταν εκει (σας το λέω και ανατριχιάζω). Καθίσαμε εκεί μιάμιση ώρα αλλά δεν είδαμε τίποτα και έτσι σηκωθήκαμε και φύγαμε.

Μετά από 3 ημέρες βράδυ πάλι, όπως περνάγαμε από τον δρόμο που ήταν δίπλα από το χωράφι (με το αμάξι ήμασταν) είδαμε μία σκιά να είναι στην μέση του χωραφιού (είχε πανσέληνο εκείνη την ημέρα) αλλά δεν δώσαμε σημασία και συνεχίσαμε τον δρόμο μας για ένα clubάκι. Όταν πια γυρνάγαμε από το μαγαζί  (πρέπει να ήταν 5 το πρωί) περάσαμε πάλι από το χωράφι. Ξαφνικά το αμάξι τρελάθηκε, ήταν λες και το οδηγούσε κάποιος άλλος και έτσι βρεθήκαμε στο χωράφι της Κυράς Ρήνης με νταλαπαρισμένο το αμάξι. Δεν ξέρω πως έγινε αυτό. Έγιναν όλα πολύ γρήγορα (εδώ πρέπει να πω ότι δεν ήμασταν μεθυσμένοι, και ότι το αμάξι το οδηγούσα εγώ που εντελώς τυχαία εκείνη την εποχή έπαιρνα αντιβίωση και δεν μπορούσα να πιω αλκοόλ). Καλέσαμε ασθενοφόρο και πήγαμε στο νοσοκομείο του νησιού. Ευτυχώς δεν είχαμε πάθει τίποτα. Το αμάξι βέβαια ήταν χάλια! Λογικό βέβαια μετά από τέτοιες τούμπες που έφαγε. Την επόμενη ημέρα βγήκαμε από το νοσοκομείο και όλο το νησί είχε μάθει για το τρακάρισμα και μας αναγνώριζαν παντού. Έτσι λοιπόν πεζοί πια πηγαίναμε σε διάφορα χωριά και ρωτάγαμε για την Κυρά Ρήνη. Όλοι είχαν μάθει για τι ψάχναμε.

Μια μέρα πριν φύγουμε ήρθε να μας επισκεφτεί στο ξενοδοχείο που μέναμε μια γριούλα γύρω στα 70. Όταν ήρθε και μας μίλησε καταλάβαμε ότι είχε γνωρίσει την Κυρά Ρήνη. Μετά από πολύ ώρα κουβέντα μας είπε αυτό:  «Θα σας πω κάτι παιδιά μου και θέλω να το βάλετε καλά στο μυαλό σας, η Κυρά Ρήνη δεν έχει τελειώσει αυτό για το οποίο προοριζόταν (εννοούσε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποιο προορισμό στη ζωή), δεν είστε οι μόνοι που έχετε τρακάρει σε αυτό το μέρος!!! Η Κυρά Ρήνη έχει στοιχειώσει αυτό τον δρόμο, γιατί σε αυτό τον δρόμο έχασε τον μόνο άνθρωπο που είχε στην ζωή, την μάνα της. Για αυτό και έμεινε ολομόναχη στη ζωή». Αυτά ήταν τα λόγια της!!! Μας τάραξαν! Αργότερα μάθαμε ότι εκεί έχουν τρακάρει 47 αμάξια.

Αρέσει σε %d bloggers: