Category Archives: Θρίλερ

Θρίλερ: Το Μοναστήρι Στο Δάσος.


Μια μέρα, εγώ και οι φίλοι μου αποφασίσαμε να βγούμε μια βόλτα το βράδυ, μιας και σήμερα ήταν Σάββατο βράδυ.

Συναντηθήκαμε λίγο πιο πέρα από το χωριό που μένουμε και μετά από κάτι λεπτά αρχίσαμε να μιλάμε. Καθώς μιλούσαμε, περπατούσαμε όλο και πιο έξω από το χωριό. Τότε παρατηρήσαμε πως είχαμε χαθεί. Μπροστά μας υπήρχε ένας απέραντος δρόμος, όπως και από πίσω μας. Τότε είδαμε ένα μικρό δάσος με πολλά, μικρά δέντρα και λίγο πιο πίσω ένα μοναστήρι. Εκεί είδαμε φως, οπότε είπαμε να πάμε εκεί να ρωτήσουμε αν κάποιος ξέρει τον δρόμο τις επιστροφής.

Μόλις μπήκαμε μέσα στο δάσος, ακούσαμε διάφορες σιγανές φωνές και τους ήχους των δέντρων όταν τους προσπερνάει ο αέρας. Όλοι μας είχαμε φοβηθεί αλλά κανείς μας δε το έλεγε φωναχτά. Ξαφνικά ένας από τη παρέα δεν ήταν πια μαζί μας. Όταν το καταλάβαμε αρχίσαμε να τρέχουμε όσο πιο βιαστικά μπορούσαμε. Για καλή μας τύχη βρήκαμε το μοναστήρι, πήγαμε γρήγορα σε αυτό, και φωνάξαμε να μας ανοίξουν .Κανείς δεν απάντησε, και τότε αναγκαστήκαμε να μπούμε μέσα μόνοι μας. Μόλις μπήκαμε μέσα, το μόνο που βρήκαμε ήταν 5 πτώματα, το πάτωμα γεμάτο αίμα και κάτι γραμμένο με αίμα. Έλεγε: Που είναι οι φίλοι σου; Και πράγματι δε τους είδα, ενώ πριν από λίγα δευτερόλεπτα, ήταν μαζί μου!

=====================

Ευχαριστούμε τον MasterJim για την ιστορία του

=====================

Ο Νταής, Μέρος 8ο.


-«Λοιπόν… πώς τα πήγα;» ρώτησε ο Μανώλης τον άγνωστο άντρα που στεκόταν μέσα στο δωμάτιό του.

-«Είσαι πραγματικό εύρημα. Κέρδισα πολλά από εσένα αυτό το βράδυ.» απάντησε βγάζοντας μια δεσμίδα χαρτονομίσματα από το τσαντάκι του για να του τη δώσει.

-«Ποιοι ήταν όλοι αυτοί;»

-«Ήταν κάποιοι που τους άξιζε αυτό που έπαθαν.»

-«Οπότε αν σκοτωνόμουν κι εγώ… θα μου άξιζε; Αυτό μου λες;»

-«Για να είσαι εδώ πάει να πει ότι έχεις κάνει κάποια πράγματα για τα οποία έχεις, επάξια, κερδίσει την θέση σου εδώ.»

-«Αυτό κάνετε εσείς εδώ;»

-«Ναι. Αυτό και μόνο. Όπως σου είπα, είμαστε μια κάστα ανθρώπων όπου έχει σαν μοναδικό σκοπό την “ωμή” διασκέδαση και ό,τι άλλο αυτό μπορεί να περιλαμβάνει. Κανείς δεν αδικείται. Όλοι στο τέλος παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Είτε είναι λεφτά, ή…» πέρασε τον δείκτη του χεριού του οριζόντια στον λαιμό αναπαριστώντας του μια βαθιά τομή στο σημείο ικανή να χύσει κάθε ρανίδα από το αίμα του στραγγίζοντάς τον από ζωή.

-«Δεν μπορώ να πω ότι λυπάμαι μιας και είμαι εγώ ο νικητής σε όλο αυτό.»

-«Και πολύ καλά κάνεις. Κοίτα να ξεκουραστείς όμως απόψε γιατί αύριο είναι η μεγάλη μέρα!»

-«Τι εννοείς;»

-«Είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο σε έφερα σε αυτό εδώ το μέρος. Το σημερινό ήταν μονάχα ένας πρόλογος. Σκότωσες εννιά ανθρώπους που άξιζαν πραγματικά να πεθάνουν. Είχαν διαπράξει δολοφονίες, βιασμούς ανηλίκων, εμπορία οργάνων και ένα σωρό άλλα απεχθή εγκλήματα που με τη “βοήθεια” του νόμου παρέμεναν ασύλληπτοι.»

-«Γιατί αυτό;»

-«Κυκλώματα αγαπητέ μου φίλε. Δεν έχεις ιδέα για τι ποσά μιλάμε. Ακόμη και οι πιο ηθικοί άντρες τυφλώνονται στην λάμψη των χρημάτων.»

-«Σήμερα λοιπόν ήταν ένας τρόπος για να δείξεις από τι είσαι φτιαγμένος ώστε να ορίσεις το κασέ της αυριανής σου δοκιμασίας. Είσαι σκληρό καρύδι και σίγουρα θα ανεβάσεις ψηλά το κασέ σου.»

-«Τι ακριβώς θα κάνω αύριο λοιπόν;»

-«Ό,τι και σήμερα. Δεν θα μπορέσω να σου πω περισσότερα όμως. Αυτό θα χαλάσει την έκπληξη. Κοιμήσου τώρα και θα τα πούμε αύριο.» τον χτύπησε απαλά στην πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο.

-«Α!» σταμάτησε για μια στιγμή να του πει. «αύριο θα έχεις την μεγάλη τιμή να γνωρίσεις τον δημιουργό αυτής της κάστας!» γέλασε και χάθηκε από το οπτικό του πεδίο.

Η πόρτα πίσω του έκλεισε αθόρυβα κρατώντας τον Μανώλη σαν φυλακισμένο ζώο σε ένα κλουβί πολυτελείας. Χωρίς να χάσει χρόνο πέταξε τα ρούχα από πάνω του και πήγε στο μπάνιο για να χαλαρώσει με ένα χλιαρό λουτρό. Μόλις βγήκε ρύθμισε την ατμόσφαιρα και έβαλε στην τηλεόραση να παρακολουθήσει μία ταινία που ακόμη δεν είχε παιχτεί ούτε στους κινηματογράφους.

-«Ω! Ανάθεμα!» ξεφώνησε. «Αυτοί εδώ οι τύποι είναι πολύ καλά δικτυωμένοι.»

Τα πρώτα γουργουρητά από την κοιλιά του ακούστηκαν. Η ώρα του φαγητού είχε φτάσει. Πάτησε το ανάλογο κουμπί και σε λίγα λεπτά το νοστιμότερο χοιρινό βρισκόταν αχνιστό πάνω στο τραπέζι του. Το καταβρόχθισε γλύφοντας κυριολεκτικά το πιάτο. Δεν πέρασε λίγη και τα βλέφαρά του βάρυνα αφύσικα βυθίζοντάς τον σε έναν λήθαργο χωρίς όνειρα. Το κορμί του σωριάστηκε στον απαλό καναπέ μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει τους πέντε άντρες που εμφανίστηκαν στο δωμάτιό του.

†††

Ο Μανώλης ξύπνησε σε ένα παγωμένο περιβάλλον έχοντας πεσμένη κατά πολύ την θερμοκρασία του σώματός του. Τα άκρα του είχαν μελανιάσει αλλά αυτός ένιωθε μια πολύ έντονη εσωτερική θέρμη να διαπερνάει όλο του το κορμί. Δεν ένιωθε πόνο ή κάποιο αντίστοιχο συναίσθημα. Το μόνο που καταλάβαινε ήταν πως βρισκόταν ξαπλωμένος σε πλάγια θέση στο πάτωμα.

Τα μάτια του ήταν ακόμη θολά και τα αυτιά του μετέδιδαν ήχους, στον εγκέφαλο, οχλοβοής. Αυτό του θύμισε την προηγούμενη φορά που ξύπνησε. Για λίγο πίστεψε πως βρισκόταν στο δωμάτιό του αλλά μόλις καθάρισε η όρασή του αντιλήφτηκε το περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν. Ήταν ένας μακρύς διάδρομος με κλειστές γυάλινες πόρτες κατά μήκος και στο τέλος βρισκόταν ένας βωμός με ένα φιαλίδιο στην κορυφή. Στην αντίθετη πλευρά ήταν μία μεταλλική κλειστή πόρτα με μία μαύρη χαραμάδα στη μέση. Την έβλεπε να ταρακουνιέται σα να προσπαθούσε κάποιος να την σπάσει, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει περισσότερα πράγματα. Αν αυτός ο κάποιος έκανε θόρυβο πίσω από την πόρτα, τον κάλυπταν όλες εκείνες οι φωνές που ξέφρενα φώναζαν πάνω από το κεφάλι του. Τους είδε όταν σήκωσε το βλέμμα για να δει. Ήταν περιτριγυρισμένος από δεκάδες κόσμο. Όλοι άτομα της υψηλής κοινωνίας. Φαινόταν από τα ρούχα τους. Κουστούμια επώνυμα και χρυσαφή ρολόγια. Διαμαντένια κολιέ για τις κυρίες και πούρα των πεντακοσίων ευρώ για τους κύριους. Είχε μάθει να μυρίζει το χρήμα από χιλιόμετρα μακριά και τώρα δεν έπεφτε έξω. Ανάμεσά τους κατάφερε να εντοπίσει άτομα αρκετά γνωστά στο ευρύτερο κοινό. Άτομα που φημίζονταν για την φιλανθρωπία και γενναιοδωρία τους.

-«Σκατά κάτω από τα ακριβά υφάσματα.» ψιθύρισε και προσπάθησε να σηκωθεί. Κάτι τον συγκράτησε στη θέση του.

Μία μεταλλική περικνημίδα ήταν περασμένη στο καλάμι του ποδιού του συνδεδεμένη με μία βαριά αλυσίδα πακτωμένη στο έδαφος. Την περιεργάστηκε. Δεν υπήρχε πουθενά κλειδαριά. Όλες οι συνδέσεις είχαν γίνει με κόλληση πάνω στο πόδι του. Θύμωσε, προσπάθησε να την βγάλει. Να γλιστρήσει το πόδι του μέσα από το άκαμπτο μέταλλο. Δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρει. Ήταν πολύ σφικτά χτισμένη πάνω του. Ο μόνος τρόπος να ελευθερωθεί ήταν να κόψουν τα δεσμά του.

Στην προσπάθειά του να διαφύγει παρατήρησε κάτι που τον έκανε να αναρωτηθεί για την φύση του παιχνιδιού στο οποίο ήταν πρωταγωνιστής. Δεν ένιωσε καθόλου πόνο ενώ έβλεπε το σημάδι της σφικτής λαβής να έχει αφήσει το στίγμα πάνω στο δέρμα του. Η επόμενη παρατήρηση του πάγωσε το αίμα. Σε κάθε κλείδωση ήταν ζωγραφισμένο με ένα απαλό μπλε μία ευθεία γραμμή.

-«Τι στο διάβολο συμβαίνει εδώ;» αναρωτήθηκε κοιτώντας το εκστασιασμένο πλήθος που γελούσε πάνω από το κεφάλι του.

Έδειχνε να το απολαμβάνει περιμένοντας την εξέλιξη. Στην άκρη της αρένας ήταν τοποθετημένη μια γιγαντοοθόνη χωρίς εικόνα πάνω της. Ενώ δίπλα του ήταν ένα μαύρο ύφασμα ριγμένο στο πάτωμα. από μέσα του εξείχαν μυτερές άκρες. Το τράβηξε απότομα κοιτάζοντας το περιεχόμενο. Μαχαίρια, ξυράφια, μπαλτάδες, πριόνια, σφυριά, ψαλίδι σιδήρου και ένα σωρό άλλα αιχμηρά αντικείμενα τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σαν όπλα. Έπιασε το ψαλίδι προσπαθώντας να κόψει την αλυσίδα. Το πλήθος γέλασε πιο δυνατά. Πίεσε με όλη του την δύναμη τις λαβές. Δεν είχε μεγαλύτερη δύναμη να ασκήσει. Η αλυσίδα δεν κοβόταν.

Στην προσπάθειά του να πιάσει άλλο εργαλείο έκοψε βαθιά το δάκτυλό του. Αν και μπόρεσε σχεδόν να δει το κόκαλο δεν έτρεξε σταγόνα αίμα και δεν ένιωσε τον παραμικρό πόνο.

-«Τι γίνεται εδώ;» απόρησε και εκείνη τι στιγμή το πλήθος σταμάτησε να φωνάζει.

Μερικοί ψίθυροι μόνο πλανιόντουσαν στην ατμόσφαιρα που κόπηκαν κι αυτοί όταν δύο τακούνια ακούστηκαν εναλλάξ να καταφθάνουν. Ήταν βαρύς ήχος· σίγουρα άντρας. Σε λίγο στην εξέδρα εμφανίστηκε ο άγνωστος που τον είχε φέρει ως εκεί. Όλοι οι παρευρισκόμενοι γύρισαν και τον κοίταξαν με θρησκευτική ευλάβεια. Η πλήρη ησυχία του έδωσε άλλη οπτική για τον χώρο που βρισκόταν.

Ακόμη και η μεταλλική πόρτα που χτυπούσε απέναντί του σταμάτησε. Ένα άγριο γρύλισμα μπόρεσε μονάχα να ακουστεί πριν σωπάσει απόλυτα. Χειροκροτήματα ξέσπασαν μέχρι που σταμάτησαν μόλις ο άντρας σήκωσε τα χέρια του. Δεν έβγαλε λόγο. Δεν τους καλωσόρισε. Από ό,τι φάνηκε το είχε κάνει εκατοντάδες φορές στο παρελθόν, οπότε ίσως και να βαριόταν να επαναλαμβάνει τα ίδια πράγματα συνέχεια. Αντί αυτού απευθύνθηκε στον Μανώλη. Κατευθείαν και χωρίς υπεκφυγές του εξέφρασε τα γεγονότα.

-«Σου έχει χορηγηθεί αιμοστατικός ορός για αυτό άλλωστε δεν έχεις αιμορραγία. Συν το γεγονός πως έχεις πέσει σε υποθερμία.»

-«Γιατί;» τον ρώτησε.

Ο άγνωστος άντρας δεν απάντησε. Συνέχισε όμως να μιλάει στον Μανώλη.

-«Επίσης δεν πονάς. Σε έχουμε μετατρέψει σε ένα είδος υπεράνθρωπου αυτή τη στιγμή για να εξυπηρετήσεις τους σκοπούς του παιχνιδιού. Το είδος της μορφίνης που σου έχουμε χορηγήσει θα σε βοηθήσει σημαντικά σε αυτό που θέλουμε να κάνεις.»

-«Τι θέλετε να κάνω; Γιατί με κρατάτε αλυσοδεμένο;»

-«Όπως μπορείς να δεις σε όλες σου τις κλειδώσεις υπάρχει ζωγραφισμένη με απόλυτη ακρίβεια μία μπλε γραμμή. Αυτά είναι τα σημεία στα οποία μπορείς να κόψεις τα μέλη σου προκαλώντας την ελάχιστη ζημιά στους ιστούς και τα κόκκαλά σου. Ό,τι κι αν κόψεις… δεν θα πονέσεις και δεν θα αιμορραγήσεις. Αυτό σου το εγγυώμαι.»

-«Όχι. Αυτό είναι τρελό…»

-«Παράλληλα μέσα στο σώμα σου κυκλοφορεί ένα ισχυρό δηλητήριο το οποίο θα σε σκοτώσει σε μερικές ώρες. Δύο με τρεις το πολύ. Στο τέλος του διαδρόμου βρίσκεται το αντίδοτο μαζί με εκατό εκατομμύρια ευρώ! Αν καταφέρεις να φτάσεις ως εκεί είσαι ελεύθερος και πλούσιος να συνεχίσεις τη ζωή σου!»

-«Και πώς παίζεται ακριβώς αυτό το παιχνίδι;»

-«Είναι πολύ απλό. Προχωράς από πόρτα σε πόρτα μέχρι να ανοίξεις όλες τις εισόδους για να φτάσεις στο τελικό δωμάτιο. Κάθε πόρτα ανοίγει έχοντας εναποθέσει ένα μέλος του σώματός σου στον ειδικά διαμορφωμένο βωμό.»

-«Να πας να γαμηθείς. Προτιμώ να κάτσω εδώ και να μην κάνω τίποτα. Προτιμώ να πεθάνω αργά και ήρεμα αφού δεν θα νιώσω πόνο.»

-«Φοβόμουν ότι θα το έλεγες αυτό. Όλοι το ίδιο λέτε.» με ένα νόημα του άγνωστου άντρα ένας ελεύθερος σκοπευτής του έριξε ένα βέλος όπως τα ηρεμιστικά που πετούν στα άγρια ζώα.

-«Σε τρία λεπτά περίπου θα αρχίσεις λοιπόν να αισθάνεσαι τα πάντα. Αυτό ήταν το αντίδοτο του ισχυρού παυσίπονου.»

-«Ανάθεμά σε…» ούρλιαξε από θυμό. Ακόμη και τα ναρκωτικά που του είχαν χορηγήσει δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν την οργή του.

Η οθόνη δίπλα του φώτισε φανερώνοντας ένα ρολόι των δέκα λεπτών. Η μαύρη μεταλλική πόρτα με τη σκοτεινή χαραμάδα άρχισε να χτυπάει ξανά και άγρια γρυλίσματα ακούστηκαν από μέσα. Ήταν τρομακτικός θόρυβος. Λες και είχαν καταφέρει να αιχμαλωτίσουν κάποιον αφηνιασμένο δαίμονα και τώρα σπάραζε από μίσος και δίψα για εκδίκηση.

-«Αυτό θεώρησέ το σαν ένα κίνητρο για να κάνεις λίγο πιο γρήγορα. Μόλις τελειώσει ο χρόνος θα ανοίξει η πόρτα. Κάθε φορά που θα ανοίγεις κι από μία πόρτα ο χρόνος θα αρχίζει από την αρχή προσθέτοντας κάθε φορά άλλα πέντε λεπτά. Μέσα εκεί υπάρχουν δέκα πεινασμένα πιτ μπουλ. Έχουν να τραφούν τρεις ημέρες το κάθε ένα και ξέρεις ποιο είναι το αγαπημένο τους γεύμα; Ανθρώπινο κρέας. Ό,τι έτρωγες κι εσύ αυτές τις δύο μέρες της παραμονής σου εδώ. Αυτό που με τόση ευχαρίστηση απολάμβανες!»

Ο Μανώλης ξέσπασε σε έναν πλούσιο εμετό. Οι αισθήσεις είχαν αρχίσει να επιστρέφουν στα άκρα του νιώθοντας τον πόνο από τα μικρά πετραδάκια που χώνοντας στις παλάμες του τώρα που βρισκόταν πεσμένος στα γόνατα.

-«Και πώς θα φύγω από εδώ;» ψέλλισε.

-«Η απάντηση είναι απλή. Ξεκινώντας το κόψιμο. Όπως τα έχουμε υπολογίσει, αν προλάβεις, θα φτάσεις στο τέλος της δοκιμασίας σαν ένα κεφάλι με το σώμα και το ένα σου χέρι.»

-«Είστε ανώμαλοι. Γιατί μου το κάνετε αυτό; Τι σας έχω κάνει;» γρύλισε και δάκρυα έπνιξαν τα μάτια του.

Τότε μία φωνή ακούστηκε δίπλα από τον άγνωστο άντρα. Ένα πρόσωπο αρκετά γνώριμο στάθηκε πλάι του αγγίζοντάς τον απαλά στον ώμο.

-«Γιατί μου προκαλεί ευχαρίστηση να σε βασανίζω! Μου αρέσει να σε βλέπω να πονάς!» αυτή η φωνή τον έκανε να ριγήσει περισσότερο από όσο είχε ποτέ του. Αυτή η φωνή στοίχειωσε την ύπαρξή του.

-«Σε ξέρω. Δεν μπορεί να είσαι εσύ. Είσαι νεκρός. Εγώ σε σκότωσα. Μέρα με τη μέρα σου έπαιρνα λίγο-λίγο τη ζωή»

Ο δημιουργός χαμογέλασε. «Ήμουν νεκρός κι εσύ με ανέστησες. Μου έδειξες έναν νέο δρόμο τον οποίο ακολουθώ και απολαμβάνω όσο κι εσύ. Εσύ με δημιούργησες. Ό,τι γίνεται εδώ σήμερα το οφείλω σε εσένα! Ας απολαύσουμε λοιπόν μαζί αυτό που συμβαίνει!»

-«Είσαι άρρωστος. Πώς μπορεί να σου αρέσει κάτι τέτοιο; Δεν έχει πλάκα…»

-«Κι όμως έχει! Κοίταξέ μας πώς γελάμε!» απάντησε κοιτώντας και τους υπόλοιπους που έμοιαζαν να διασκεδάζουν με το θέαμα όσο αυτός.

-«Θεέ μου… ξύπνησέ με από αυτόν τον εφιάλτη…» ευχήθηκε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του.

-«Να θυμάσαι… Οι χειρότεροι εφιάλτες είναι αυτοί που ζούμε με τα μάτια ανοικτά.» είπε και πάτησε δυνατά το κουμπί ξεκινώντας την αντίστροφη μέτρηση του ρολογιού.

ΤΕΛΟΣ

Κων/νος Ν. Βαρδής

Ο Νταής, Μέρος 7ο.


Η επόμενη μέρα το βράδυ είχε φτάσει. Ο Μανώλης καθόταν στον καναπέ του χαζεύοντας αδιάφορα τηλεόραση. Οι μυς του αντίχειρά του είχαν πρηστεί από το πολύ ζάπινγκ. Περίμενε όμως καρτερικά να έρθει η στιγμή όπου θα αναλάμβανε δράση. Από την προηγούμενη κιόλας νύχτα είχε μετρήσει τα χρήματα. Ήταν ακριβώς χίλια ευρώ σε χαρτονομίσματα των είκοσι.

Read the rest of this entry

Ο Νταής, Μέρος 6ο.


Πέρασαν γύρω στις δέκα μέρες και ο Μανώλης περιφερόταν φαινομενικά άσκοπα στα γνωστά μέρη. Στην πραγματικότητα έκοβε κίνηση μέχρι να ηρεμίσουν λίγο τα πράγματα. Το μυστικό του το κρατούσε καλά κρυμμένο και το εκμυστηρευόταν μόνο στον εαυτό του όταν έμενε μονάχος με τα φαντάσματά του μέσα στους τέσσερις τοίχους να του κρατούν συντροφιά. Εκεί εξομολογούταν τα επόμενα σχέδια που ετοίμαζε για να ικανοποιήσεις τις διαστροφές του και αυτά συμφωνούσαν μαζί του παροτρύνοντάς τον να κάνει κι άλλα και ακόμη χειρότερα, Το μόνο κακό ήταν ότι είχε ξεμείνει από ιδέες. Οπότε μέχρι να βρει κάτι το ίδιο απολαυστικό αρκέστηκε στην πρωτότυπη ιδέα με τους κλόουν για άλλη μια φορά. Το μάτι του έπεσε στην στολή που ήταν κρεμασμένη στον καλόγερο του δωματίου του. Εκεί ήταν στερεωμένο και το πλατύ τσεκούρι με την στομωμένη λεπίδα. Γέλασε. Αυτή τη φορά δεν θα αρκούταν σε μία απλή φάρσα. Θα προχωρούσε ακόμη παραπέρα· θα πετσόκοβε όποιον έβρισκε μπροστά του. Δεν θα σταματούσε να δεν λουζόταν με το αίμα του. Διψούσε και σαν βρικόλακας θα ένιωθε κορεσμό μόνο με ζωντανό αίμα. Και το καλύτερο από όλα; Η στομωμένη λεπίδα θα δυσκολευόταν να αποκολλήσει τα μέλη του θύματος. Θα έπρεπε να το χτυπήσει τόσες φορές που το αίμα θα έτρεχε σαν σιντριβάνι, κάτω, πάνω και παντού ολόγυρα! Ένα κόκκινο λουτρό ηδονής!

Το κορμί του έτρεμε από προσμονή. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Η ώρα ήταν ένα λεπτό πριν τα μεσάνυκτα. Η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα είχε φτάσει. Πέταξε από πάνω του τα ρούχα του μένοντας γυμνός μπροστά στον καθρέπτη. Κοίταξε το σκεβρωμένο του κορμί και έπιασε το χασαπομάχαιρο από τον πάγκο της κουζίνας. Έτριψε την ψυχρή κοφτερή λεπίδα του στα πόδια και με αργές κινήσεις την ανέβαζε προς τα πάνω αυξάνοντας την πίεση. Κόλλησε τη μύτη στα γεννητικά του όργανα πιέζοντας την άκρη στο δέρμα. Μία σταγόνα αίματος κύλησε προκαλώντας του μία κραυγή ηδονής. Έφερε την λεπίδα στα χείλη του γλύφοντας την κόψη της. Το κατέβασε στο σημείο του λαιμού κοιτάζοντας στον καθρέπτη παράλληλα νιώθοντας να κάνει έρωτα μαζί της. Ο Μανώλης ήταν σε πλήρη στύση και το όργανό του τιναζόταν σε κάθε χτύπο της καρδιάς του. Είχε φτάσει πολύ κοντά…

-«Θα σε κρατήσω για την κατάλληλη στιγμή…» ψιθύρισε στο είδωλό του.

Έβαλε τα ρούχα του κλόουν και έκατσε ξανά μπροστά από τον καθρέπτη βάζοντας άσπρο χρώμα στο πρόσωπο του και φορώντας την κόκκινη περούκα. Χαμογέλασε. Κράτησε ψηλά το τσεκούρι κραδαίνοντάς το στον αέρα. Ναι, ήταν ένας τρομακτικός γελωτοποιός. Αμέσως τινάχτηκε πάνω και έτρεξε στην πόρτα. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τις ορμές του. πριν ανοίξει την πόρτα κοίταξε το ρολόι. Είχε πάει μία μετά τα μεσάνυκτα.

-«Γεια σου μωρό μου…» φώναξε λες και τον περίμενε κάποια κοπέλα, μέσα στο διαμέρισμα, να επιστρέψει. Ίσως ένα μάτι, που κάποτε ανήκε σε μία νεαρή, φυτεμένο σαν λουλούδι σε γλάστρα, να ήταν όλη η γυναικεία συντροφιά που χρειαζόταν.

Ο επίδοξος δολοφόνος περπάτησε όσο πιο διακριτικά μπορούσε μέχρι το πάρκο όπου είχε κάνει ξανά την ίδια φάρσα λίγες μέρες πριν με τον πρώην συγκάτοικό του. Αυτή τη φορά δεν κρατούσε σάκο πλάτης με το ψεύτικο πτώμα μέσα. Δεν είχε σκοπό να τρομάξει κανέναν· μόνο να τον σκοτώσει. Θα τον αιφνιδίαζε και μόλις έπεφτε κάτω από το σοκ θα κατέβαζε πάνω του όσες φορές χρειαζόταν το τσεκούρι μέχρι να κόψει το νήμα της ζωής του. Θα έφτανε όσο βαθιά έπρεπε στο κρέας του και δεν θα σταμάταγε μέχρι να το βρει. Η ενέδρα ήταν η γνωστή. Περίμενε πίσω από τον ανολοκλήρωτο τοίχο των αποχωρητηρίων κοιτάζοντας υπό την κάλυψη της νύχτας και στις δύο εισόδους όπου θα έμπαινε ο πρώτος «πελάτης».

Σαν ελεύθερος σκοπευτής παρέμεινε στην θέση του με κομμένη την ανάσα. Η ώρα περνούσε και δεν είχε φανεί κανένας. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του· ήταν τρεις τα ξημερώματα.

-«Διάβολε…» είπε απεγνωσμένα.

Για μια στιγμή του φάνηκε πως άκουσε ψιθύρους και κάτι να σαλεύει στους θάμνους. Συσπειρώθηκε σαν γάτα πριν εκτινάξει το κορμί της. Ένας σκύλος εμφανίστηκε πίσω από τις πρασινάδες που του έκοβαν τη θέα.

-«Φύγε από δω ρε βρωμόσκυλο…» του είπε άγρια. Το τετράποδο τον προσπέρασε γρυλίζοντας. «Φύγε να μην σε κάνω κονσέρβα…» του φώναξε και στη συνέχεια περίμενε καρτερικά.

Οι δείκτες του ρολογιού είχαν κολλήσει στην ίδια θέση. Ένα τέταρτο μόνο είχε περάσει και εκείνου του είχαν φανεί σαν ώρες. Έκαστε κάτω μουρμουρίζοντας και κουνώντας μπρος πίσω το κορμί του σαν αυτιστικός. Η υπομονή του όμως ανταμείφθηκε αρκετά γρήγορα μετέπειτα. Εκεί που είχε αρχίσει να πιστεύει πως το αποψινό βράδυ θα κατέληγε σε μία σκέτη αποτυχία, άκουσε βήματα να καταφθάνουν. Συγκεντρώθηκε στον θόρυβο που πλησίαζε. Ήταν τακούνι που χτυπούσε αργά το ένα μετά το άλλο. Ήταν βαρύ και χαρακτηριστικά αργό. Ήταν σίγουρα κάποιος άντρας που τον πλησίαζε. Θα έπρεπε να ήταν διπλά προσεκτικός. Οι γυναίκες ήταν πιο εύκολα θύματα. Στρίγκλιζαν περισσότερο και μπορούσε να τις γαμήσει αν ήθελε.

Κρύφτηκε καλά πίσω από τον τοίχο σφίγγοντας γερά το τσεκούρι με την ξύλινη λαβή ανάμεσα στα χέρια του. το σήκωσε στον αέρα και έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα. Με την άκρη του ματιού του ξεπρόβαλε από την γωνία του τοίχου κοιτώντας την είσοδο από την οποία θα εμφανιζόταν ο περαστικός. Μία μαύρη σκιά φάνηκε να ξεπροβάλει. Ένας αγκώνας και μετά ένα χέρι. Είχε δίκιο. Ήταν ένας άντρας και αρκετά ψηλός μάλιστα. Θα έπρεπε να τον αιφνιδιάσει όσο καλύτερα μπορούσε. Μόλις πέρναγε από μπροστά του, ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού θα ήταν αρκετό να τον αφήσει σέκο. Μετά θα ξεκίναγε το παιχνίδι. Κι αν τύχαινε και δεν είχε πεθάνει… θα ήταν ό,τι καλύτερο θα του είχε συμβεί.

Ο άγνωστος άντρας πλησίαζε αρκετά αργά με τα χέρια χωμένα στις τσέπες. Κοίταζε δεξιά κι αριστερά μοιάζοντας επιφυλακτικός. Για μία στιγμή σταμάτησε ακριβώς στο κέντρο του πάρκου σα να περίμενε κάτι να συμβεί. Ήταν δυνατόν να γνώριζε; Φορούσε ένα καρό πουκάμισο και μία άσπρη βερμούδα με άσπρα αθλητικά παπούτσια. Φαινόταν καθαρά στις λιγοστές ακτίνες του φεγγαριού που έπεφταν πάνω του. Ήταν λες και ήθελε να φανεί τόσο έντονα. Μονάχα τα φωσφορίζοντα διακριτικά του έλειπαν. Αυτό παραξένεψε τον Μανώλη. Του δημιούργησε φοβίες.

-«Έλα χέστη. Μόνο ένας περίεργος που γυρεύει μπελάδες είναι. Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις και φύγε γρήγορα λοιπόν. Έτσι.. για να μάθει να πηγαίνει γυρεύοντας.»

Ο άντρας αφού κάπνισε το τσιγάρο του, προκλητικά αργά ίσως για μία τόσο κακόφημη περιοχή, ψαχούλεψε στο τσαντάκι της μέσης του και συνέχισε να περπατάει προς το σημείο που παραφυλούσε ο Μανώλης. Η απόσταση όλο και μειωνόταν μέχρι που έφτασε στα τρία μέτρα και μετά στα δύο. Ένα και πλέον βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Ο ξένος σταμάτησε κοιτάζοντας τριγύρω. Ο επίδοξος δολοφόνος στεκόταν ακίνητος δύο μέτρα μακριά του κρυμμένος ανάμεσα στις σκιές. Περίμενε να απομακρυνθεί ακόμη ένα μέτρο για να του ορμήσει από πίσω.

Χωρίς να χάσει χρόνο σήκωσε το στομωμένο τσεκούρι τρέχοντας κατά πάνω του. Ο άγνωστος περαστικός έκανε κάτι που δεν περίμενε ο Μανώλης. Αντίο να πέσει κάτω και να φωνάξει, να παρακαλέσει για την ζωή του, έβγαλε σε κλάσματα δευτερολέπτου μέσα από το τσαντάκι του ένα περίστροφο και το πρόταξε στην απειλή που τον πλησίαζε. Η αντίδρασή του ήταν τόσο άμεση που ήταν λες και το περίμενε. Λες και είχε έρθει εδώ για αυτόν τον σκοπό και μόνο.

-«Σταμάτα εκεί που είσαι…» τον διέταξε.

Ο Μανώλης σταμάτησε κοκαλώνοντας απότομα και σήκωσε τα χέρια ψηλά.

-«Είναι φάρσα, φίλε…» προσπάθησε να πει.

-«Σκάσε ρε μαλάκα. Μην βγάλεις ούτε μιλιά.» το χέρι του ήταν σταθερό σα να είχε βρεθεί σε ανάλογες περιπτώσεις χιλιάδες φορές.

-«Όχι φίλε… εγώ…»

-«Βούλωσέ το είπα…» έδειχνε πολύ απειλητικός και έτοιμος να τραβήξει την σκανδάλη. Με τον αντίχειρα τράβηξε την σκανδάλη.

-«Πέταξε κάτω το τσεκούρι σου…» τον διέταξε.

Ο Μανώλης έδειξε διστακτικός. Με ένα βλέμμα όλο νόημα παρακινήθηκε να το κάνει. Κατέβασε αργά του τσεκούρι ακουμπώντας την λεπίδα πρώτα στο πάτωμα γονατίζοντας. Ο άγνωστος πήρε τον λόγο κατεβάζοντας αργά το περίστροφο.

-«Ξέρεις… σε παρακολουθώ αρκετό καιρό τώρα και ήρθα εδώ σήμερα μόνο για εσένα.»

-«Είσαι αστυνομικός…;»

-«Εγώ κάνω τις ερωτήσεις εδώ. Αν και για να σου λύσω την απορία… όχι. Δεν είμαι. Τα φτύνω αυτά τα αποβράσματα. Τα πατάω κάτω σαν τα σκουλήκια. Με αηδιάζει κάθε μορφή εξουσίας να δεν την ασκώ εγώ.»

Ο Μανώλης γέλασε και σήκωσε το βλέμμα να τον κοιτάξει στα μάτια.

-«Χαμήλωσε το βλέμμα σου. Δεν σου είπα να με κοιτάξεις.» Σήκωσε ξανά το όπλο. Ο Μανώλης υπάκουσε συνεχίζοντας να ακούει τον μονόλογο του ξένου. «Κάποιοι με λένε παράφρων γιατί βρίσκω ευχαρίστηση σε πράξεις που αποστρέφουν τους περισσότερους. Πάντα ήμουν διαφορετικός. Το ήξερα. Δεν μπορούσα να συνυπάρξω με παιδιά της ηλικίας μου. όσο κι αν καταπιεζόμουν να πνίξω τα ένστικτά μου αυτά έβγαιναν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην επιφάνεια. Διασκέδαζα με τον πόνο των αλλονών. Έτσι μεγαλώνοντας αποφάσισα να δω αν υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα.»

-«Κι εγώ είμαι ένας από αυτούς…» παραδέχτηκε ακόμη γονατιστός.

-«Το γνωρίζω πολύ καλά.» Τώρα η φωνή του είχε γλυκάνει. Κατέβασε ξανά το όπλο και το έβαλε μέσα στο τσαντάκι του. έκανε ένα νόημα στον Μανώλη να σηκωθεί. Αυτός υπάκουσε.

-«Έψαχνα, λοιπόν, να βρω όμοιους με εμένα. Βρήκα όπως εσένα, καλή ώρα, αλλά ποτέ δεν υπήρχε κάτι οργανωμένο.»

-«Οργανωμένο…;» επανέλαβε τα λόγια του ως ένδειξη απορίας.

-«Ναι· οργανωμένο! Η ανάγκη μου να παίρνω ικανοποίηση μέσω του πόνου και του τρόμου, του σαδισμού και του μαζοχισμού, με οδήγησε στην δημιουργία μιας κάστας ανθρώπων που έχουν τις ίδιες αμαρτωλές απολαύσεις με εμάς.»

-«Και από πόσα άτομα αποτελείται αυτή η ομάδα;»

-«Δεν θα πίστευες ακόμη κι αν σου έλεγα.»

-«Και πού βρίσκετε ανθρώπους ώστε να πάρουν μέρος στο παιχνίδι σας;»

-«Εθελοντές…»

-«Πώς;»

-«Ναι, μικρέ μου Μανώλη. Υπάρχει πολλή ανωμαλία στον κόσμο αυτόν.»

-«Πώς ξέρεις το όνομά μου…;»

-«Όπως είπα και πριν… σε έχω παρακολουθήσει αρκετό καιρό τώρα. Ξέρω τόσο πολλά για εσένα που θα τρόμαζες αν γνώριζες. Δεν εμφανίστηκα τυχαία εδώ λοιπόν.»

Ο Μανώλης τον κοίταξε με έκπληξη. «Πού το πας…;»

-«Απόψε ήρθα να σε βρω για να σου κάνω μία πρόταση…»

-«Είμαι όλος αυτιά…»

-«Θα ήθελα να πάρεις μέρος σε ένα παιχνίδι. Αν καταφέρεις και βγεις νικητής θα πας για το μεγάλο χρηματικό έπαθλο.»

-«Τι εννοείς; Ποιο μεγάλο χρηματικό έπαθλο;»

Ο άντρας έβαλε το όλο μέσα στο τσαντάκι. Όταν τράβηξε έξω το χέρι του κρατούσε μια δεσμίδα από εικοσάευρα. Του τα πέταξε στο στήθος. Ο Μανώλης τα έπιασε κοιτάζοντάς τον έκπληκτος.

-«Θεώρησέ το σαν μία μικρή προκαταβολή. Υπάρχουν κι άλλα αν δεχτείς.»

-«Αφού δεν ξέρεις αν δεχτώ. Γιατί μου τα δίνεις αυτά;»

Ο άγνωστος χαμογέλασε.

-«Δεν με απασχολεί μικρέ. Αν δεν δεχτείς κάποιος άλλος θα το κάνει.»

Ο Μανώλης δεν έχασε χρόνο.

-«Εντάξει. Δέχομαι.» απάντησε και είδε ένα χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη του. «Πότε ξεκινάμε;»

-«Αύριο. Θα έρθω να σε πάρω από το σπίτι σου.» είπε κοφτά και γύρισε να φύγει σχεδόν τρέχοντας σα να θυμήθηκε πως είχε αφήσει το μάτι της κουζίνας ανοικτό.

-«Περίμενε. Πώς θα έρθεις στο σπίτι μου; Δεν ξέρεις πού μένω.»

-«Χμ…» ακούστηκε ένα πνιχτό χαμόγελο και εξαφανίστηκε στην αγκαλιά της νύχτας.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Ο Νταής, Μέρος 5ο.


Το έντονο φως μπήκε κλεφτά από τις χαραμάδες του μισογκρεμισμένου παντζουριού. Ο Μανώλης άνοιξε τα μάτια του πονοκεφαλιασμένος και το στόμα του μύριζε αλκοόλ. Ο φίλος του στεκόταν δίπλα του. Τον κοίταζε την ώρα που προσπαθούσε να καλύψει το κεφάλι του με τα κιτρινισμένα του σεντόνια. Ήξερε όμως πως το βλέμμα του συγκάτοικου ήταν καρφωμένο πάνω του. Read the rest of this entry

Ο Νταής, Μέρος 4ο.


Το επόμενο βράδυ ήρθε και όλο χαρά ο Μανώλης περίμενε την ώρα που συγχρονισμένα οι δύο δείκτες του ρολογιού θα περνούσαν την απόλυτα κάθετη κορυφή. Το δεύτερό του παιχνίδι θα αποκτούσε σάρκα και οστά. Ο συνεργός του καθόταν αμίλητος στον καναπέ του δωματίου δείχνοντας σκεπτικός. Είχε αρχίσει να τον φοβάται. Τον γνώριζε από παλιά, πρώτη φορά όμως συνειδητοποιούσε το μέγεθος της τρέλας που κουβαλούσε μέσα του. Σκεφτόταν μήπως τελικά έπρεπε να σταματήσουν ή αν ο Μανώλης έδειχνε αμετανόητος θα αποτραβιόταν μακριά του. Read the rest of this entry

Ο Νταής, Μέρος 3ο.


-«Λοιπόν… τι έχουμε για σήμερα Μανώλη…;»

-«Απόψε σας έχω ετοιμάσει κάτι πολύ δυνατό…»

-«Ελπίζω να μην έχουμε τίποτα μπλεξίματα με τους μπάτσους και τρέχουμε ξανά.»

-«Αν δεν κινδυνεύουμε να έχουμε μπλεξίματα με τα γουρούνια τότε δεν θα είναι διασκεδαστικό…»

-«Δεν ξέρω ρε Μάνο.» Ο φίλος του νταή έμοιαζε σκεπτικός. «Μήπως κάπου το παρατραβάμε κι εμείς…;» τον ρώτησε.

Ο Μανώλης γύρισε απότομα το κεφάλι του χαρίζοντάς του μια διαπεραστική ματιά. «Τι έγινε ρε; Κότεψες;»

-«Όχι, αλλά να… Θυμάσαι τον Αλέξανδρο;»

-«Ναι. Λοιπόν…; Ψόφησε το μαλακισμένο. Ο διευθυντής είχε πει ότι κρεμάστηκε και να σου πω την αλήθεια τον πιστεύω. Κανείς δεν τον είδε από τότε. Πιστεύω πως τον πήρε ο πατέρας του και πήγε να τον θάψει σε κάνα χωράφι και μετά από την τρέλα του σκότωσε την γυναίκα του και αυτοκτόνησε.»

-«Θυμάσαι τι του είχες κάνει;»

-«Τίποτα δεν του είχα κάνει. Ας ήταν αρκετά άντρας να αντέξει. Χάρη έκανα στην κοινωνία που την γλίτωσα από ένα τέτοιο σκουπίδι.»

-«Δεν νιώθεις ποτέ σου πως του…» προσπάθησε να τον λογικεύσει σε μια κρίση ευσυνειδησίας. Ο Μανώλης τον διέκοψε απότομα.

-«Πόσες φορές πρέπει να σ’ το πω; Καρφί δεν μου καίγεται.» Read the rest of this entry

Ο Νταής, Μέρος 2ο


Την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα η τραπεζαρία δεν είδε καθόλου τον Αλέξανδρο. Κλεισμένος στον εαυτό του, μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου του βυθιζόταν στην άβυσσο της ανορεξίας χάνοντας ολοένα και περισσότερα κιλά. Ένιωθε άρρωστος, έμοιαζε με άρρωστο και ήταν άρρωστος. Αρκετοί ομαδάρχες είχαν προσπαθήσει να τον πλησιάσουν αλλά αυτός τους απέφευγε βρίσκοντας κάθε φορά και μία δικαιολογία. Όταν η κατάσταση έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ψυχική υγεία του μικρού κατασκηνωτή, ο διευθυντής κάλεσε τη μητέρα του. Ο μικρός Αλέξανδρος αναγκάστηκε να παρευρεθεί σε αυτό το τηλεφώνημα. Read the rest of this entry

Ο Νταής, Μέρος 1ο.


~ Ο νταής ~

Μέρος 1ο

-«Εντάξει…» ψέλλισε κλαίγοντας ο μικρός Αλέξανδρος μόλις βγήκε από το ντουλάπι όπου τον είχαν κλείσει οι φίλοι του για να κάνει το juke box. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα και το δεξί του μάτι μαυρισμένο. Τι θα έλεγε στη μητέρα του αυτή τη φορά; Οι δικαιολογίες του είχαν τελειώσει εδώ και πολύ καιρό. Τη μία είχε πέσει από τη σκάλα, την άλλη είχε κουτουλίσει σε κάποιο ντουλάπι· και γενικότερα έτσι κυλούσε η ζωή του πίσω από τις κλειστές πόρτες του ολοήμερου ιδιωτικού σχολείου.

Read the rest of this entry

Αρέσει σε %d bloggers: