Category Archives: Ιστορίες Φίλων

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, 3ο Μέρος.


Αφότου βγήκαμε από το δωμάτιο γεμάτοι θάρρος προχωρήσαμε και ανεβήκαμε τις σκάλες που οδηγούσαν στη δεξαμενή του αντικειμένου SCP-173.

Β: Που λες να είναι αυτό το πράγμα τώρα; Δεν έχουμε κανένα στοιχείο. Επίσης δεν θα μπορέσουμε να το «σπρώξουμε» γιατί δεν κουνιέται από τη θέση του και τέλος αν ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας θα μας σκοτώσει επιτόπου. Για πες μου πως θα το βάλουμε πάλι μέσα στη δεξαμενή, ε;

Α: Αν δε σταματήσεις να μιλάς πως θα σκεφτώ ε, και στο κάτω κάτω αν κάνεις πολύ φασαρία τότε θα μας ακούσει και θα πεθάνουμε πολύ νωρίτερα από ότι ελπίζουμε, εντάξει;

B: Καλά ντε.

Και δυο τους προσπαθούσαν να σκεφτούν κάποιο τρόπο για να βάλουν το SCP-173 πίσω στο κελί του. Πέρασε πολύ ώρα και τελικά Bill κατάφερε να σκεφτεί κάτι:

Β: Ε, το SCP-173 κουνιέται μόνο όταν δε κοιτάμε σωστά;

Α: Ναι αλλά αν δε το κοιτάμε για πολύ ώρα θα πεθάνουμε.

Β: Ναι λοιπόν πες μου ότι ξέρεις για αυτό το πράγμα.

Αφού ο Arthur είπε στον  Bill ότι ήξερε για το αντικείμενο του είπε:

Β: Λοιπόν άκου προσεχτικά… θα βρούμε το SCP και μόλις το δούμε θα αρχίσουμε να προχωράμε γρήγορα προς τα πίσω αλλά χωρίς να του γυρίσουμε τη πλάτη γιατί θα είναι απλά αυτοκτονία. Έτσι όταν θα κλείνουμε τα μάτια μας απλά θα έρχεται κοντά μας. Με αυτό τον τρόπο θα το παρασύρουμε στη δεξαμενή και κάποιος από εμάς θα πρέπει να μπει μέσα στη δεξαμενή για να το παρασύρει. Τότε ο άλλος θα κλείσει τη πόρτα αφού πρώτα είναι και οι δύο έξω και αυτό ήταν. Τι λες; Συμφωνείς;

Α: Πιστεύεις πως θα πιάσει και κατά αρχάς πως θα βρούμε το SCP ε;

Β: Απλά ακολούθα το δρόμο όπου όλοι οι νεκροί έχουν σπασμένους λαιμούς.

Α: Αμ, εντάξει.

Μετά από πολύ περπάτημα και πολλές ώρες καταφέραμε να βρούμε το SCP. Ήταν μέσα στο δωμάτιο που είχα βρει το φύλακα που μου είχε δώσει το όπλο, φαίνεται πως το θέατρο δεν έπιασε σε αυτό το τέρας. Το SCP κοιτούσε το τοίχο όπως κάνει πάντα δηλαδή και προσπαθούσαμε να του τραβήξουμε τη προσοχή. Όμως δε μπορούσαμε να πλησιάσουμε πολύ. Φωνάζαμε πολλή ώρα και τότε θυμήθηκα πως έχω όπλο επάνω μου:

Β: Πυροβόλα το, δεν είπες πως έχεις όπλο μαζί σου;

Α: Ναι αυτός εδώ ο φύλακας μου το είχε δώσει.

Μπαμ. Τότε εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε προς τη κατεύθυνση από την οποία ήρθαμε.

Α: Ε, πρέπει να ανοιγοκλείσω τα μάτια. Να το κάνουμε μαζί για να κουνηθεί.

Όταν ανοιγοκλείσαμε τα μάτια είδαμε το SCP μπροστά μας. Αρχίσαμε να τρέχουμε πιο γρήγορα για να φτάσουμε  στο θάλαμο. Αλλά έπρεπε να βλέπουμε και που πάμε. Έτσι κάποιος από εμάς έπρεπε να γυρίσει και να κοιτάξει το δρόμο.

Β: Περίμενε λίγο να κοιτάξω μη πέσουμε σε κάνα τοίχο.

Α: Οκ. Αλλά θυμάσαι το δρόμο καθόλου;

Β: Αχ, όχι, μπορείς να γυρίσεις εσύ;

Α: Καλά… λοιπόν στρίψε αριστερά και μετά όλο ευθεία.

Β: Εντάξει. Όλο ευθεία είπες ε, ναι.

Όταν οι ήρωες μας έφτασαν στο θάλαμο ο Bill μπήκε μέσα για να παρασύρει το SCP-173 μέσα στο θάλαμο. Αφού μπήκε τότε ο Bill βγήκε γρήγορα χωρίς να σταματήσει να το κοιτάει και είπε στον Arthur να κλείσει τη πόρτα.

Α: Πάει το πρώτο.

Β: Ναι αλλά τώρα πρέπει να βάλουμε πίσω το SCP-049 και αυτό έχει ίδια νοημοσύνη με των ανθρώπων. Τι θα κάνουμε λοιπόν;

Α: Κάποιος πρέπει να γίνει το δόλωμα για να το πείσει να μπει μέσα.

Β: Από ότι ξέρω αυτό το SCP θεωρείται «γιατρός». Επίσης μέσα στο κελί του έχει διάφορα μηχανήματα εργαστηρίου.

Α: Α!! Το βρήκα. Bill θέλω να μου πυροβολήσεις το πόδι. Αλλά να περάσει ξυστά μη μου το χτυπήσεις σοβαρά, εντάξει;

Β: Μη μου πεις ότι θα μπεις εκεί μέσα… μαζί του.

Α: Για πες μου κάτι άλλο.

Β: Καλώς. Ετοιμάσου γιατί θα πονέσει.

Α: Κάντο!

Β: Ρε σίγουρος είσαι;

Α: Κάντο ντε!!!!

Μπαμ!!!!!!!

Α: Αααααα!!!

Β: Στο είπα ότι θα πονέσει. Περίμενε έρχεται.

SCP-049: Τι έπαθες;!!

Α: Ααααα, πονάω!!!!!!!!

Β: Πυροβολήθηκε από έναν φύλακα. Μπορείς να τον κάνεις καλά;

SCP-049:  Ναι φέρτε τον στο κελί μου. Βασικά ξέρετε που είναι το κελί μου;

Β: Ναι. Πάμε γρήγορα.

Αφού φτάσανε «στο εργαστήριο» ο «γιατρός» πήγε να κάνει μια μικρή εγχείριση στο πόδι του.

Τότε ο Arthur έδωσε μια μπουνιά στο SCP και προσπάθησε να τρέξει προς τη πόρτα του κελιού.

Β: Γρήγορα!!!!!!

Α: Α, βγήκα κλείσε τη πόρτα.

Β: Τα καταφέραμε!!!!

Α: Ναι, και τώρα πάνε σε κανένα κανονικό ιατρό

Β: Χαχα. Εντάξει.

Πέθαναν πολλά άτομα εκείνη τη μέρα. Μόλις όλα μπήκαν στη σειρά οι δύο ήρωες παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους και επέστρεψαν σπίτια τους. Ο Arthur είπε την αλήθεια στην οικογένεια του όχι όμως για το ίδρυμα αλλά για το ότι δούλευε σε ταβέρνα και ο Bill μετακόμισε στη γειτονιά του Arthur. Μαζί με τη βοήθεια της οικογένειας και ενός ειδικού έφτιαξαν ένα βιντεοπαιχνίδι με όλα τα SCP που υπήρχαν στο ίδρυμα και έβγαλαν εκατομμύρια. Από τότε προσπάθησαν να κρατήσουν μυστικό από όλους ότι είδαν εκεί.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη με το email cheatteach@gmail.com για την ιστορία του

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, 2ο Μέρος.


Μόλις μπήκαμε αντικρίσαμε το αντικείμενο. Είχε σχήμα φιστικιού και κοιτούσε τον τοίχο απέναντι μας. Τότε ακούσαμε τους φύλακες να μας λένε:

Ασφάλεια: Ο αριθμός D-3721 να πλησιάσει το αντικείμενο SCP-173.

Ο αριθμός αυτός ήταν του πρώτου ατόμου στη σειρά. Όταν έφτασε μπροστά του, του γύρισε τη πλάτη και μας είπε

D-3721: Δεν έγινε τίποτα παιδιά, ελάτε είναι ασφαλές.

Τότε του φωνάξαμε μαζί «Προσοχή!!!».

D-3721: Γιατί τι έγινε;

Όταν γύρισε είδε το αντικείμενο μπροστά στα μάτια του. Από το φόβο άρχισε να τρέχει προς εμάς. Ξαφνικά είδαμε τον άντρα πεσμένο νεκρό στο πάτωμα και το αντικείμενο να μας κοιτάζει.

Τότε εγώ είπα στον διπλανό μου.

Α: Φίλε πρέπει να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου εσύ συνέχυσε να το κοιτάς, εντάξει;

D-9563: Έγινε.

Μετά από το πολύ 5 δεύτερα το αντικείμενο άρχισε να τρέμει. Τότε η πόρτα άνοιξε και οι φύλακες μας είπαν βγούμε. Όμως έτσι το αντικείμενο βρήκε την ευκαιρία να σκοτώσει και τον D-9563. Μόλις έπεσε κάτω νεκρός το αντικείμενο με κοιτούσε. Έκλεισα τα μάτια μου από το φόβο μου κατά λάθος και τότε σκέφτηκα:

Α: (Ωχ, έκανα μεγάλη βλακεία τώρα θα πεθάνω κι εγώ. Γιατί να πεθάνω τόσο νέος. Έχω να κάνω πολλά ακόμα στη ζωή μου. Αντίο κόσμε.)

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα το αντικείμενο μπροστά μου. Με κοιτούσε απλά και δεν έκανε τίποτα άλλο. Εγώ έκανα σιγά πίσω χωρίς να το χάσω από τα μάτια μου. Βγήκα από τη δεξαμενή και πήγα πίσω στο χώρο όπου ο φύλακας μου είχε δώσει το χαρτί με της πληροφορίες που χρειαζόμουν για το πράγμα αυτό.

Άκουσα τότε πυροβολισμούς και ουρλιαχτά από την αίθουσα. Γεμάτος φόβο κατέβηκα κάτι σκάλες που υπήρχαν αριστερά μου και κρύφτηκα εκεί. Προσπαθούσα να κάνω ησυχία αλλά η καρδιά μου χτυπούσε πολύ δυνατά κα ακουγόταν μέχρι τον επάνω όροφο. Μόλις πέρασαν μερικά λεπτά ανέβηκα επάνω να δω τι έγινε.

Στο πάτωμα υπήρχαν και οι δύο φύλακες που με είχαν συνοδέψει πριν και μέσα στο χώρο που βρισκόταν το αντικείμενο οι άλλοι δύο. Όμως το αντικείμενο δεν τους είχε κατασπαράξει απλά τους είχε σπάσει το λαιμό. Και στους τέσσερεις φαίνονταν κόκαλα να βγαίνουν από το λαιμό. Μα του ούτε αίμα ούτε τίποτα άλλο. Βγήκα από την αίθουσα και κατέβηκα πάλι τις σκάλες που είχα κατεβεί και πιο πριν. Κάτω υπήρχαν γραφεία, πολλά γραφεία.   

Προχώρησα λίγο και έφτασα στο τέλος της αίθουσας. Τότε είδα πάλι το αντικείμενο να κοιτάει το τοίχο. Τρομοκρατημένος προχώρησα πάλι προς τα πίσω για να μην με καταλάβει. Ανέβηκα τις σκάλες. Δεν ήθελα να ξαναπάω ποτέ εκεί κάτω. Όταν ανέβηκα πήρα το δρόμο που είχα πάρει και με τους φύλακες για να με φέρουν στην αίθουσα. Πίστευα ότι εφόσον η πόρτα ήταν αρκετά σκληρή θα μπορούσε να συγκρατήσει το αντικείμενο από το να τη σπάσει. Όμως όταν έφτασα στο δωμάτιο μου είδα τη πόρτα πεσμένη στο πάτωμα. Είδα τι είχε γίνει μέσα, είχε ένα φύλακα νεκρό πάνω στο γραφείο μου. Όμως κανένα SCP-173. Μπήκα μέσα και είδα τον φύλακα. Τότε ο φύλακας σηκώθηκε και μου είπε ψιθυριστά

Φυλ: Πέσε κάτω.

Α: Γιατί, τι έγινε;

Φυλ: Θες να ζήσεις ή όχι, ρε; Πέσε κάτω τώρα.

Α: Μ..μ… μάλιστα κύριε.

Όμως δεν μπορούσα να κάθομαι και να κάνω τον νεκρό. Έπρεπε να βγω και να βοηθήσω.

Α: Συγνώμη κύριε μπορώ να πάρω το όπλο σας;

Φυλ: Δεν θες να ζήσεις, ε. Πολύ καλά όμως το μη ξαναέρθεις σε αυτό το χώρο.

Α: Μάλιστα κύριε.

Βγήκα από το δωμάτιο και προχώρησα ευθεία. Τότε πέρασα από μια πόρτα με ένα χαρτί απ’ έξω που έλεγε SCP-096.

Α: ( Περίμενε υπάρχουν και άλλα τέτοια πράγματα;)

Μπήκα μέσα και είδα μια αίθουσα με ενισχυμένους τοίχους και ένα γραφείο με ένα τζάμι μπροστά. Πίσω από το τζάμι υπήρχε ένας ατσάλινος κύβος. Ακούγονταν μουγκρητά και ένα άτομο να κλαίει. Είδα ένα χαρτί που έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής ανιτικειμένου SCP-096

Το αντικείμενο SCP-096 πρέπει να κρατιέται συνεχώς υπό επιτήρηση σε ένα σιδερένιο κλουβί διαστάσεων 5 x 5 x 5 κάθε στιγμή. Πρέπει το κλουβί να επιτηρήται συχνά για τυχόν ρωγμές ή τρύπες. Μέσα στο κλουβί δεν πρέπει να υπάρχει καμία κάμερα ή κάποιο άλλο μέσο παρατήρησης.

Περιγραφή:

Το αντικείμενο SCP-096 έχει ύψος 2.38 μ. Το αντικείμεο δεν δείχνει πολύ μυική μάζα. Δεν είναι ακόμα γνώστο αν το αντικείμενο είναι τυφλό ή όχι. Ο εγκέφαλός του αντικειμένου δεν βρίσκεται σε υψυλό επίπεδο και δεν ενδιαφέρεται για άλλα αντικείμενα ή ανθρώπους.

To αντικείμενο είναι αρκετά υπάκουο. Ωστόσο αν κάποιος δεί το πρόσωπο του αντικειμένου, είτε κανονικά είτε μέσω κάμερας τότε το αντικείμενο θα μπει σε μια φάση ντροπής βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπό του, ουρλιάζοντας και κλαίγοντας. Το άτομο που είδε το πρόσωπο του SCP-096 είναι γνωστό και ως SCP-096-1. Μολίς περάσουν το πολύ δυο λεπτά τότε το αντικείμενο θα τρέξει προς το άτομο πού που είδε το πρόσωπό του με σκοπό να το σκοτώσει. Εκείνη τη στιγμή κάθε είδος όπλου είναι άχριστο.

Μόλις το αντικείμενο φτάσει στη τοποθεσία του SCP-096-1 τότε θα το σκοτωσεί και δε θα αφήσει τίποτα, με λίγα λόγια θα το φάει. Τότε το αντικείμενο θα κάτσει κάτω και θα του πάρει το πολύ 5 λεπτά για να ξαναγίνει υπάκουο.

Α: Ωχ καλύτερα να βγώ από’ δω καλού κακού, μη πατήσω τίποτα και βγεί κι αυτό έξω.

Αφού προχώρησα είδα κάτι σκάλες και μια πινάκιδα που έλεγε πως οδηγούν προς τη καφετέρεια.

Α: (Πως και έχει καφετέρεια αυτό το μέρος; Μάλλον κυλικείο θα εννοεί).

Αφού κατέβηκα τις σκάλες είδα τη καφετέρεια. Ώντως είχε καφετέρεια. Εκεί είδα δύο φύλακες να μιλάνε αλλα δεν ήταν κανονικοί φύλακες είχαν κάτι το διαφορετικό πάνω τους που δε μπορούσα να το καταλάβω. Όταν τους πλησίασα είδα ότι είχαν αίματα πάνω τους. Σκέφτηκα οτί μπορεί να ήταν επειδή θα σκότωσαν κάποιο SCP. Τους πλησίασα και τους είπα:

Α: Συγνώμη αλλά ένα αντικείμενο έχει αποδράσει, μπορείτε να με βοηθήσετε; Δε ξέρω ακόμα αυτό το μέρος, σήμερα είναι η πρώτη μου μέρα. Τότε γύρισαν και με κοιτάξαν. Τους είδα και κατάλαβα τι το διαφορετικό είχαν πάνω τους. Ήταν σαν ζόμπι και το μισό τους σώμα ήταν γεμάτο πληγές. Έτρεξα φοβισμένος και σκεφτόμουν αν ήταν κι αυτά SCP. Τότε αντίκρισα έναν άντρα με μία μασκά πουλιού κι έναν μανδύα. Και του είπα:

Α: Μη πάτε προς τα εκεί είναι δύο φύλακες που έχουν γίνει ζόμπι. Μη τους πλησιάσετε ποιος ξέρει τι θα σας κάνουν. Μπορείτε να με βοηθήσετε;

Τότε ο άντρας μου είπε με μια απόκοσμη ρομποτική φώνη:

Αγν: Αχ, ακόμα ένα θύμα της νόσου.

Α: Ποιας αρρώστιας, σας λέω πρέπει να τρέξετε.

Αγν: Μη φοβάσαι είμαι η θεραπεία.

Τότε άκουσα τη φωνή ένος φύλακα να μου λέει:

Φυλ: Μη τον πλησιάζεις, θα σε σκοτώσει δεν είναι άνθρωπος.

Α: Ε;

Φυλ: Είναι το SCP-049, αν σε πιάσει θα πεθάνεις τρέχα τώρα!!!!!

SCP-049: Μην ανυσηχείς είμαι η θεράπεία.

Α: Α, φύγε από μπροστά μου

Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και τότε άκουσα πυροβολισμούς. Πρέπει ο φύλακας να προσπάθησε να σκοτώσει εκείνο το πράγμα.

Μετά από πολύ τρέξιμο άκουσα κλάματα, σκέφτηκα πως ήταν πάλι εκείνο το SCP-096 και πως θα κατάφερε να βγει από το κλουβί του. Για να κρυφτώ μπήκα στο θάλαμο του SCP-294. Ήταν μια απλή μηχανή από αυτή που παίρνεις αναψυκτικά και τέτοια. Μόλις μπήκα μέσα είδα έναν άλλο άντρα της τάξης D. Έκλεγαι αν και δεν ήξερα γιατί.

Α: Γιατί κάθεσαι και κλαίς, ε;

Άγνωστος: Α, βοήθεια!!!! Όχι περίμενε είσαι άνθρωπος.

Α: Τι νόμιζες;

Άγνωστος: Άσε, τίποτα. Είμαι ο Bill εσύ;

Α: Arthur.

Β: Χάρηκα για τη γνωριμία. Κάτι πρέπει να κάνουμε, δε μπορούμε να καθόμαστε.

Α: Να εγώ έχω αυτό το όπλο, εσύ έχεις κανένα πάνω σου;

Β: Όχι

A: Δε πειράζει. Ξέρεις τι σκέφτομαι; Πρέπει να προσπαθήσουμε να βάλουμε κάποιο SCP πίσω στο κελί του.

Β: Μα είμαστε απλά από τη τάξη D, δε μπορουμε να κάνουμε τίποτα.

Α: Ε, και εγώ λέω ότι μπορούμε και θα το κάνουμε, τι λές λοιπόν;

Β: Πολύ καλά λοιπόν. Αλλά αν πεθάνουμε θα είναι δικό σου λάθος, κατάλαβες;

Α: Ενταξει. Λοιπόν πάμε να δείξουμε σε όλους ότι η τάξη D μπορεί να κάνει κάτι από το να πεθαίνουν άτομα συνεχώς στα τέστ.

Β: Έγινε πάμε λοιπόν.

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, Μέρος 1ο.


Το παρακάτω κείμενο περιγράφει την ιστορία του Arthur House ο οποίος ζει στην Καλιφόρνια και είναι 36 ετών. Έχει βάλει συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό επιβίωσης υπό δύσκολες συνθήκες. Το βραβείο του διαγωνισμού είναι ένας μήνας δωρεάν εργασία στο ίδρυμα SCP. Μάλιστα αν η απόδοσή του στη δουλειά είναι αρκετά καλή τότε μπορεί να πιάσει δουλειά εκεί εφόσον ο ήρωας μας είναι άνεργος. Πέρασαν πέντε μέρος αφότου τέλειωσε ο διαγωνισμός και τα αποτελέσματα θα βγουν δημοσίως σε δυο μέρες.

Παρασκευή 16 Ιουνίου

Ο Arthur ξαπλώνει στο καναπέ ψάχνοντας θέσεις στο ίντερνετ σε περίπτωση που δεν νικήσει το διαγωνισμό.

Α: (Μακάρι να νικήσω. Θα είναι μια μοναδική εμπειρία εκεί. Φυσικά δεν έχω ξανακάνει κάποια δουλειά αλλά θα εξοικειωθώ γρήγορα, δε μπορεί. Μακάρι μόνο να νικήσω γιατί δεν βλέπω καμιά ελεύθερη θέση πουθενά αλλού. Αααχχχ.) Σκέφτεται ο Arthur.

Λοιπόν ήρθε η ώρα για βόλτα.

O Arthur συχνάζει σε ένα μικρό καφενείο μαζί με τον μικρότερο αδερφό του τον Jonathan ο οποίος είναι εργάτης στο λιμάνι. Είναι 27 ετών και ζει με τους γονείς τους.

A: Πως πάνε οι δουλειές λοιπόν;

J: Καλά, εσύ τι κάνεις βρήκες καμιά δουλειά να μου ξεπληρώσεις τα χρέη για τους καφέδες; Χαχαχαχα.

Α: Ναι, ναι γέλα εσύ να ξέρεις πως θα βρω δουλειά σύντομα (αν νικήσω δηλαδή).

J: Μπα, πως και. Τι έκανες και λες πως βρήκες δουλειά. Αγγελίες;

Α: Εεε… Φυσικά τι νόμιζες.

J: Μπράβο ρε αδελφέ, συγχαρητήρια. Και τι δουλειά είναι αυτή;

Α: Ααα σε μια ταβέρνα να με πήραν λόγο έλλειψης προσωπικού.

J: Ωραία έτσι θα ξεπληρώνεις με ένα δωρεάν γεύμα, χαχαχαχαχα

Α: Ναι, βεβαίως … χαχαχαχα.

Ο Arthur γυρνάει σπίτι του γεμάτος άγχος.

A: Τι θα γίνει αν δε με πάρουν; Θα καταλήξω στους δρόμους; Δεν αντέχω την ιδέα να ζητιανεύω από καθάρματα που θα γελούν πίσω από τη πλάτη μου. Θεέ μου ας με πάρουν σε παρακαλώ.

Σάββατο 17 Ιουνίου

Το επόμενο πρωί κατά τις 12:30 χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Ο Arthur πηγαίνει στη πόρτα και γεμάτος απορία βλέπει τους γονείς του με τον αδερφό του.

Α: Τι κάνετε όλοι εδώ ρε παιδιά μεσημεριάτικα;

J: Να σου πούμε συγχαρητήρια για τη δουλειά. Άντε δε μπούμε μέσα;

Α: Ναι περάστε, και το ρωτάτε;

Όλη την υπόλοιπη μέρα η οικογένεια του ήταν στο σπίτι του Arthur γιορτάζοντας για την υποτιθέμενη δουλειά του.

Κυριακή 18 Ιουνίου: Ημέρα της απονομής των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού.

Α: Λοιπόν σήμερα είναι η ημέρα της κρίσης. Πρέπει να χαλαρώσω, θα τα έχω πάει καλά, ουφ.

Το απόγευμα στις 5:10 χτύπησε το κουδούνι. Ο Arthur άνοιξε την πόρτα και είδε δύο άντρες στα μαύρα να του λένε πως νίκησε. Ήταν κατενθουσιασμένος με αυτά που άκουγε.

Α1: Κύριε μπορείτε να έρθετε κοντά μου παρακαλώ;

Α: Ναι.

Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Μετά από πολλές ώρες ο ήρωας μας ξύπνησε σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο, πάνω σε ένα κρεβάτι με ένα χαρτί στο στήθος που έλεγε:

«Οδηγίες για το προσωπικό την τάξης D.

Σύμφωνα με το ίδρυμα SCP Foundation και το προσωπικό μας σας καλωσορίζουμε σε μια περίοδο ενός μήνα σε μια από τις πιο κρυφές εταιρίες στον κόσμο. Δυστυχώς ο τομέας εργασίας που σε έχει ανατεθεί δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά παρακαλώ διαβάστε αυτό το έγγραφο προσεχτικά για να μείνετε όσο πιο ασφαλής και ευχαριστημένοι γίνετε.

Σε κάθε εργαζόμενο της τάξης D έχει δοθεί ένα αριθμός. Ο δικός σας είναι D-9341. Σας παρακαλούμε πολύ να θυμάστε τον αριθμό σας γιατί θα σας φωνάζουν με αυτόν από τώρα

Κατά την διαμονή σας στο ίδρυμα θα παίρνετε μέρος σε διάφορα τεστ. Κάποια από αυτά πιθανότατα θα είναι πολύ επικίνδυνα αν δε υπάρχει μέγιστη προσοχή. Για αυτό χρειαζόμαστε πλήρη συγκέντρωση σε κάθε περίσταση. Οι κορυφαίας κλίμακας ειδικοί μας θα σας ενημερώνουν για τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που θα πρέπει να υπάρχουν στα τεστ. Αν αποτύχετε στα τεστ θα γυρίσετε στο σπίτι σας νεκρός.

Αν όλα πάνε καλά θα είστε ελεύθεροι να φύγετε ή να κάτσετε στο τέλος του μήνα».

Γεμάτος απορία και λίγο φόβο να πούμε την αλήθεια ο Arthur άκουσε βήματα πίσω από την σιδερένια πόρτα του δωματίου.

Φυλ.1: Ασφάλειά, θέλω να ανοίξετε το κελί 311.

Α: (περίμενε κελί είναι αυτό;)

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η σιδερένια πόρτα άνοιξε και είδα δύο φύλακες με όπλα να με κοιτάνε.

Φυλ.1: Ει, εσύ. Έχουν μια δουλεία για σένα, κάνε μου τη χάρη και βγες από το κελί.

Ήμουν πολύ μπερδεμένος και δεν είχα καταλάβει τι μου έλεγε.

Φυλ.1: Τι στο, ηλίθιος είσαι ή κάτι, είπα βγες από το κελί. Αν δε βγεις από το κελί θα σε πυροβολήσω.

Α: Ααα, ναι μάλιστα συγνώμη.

Φυλ.1: Απλά ακολούθησε με. Ο, παρεμπιπτόντως είμαστε υποχρεωμένοι να σκοτώνουμε ανθρώπους της τάξης D αν δε κάνουν σωστά τη δουλειά τους οπότε μη κάνεις καμιά βλακεία, κατάλαβες;

Α: Μάλιστα κύριε.

Περνούσαμε από έναν σκοτεινό διάδρομο όταν:

Φυλ.1: Ααα, λοιπόν πως πάνε τα πράγματα

Α: Μι..Μι..Μιλάς σε εμένα;

Φυλ.1: Φυσικά μιλάω σε εσένα βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω;

Α: Τίποτα απλώς είμαι λίγο ενθουσιασμένος γιατί είναι η πρώτη φορά που μιλάς κανονικά.

Φυλ.1: Ε, ναι είναι η πρώτη σου μέρα δουλειά σε αυτό το μέρος.

Περπατήσαμε λίγο ακόμη και φτάσαμε σε ένα δωμάτιο με μία μεγάλη σιδερένια πόρτα.

Φυλ.1: Λοιπόν φτάσαμε. Μπες μέσα και ακολούθα προσεχτικά όλες τις οδηγίες που θα σου δώσουν και εε λογικά, θα είσαι καλά… ή μπορεί και να μην είσαι. Βασικά, απλά μπες μέσα. Α, και πριν μπεις διάβασε προσεχτικά αυτό.

Μου έδωσε ένα χαρτί με μια παράξενη εικόνα.

A: Τι είναι αυτό;

Φυλ.1: Το πράγμα που θα βρεις εκεί μέσα.

Το χαρτί έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής αντικειμένου SCP-173:

Το αντικείμενο SCP-173 πρέπει να κρατιέται σε μία κλειδωμένη δεξαμενή κάθε στιγμή. Όταν πρόκειται το προσωπικό να εισέλθει στη δεξαμενή, τουλάχιστον τρία άτομα πρέπει να μπούν και να κλειδώσει η πόρτα πίσω τους. Ανα πάσα στιγμή πρέπει τουλάχιστον δυο άτομα να έχουν οπτική επάφη με το αντικείμενο SCP-173 μέχρι να τους δοθεί άδεια να βγουν από το θάλαμο.

Περιγραφή:

Η προέλευσή του δεν είναι ακόμη γνωστή. Είναι φτιαγμένο από σκυρόδεμα και σχέδια από σπρέι. Tο αντικείμενο είναι ζωντανό και εξαιρετικά εχθρικό. Το αντικείμενο δεν μπορεί να κουνηθεί όταν υπάρχει οπτική επαφή. Η οπτική επαφή με το αντικείμενο δεν πρέπει να χαθεί.

Το αντικείμενο επιτίθεται βαρώντας πάρα πολύ δυνατά το λαιμό στη βάση του κρανίου ή πνίγοντάς το.

Αφού το διάβασα με ελουσε κρύος ιδρώτας. Όταν μπήκα στον θάλαμο που βρισκόταν η δεξαμενή είδα άλλα δυο άτομα της τάξης D να με περιμένουν μπροστά από τη πόρτα. Τότε ακούσαμε τον φύλακα.

Φυλ: Ασφάλεια, άνοιξε τη πόρτα του αντικειμένου SCP-173.

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η πόρτα άνοιξε και αντικρίσαμε έναν τεράστιο θάλαμο με αίμα στο πάτωμα και το αντικείμενο να κοιτάει τον τοίχο.

Φυλ: Τι περιμένετε μπείτε λοιπόν.

Φαντάσματα: Το Χωριό Της Γιαγιάς Μου.


Με λένε Kelly και είμαι 31 χρονών. Έχω έναν αδερφό ονόματι John που είναι 36 ετών και μία αδερφή την Suzan, 40 ετών. Θα ήθελα να σας διηγηθώ τι μου συνέβη ένα καλοκαίρι πριν από 19 χρόνια. Οι γονείς μου είχαν κανονίσει να με πάνε στο χωριό της γιαγιάς μου.

Το σπίτι ήταν μικρό και είχε μόνο δυο κρεβάτια, ένα για τη γιαγιά μου και ένα για τον παππού μου, έτσι εγώ έπρεπε να κοιμηθώ στο πάτωμα, όχι ότι με πείραζε δηλαδή. Ούτως η άλλως είναι ηλικιωμένοι και πρέπει να κοιμούνται άνετα.

Κατά τις 3:00 το βράδυ ξύπνησα από έναν εφιάλτη. Ήμουν σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι με έναν φακό και μία πληγή στο δεξί μου χέρι. Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Μετά από κάποιο δεύτερα ξαναβρήκα την όρασή μου και βρέθηκα έξω από το σπίτι, γύρισα πίσω μου και είδα έναν άντρα με αίμα σε όλο του το σώμα να μου κάνει σους. Τότε ήταν που σηκώθηκα. Πήγα στο παράθυρο και είδα τον άντρα από το όνειρο να βάζει το δάχτυλο του στο στόμα και να μου λέει σους. Ξύπνησα την γιαγιά και τον πάππου μου και τους είπα τι έγινε. Ο παππούς άρπαξε τη καραμπίνα και βγήκε έξω, όμως δεν είδε τίποτα. Με ρώτησε αν νιώθω καλά και του είπα ναι. Ήμουν σίγουρη ότι είδα τον άντρα. Το επόμενο βράδυ  έγινε το ίδιο πράγμα, είδα το ακριβώς ίδιο όνειρο και μετά ο άντρας εμφανίστηκε πάλι αλλά πιο κοντά από το προηγούμενο βράδυ.

Μία εβδομάδα αργότερα ο άντρας ήταν ακριβώς στο παράθυρο. Όσο ήταν μακριά δεν μπορούσα να δω το βλέμμα του, αλλά τώρα το έβλεπα καθαρά. Ήταν ένα άγριο, απόκοσμο και μοναχικό βλέμμα. Το επόμενο βράδυ ο άντρας δεν ήταν στο παράθυρο. Ήμουν ανακουφισμένη. Από τότε ο άντρας δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά.

Μετά από αυτό το γεγονός δεν πήγαμε στο χωρίο της γιαγιάς μου ποτέ ξανά. Έτσι η γιαγιά και ο παππούς έρχονταν στη πόλη για να μείνουν στο διαμέρισμά μας κάθε καλοκαίρι.

Κάπου ενάμιση χρόνο αργότερα απέκτησα έναν αδερφό που τον ονομάσαμε Πίτερ. Περίπου έξι χρόνια μετά οι γονείς μου κανόνισαν να πάμε ο Πίτερ και εγώ να μείνουμε για δύο εβδομάδες στο χωριό της γιαγιάς μου. Φυσικά εγώ είχα ξεχάσει το γεγονός με εκείνον τον άντρα οπότε δεν δίστασα να πω ναι.

Το πρώτο βράδυ όσο ετοίμαζα το sleeping bag του αδερφού μου τον ρώτησα αν ήταν χαρούμενος που θα κοιμόταν στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Όμως δεν πήρα απάντηση. Γύρισα και τον είδα να έχει ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο και ανησυχία. Τον ρώτησα τι έπαθε και μου έδειξε το παράθυρο. Ήταν ένας άντρας με αίμα σε όλο του το σώμα. Μας έκανε σους. Τότε θυμήθηκα τα πάντα, τους εφιάλτες, τον άντρα και το πόσο φόβο είχα νιώσει εκείνο το καλοκαίρι. Ταυτόχρονα με τον αδερφό μου βγάλαμε μια τσιρίδα που ακούστηκε σε όλο το χωριό. Η γιαγιά και ο παππούς έτρεξαν να μας ρωτήσουν τι συνέβη. Τους είπαμε πως είδαμε έναν άντρα με αίμα σε όλο του το σώμα να μας κάνει σους. Ο παππού πήρε την καραμπίνα και βγήκε έξω. Δεν βρήκε τίποτα όμως.

Από εκείνο το βράδυ εγώ και ο αδερφός μου κοιμόμαστε στο ντουλάπι της κουζίνας με το φόβο ότι ο μυστηριώδης άντρας θα μας βρει.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την ιστορία του.

Τρελοί: Ο Άντρας Που Έτρωγε Γυαλί.


Με λένε Αντρέα και είμαι 12 ετών. Έχω δύο φίλους τον Γιάννη και τον Γιώργο. Ζούμε στη Χαλκιδική και μας αρέσει και τους τρείς να παίζουμε με πιστόλια, ειδικά με νεροπίστολα. Κάθε Παρασκευή βράδυ μαζευόμαστε στην αυλή κάποιου και παίζουμε με νεροπίστολα ειδικά τα καλοκαίρια. Αυτό ωφελεί και εμάς και τους γονείς μας γιατί αυτοί μαζεύονται και συζητάνε ενώ εμείς παίζουμε έξω στην αυλή του σπιτιού.

Ένα ανοιξιάτικο βράδυ όσο παίζαμε έξω στην αυλή του Γιάννη, είδαμε έναν πολύ ψηλό άντρα πίσω από το δέντρο της αυλής. Οι γονείς και των τριών μας είχαν αφήσει στο σπίτι του Γιώργου και εκείνοι είχαν πάει στο mall για να κάνουν τη βόλτα τους και να αγοράσουν και τίποτα. Σκεφτήκαμε ποιος να ήταν και ο Γιάννης έκανε τη κίνηση και τον ρώτησε ποιός ήταν. Δε μας απάντησε αλλά μετά από λίγο μας είπε «ε, μπορώ να παίξω και εγώ παιδιά;».

Και οι τρείς μας είχαμε κολλήσει πάνω στα νεροπίστολα φακούς για να βλέπουμε μέσα στο σκοτάδι. Φωτίσαμε το πρόσωπό και μας έλουσε κρύος ιδρώτας. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο πληγές και ράμματα. Το πιο τρομαχτικό από όλα ήταν ότι έτρωγε ένα κομμάτι γυαλιού και από το στόμα του έτρεχε πολύ αίμα.

Τρέξαμε τρομοκρατημένοι μέσα στο σπίτι. Κλειδώσαμε τη πόρτα πίσω μας και πήγαμε να κρυφτούμε στη κρεβατοκάμαρα. Τότε ακούσαμε έναν πυροβολισμό. Ο άντρας κρατούσε όπλο και είχε πυροβολήσει τη κλειδαριά καταφέρνοντας έτσι να μπει στο σπίτι. Ανέβηκε τις σκάλες και μπήκε στη κρεβατοκάμαρα. Εγώ κρυμμένος πίσω από τη πόρτα του έδωσα μια μπουνιά και κατευθείαν βγήκαμε από το δωμάτιο. Όσο ήμασταν στη πόρτα για να βγούμε από το σπίτι ακούσαμε κι άλλο πυροβολισμό. Δεν σταματήσαμε να τρέχουμε ούτε κοιτάξαμε πίσω μας. Ευτυχώς το αστυνομικό τμήμα ήταν κοντά.

Μετά από κάποια λεπτά αφού ενημερώσαμε του γονείς μας γυρίσαμε στο σπίτι με τους αστυνομικούς. Ψάξαμε το σπίτι και δε βρήκαμε τίποτα. Όμως όταν ανοίξαμε τη πόρτα του μπάνιου είδαμε τον άντρα. Είχε αυτοπυροβοληθεί στο λαιμό. Κανείς δε ξέρει γιατί το έκανε αυτό.

Οι αστυνομικοί μάζεψαν το πτώμα και η μητέρα του Γιώργου καθάρισε το μπάνιο. Από τότε οι γονείς μας δεν μας ξανάφησαν να παίζουμε μόνοι μας.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την ιστορία του.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Η Έπαυλη Ραγκάβη.


Η Ελένη είναι ένα κορίτσι 14 ετών η οποία ζει στο Σιδηρόκαστρο, ένα απομονωμένο χωριό στην ορεινή Μεσσηνία και φοβάται τις γάτες. Η Ελένη ζει με το πατέρα της το Σάκη ο οποίος δουλεύει ως αγρότης. Η μητέρα απεβίωσε 4 χρόνια μετά τη γέννησή της. Το χωριό αυτό είναι γνωστό για τα υπέροχα γλυπτά του. Σε κάθε σκάλα υπάρχει κι ένα αγαλματάκι που βρίσκετε εκεί είτε ως διακοσμητικό είτε για να χαρακτηρίσει την οικογένεια του σπιτιού. Η Έλενα έχει μία μονάχα φίλη, τη Σαββίνα, επίσης 14 ετών.

Τα δύο αυτά κορίτσια ονειρεύονται να φύγουν στο εξωτερικό και να σπουδάσουν γλυπτική. Δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο κρίνοντας από το ενδιαφέρων όλου του χωριού στη γλυπτική. Ένα Σαββατιάτικο απόγευμα όπου η Ελένη και η Σαββίνα είχαν βγει περνούσαν από τη παλιά έπαυλη του χωρίου. Στη έπαυλη αυτή ζούσε η οικογένεια Ραγκάβη η οποία και ίδρυσε το Σιδηρόκαστρο.

Η έπαυλη ήταν εγκαταλελειμμένη εδώ και δεκαετίες. «Είσαι;» ρώτησε η Σαββίνα την Ελένη. «Τι;» απόρησε η Ελένη. «Να μπούμε φυσικά, δεν νομίζω να φοβάσαι». «Ξανά πες το, αν τολμάς». Τελικά οι δύο φίλες μπήκαν στην έπαυλη.

«Πωωωω είναι πολύ σκοτεινά, δεν βλέπω τη μύτη μου» είπε η Σαββίνα. Έψαξαν λίγο το χώρο και αργότερα ανέβηκαν στον πάνω όροφο. Υπήρχε μία μεγάλη βιβλιοθήκη εκεί. Είδαν τα βιβλία και σκέφτηκαν να ανοίξουν κάνα δυο.

Δυστυχώς τα βιβλία ήταν παλιά και είχαν καιρό να ανοιχτούν και έτσι οι σελίδες έλιωναν στα χέρια των δυο κοριτσιών. Τότε ακούστηκε ένα παιδικό ουρλιαχτό. «Γιατί το έκανες αυτό, με τρόμαξες» είπε η Σαββίνα. «Δεν ήμουν εγώ» απάντησε η Έλενα διστακτικά. Ξαφνικά είδαν έναν πίνακα της οικογένειας. «Μπρρρ, τι είναι αυτό;», είπαν ταυτόχρονα τα δύο κορίτσια. Το παιδί δεν είχε μάτια και ο λαιμός του ήταν κόκκινος. φοβισμένες προχώρησαν με τα μάτια και τα αυτιά τους δεκατέσσερα.

Στο τρίτο όροφο υπήρχε άλλος ένας πίνακας της οικογένειας χωρίς το παιδί. Αυτός ο πίνακας φαινόταν πιο καινούργιος από τον προηγούμενο. Σκέφτηκαν λοιπόν πως το παιδί πρέπει να είχε πεθάνει μετά από κάποια χρόνια. «Ωχ, Ελένη έλα ‘δω». «Τι θες πάλι». «Κοίτα λίγο καλύτερα το πίνακα». «Τι έχει, απλά λείπ… Θεέ μου». Η Μητέρα δεν είχε μάτια και ο λαιμός της ήταν κόκκινος. «Τι συμβαίνει με αυτή την οικογένεια πια, ρε παιδί μου» αναφώνησε η Ελένη. «Έλα ένας όροφος έμεινε ακόμα» την καθησύχασε η Σαββίνα.

Στον τέταρτο και τελευταίο όροφο δεν υπήρχε πίνακας, μονάχα ένα σύνθημα στη θέση που ήταν οι προηγούμενοι δύο πίνακες το οποίο έλεγε «Η οικογένεια πέθανε». Φοβισμένα τα δυο κορίτσια, έσπευσαν να βγουν από την έπαυλη όμως η τσιρίδα ακούστηκε πάλι πιο δυνατά από πριν. «Ααα, τρέχα να σωθείς Έλενα».

Τότε είδαν τους δύο πίνακες να βρίσκονται καρφωμένοι πάνω στη πόρτα έτσι ώστε να μην ανοίγει. Τα κορίτσια δεν μπορούσαν να βρουν κάποιο σπασμένο παράθυρο για να φύγουν. Το ουρλιαχτό ακούστηκε πάλι πιο δυνατά από τις προηγούμενες δύο φορές. Εκείνη τη στιγμή είδαν την μητέρα και το παιδί στις σκάλες. Δεν είχαν μάτια και από το λαιμό τους έτρεχε ασταμάτητα αίμα. «Αααααααααα» ούρλιαξαν και οι δύο. Τα φαντάσματα πλησίαζαν όλο και περισσότερο.

Πανικοβλημένες και οι δυο τους άρπαξαν από ένα ξύλο και το έριξαν στα φαντάσματα. Όμως κατάληξαν να τα εξαγριώσουν. Τα φαντάσματα άρχισαν να ουρλιάζουν, τα στόματά τους ήταν σκοτεινά και ανοιχτά κατάπλατα. Το παιδί κοίταξε τη μητέρα του και άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας. Μας κοίταξε ουρλιάζοντας και απομακρύνθηκε τρέχοντας πίσω στη μητέρα του. Έκανε σαν να κλαίει και η μητέρα εξαγριώθηκε. Άρχισε να τρέχει καταπάνω μας ουρλιάζοντας με μια απόκοσμη φωνή. Τρέχοντας τα δύο κορίτσια όρμησαν πάνω στη πόρτα με δύναμη για να τη σπάσουν. Τίποτα όμως.

Ξαναπροσπάθησαν, πάλι τίποτα. Μόλις γύρισαν είδαν τη μητέρα του παιδιού από πίσω τους. Έτρεξαν με όλη τους τη δύναμη πάνω στη πόρτα. Κατάφεραν να τη σπάσουν και βγήκαν τελικά έξω είδαν τα δύο φαντάσματα να τις περιμένουν στη πόρτα. Τελικά όμως εξαφανίστηκαν στον άνεμο.

Τα δύο κορίτσια επέστρεψαν κατατρομαγμένα σπίτια τους. Δεν είχαν ξανανιώσει τέτοιο φόβο μέσα τους. Από τότε δεν ξαναπέρασαν από την έπαυλη και το κράτησαν μυστικό για όλη τους τη ζωή.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

Μυστήριο: Τέλος.


Παραξενεύτηκε πολύ όταν συνειδητοποίησε ότι οι πατημασιές του, βούλιαζαν σε ένα παγωμένο βαλτώδες νερό, ενός ρηχού σκοτεινού ποταμού. Αν και είχε συνηθίσει  να περπατάει τη νύχτα, εκείνη η νύχτα ήταν διαφορετική, ένα βαμβακερό ομιχλώδες νέφος, βρισκόταν παντού σκορπισμένο. Ξαφνικά, αντιλήφθηκε ότι στις όχθες του ποταμού, βρίσκονταν απομεινάρια αρχαίων σκελετών και ρημαγμένα κρανιά. Παντού γύρω μύριζε σαπίλα και θάνατος, ένας θάνατος που φαινόταν να έρχεται αμείλικτος και παγερός. Η λογική του άρχισε να συρρικνώνεται, τα σκούρα σύννεφα του ουρανού, ένιωθε να εισβάλλουν στον εγκέφαλο του, ενώ τρομακτικές κραυγές και ουρλιαχτά που έρχονταν από μακριά, έμπαιναν μέσα του και τον κυρίευαν. Τα  μάτια του ήταν ανοιχτά αλλά το μυαλό του έμοιαζε να έχει χαθεί. Άρχισε να μουδιάζει και να παραλύει, τα χέρια του ένιωθε να βαραίνουν και το μούδιασμα να κατεβαίνει ως τα ακροδάχτυλα του. Τότε στη μέση του ποταμού αντίκρισε έναν άνθρωπο ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Φορούσε έναν μαύρο μανδύα με μια μακριά κουκούλα στο κεφάλι, όταν τον πλησίασε συνειδητοποίησε, ότι το πρόσωπο του ήταν φρικτά παραμορφωμένο, ενώ τα μάτια του ήταν δίχως κόρη και ίριδα, ανέκφραστα και κενά, σαν μια κενή μαύρη οθόνη.

-Ήρθες, σε περίμενα, του είπε με μια απόκοσμη φωνή.

-Ακολούθησε με.

Και εκείνος τον ακολούθησε χωρίς να πει λέξη, τώρα πια πίστευε στη κόλαση, αλλά ήταν αργά για μετάνοιες και συγχώρεση, ήταν αργά για οτιδήποτε.


Ευχαριστούμε τον Κώστα Νίκα για την ιστορία του.

Όνειρα: Παιδικές Αναμνήσεις.


«Οι παρακάτω μεταφρασμένες στα ελληνικά σελίδες βρέθηκαν στο ημερολόγιο ενός ασθενή του ψυχιατρικού νοσοκομείου Bedlam του Λονδίνου, ονόματι James Kalahan ο οποίος βρέθηκε νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες  σε ένα δωμάτιο απομόνωσης».

Από πολύ μικρή ηλικία (ίσως από όταν ήμουν μικρότερος των τεσσάρων ετών), ήμουν ένα αλλόκοτο παιδί που πολλοί δεν θα δίσταζαν να το χαρακτηρίσουν από ντροπαλό έως αντικοινωνικό. Φοβόμουν πολύ τον έξω κόσμο, φοβόμουν τον κόσμο που απλωνόταν έξω από το ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον που μου εξασφάλιζε το σπίτι μου, φοβόμουν τον κόσμο των μεγάλων, των ενηλίκων αλλά το κυριότερο, φοβόμουν αυτό που βρισκόταν στον κόσμο που ελλόχευε πέρα από τον κόσμο των ενηλίκων, πέρα από τον κόσμο που θα δεις αν κοιτάξεις έξω από το παράθυρο του σπιτιού σου. Έτρεμα όχι το άγνωστο αλλά αυτό που βρισκόταν καλά κριμένο μέσα στην ομίχλη, μέσα στο έρεβος του αγνώστου αυτού κόσμου που πολλές φορές έβλεπα να ξανοίγεται μπροστά μου, ήταν αυτά τα κόκκινα μάτια με το αιώνιο μίσος που διακρινόταν καθαρά μέσα τους, τον αρχέγονο τρόμο που έκρυβαν και με τη μεθυστικότητά τους. Όμως όσο κι αν προσπαθούσα να το αποφύγω, για εμένα τουλάχιστον, ήταν αναπόφευκτο, τα γρανάζια της αδυσώπητης μοίρας (η μήπως ήταν κάτι ποιο περίπλοκο και δόλιο από απλή μοίρα;) μας έφερναν σε επαφή ξανά και ξανά.

Δεν το έβλεπα με τα μάτια της ύλης, τα μάτια του φθαρτού μου σώματος, γεγονός που πίστευα ότι οφειλόταν στο ότι το πλάσμα αυτό ήταν κατασκευασμένο από μίσος και, γενικότερα, αρνητικά συναισθήματα και όχι από ύλη. Δεν είχε ύλη, δεν διέθετε υλική υπόσταση, προερχόταν από ένα άλλο κόσμο που πιθανότατα υπήρχε παράλληλα με τη δική μας σφαίρα ύπαρξης. Όταν οι δυο μας κόσμοι έρχονταν, από σύμπτωση, σε επαφή, τότε οι πύλες άνοιγαν και ο κόσμος του γινόταν για ένα μικρό διάστημα, αντιληπτός από ορισμένα ευαίσθητα άτομα του δικού μου κόσμου. Ο κόσμος του πλάσματος, μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο μέσο των αισθήσεων και ενός τμήματος του υποσυνείδητου, και όχι μέσω της λογικής, της καθαρής πραγματιστικής ρεαλιστικής σκέψης των ενηλίκων και φυσικά δεν γινόταν αντιληπτός μέσω της ύλης.

Το μόνο μυαλό που θα είχε έστω και μια μικροσκοπική ελπίδα να λάβει μια εικόνα από τον αέναο αυτό παράλληλο κόσμο, ήταν ένα μυαλό γεμάτο φαντασία και αθωότητα, ένα μυαλό που δεν είχε προλάβει να μολύνει η ανθρώπινη κοινωνία καταστρέφοντας τη δημιουργικότητα του και πλάθοντάς το σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Για το λόγο αυτό, ο αβυσσαλέος κόσμος του πλάσματος που ήταν τόσο δυσνόητος για εμάς τους ανθρώπους μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο από τα παιδιά και σε κάποιες ποιο σπάνιες περιπτώσεις από τους φρενοβλαβείς αυτούς που είχαν χάσει κάθε λογική σκέψη και διέθεταν ένα εγκέφαλο διαφορετικά δομημένο από το συνηθισμένο, βαρετό κατά την ταπεινή μου άποψη, εγκέφαλο των ενηλίκων.

Έτσι πιστεύω ότι ήταν καλύτερα, δεν πιστεύω ότι ένας συνηθισμένος νους θα ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να δει αυτόν τον κόσμο όπου κατοικούσε το πλάσμα και να διατηρήσει το λογικό του άθικτο. Η τρέλα ήταν ο μόνος δρόμος που θα ακολουθούσε ένας ενήλικας εφόσον είχε κολυμπήσει σε νερά που κάποιος δεν πρέπει ούτε καν να πλησιάζει.

Δυστυχώς η ευτυχώς, ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κοιτάξουν, ήταν ικανοί να το κάνουν αυτό για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μόλις λίγα δευτερόλεπτα η ίσως για μερικά λεπτά στις ποιο σπάνιες περιπτώσεις. Εγώ τουλάχιστον είχα κολυμπήσει στον αρχέγονο κόσμο του τέρατος για λίγα λεπτά (σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου στο οποίο κοίταξα μόλις ξύπνησα) μέχρι που ξαφνικά βρέθηκα πίσω στο κρεβάτι του δωματίου μου αφήνοντας ότι φρικιαστικά θεάματα είχα δει, σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου σαν ένα πολύ μακρινό όνειρο.

Όπως διαπίστωσα λοιπόν, ο κόσμος αυτός έρεε σαν το ποτάμι, επρόκειτο για ένα πεδίο ύπαρξης που ήταν συνεχώς εν κινήσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, ένας κόσμος όπου τα πάντα άλλαζαν και ποτέ σου δεν μπορούσες να κοιτάξεις δυο φορές στο ίδιο μέρος, αν γυρνούσες το βλέμμα σου πίσω εκεί όπου κοίταγες πριν λίγη μόλις ώρα, τώρα θα έβλεπες κάτι εντελώς διαφορετικό. Επίσης έκανα τη διαπίστωση ότι ποτέ δεν έπαυε να υπάρχει, μετά την πρώτη φορά που κοιτούσες στην άβυσσο που τον χαρακτήριζε θα είχες συνεχώς το συναίσθημα ότι αόρατα μάτια σε παρακολουθούν ακόμα κι όταν βρισκόσουν στο ανθρώπινο κόσμο, ακόμα και όταν οι πύλες έκλειναν και οι δυο παράλληλοι κόσμοι, ο δικός μας και ο δικός του, έχαναν την επαφή τους, αυτός που είχε εισέλθει στον κόσμο του πλάσματος, θα συνέχιζε να ζει έχοντας αυτό το συναίσθημα.

Το πραγματικό πρόβλημα όμως, δεν βρισκόταν στο γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι ήταν ικανοί να αντιληφθούν με τα μάτια της ψυχής τους τον τρόμο, τη φρίκη, το πλάσμα με τα κόκκινα στο χρώμα του αίματος μάτια και πολλά από τα άλλα κατώτερα πλάσματα που ζούσαν εκεί μέσα στην ομίχλη, αλλά στο ότι και αυτές οι οντότητες θα είχαν τη δυνατότητα να κοιτάξουν με τη σειρά τους, τον δικό μας κόσμο  και σε ποιο ακραίες περιπτώσεις να αλληλοεπιδράσουν με αντικείμενα κι ανθρώπους πολύ ποιο έντονα και δυναμικά από όσο μπορούσαμε εμείς να αλληλοεπιδράσουμε στο δικό τους κόσμο. Οι πύλες, βλέπετε, που ανοίγονταν με τη σύγκρουση των δυο παράλληλων κόσμων, ήταν διπλής φύσης, και έτσι μπορούσε κάποιος ή κάτι να μετακινηθεί από τον ένα κόσμο στον άλλο και να γυρίσει πάλι πίσω. Μάλιστα αυτά τα πλάσματα είχαν αναπτύξει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στη μετακίνηση αυτή και έτσι μπορούσαν να επιλέξουν που και πότε θα εμφανιστούν στον ανθρώπινο κόσμο αλλά και πότε  θα γυρίσουν πίσω στο δικό τους σκοτεινό τόπο κατοικίας, μια ικανότητα που εγώ όπως και οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι «προικισμένοι» άνθρωποι δεν διέθεταν.

Για το λόγο αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, αν ποτέ ακούσεις ψιθύρους να προέρχονται από τις ποιο σκοτεινές γωνίες του σπιτιού σου, αν ποτέ σου αντιληφθείς ότι αόρατα μάτια είναι καρφωμένα πάνω σου και με την άκρη του ματιού σου μπορείς να δεις μια  σκιά η οποία χάνεται αμέσως μόλις γυρίσεις το βλέμμα σου, αν ποτέ σε κάποιο εφιάλτη δεις ότι σε καταδιώκουν σκιές και σκοτεινά πλάσματα που δεν έχεις ξαναδεί στην πραγματική ζωή και αν ξυπνήσεις συνεχίζοντας να έχεις την αίσθηση ότι ακόμα τα τέρατα είναι εκεί και ελλοχεύουν στις σκιές, αν παρόλο που μένεις μόνος σου δεν νιώθεις ποτέ πραγματικά μόνος στο σπίτι και αντιληφθείς ότι αντικείμενα αλλάζουν θέση την ώρα που δεν βρίσκεσαι στο σπίτι η όταν κοιμάσαι, αν μερικά ή όλα από όσα ανέφερα ισχύουν τότε να ίσε σίγουρος ότι δεν πρόκειται για παιχνίδια της φαντασίας σου τίποτα από αυτά δεν είναι αποκύημα του μυαλού σου, τα πάντα είναι πραγματικά, κακόβουλες οντότητες από τον κόσμο της αβύσσου και ίσως ακόμα και το ίδιο το πλάσμα έχουν εισέλθει στον κόσμο και μολύνουν με την σατανική παρουσία τους τον εγκέφαλο σου, οι παιδικοί μας μπαμπούλες που περιμέναμε ότι θα βγουν από τη ντουλάπα του δωματίου μας το βράδυ, είναι υπαρκτοί, είναι εδώ και το γνωρίζω καλά αυτό γιατί συνέβη σε εμένα και το πλήρωσα ακριβά.

James Kalahan – 1750


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 3ο.


Όσο μιλούσε ο Ανδρέας εγώ είχα γίνει κατάχλομος. «γιατί σε εμένα;», «γιατί να βρεθώ εγώ σε τέτοια κατάσταση;». Αυτά σκεφτόμουν όσο ο Ανδρέας συνέχιζε να μιλάει για τον Γιάννη και όσα του είχε ομολογήσει, όμως είχα ακούσει αρκετά το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και το κεφάλι μου είχε αρχίσει να πονά αφόρητα. Κάποια στιγμή ο Ανδρέας βλέποντας τον πανικό που άρχιζε να με καταβάλει, σταμάτησε την αφήγηση του και με κοίταξε στα μάτια.

Α- είσαι καλά; φαίνεσαι κατάχλομος , θα πάω να σου φέρω λίγο νερό.

Ε- ναι

πήγε λοιπόν στο ψυγείο του μαγαζιού αγόρασε ένα μπουκάλι με νερό και μου το έφερε. Το άδειασα σχεδόν αμέσως. Περιμέναμε λίγο μέχρι να συνέλθω και μόλις φάνηκα να συνέρχομαι, αυτός συνέχισε.

Α- σε μια άλλη συζήτηση που είχα με το Γιάννη, μου είπε πως πίστευε ότι η κούκλα ήταν πράγματι υπαρκτή και ότι μέσα της ήταν παγιδευμένη η ψυχή του αδικοχαμένου συζύγου. Την τελευταία φορά που τον είδα του ζήτησα να φύγει από εκείνο το μέρος όσο ακόμα προλαβαίνει γιατί τα πράγματα δεν φαινόντουσαν καθόλου καλά. Αυτός όμως παρά τις παρακλήσεις μου δεν άκουσε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να λάβει απαντήσεις σχετικά με τον άνδρα, τη γυναίκα, την κούκλα. Είχε αποφασίσει να πάει στη γριά και να πάρει από αυτήν, με τη βία, το κλειδί του δωματίου μέσα στο οποίο πίστευε ότι θα έβρισκε την μαύρη κούκλα. Δεν στάθηκα ικανός να τον μεταπείσω, αν απλώς τα παρατούσε όλα και έφευγε εκείνη τη μέρα από εκεί…

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα. Το τι του συνέβη μετά δεν το ξέρω.

Μόλις σταμάτησε να μιλά με κοίταξε κατάματα με ένα ύφος σοβαρό και συνάμα ανήσυχο που δεν μου είχε ξαναδείξει ως τότε.

Α- άκουσε με και φύγε από το διαμέρισμα , φύγε σήμερα και ξέχνα τα όλα, ξέχνα τη γριά, ξέχνα τον μακαρίτη, ξέχνα την κούκλα, αυτοί έχουν βρει τη μοίρα τους, άκουσε με και φύγε από εκεί όσο προλαβαίνεις.

Εγώ έγνεψα καταφατικά.

Επέστρεψα λοιπόν γύρω στις μια το βράδυ στο διαμέρισμα, μάζεψα τα λίγα υπάρχοντα μου και ήμουν έτοιμος να φύγω εκείνη τη στιγμή. Προτού φύγω όμως έπρεπε να ανοίξω εκείνη την πόρτα, ΕΠΡΕΠΕ να δω τι βρισκόταν πραγματικά εκεί μέσα, δεν είχα το κλειδί, όμως ίσως η γριά να την είχε ξεχάσει ανοικτή, ίσως να την έβρισκα ξεκλείδωτη, ίσως…

αισθανόμουν μια ακαταμάχητη έλξη προς την πόρτα, έτσι πλησίασα κι έστριψα αργά και με βαριές ανάσες το πόμολο και η πόρτα άνοιξε μπρος τα έκπληκτα μάτια μου. Δεν το πίστευα, η πόρτα ήταν ανοικτή.

Μέσα στο δωμάτιο έλπιζα ότι θα έβρισκα τα πράγματα που θα αντίκριζε κανείς σε μια παλιά αποθήκη, εργαλεία, καρφιά, υλικά και διάφορα τέτοια πράγματα. Δυστυχώς για εμένα η ελπίδες μου δεν πραγματοποιηθήκαν, μέσα στο δωμάτιο το οποίο φαινόταν υπερβολικά καθαρό για μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη υπήρχαν παντού πεταμένα γυναικεία ρούχα, φούστες παντελόνια τζιν ζακέτες και ένα σορό άλλα είδη ενδυμασίας που θα μου έπαιρνε όλη τη σελίδα για να τα απαριθμήσω και στη μέση του δωματίου υπήρχε ΑΥΤΗ η κούκλα καθισμένη σε μια καρέκλα. Ήταν ακριβώς όπως την είχα δει στο όνειρο μου, είχε το πρόσωπο της στραμμένο προς την είσοδο του δωματίου όπου βρισκόμουν εγώ και το ένα χέρι της ήταν όρθιο σαν να με χαιρετούσε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι μετά από αυτή τη σκηνή της φρίκης είναι εμένα να τρέχω έξω από το διαμέρισμα ουρλιάζοντας μέχρι να φτάσω τελικά σε ένα πολυσύχναστο δρόμο όπου και λιποθύμησα.

Ξύπνησα την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. Μου πείρε αρκετές ημέρες για να συνέλθω από όσα είδα και βίωσα στο διαμέρισμα εκείνο αλλά και από όσα άκουσα από τον Ανδρέα. Όταν τελικά έχοντας βρει ένα νέο διαμέρισμα για να μείνω αποφάσισα να επιστρέψω στο πανεπιστήμιο και να συνεχίσω να παρακολουθώ τα μαθήματα, διαπίστωσα πως ο Ανδρέας είχε γίνει άφαντος. Δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά και όποτε καλούσα το νούμερο ακουγόταν μήνυμα που έλεγε ότι το νούμερο αυτό δεν αντιστοιχούσε σε κανένα συνδρομητή. Στην προσπάθεια μου να μάθω τι απέγινε ο φίλος μου, μίλησα με φοιτητές του τρίτου εξαμήνου στο οποίο και μου είχε πει ότι βρισκόταν ο Ανδρέας, όμως κανείς δεν έδειχνε να τον ήξερε. Τότε ήταν που με χτύπησε σαν κεραυνός εκείνη η σκέψη η μάλλον διαπίστωση που έμελλε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη ευαίσθητη ψυχολογική μου κατάσταση. Θυμήθηκα ότι όσο ανάρρωνα στο νοσοκομείο είχα την ευκαιρία να συζητήσω με μια νοσοκόμα και ένα γιατρό οι οποίοι τύχαινε να γνώριζαν από παλιά τη γριά Μαργαρίτα και τον μακαρίτη άνδρα της. Αυτό που θυμήθηκα από τις συζητήσεις μας ήταν ότι τον άνδρα της τον λέγαν Ανδρέα.


Με μια μικρή καθυστέρηση ανέβηκε το 3ο και τελευταίο μέρος της ιστορίας.

Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 2ο.


Στο πανεπιστήμιο γνώρισα ένα νεαρό λίγο μεγαλύτερο από εμένα ο οποίος επίσης φοιτούσε στο φυσικό τμήμα, τον έλεγαν Ανδρέα και ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος μου. Εκείνη την στιγμή διένυε το τρίτο εξάμηνο των σπουδών του ενώ εγώ βρισκόμουν στο πρώτο, όμως αυτή η μικρή διαφορά δεν μας εμπόδισε από το να κάνουμε παρέα. Έτσι μόλις τελείωσαν οι διαλέξεις για την ημέρα πήγαμε μαζί μια βόλτα στην περιοχή. Ο Ανδρέας ήταν ντόπιος και προθυμοποιήθηκε να μου δείξει τα κατατόπια, εγώ από την άλλη θέλοντας να μείνω στο διαμέρισμα όσο το δυνατόν λιγότερο δέχτηκα την πρόταση.

Είχε πάει δέκα το βράδυ όταν εγώ και ο νέος μου φίλος βρισκόμασταν σε μια δημοφιλή καφετερία λίγα χιλιόμετρα μακριά από το πανεπιστήμιο, ξεκουραζόμασταν καθώς περπατήσαμε πάνω από τρεις ώρες. Κάπου εκεί στη συζήτηση ο φίλος μου με ρώτησε αν είχα ενοικιάσει κάποιο διαμέρισμα.

Α- βρήκες διαμέρισμα;

Ε- ναι, μου πείρε λίγες ημέρες όμως τελικά μου το νοίκιασε μια γιαγιά σε πολύ καλή τιμή.

Α- είναι όμως σε καλή κατάσταση το σπίτι; να προσέχεις αυτές τις «χαμηλές» τιμές γιατί μπορούν να κρύβουν παγίδες. Έλεγξες μήπως έχει κάποιο θέμα το διαμέρισμα;

Ε- το έλεγξα και είναι σε αρκετά καλή κατάσταση, όσον αφορά αυτό το ζήτημα είμαι ικανοποιημένος και είναι και κοντά στο πανεπιστήμιο λιγότερο από τριάντα λεπτά με τα πόδια όμως …

Α- τι;

Ε- αισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά από την στιγμή που πάτησα εκεί.

Α-τι δεν πάει καλά; βρήκες τίποτα κατσαρίδες ή μήπως κανένα σπασμένο σωλήνα;

Ε- πρώτα από όλα υπάρχει μέσα στο διαμέρισμα ένα δωμάτιο το οποίο είναι κλειδωμένο και τα κλειδιά τα έχει μόνο η γιαγιά, εκτός από αυτό τα δυο βράδια που κοιμήθηκα εκεί είδα τρομερά όνειρα με αποτέλεσμα να έχω πολύ ανήσυχο ύπνο. Υπάρχει μια πολύ σκοτεινή αύρα στο μέρος την οποία αρχίζω όλο και περισσότερο να αντιλαμβάνομαι.

-Τώρα τα μάτια του Ανδρέα είχαν γίνει ορθάνοικτα με τον τρόμο να αντικατοπτρίζεται πάνω τους.-

Α- τη γριά μήπως τη λένε Μαργαρίτα;

Ε- ναι πως το ξέρεις;

Α- μήπως στα όνειρα σου πρόσεξες μια μαύρη κούκλα; ξέρεις, σαν αυτές που έχουν στις βιτρίνες των μαγαζιών.

-άνοιξα το στόμα μου να απαντήσω, όμως η φρίκη που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο μου έδωσε από μόνη της την απάντηση –

Ε- την είδα που να πάρει ο διάβολος όμως εσύ πως τα ξέρεις αυτά; τι συμβαίνει;

– ο φίλος μου τώρα φαινόταν τρομοκρατημένος όμως προσπαθούσε να κρύψει αυτό το συναίσθημα οπότε μετά από μερικά δευτερόλεπτα ησυχίας και με μια φωνή που προσπαθήσει να περάσει για ήρεμη, μου απάντησε-

Α- μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε από εκείνο το μέρος όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αν μπορείς καν’ το και σήμερα, όσο μένεις εκεί θα κινδυνεύει η ζωή σου.

Ε- γιατί το λες αυτό; σε παρακαλώ πες μου ότι γνωρίζεις, γιατί κινδυνεύει η ζωή μου και τι είναι αυτή η κούκλα;

Α- πέρυσι, είχα γνωρίσει ένα νεαρό που τον λέγανε Γιάννη, ήταν και αυτός δεκαοκτώ ετών και είχε έρθει από ένα χωρίο μερικές ώρες μακριά, για να σπουδάσει ιατρική. Τον γνώρισα κατά τύχη, το πως ακριβώς δεν έχει και πολύ σημασία τώρα, ήταν καλό παιδί όμως είχε το ίδιο πρόβλημα με εσένα, είχε πολύ λίγα χρήματα, οι γονείς του ήταν φτωχοί και τα χρήματα που του είχανε δώσει δεν θα αρκούσαν για πολύ, οπότε έπρεπε να βρει ένα διαμέρισμα με πολύ φτηνό ενοίκιο και μάλιστα γρήγορα, δυστυχώς είχε αργήσει να έρθει στην πόλη και έτσι δεν υπήρχαν διαθέσιμα διαμερίσματα ούτε από την εστία του πανεπιστήμιου. Καταλαβαίνεις ότι παρόλο που υπήρχαν μερικά συμπαθητικά διαμερίσματα διαθέσιμα προς ενοικίαση, κανένα από αυτά δεν είχε αρκετά χαμηλό ενοίκιο και έτσι ο Γιάννης δεν μπορούσε να ενοικιάσει κανένα. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι που συνάντησε τη κυρία Μαργαρίτα και τελικά νοίκιασε το ίδιο διαμέρισμα που έχεις εσύ τώρα. Ο φίλος μου λοιπόν, από το πρώτο κιόλας βράδυ σε εκείνο το διαμέρισμα είχε τους ίδιους εφιάλτες με εσένα και στις περιγραφές των ονείρων του έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην κούκλα που είδες και εσύ. Αυτή η κούκλα τον πλησίαζε καρφώνοντας όπως μου είπε, τα αόρατα της μάτια πάνω του και έμενε έτσι μέχρι να τελειώσει το όνειρο και να ξυπνήσει. Όμως, όλη κατάσταση έφτασε στο αποκορύφωμα όταν την τέταρτη, αν δεν κάνω λάθος, νύχτα του Γιάννη εκεί, η κούκλα άρχισε να του μιλά τηλεπαθητικά, κανενός τα χείλη δεν κουνιόταν όμως ο φίλος μου μπορούσε να ακούσει ξεκάθαρα τη φωνή της μαύρης κούκλας μέσα στο κεφάλι του. Του είπε ότι η γυναίκα αυτή παλιά διατηρούσε ένα κατάστημα ρούχων, εκεί όπως θα έχεις δει τοποθετούν παρόμοιες κούκλες στις βιτρίνες έτσι ώστε να αναδείξουν καινούργιες συλλογές ενδυμάτων και να προσελκύσουν κόσμο. Όμως η γυναίκα αυτή είχε περισσότερα σχέδια για μια από αυτές τις κούκλες. Μια μέρα λοιπόν όταν ο άνδρας της είχε πάει να πληρώσει μερικούς λογαριασμούς και θα αργούσε να γυρίσει, η γυναίκα πήρε μια από τις κούκλες που είχαν φυλαγμένες στην αποθήκη και τη μετέφερε στο σπίτι της. Εκεί την έντυνε την έγδυνε τις έβαφε τα νύχια και γενικά της φερόταν σα να ήταν άνθρωπος. Είχε πάθει ένα είδος ψύχωσης με την κούκλα. περιττό να πω ότι στο μαγαζί δεν ξαναπάτησε ήταν φαίνεται πολύ απασχολημένη στο σπίτι… Μια μέρα είπε στον άνδρα της ότι μέσα στην κούκλα ήταν φυλακισμένη η ψυχή της κόρης τους, την οποία είχαν χάσει πριν από μερικά χρόνια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο σύζυγος της είχε καταφέρει να ξεπεράσει αυτή την απώλεια η τουλάχιστον είχε μάθει να ζει με τον πόνο, ξέρεις άλλωστε ότι ο χρόνος θεραπεύει τις πληγές της ψυχής. Η γυναίκα όμως δεν ξεπέρασε ποτέ αυτή την απώλεια, ίσως να μην ήθελε και η ίδια να την ξεπεράσει και έτσι κατέληξε να ντύνει και να περιποιείται μια άψυχη μαύρη κούκλα πιστεύοντας πως μέσα της υπήρχε το χαμένο της παιδί. Ο άνδρας της έχοντας μείνει μόνος στο μαγαζί προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα προς το ζην και έχοντας να υποστεί αυτή την παράνοια στο σπίτι έκανε υπομονή για εβδομάδες όμως τελικά ξέσπασε κι άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του η οποία σε αυτό το σημείο φαινόταν εντελώς φρενοβλαβής, αποκομμένη από τον έξω κόσμο και παγιδευμένη στο δικό της μικρό παρανοϊκό σύμπαν, τις είπε ουρλιάζοντας πως η κόρη τους ήταν ΝΕΚΡΉ και αυτό δεν άλλαζε με κανένα τρόπο και πάνω στην οργή του έδωσε μια ισχυρή σπρωξιά στη κούκλα ρίχνοντας την κάτω μπροστά στα έντρομα μάτια της γυναίκας. Μόλις η γυναίκα αντίκρισε την κούκλα πεσμένη κάτω και πιστεύοντας ότι είχε πονέσει το παιδί της, επιτέθηκε στον άνδρα της όταν αυτός έχοντας ηρεμήσει (όσο ήταν δυνατόν σε αυτή την κατάσταση) γύρισε την πλάτη του και έκανε να φύγει από το δωμάτιο, σπρώχνοντας τον με αρκετή δύναμη ώστε αυτός να πέσει με το κεφάλι πάνω στη γωνία μιας συρταριέρας. Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος. Η γυναίκα όμως στάθηκε τυχερή αφού φορώντας το προσωπείο της συντετριμμένης από το θάνατο του αγαπημένου της συζύγου γυναίκας κατάφερε να απομακρύνει όλες τις υποψίες από πάνω της και να καταχωρηθεί στα πρακτικά ο θάνατος ως ατύχημα στο οποίο η γυναίκα δεν είχε καμία ανάμειξη. Μάλιστα για να μην κεντρίσει αδιάκριτα βλέμματα προτού καλέσει το ασθενοφόρο υποκρινόμενη την σοκαρισμένη, φρόντισε ώστε να μεταφέρει την κούκλα μαζί με τα ρούχα και τα στολίδια που της φορούσε στο πάνω διαμέρισμα και να τα κλειδώσει σε ένα δωμάτιο. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις ποιο ήταν αυτό το διαμέρισμα. Μέσα σε όλα αυτά, η κούκλα στο όνειρο ανέφερε στο Γιάννη ότι από τη μέρα αυτή η γυναίκα άρχισε να έχει δολοφονικές σκέψεις τις οποίες κατάφερνε με μαεστρία να κρύψει από τον έξω κόσμο με αποτέλεσμα όποιος εισέρχονταν στην πολυκατοικία της να διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο. Επίσης, η κούκλα του ζήτησε να φύγει από το σπίτι όσο ποιο γρήγορα γινόταν γιατί η γριά είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος του και έτσι μπορούσε να μπει μέσα όποτε επιθυμούσε.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Τετάρτη.


 

Αρέσει σε %d bloggers: