Category Archives: Ιστορίες Φίλων

Φαντάσματα: Στο Πύργο Ηλείας, Μεγάλη Παρασκευή.


Διάβαζα και ξανά διάβαζα το μήνυμα από τον αδερφό μου τον Μάνο ότι θα ερχόταν στην Ελλάδα από το Λονδίνο να περάσουμε το Πάσχα μαζί, και μάλιστα μας είχε καλέσει ο καλός του φίλος Παναγιώτης να περάσουμε μαζί της άγιες μέρες στο χωριό του στο Πύργο Ηλείας κοντά στην αρχαία Ολυμπία.

Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη που θα ξανά έβλεπα τον αδερφό μου, ύστερα από τόσο καιρό μου είχε λείψει και είχαμε να πούμε πάρα πολλά. Και ήταν μια καλή ευκαιρία να περάσουμε λίγες μέρες μαζί με τη συντροφιά φίλων στην εξοχή.

Η άφιξή του θα γινόταν την μεγάλη βδομάδα και είχα μεγάλη αγωνία και πολλά σχέδια. Και για να μην χάσουμε καιρό θα πηγαίναμε στο χωριό του φίλου μας τη μεγάλη Τετάρτη ώστε τη Τρίτη του Πάσχα να γυρνάγαμε Αθήνα.

Τη μεγάλη Δευτέρα καθόμουν στις αφίξεις του Ελ. Βενιζέλος με ένα καφέ στο χέρι και παρακολουθούσα το κόσμο να πηγαινοέρχεται και κοίταγα τον πίνακα ανακοινώσεων ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Όταν έγινε η άφιξη τον είδα να βγαίνει κάτασπρος (λόγω έλλειψης ηλίου), με μία βαλίτσα στο χέρι και με μια θήκη λάπτοπ να κρέμεται από τον ώμο. Φαινόταν πολύ αδύνατος μα πολύ γεροδεμένος, αγκαλιαστήκαμε και μου είπε με Ελληνικά αλλά με αγγλική προφορά:

– Καλώς σε βρήκα αδερφέ, έχω πολύ καιρό να σε δω.

Και τότε απάντησα:

– Και εγώ το ίδιο αδερφέ, καλώς ήρθες, πάμε να ξεκουραστείς, να απολαύσεις την Ελληνική κουζίνα και τη Τετάρτη να φεύγουμε για Πύργο.

Αφού ξεκουραστήκαμε και απόλαυσε την Ελληνική κουζίνα, τη Τετάρτη ξεκινήσαμε οδικώς για τον Πύργο. Είμασταν πολύ κεφάτοι και απολαμβάναμε την διαδρομή.

Μόλις φτάσαμε στο μικρό χωριουδάκι ο φίλος Παναγιώτης μας υποδέχτηκε πολύ ζεστά. Το σπίτι ήταν ένα μικρό σπίτι ανάμεσα στους ελαιώνες, με τζάκι και με τρία δωμάτια. Ο φίλος μας έμενε στην Αθήνα και πήγαινε εκεί τα καλοκαίρια και το Πάσχα. Ο πατέρας του το αγόρασε λίγες μέρες πριν βγει στη σύνταξη και το είχαν φτιάξει με πολύ γούστο και αγάπη.

Αμέσως αρχίσαμε να κάνουμε πλάνο για το τις μέρες της διαμονής μας και ο φίλος μας είπε:

– Παιδιά πρέπει να ψήσουμε τις μέρες του Πάσχα, θα αδειάσουμε μια αποθήκη πίσω από το σπίτι και θα κάνουμε τη γιορτή, αν δεν βρούμε θα πάμε τη πόλη να αγοράσουμε μια ψησταριά.

Και ξεκινήσαμε να πάμε στη μικρή αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού.

Η αποθήκη ήταν πολύ μικρή με ξύλινη πόρτα. Μέσα μύριζε μούχλα και είχε ένα σωρό άχρηστα πράγματα. Και ξεκινήσαμε να βγάζουμε τα πράγματα.

Κάποια στιγμή βρήκα μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία και είχε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ο άνδρας καθόταν σε ένα αναπηρικό καροτσάκι και η γυναίκα ήταν από πίσω του τα βλέμματα τους ήταν άγρια και εχθρικά που προκαλούσε ανατριχίλα.

Το έδειξα στον αδερφό μου και του λέω:

– Τρομαχτική φωτογραφία ε;

Και μου απάντησε:

– Ναι όντως.

Και συνέχισε:

– Ρε Πανό, ποιοι είναι αυτοί στη φωτογραφία;

Και ο Παναγιώτης μας είπε:

– Δεν ξέρω πρώτη φορά τους βλέπω, θα ρωτήσω τους γονείς μου όταν έρθουν. Πάντως η φωτογραφία είναι πολύ τρομακτική.

Το ίδιο βράδυ πήγαμε νωρίς για ύπνο. Ξημέρωνε μεγάλη Πέμπτη και είχαμε προετοιμασίες για την μέρα του Πάσχα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα για να πάω στη τουαλέτα και πέρασα μπροστά από την τραπεζαρία με το τζάκι. Στην επιστροφή είδα κάποιον να κάθεται στη πολυθρόνα και να κοιτάει το τζάκι. Θεώρησα πώς είναι ο αδερφός μου και τον πλησίασα να πούμε καμία κουβέντα.

Μόλις τον ακούμπησα γυρνάει το πρόσωπο και ήταν ο ηλικιωμένος που είχα δει στη φωτογραφία. Στην θέση των ματιών του ήταν δύο μαύρες τρύπες.

Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει και φώναξα. Ένιωσα ένα δυνατό χέρι να με τραβάει πίσω. Γυρνάω και βλέπω τον αδερφό μου, και μου λέει:

– Τι έπαθες, γιατί φωνάζεις;

Και του λέω:

– Ο γέρος στη φωτογραφία κάθεται μπροστά από τζάκι

Και μου λέει

– Δεν είναι κανείς εκεί, μήπως επηρεάστηκες από τη φωτογραφία και το είδες στον ύπνο σου;

Όντως στη πολυθρόνα δεν ήταν κάνεις. Απόλυτη νεκρική σιγή.

Την άλλη μέρα ήμουν προβληματισμένος για το τρομακτικό πρόσωπο που είδα αλλά άρχισα να πιστεύω πως τελικά ήταν όνειρο.

Λίγο πριν πάμε να ψωνίσουμε, κοίταγα τη λίστα με τα πράγματα που είχαμε να πάρουμε για την ημέρα του Πάσχα και την βραδιά της ανάστασης.

Καθώς γύρισα το κεφάλι μου να φύγω είδα την μια παλιά αναπηρική καρέκλα μπροστά από το τζάκι, στη θέση όπως ακριβώς είχα δει τον ηλικιωμένο χωρίς ματιά. Με έπιασε πανικός.

Και είπα:

– Ρε παιδιά δεν είναι αστείο αυτό.

Και εκείνη την ώρα μπήκε ο αδερφός μου μέσα με τον φίλο μας τον Παναγιώτη και με ρώτησαν:

– Για ποιο πράγμα μιλάς;

και τους έδειξα την αναπηρική καρέκλα και μείναμε ακίνητοι να κοιτάμε όλοι μαζί τη καρέκλα.

Αφού την μετακινήσαμε αρχίσαμε να συζητάμε για το μυστήριο.

Τελικά κάτι δεν πήγαινε καλά στο σπίτι.

Το βράδυ της μεγάλης Παρασκευής πήγαμε στην εκκλησία του χωριού. Μια όμορφη μικρή εκκλησία και ο επιτάφιος ήταν στολισμένος και είχε αρκετό κόσμο να ακολουθεί τον επιτάφιο.

Μόλις γυρνάγαμε από τη εκκλησία με τα κεράκια περάσαμε από το σταυροδρόμι του χωριού. Λίγο πριν μπούμε μέσα στο σπίτι του φίλου μας είδαμε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ο άνδρας καθόταν σε μια αναπηρική καρέκλα και κρατούσαν κεράκια, από ένα ο καθένας.

Η μόνη διαφορά ήταν πως ήταν ακίνητοι και στη θέση των ματιών είχαν δύο μαύρες τρύπες.

Ανοίξαμε βήμα και μπήκαμε στο σπίτι. Η συζήτηση ήταν γύρω από αυτό που είδαμε και αποφασίσαμε αύριο που θα ερχόταν οι γονείς του Παναγιώτη να κάναμε μια έρευνα για το ποιοι ήταν αυτοί.

Την άλλη μέρα γύρω στις 12:00 ήρθαν οι γονείς του Παναγιώτη. Μας είδαν κακόκεφους και προβληματισμένους.

Ο πατέρας του, ένας γεροδεμένος και γελαστός άνθρωπος, μας είπε:

– Τι πάθατε ρε παιδιά δεν περνάτε καλά;

Εμείς του είπαμε:

– Απολαμβάνουμε την διαμονή μας αλλά υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα.

Και του είπαμε την ιστορία μας.

 Ο άνθρωπος φαινόταν να τα έχει χάσει και αποφασίσαμε να μιλήσουμε στο Παπά του χωριού που ήταν γέννημα της περιοχής και θα ήξερε να μας συμβουλέψει. Αλλά έπρεπε να βιαστούμε γιατί σήμερα ήταν η Αγία Ανάσταση το βράδυ και ο ιερέας θα ήταν απασχολημένος.

Και πήγαμε στο γραφείο του στη εκκλησία.

Ο πάτερ Αγαθιός, ένας κοντούλης, γεματούλης, χαμογελαστός γεράκος και που φορούσε γυαλάκια, μας υποδέχτηκε πολύ ζεστά με ευχές για το άγιο Πάσχα.

Μόλις του είπαμε την ιστορία το χαμόγελο του πάγωσε και τα χέρια του έτρεμαν νευρικά. Το μόνο που ψέλλισε ήταν:

– Δεν μπορεί.

Και άρχισε την ιστορία του:

Μετά τον πόλεμο, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, στο χωριό ζούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ο κύριος Πέτρος με τη κυρία Μάρω. Ήταν κακοί άνθρωποι, απλησίαστοι και πάντα δημιουργούσαν πρόβλημα. Ποτέ κανένας δεν τους ήθελε σε γάμους η γιορτές, μεθούσαν και έκαναν φασαρίες.

Μόλις τελείωσε ο πόλεμος έπαιρναν τα ορφανά και πεινασμένα παιδιά για να βρουν μια οικογένεια, αλλά δεν ήταν έτσι, απλά τα έπαιρναν, τα βασάνιζαν και τα κακομεταχειριζόντουσαν και τα έβαζαν να δουλεύουν και να ζητιανεύουν στην πόλη του Πύργου και να τους παίρνουν τα λεφτά. Ακόμα τα άφηναν νηστικά για μέρες και πεθαίναν αρκετά παιδιά από την άσχημη ζωή και την πείνα.

Κάποια στιγμή μαθεύτηκε πως έκαναν τελετή επίκληση πνευμάτων για να γίνουν αθάνατοι και να ζουν για πάντα.

Για να πιάσει η τελετή έπρεπε να θυσιάσουν δύο κορίτσια παρθένες που να έχουν γεννηθεί τέλος Απριλίου (περίπου ίδια μέρα με την σημερινή).

Την βραδιά της τελετής έβαλαν το γιο τους να κρατάει το μαχαίρι και κόβει το λαιμό της πρώτης κοπέλας. Η κοπέλα έκλαιγε και παρακαλούσε μέχρι το ηλικιωμένο ζευγάρι να διαβάσει τη προσευχή.

Τη τελευταία στιγμή η κοπέλα παρόλο που ήταν δεμένη έκανε απότομη κίνηση και ο γιος τους ακρωτηρίασε το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού.

Η κοπέλα έπεσε πάνω στα μαύρα κεριά και πήρε φωτιά το σπίτι με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν μέσα στο σπίτι. Το μόνο που ακούστηκαν ήταν η φωνές και οι κατάρες και κάηκαν ζωντανοί. Όλη η ιστορία έγινε τέτοια μέρα σαν χτες το 1945. Και κανείς δεν έμαθε για τον γιο τους.

Σηκώθηκα συνεπαρμένος από την ιστορία και έδωσα το χέρι στον πάτερ Αγαθιό και του ευχήθηκα, πρόσεξα πως του έλειπε το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού και το βλέμμα του δεν ήταν φιλικό πλέον.

================================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

================================

Advertisements

Όνειρα: Ματωμένα Χριστούγεννα.


Πέρυσι τα Χριστούγεννα πήγαμε οικογενειακώς ταξίδι σε μια ορεινή πόλη της Γαλλίας. Οι γονείς μου είχαν κλείσει δωμάτιο και ήταν ενθουσιασμένοι γιατί το ξενοδοχείο έμοιαζε σαν κάστρο. Εμένα πάλι μου φάνηκε σαν στοιχειωμένο αλλά δε μίλησα.

Όταν φτάσαμε έριχνε τόσο χιόνι που με δυσκολία έβλεπες στο ένα μέτρο. Ο άνεμος φυσούσε δυνατά και το κρύο ήταν τσουχτερό. Στη ρεσεψιόν δεν υπήρχε κανείς. Ένα τζάκι σιγόκαιγε και μια ανατριχιαστική ησυχία επικρατούσε.

Ο μπαμπάς μου χτύπησε ένα κουδουνάκι που υπήρχε εκεί και τότε ένας περίεργος τύπος εμφανίστηκε μπροστά μας από το πουθενά. Είχε ένα γυάλινο μάτι και ένα περίεργο τατουάζ, κάτι σαν ματωμένο σταυρό. Η αδερφή μου κι εγώ κάναμε ένα βήμα πίσω μόλις τον είδαμε από την τρομάρα μας. Έδωσε το κλειδί στους γονείς μου και μας έδειξε το δρόμο για το δωμάτιο.

Προχωρούσα τελευταίος γιατί παρατηρούσα το κτίριο. Ήταν γεμάτο πορτρέτα ανδρών άλλων εποχών, ο χώρος μύριζε σαν μούχλα και περίεργες σκιές φώτιζαν το στενό διάδρομο. Γυρίζοντας πίσω είδα τον άντρα που μας έδωσε το κλειδί να μιλάει με μια ηλικιωμένη κυρία και να κρυφογελάνε.

Αφού τακτοποιηθήκαμε στο δωμάτιο πέσαμε όλοι για ύπνο γιατί ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Δυο ώρες αργότερα ένας περίεργος εφιάλτης με ξύπνησε. Όλοι κοιμόντουσαν ήσυχα. Πήρα το κινητό μου αλλά δεν έπιανα internet και αποφάσισα να κατέβω στο σαλόνι του ξενοδοχείου. Εκεί σίγουρα θα είχε σήμα.

Άνοιξα σιγά – σιγά την πόρτα και άρχισα να περπατάω στο σκοτεινό διάδρομο. Φτάνοντας κοντά στο τζάκι είδα την φιγούρα της γριάς καθισμένη σε μια καρέκλα μπροστά από τη φωτιά. Πριν καλά – καλά φτάσω κοντά της μου φωνάζει: «ΚΡΥΨΟΥ ΤΩΡΑ ΠΡΙΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ!!!».

Στην αρχή τρόμαξα και είπα: «Σε ‘μένα μιλάτε;».

«ΚΡΥΨΟΥ» μου ξαναλέει , πιο δυνατά από πριν «ΔΕ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙΣ».

Τι τρελόγρια είναι αυτή σκέφτηκα , και δεν έδωσα σημασία.

Έκατσα λίγο πιο μακριά και άρχισα να παίζω με το κινητό μου. Ξαφνικά η οθόνη μου άρχισε να τρεμοπαίζει, και ένα μήνυμα εμφανίστηκε που μου έκοψε την ανάσα «ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ», έλεγε. Το πέταξα τρομαγμένος και καθώς έκανα να σηκωθώ η γριά ήταν δίπλα μου και γελούσε σατανικά.

Άρχισα να τρέχω πανικόβλητος προς το δωμάτιο, όμως όσο κι αν έτρεχα δεν μπορούσα να φτάσω. Λες και ο διάδρομος δεν τελείωνε ποτέ… Σταμάτησα λαχανιασμένος και άρχισα να ουρλιάζω αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε.

Απ’ την άκρη του διαδρόμου η σκιά ενός τρομακτικού άντρα όλο και με πλησίαζε. Ξανάρχισα να τρέχω με όση δύναμη μου απέμεινε όταν μια ανοιχτή πόρτα βρέθηκε μπροστά μου. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο και την έκλεισα δυνατά. Μύριζε άσχημα και το πάτωμα ήταν υγρό. Μια λάμπα τρεμόπαιζε στο ταβάνι.

Προσπάθησα να τη βιδώσω και τότε το φως σταθεροποιήθηκε και είδα ότι το υγρό στο πάτωμα ήταν αίμα και δεκάδες τεμαχισμένα πτώματα υπήρχαν παντού. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει όταν η λάμπα ξαφνικά έσβησε, η πόρτα άνοιξε και ο άντρας που με ακολουθούσε μπήκε στο δωμάτιο. Με άρπαξε από το λαιμό και με σήκωσε ψηλά και τότε άρχισα να φωνάζω με όλη μου τη δύναμη: «ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑ!!!!!!»

Τότε ένοιωσα ένα χτύπημα στον ώμο… Άνοιξα τα μάτια μου. Βρισκόμουν στο κρεβάτι μου, η αδερφή μου με κοιτούσε χαμογελαστά και μου είπε: «Ε, υπναρά, πάλι εφιάλτη έβλεπες; Σαν τρελός φωνάζεις!!!!». Συνειδητοποίησα σιγά – σιγά πως είχα αποκοιμηθεί διαβάζοντας τρομακτικές ιστορίες απ’ το tablet. Η καρδιά μου ξαναγύρισε στη θέση της.

Μια συμβουλή μάγκες: Καλές οι ιστορίες τρόμου, αλλά όταν είσαι μικρός καλύτερα να τις διαβάζεις μεσημέρι και ποτέ μα ποτέ πριν κοιμηθείς.

=====================

Ευχαριστούμε τον MasterJim για την ιστορία του

=====================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Στοιχειωμένο Σπίτι.


Μια μέρα εγώ και οι φίλοι μου αποφασίσαμε να συναντηθούμε στο πάρκο του χωριού μας. Καθώς μιλούσαμε μας ήρθε μια ιδέα. Μιας και ήταν βράδυ όλοι θέλαμε να πάμε σε ένα μικρό παλιό στοιχειωμένο σπίτι. Όταν φτάσαμε στο σπίτι ακούσαμε κάποιες περίεργες φωνές. Όταν μπήκαμε μέσα οι φωνές άρχισαν να δυναμώνουν. Ξαφνικά οι φωνές σταμάτησαν. Ένα κλάμα μωρού ακούστηκε από το υπόγειο. Τρομάξαμε πάρα πολύ αλλά η αγωνία μας δεν μας άφηνε να φύγουμε. Στη συνέχεια κατεβήκαμε κάτω στο υπόγειο. Καθώς κατεβαίναμε τις σκάλες μια σκιά εμφανίστηκε μπροστά μας και μας είπε «φύγετε από εδώ».

Με το που πήγαμε να φύγουμε η πόρτα κλείδωσε. Μια φωνή μας είπε το κλειδί είναι στο υπόγειο. Κατευθείαν τρέξαμε στο υπόγειο. Τότε μπροστά μας είδαμε μια κούνια που είχε ένα αποκεφαλισμένο μωρό. Μέσα στο στόμα του ήταν το κλειδί. Το πήραμε γρήγορα, πήγαμε στην έξοδο και  βγήκαμε γρήγορα έξω. Τότε καταλάβαμε ότι δύο από τους φίλους μας δεν ήταν μαζί μας. Πήγαμε στο πάρκο του χωριού (ήταν νύχτα) και είδαμε τα δύο παιδιά κρεμασμένα σε ένα δέντρο. Πάνω στην κοιλιά τους, γραμμένο με αίμα έγραφε: «Οι επόμενοι θα είστε εσείς». Τότε πήγαμε τρέχοντας στο σπίτι μου. Ρωτήσαμε την γιαγιά μου για αυτό το σπίτι. Μας είπε πως αυτό το σπίτι είχε καταστραφεί πριν από 200 χρόνια!

Ακόμα προσπαθούμε να ξεχάσουμε αυτή την ανατριχιαστική εμπειρία.

========================

Ευχαριστούμε τους Master Nick και Master Jim για την ιστορία τους.

========================

Θρίλερ: Το Μοναστήρι Στο Δάσος.


Μια μέρα, εγώ και οι φίλοι μου αποφασίσαμε να βγούμε μια βόλτα το βράδυ, μιας και σήμερα ήταν Σάββατο βράδυ.

Συναντηθήκαμε λίγο πιο πέρα από το χωριό που μένουμε και μετά από κάτι λεπτά αρχίσαμε να μιλάμε. Καθώς μιλούσαμε, περπατούσαμε όλο και πιο έξω από το χωριό. Τότε παρατηρήσαμε πως είχαμε χαθεί. Μπροστά μας υπήρχε ένας απέραντος δρόμος, όπως και από πίσω μας. Τότε είδαμε ένα μικρό δάσος με πολλά, μικρά δέντρα και λίγο πιο πίσω ένα μοναστήρι. Εκεί είδαμε φως, οπότε είπαμε να πάμε εκεί να ρωτήσουμε αν κάποιος ξέρει τον δρόμο τις επιστροφής.

Μόλις μπήκαμε μέσα στο δάσος, ακούσαμε διάφορες σιγανές φωνές και τους ήχους των δέντρων όταν τους προσπερνάει ο αέρας. Όλοι μας είχαμε φοβηθεί αλλά κανείς μας δε το έλεγε φωναχτά. Ξαφνικά ένας από τη παρέα δεν ήταν πια μαζί μας. Όταν το καταλάβαμε αρχίσαμε να τρέχουμε όσο πιο βιαστικά μπορούσαμε. Για καλή μας τύχη βρήκαμε το μοναστήρι, πήγαμε γρήγορα σε αυτό, και φωνάξαμε να μας ανοίξουν .Κανείς δεν απάντησε, και τότε αναγκαστήκαμε να μπούμε μέσα μόνοι μας. Μόλις μπήκαμε μέσα, το μόνο που βρήκαμε ήταν 5 πτώματα, το πάτωμα γεμάτο αίμα και κάτι γραμμένο με αίμα. Έλεγε: Που είναι οι φίλοι σου; Και πράγματι δε τους είδα, ενώ πριν από λίγα δευτερόλεπτα, ήταν μαζί μου!

=====================

Ευχαριστούμε τον MasterJim για την ιστορία του

=====================

Φαντάσματα: Ο Άγνωστος Άντρας.


Είναι αρχές του του 1936, σε ένα χωριό της Μεσσηνίας. Ο χειμώνας είναι βαρύς αυτή την χρονιά και έχει αναγκάσει τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού να έχουν κλειστεί στα σπίτια τους, κοντά στην γλυκιά ζεστασιά που φέρνουν τα αναμμένα ξύλα από το τζάκι. Η μόνη έξοδος που θα μπορούσαν να έχουν είναι, στην πρωινή κυριακάτικη λειτουργία. Οι άντρες που και που μαζεύονται στο καφενείο της πλατείας και οι γυναίκες, συνήθως, έμεναν στο σπίτι για να ασχοληθούν με το νοικοκυριό.

Κοντά στην εκκλησία του χωριού υπήρχε ένα όμορφο διώροφο σπίτι, με γκρίζα πέτρα και μεγάλες ξύλινες βεράντες. Είχε έναν μεγάλο κήπο που το καλοκαίρι, μόσχο μύριζε ο τόπος όλος από το γλυκό άρωμα των λουλουδιών του. Τώρα ήταν γυμνός από χρώματα και το μόνο του στολίδι ήταν ένα πηγάδι που η πέτρα του ήταν τόσο παλιά, που είχε αποτυπωμένη επάνω της όλη την ιστορία των οικογενειών που πέρασαν από το όμορφο, επιβλητικό, αρχοντικό σπίτι.

Στο σπίτι κατοικούσε μια όμορφη νεαρή κοπέλα, η Αλεξία. Ήταν ορφανή από τα έξι της και την μεγάλωσε η γιαγιά της, από την πλευρά της μητέρας της, σε αυτό το μεγάλο αρχοντικό, σαν παιδί της και ακόμη καλύτερα έως ότου η νεαρή κοπέλα κλείσει τα δεκαεννέα, όπου η γριά γυναίκα έφυγε από την ζωή και την άφησε μόνη της.

Με αυτό το σπίτι και μεγάλη περιουσία στο όνομα της, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα, ούτε και την ομορφιά της νιότης μιας και η ίδια ήταν η ομορφότερη κοπέλα της περιοχής. Ψηλή, μελαχρινή, με μεγάλα καστανά, εκφραστικά, αμυγδαλωτά ματιά και γλυκό χαμόγελο. Όλα αυτά, μαζί με την μεγάλη περιουσία που είχε, την έκαναν την πιο περιζήτητη νύφη της περιοχής. Η ίδια όμως είχε είδη αναγνωρίσει από μικρή ηλικία, ποιος θα είναι αυτός που θα ήθελε να συνεχίσει την ζωή της, μαζί του. Ο Γιάννης, ένα παλικάρι του χωριού, είκοσιδυο χρόνων, που του είχε χαρίσει την καρδιά της κρυφά, ένα καλοκαίρι που η ίδια ήταν μόλις δώδεκα χρόνων και τον είδε στο ποτάμι να ξεπλένει από το πρόσωπό τον ιδρώτα που δημιουργούσε η ζέστη του καλοκαιριού. Ήταν ψιλός για την ηλικία του, με σπαστά ξανθά μαλλιά και όμορφα καλοσυνάτα γαλάζια ματιά, αυτά που πρωτοείδε και της έκλεψαν την καρδιά. Τα χρόνια πέρασαν και τώρα που ήταν σε ηλικία γάμου οι δύο νέοι, άρχισαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους.

Αυτά σκεφτόταν η Αλεξία καθώς καθόταν και κοίταζε έξω από το παράθυρο του δωματίου της, τον αέρα που χτύπαγε με μανία τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού και την έκαναν να τρομοκρατείται, αγριεμένη όπως ήταν στην μοναξιά του μεγάλου αρχοντικού.

Ξαφνικά έξω από την καγκελόπορτα του κήπου, νόμιζε ότι είδε κάποιον να κοιτάει προς το μέρος της, αμέσως κρύφτηκε πίσω από την δαντελωτή κουρτίνα γιατί πίστεψε πως ο άγνωστος, δεν ήταν άλλος από τον Γιώργη, έναν νέο άντρα από το γειτονικό χωριό, ο οποίος την ζητούσε έντονα σε γάμο εδώ και μήνες. Η ίδια φοβόταν να του αρνηθεί γιατί είχε άσχημη φήμη αλλά ήλπιζε ότι μετά τον αρραβώνα με τον Γιάννη, δεν θα την ξαναενοχλούσε.

Πέρασαν λίγες στιγμές ώσπου να ηρεμήσει. Κάποια στιγμή που ήταν περασμένη η ώρα αποφάσισε να ξαπλώσει. Πήγε και άναψε την λάμπα πετρελαίου, στο τραπεζάκι που είχε τις εικόνες των αγίων και τις φωτογραφίες της οικογένειάς της, εκεί που έκαιγε το καντηλάκι.

Την ώρα που πήγε να ξαπλώσει, άκουσε την πόρτα του σπιτιού να τρίζει, σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει. Αμέσως μετά την άκουσε να ανοίγει και να κλείνει απαλά και τις βαριές μπότες ενός άντρα να ανεβαίνουν αργά προς τα δωμάτια. Η ίδια ένιωσε να παγώνει η καρδιά της και τρέμοντας με βαριά πόδια, έτρεξε και κρύφτηκε κάτω από τα βαριά σκεπάσματα του κρεβατιού της. Προσπάθησε να ηρεμήσει την αναπνοή της για να μπορέσει να ακούσει. Για λίγο δεν άκουγε τίποτα αλλά ξαφνικά άκουσε τα βαριά βήματα του άνδρα να πλησιάζουν την πόρτα και να την ανοίγουν. Κοίταξε κρυφά αλλά δεν έβλεπε καθαρά και το μόνο που έκανε ήταν να τον νιώθει να περιφέρεται στο δωμάτιο. Ξαφνικά ο άγνωστος άντρας πλησίασε το τραπέζι με το καντηλάκι και την λάμπα. Την έσβησε, αφήνοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι και την μικρή φλόγα στο καντηλάκι να σιγοκαίει. Η Αλεξία περίμενε με κομμένη την ανάσα την επόμενη κίνηση του άγνωστου εισβολέα και εκεί που δεν το περίμενε τον ένιωσε να ξαπλώνει δίπλα της , κάτω από τα σκεπάσματα. Κατά έναν περίεργο τρόπο ο φόβος έφυγε, από την καρδιά της και ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά να φωλιάζει μέσα της, σαν να ήταν γνωστή η μυρωδιά του αγνώστου, σαν να ξάπλωναν μαζί κάθε βράδυ. Έτσι σιγά σιγά η ήρεμη αναπνοή του άντρα, την έκαναν να βυθιστεί σε έναν όμορφο γλυκό ύπνο.

Το ξημέρωμα ήρθε, τα πουλιά είχαν είδη αρχίσει από νωρίς το τραγούδι τους, ο καιρός ήταν ήρεμος και ο χθεσινό βραδινός άγριος αέρας, ήταν πια ανάμνηση. Οι καμινάδες των σπιτιών είχαν αρχίσει σιγά σιγά να καπνίζουν και οι κάτοικοι του χωριού να πηγαίνουν στις δουλειές τους.

Όπως κάθε πρωί έτσι έκανε και ο γέρο Γιάννης. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το πρωινό φως, σηκώθηκε αργά, πλησίασε το παράθυρο, παραμέρισε τις δαντελωτές κουρτίνες και άνοιξε τα παράθυρα για να μπει το καθαρό πρωινό αεράκι. Γύρισε αργά και ετοιμάστηκε για τις συνηθισμένες αγροτικές εργασίες. Του είχαν πέσει πολλά εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που είχε αναλάβει και τα κτήματα της γυναίκας του εκτός από τα δικά του. Γύρισε χαμογελαστός και κοίταξε στο τραπέζι με τις παλιές φωτογραφίες, εκεί που εχθές το βράδυ έκαιγε το καντηλάκι. Έστειλε ένα φιλί στην φωτογραφία της γυναίκας του. «Θα τα πούμε το βράδυ γλυκιά μου», της είπε και ξεκίνησε την μέρα του με την σκέψη της. Είχε συνηθίσει εδώ και πολλά χρόνια να πλαγιάζει κάθε βράδυ δίπλα στο φάντασμα της νεκρής συζύγου του. Της αγαπημένης του Αλεξίας.

===========================

Ευχαριστούμε την Ρόη Λ. για την ιστορία της

===========================

 

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Παλιό – Παλιό Νοσοκομείο Της Αλεξανδρούπολης.


Το παλιό νοσοκομείο στην πόλη μου έχει κλείσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Μια μέρα αποφασίσαμε να το εξερευνήσουμε. Εγώ εντωμεταξύ, ανέλαβα να πάρω σταυρούς και κομποσκοίνια σε περίπτωση που έρθουμε σε επαφή με κάτι παραφυσικό! Αποφασίσαμε να μπούμε στο νοσοκομείο την νύχτα!

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν μία απαίσια μυρωδιά. Προχωρήσαμε μέσα σε ένα δωμάτιο και ακούσαμε ένα ψίθυρο, και παγώσαμε όταν τον ακούσαμε να λέει τα ονόματα μας! Αρχίσαμε να τρέχουμε όλοι προς την έξοδο αλλά, ήταν ΚΛΕΙΔΑΜΠΑΡΩΜΕΝΗ! Τότε ξανακούσαμε την ίδια φωνή μόνο που δεν ψιθύριζε αλλά ούρλιαζε κι έλεγε «Γιάννη, Ιορδάνη και Χρήστο θα πεθάνετε’». Ο Χρήστος (που ήταν κι ο μικρότερος) άρχισε να κλέει. Και με αυτό που αντικρίσαμε αρχίσαμε να κλαίμε κι εμείς…

Μια γυναίκα με χιλιοσκισμένο ρούχο (απ’ αυτά που φοράνε στα νοσοκομεία) και κατάμαυρα μαλλιά κατευθυνόταν προς το μέρος μας. Το πρόσωπο της ήταν κάτασπρο σαν αυτό ενός πτώματος. Τότε θυμήθηκα τους σταυρούς και τα κομποσκοίνια που είχα πάρει μαζί μου. Κατευθείαν τράβηξα έναν σταυρό και τον πέταξα στην γυναίκα-φάντασμα. Αυτή άρχισε να ουρλιάζει και η πόρτα από πίσω μας ξεφράκαρε. Ο Γιάννης έσπρωξε την πόρτα και με ένα σάλτο βρεθήκαμε έξω απ’ το νοσοκομείο. Την επομένη όταν περάσαμε απ’ έξω στο παράθυρο κρέμονταν ο σταυρός μου. Και το χειρότερο είναι πως κρέμονταν από μια τούφα κατάμαυρα μαλλιά…

Ακολουθεί ένα power point που έκανα για τις ανάγκες της ιστορίας:

Όνειρα: Το Μαγαζάκι Στην Elm Street.


Ο Bill άναψε άλλο ένα τσιγάρο (ήταν το όγδοο από το πρωί), ε και τι έγινε…. σκέφτηκε. Καθόταν στο γνωστό γωνιακό μαγαζάκι της Ελμ Στριτ, τα τελευταία πέντε χρόνια, στο ίδιο τραπέζι κοντά στις τουαλέτες (εδώ ήταν πιο ήσυχα). Ήπιε μια γουλιά από τον δυνατό, σκέτο καφέ του. Ήταν ο μόνος τρόπος να τον  κρατήσει ξύπνιο.

Εχθές πάλι είδε το ίδιο όνειρο που βλέπει πέντε χρόνια τώρα. Ξεκίνησε αμέσως μετά το ατύχημα που τον κατέστησε κουτσό από το δεξί πόδι. Όπως είπαν, απλά έπεσε με φόρα σε ένα δέντρο χωρίς κανένα ίχνος φρεναρίσματος. Δεν θυμόταν τίποτα,  αλλά αυτά συμβαίνουν μετά από ένα τέτοιο ατύχημα, έτσι δεν είναι; το μόνο που τον στεναχώρησε πιο πολύ και από το σακατεμένο  του πόδι ήταν ότι καταστράφηκε το αμάξι του. Ένα Ford Crestline Victoria, δώρο του πεθερού του για τον γάμο του με την αγαπημένη του κόρη. Σκούρο πράσινο με λευκή οροφή και σκούρα καφέ δερμάτινα καθίσματα. Το άξιζε αυτό το αυτοκίνητο έτσι όπως ήρθαν τελικά τα πράγματα.

Καλύτερα να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν. Ήρθε η ώρα να φύγει. Πλήρωσε την σερβιτόρα και προχώρησε προς την έξοδο κουτσαίνοντας.  Είχε συνηθίσει τα περίεργα βλέμματα και είχαν πάψει να τον απασχολούν. «Να μας ξανάρθεις Bill» του είπε η μικροκαμωμένη ξανθιά σερβιτόρα. «Αύριο Κυριακή, με την οικογένεια στην καθιερωμένη μας βόλτα», είπε και βγήκε στον τσουχτερό αέρα του Ιανουαρίου.

Κατεβαίνοντας την Έλμ Στριτ σκέφτηκε ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να περάσει και από την εφημερίδα. Είχε να φανεί μια εβδομάδα. Δούλευε στην New York Press τέσσερα χρόνια σαν φωτογράφος χωρίς να έχει πάρει ούτε μια μέρα άδεια… και τι έγινε αν λείψει άλλη μια;

Καθώς τα σκεφτόταν αυτά έφτασε στο σπίτι. Την ώρα που άνοιγε την πόρτα άκουσε πάλι τις φωνές και τους τσακωμούς των παιδιών του. Δύσκολο να συνυπάρξουν στο ίδιο σπίτι ένα κορίτσι και ένα αγόρι με τις εφηβικές ορμόνες να έχουν χτυπήσει κόκκινο. Έτρεξαν βολίδα δίπλα μου, χωρίς καν να με κοιτάξουν. Για αυτά είμαι μόνο δολάρια, σκέφτηκε.

Πηγαίνοντας προς την κουζίνα άκουσα την φωνή της «γλυκιάς μου γυναικούλα» να μαλώνει τα παιδιά. Έχουν περάσει εφτά μέρες από την στιγμή  που μου ζήτησε διαζύγιο και ακόμα δεν της έχω απαντήσει τίποτα. Εδώ και έναν χρόνο έχω μάθει για την παράνομη σχέση της με έναν πωλητή ηλεκτρικών συσκευών,  αλλά και τότε δεν της είπα τίποτα…..ούτε και τώρα έχω σκοπό να το κάνω.

Γύρισε και τον κοίταξε ανέκφραστη και απλά συνέχισε να μαλώνει τα παιδιά. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα και απλά το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μπορούσε να σβήσει από τον χάρτη της ζωής του, την οικογένεια του και μετά να κοιμηθεί…… απλά να κοιμηθεί χωρίς όνειρα, χωρίς εφιάλτες.

Όταν ξύπνησε ήταν ξημέρωμα. Μα πόσες ώρες είχε κοιμηθεί; Κοίταξε δίπλα του και κατάλαβε ότι εκείνη δεν είχε κοιμηθεί καν στο κρεβάτι τους. Τους βρήκε όλους στην κουζίνα και για άλλη μια φορά τον έκαναν να νιώσει αόρατος. Ήταν πρωί Κυριακής και όπως κάθε Κυριακή θα πήγαιναν στο μαγαζάκι της Έλμ Στριτ για αναψυκτικά, σαν μια αγαπημένη οικογένεια.

Μόλις έφτασαν η γλυκιά σερβιτόρα τον χαιρέτισε εγκάρδια…. η υπόλοιπη οικογένεια, χωρίς να πει ένα καλημέρα, απλά την προσπέρασε και κάθισε σε ένα τραπεζάκι κοντά στην τζαμαρία. Ποτέ δεν του άρεσε αυτή η θέση….. πολύ φως. Ένιωθε ότι οι πεζοί που πέρναγαν βιαστικοί μπροστά από το μαγαζάκι, τον κοίταζαν και …… ήξεραν.

«Τα συνηθισμένα»; με ρώτησε η σερβιτόρα, «ναι ευχαριστώ» της απάντησα. Πήγα και κάθισα δίπλα στον γιο μου. «Δείχνεις κουρασμένος», μου είπε η γυναίκα μου. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον  για εμένα. «Δεν είναι τίποτα, επιτέλους κατάφερα και κοιμήθηκα», της απάντησα.

Εκείνη την ώρα έφτασε η σερβιτόρα. Έναν καφέ, σκέτο για εμένα, δύο γρανίτες φράουλα,  για τα παιδιά και μιλκ σέικ σοκολάτα για την γυναίκα μου. Μόλις έφυγε η κοπέλα εκείνη με κοίταξε,  «συνεχίζει ο ίδιος εφιάλτης;». «Τα τελευταία πέντε χρόνια», της απάντησα. «Θέλεις να τον μοιραστείς μαζί μου;», μου είπε. Την κοίταξα και σκέφτηκα ότι ίσως θα έπρεπε επιτέλους, να μοιραστώ τον εφιάλτη που με βασανίζει πέντε χρόνια τώρα.

Βρίσκομαι πίσω, στην ημέρα του ατυχήματος, μπαίνω στο αμάξι και ξαφνικά βλέπω τα παιδιά και εσένα να βγαίνετε από το σπίτι τρέχοντας και να μου ζητάτε να σας πάω στο εμπορικό, στο κέντρο. Στον δρόμο τα παιδιά φωνάζουν, εσύ όπως πάντα προσπαθείς να τα ηρεμήσεις, ο μικρός αρχίζει να κλωτσάει το κάθισμα μου, γυρίζω για να του πω να σταματήσει και ξαφνικά σε ακούω να ουρλιάζεις, γυρίζω και το μόνο που πρόλαβα να δω είναι ο κορμός  του δέντρου, πριν πέσω με ταχύτητα επάνω του.

Για λίγη ώρα, το μόνο που άκουγα ήταν η αναπνοή μου. Όταν σήκωσα το βλέμμα μου να την κοιτάξω, το μόνο που μου είπε ήταν, «μην ανησυχείς, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που βλέπουμε», και μετά συνέχισε απλά να κοιτάει έξω από το παράθυρο, σαν να μην έγινε ποτέ η κουβέντα που μόλις κάναμε.

Μόλις τελείωσαν τα παιδιά και η γυναίκα μου τα αναψυκτικά τους,  πλήρωσα και σηκωθήκαμε να φύγουμε. «Τα λέμε αύριο πάλι Bill», είπε η ξανθιά σερβιτόρα, «ναι, αύριο» της είπα. Η κοπέλα πήγε να μαζέψει τα ποτήρια από το τραπέζι του Bill. Το άδειο φλιτζάνι του και τα τρία ανέγγιχτα ποτήρια της οικογένειας του, όπως κάνει κάθε Κυριακή τα τελευταία πέντε χρόνια.

===============================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Ρόη για την ιστορία της

===============================

Μυστήριο: Η Γυναίκα Με Τα Γκρίζα Μάτια.


Λονδίνο 1870 και ο νεαρός Τζέιμς περπατάει στα σκοτεινά σοκάκια με μόνη συντροφιά, το ολόγιομο φεγγάρι και τις σκιές της νύχτας. Από κάπου ακούγονται οι τροχοί μιας άμαξας, σαν να περνάει από δίπλα του και να εξαφανίζεται, καταπίνοντας την το άγριο σκοτάδι. Κάπου κοντά,  τα γέλια από μια παρέα αντρών, σκίζουν την σιωπή της νύχτας αλλά τον Τζέιμς φαίνεται να μην τον αγγίζει τίποτα.

Συνεχίζει σαν αερικό  που απλά βγήκε να απολαύσει την σιωπή του σκοτεινού Λονδίνου. Πριν μια ώρα την είδε, αυτή, που με τα γκρίζα της ματιά τον έκανε να φαντάζεται άγριες καταιγίδες, με τα μακριά ξανθά της μαλλιά το ανοιξιάτικο χάδι του ήλιου στο πρόσωπο του και με το γλυκό χαμόγελο της τον έκανε να φαντάζεσαι οικογένεια, την δική του οικογένεια, μαζί της. Του υποσχέθηκε ότι θα τον ξανασυναντήσει αύριο, την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο αλλά μόνοι τους στο λονδρέζικο ποτάμι, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των κατοίκων της πόλης.

Η νύχτα πέρασε πιο αργά απ’ ότι δίνει ο χειμώνας την θέση του στην άνοιξη. Το όμορφο πρωινό δεν γλύκανε την ανυπομονησία του και τα Χαρούμενα γέλια των παιδιών, δεν καταλάγιασαν τον φόβο του για το αν θα κατάφερνε να συναντήσει την αγαπημένη του την νύχτα.

Οι ώρες πέρασαν και η στιγμή έφτασε για τον νεαρό Τζέιμς. Έκανε την ίδια διαδρομή όπως το προηγούμενο βράδυ, σαν να φοβόταν πως αν αλλάξει το παραμικρό, ίσως αυτή εξαφανιζόταν, σαν κάτι το ονειρικό, το εξωπραγματικό. Με αυτές τις σκέψεις να γυροφέρνουν το θολωμένο του μυαλό, την είδε εκεί, στο ίδιο σημείο να τον κοιτάει  με τα μεγάλα γκρίζα της μάτια, τα χρυσά μαλλιά της να ανεμίζουν και το γλυκό χαμόγελο της να τον καλεί να πάει κοντά της.

Την πλησίασε και ένιωσε μια ζεστασιά στην καρδιά του. Την είδε να προχωράει και απλά, την ακολούθησε. Περπατούσε δίπλα της σε μια ήρεμη νυχτερινή βόλτα κοιτώντας το λονδρέζικο ποτάμι. Εκεί, ξαφνικά γύρισε και την ρώτησε αν θέλει να γίνει γυναίκα του. Αυτή απλά του χαμογέλασε και συνέχισε να περπατάει.

Οι ώρες πέρασαν και καθώς  πλησίαζε το ξημέρωμα, ακούστηκαν οι οπλές αλόγου. Ένας άγνωστος καβαλάρης σταμάτησε δίπλα τους, άπλωσε το χέρι στην κοπέλα και έτσι,  χωρίς ένα αντίο τον άφησε με μια γλυκιά ανάμνηση της βόλτας τους και εξαφανίστηκε, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να ήταν αποκύημα της φαντασίας του.

Τα επόμενα βράδια πέρασαν βρίσκοντας τον Τζέιμς στο ίδιο σημείο που είχαν συναντηθεί αλλά αυτή ήταν άφαντη, μέχρι που ένα βράδυ, πηγαίνοντας προς το καμαράκι που νοίκιαζε την είδε να βγαίνει γρήγορα από μια άμαξα, να τρέχει προς το μέρος του και να του ψιθυρίζει μια μόνο λέξη, ΝΑΙ, Δίνοντας του ραντεβού για το επόμενο βράδυ.

Οι ώρες πέρασαν σαν μια άγρια τρικυμία από την ψυχή του και η νύχτα έφτασε. Η όμορφη νύφη του όπως του υποσχέθηκε τον περίμενε αλλά δεν ήταν μόνη της, ο καβαλάρης της προηγούμενης νύχτας ήταν εκεί, περιμένοντας με μια μεγάλη άμαξα. Η κοπέλα τον κάλεσε μέσα να μπει, μαζί της. Στην καμπίνα της άμαξας υπήρχαν μόνο αυτοί οι δύο, κλείνοντας έξω την κρύα νύχτα με τις σκιές της.

Της πρόσφερε ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα, όπως άρμοζε σε μια νύφη, την δικιά του νύφη. Τον κοίταξε με αυτά τα γκρίζα ματιά που τόσο αγάπησε. Τον άγγιξε με το λευκό χέρι της στο πρόσωπο και ένιωσε μια παγωνιά να τον διαπερνάει και να τυλίγει σαν γροθιά την καρδιά του. Του χαμογέλασε, πλησίασε το στόμα του και τον άγγιξε με τα κατακόκκινα, παγωμένα σαν το κατάλευκο χιόνι, χείλη της. Ένιωσε την καρδιά του να σταματάει, το χαμόγελο του να παγώνει, την ψυχή να αφήνει το μουδιασμένο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και το τελευταίο πράγμα που είδε,  πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ήταν τα μάτια της… Πως είχε ξεγελαστεί και δεν είχε προσέξει ότι ήταν μαύρα σαν την χειμωνιάτικη κατασκότεινη νύχτα που τον κατάπινε.

Τον βρήκαν την άλλη μέρα το πρωί, σε ένα μικρό σοκάκι με το χαμόγελο παγωμένο στα χείλη του και τα μάτια του να κοιτάνε άψυχα τον γαλάζιο ουρανό, με εάν λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι. Τα χρόνια πέρασαν και πολλοί που έτυχε να περάσουν μέχρι και σήμερα από τον τάφο του ρομαντικού Τζέιμς, είπαν ότι είδαν, εκεί δίπλα στην πλάκα που γράφει το όνομα του, το Φάντασμα της ξανθιάς κοπέλας, με το ίδιο γλυκό χαμόγελο στα χείλη, να κρατάει ένα λευκό τριαντάφυλλο… ΠΕΘΑΜΕΝΗ Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;

=======================================

Θα ήθελα να ευχαριστήσω την σελίδα σας,  για την ευκαιρία που μας δίνει να μοιραζόμαστε τις ιστορίες και τις σκέψεις μας με άλλους φίλους φαν, του είδους. Λεμπέση Ρόη.

=======================================

Φαντάσματα: Το Σπίτι Με Τις Λεβάντες.


Ποιος από εμάς δεν έχει νιώσει, δεν έχει αγγίξει, δεν έχει ακούσει κάτι περίεργο, εξωπραγματικό, στην μέση της νύχτας ή ακόμα και μέρα μεσημέρι. Κάποιοι νεκροί δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι έχουνε πεθάνει, και κάποιοι ζωντανοί δεν θέλουν να αποδεχτούν τον θάνατο ενός αγαπημένου τους προσώπου.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ εκτυλίσσεται στην Ιρλανδία στα τέλη του 19ου αιώνα. Σε ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας λοιπόν ζούσαν δύο αδερφές οι οποίες είχαν χάσει μέσα σε ένα εξάμηνο και τους δύο γονείς τους και τους έθαψαν σε έναν λόφο, κοντά στο σπίτι τους. Είχαν μια μικρή περιουσία που τους είχε αφήσει ο πατέρας τους και το μικρό σπιτάκι που έμεναν με τους γονείς τους, το πατρικό τους, και αυτό ήταν όλο αλλά τους έφτανε και ήταν ικανοποιημένες, μιας και ήταν και οι δύο ανύπαντρες και θα παρέμεναν έτσι μιας και ήταν μεγαλοκοπέλες, για την εποχή.

Ήταν δύο όμορφες και ευγενικές κοπέλες. Η μεγάλη, πιο εξωστρεφής,  κανόνισε τα οικονομικά του σπιτιού και η μικρή,  πιο κλειστή σαν χαρακτήρας είχε αναλάβει το νοικοκυριό του σπιτιού και έτσι πέρναγαν ήρεμα τις μέρες τους.

Ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό αποφάσισαν να κάνουν έναν περίπατο στην εξοχή και με την ευκαιρία η μικρή αδερφή να μαζέψει λεβάντα, ήταν από τις αγαπημένες της ασχολίες να μαζεύει, πρωί πρωί, λεβάντα και να την χρησιμοποιεί στα πάντα, φρέσκια στα βάζα, αποξηραμένη μέσα σε μαξιλαροθήκες, ακόμα και στην μαγειρική.

Όπως είναι γνωστό,  σε αυτές τις χώρες, ο καιρός είναι απρόβλεπτος και έτσι εκείνο το πρωί τις δύο αδερφές έπιασε ξαφνική μπόρα. Πρόλαβαν και έφτασαν σπίτι σχετικά γρήγορα αλλά η μικρή αδερφή, σαν πιο ευαίσθητη που ήταν κόλλησε ένα άσχημο κρύωμα. Οι μέρες πέρναγαν μέσα σε μια αγωνία στο μικρό σπίτι. Η μεγάλη αδερφή φρόντιζε όσο μπορούσε την μικρή της αδερφή και ο γιατρός του χωριού, περνούσε δύο φορές την ημέρα για να δει την κοπέλα.

Οι μέρες πέρασαν και ο κίνδυνος φάνηκε να έφυγε. Ένα βράδυ η κοπέλα δίψασε και επειδή δεν ήθελε να ενοχλήσει την αδερφή της που κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι, αποφάσισε να σηκωθεί και να πάει στο διπλανό Κόμο που ήταν η κανάτα με το ποτήρι. Εκείνη την στιγμή άκουσε ένα θόρυβο, σαν τρίξιμο σκάλας, προχώρησε σιγά σιγά, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στον σκοτεινό διάδρομο. Κοίταξε προς την σκάλα και δεν είδε τίποτα. Μόλις έκανε να γυρίσει είδε δύο σκιές να προχωρούν προς το δωμάτιο, που μοιραζόταν με την αδερφή της και να εξαφανίζονται.

Αμέσως πήγε και φώναξε την αδερφή της αλλά αυτή δεν απάντησε, παρά είχε την πλάτη γυρισμένη, σαν να κοιμόταν ακόμα. Η κοπέλα την άγγιξε διστακτικά στον ώμο και τότε η αδερφή της γύρισε το πρόσωπό της απότομα και την κοίταξε κατάματα. Η κοπέλα ήθελε να ουρλιάξει γιατί ξάφνου, είδε την μεγάλη αδερφή άσπρη σαν πανί, με τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα ανοιχτό, σε μια βουβή Κραυγή. Η κοπέλα οπισθοχώρησε. Ότι ήταν αυτό που τρόμαξε την αδερφή της τόσο πολύ, σίγουρα βρισκόταν ακόμα στο δωμάτιο και έτσι όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα της.

Η κοπέλα πέρασε την βραδιά ακούγοντας απόκοσμες νυχτερινές κραυγές, που την θέση τους έδωσαν στα γλυκά πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών. Η κοπέλα σηκώθηκε με περίσσια όρεξη αλλά πρόσεξε ότι η αδερφή της είχε ήδη σηκωθεί. Αποφάσισε να πάει να της μιλήσει για τα βραδινά γεγονότα. Βγαίνοντας από την πόρτα πρόσεξε ότι οι λεβάντες στα βάζα, ήθελαν άλλαγμα, οπότε αποφάσισε αργότερα να βγει να μαζέψει φρέσκιες. Πηγαίνοντας στην κουζίνα, να βρει την αδερφή της, ένιωσε μια ανατριχίλα να διαπερνάει ολόκληρο το κορμί της.

Μόλις γύρισε είδε από το μεγάλο παράθυρο, του μικρού καθιστικού, δύο σκιές να βγαίνουν έξω και να χάνονται στον κήπο. Αμέσως έτρεξε να βρει την αδερφή της, ήταν στην κουζίνα, με γυρισμένη την πλάτη κοιτάζοντας έξω από ένα μικρό παράθυρο. Μόλις η κοπέλα προσπάθησε να της εξηγήσει τι είδε, εκείνη όχι μόνο δεν της απάντησε αλλά αμέσως έτρεξε έξω από το δωμάτιο, σαν να μην ήθελε να την ακούσει.

Η κοπέλα μην αντέχοντας άλλο,  βγήκε γρήγορα έξω στον καθαρό αέρα. Αποφάσισε να πάει μια μικρή βόλτα, να ηρεμήσει πριν γυρίσει σπίτι. Στον περίπατο που έκανε σκέφτηκε να μαζέψει μερικές λεβάντες και να αφήσει λίγες και  στον τάφο των γωνιών της. Φτάνοντας στον λόφο που βρίσκονταν οι τάφοι, αντίκρισε κάτι που την σόκαρε. Εκεί,  δίπλα στους γονείς της υπήρχε και ένας τρίτος τάφος που δεν υπήρχε πριν.

Πλησίασε διστακτικά στην ταφόπλακα και πρόσεξε ότι επάνω, κάποιος είχε αφήσει ένα μπουκέτο λεβάντες. Όταν διάβασε το όνομα στην πλάκα, άρχισε να συνειδητοποιεί τι έχει συμβεί. Επάνω έγραφε το δικό της όνομα και ημερομηνία θανάτου, μια εβδομάδα μετά τον περίπατο με την αδερφή της και την μπόρα που την έριξε στο κρεβάτι και η οποία τελικά της πήρε την ζωή.

Τότε κατάλαβε και την περίεργη συμπεριφορά της αδερφής της, το προηγούμενο βράδυ και το σημερινό πρωινό. Δεν ήταν λίγο να ακούς και να νιώθεις το άγγιγμα της νεκρής σου αδερφής. Όσο προσπαθούσε να καταλάβει τι της συμβαίνει ένιωσε κάποιον να την παρακολουθεί, γυρίζοντας αντίκρισε τις δύο σκιές οι οποίες, σιγά σιγά ξεκαθάρισαν και τότε είδε τα χαμογελαστά πρόσωπα των γονιών της. Της άπλωσαν τα χέρια και αυτή με χαρά τα έπιασε και ξεκίνησαν μαζί, το νέο τους μεγάλο ταξίδι. Η μεγάλη αδερφή, με δάκρυα στα μάτια, παρακολουθούσε μέσα από το σπίτι, ότι έχει αγαπήσει πιο πολύ στην ζωή της, να εξαφανίζεται μέσα στην πρωινή πάχνη  και μια γλυκιά ευωδιά λεβάντας άρχισε να πλανάται στον αέρα.

==================================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Καλλιρρόη για την ιστορία της.

==================================

Αστικοί Μύθοι: Κραυγή Για Βοήθεια.


Κάποτε,  σε μια γερμανική πόλη,  οι κάτοικοι της είχαν ξεσηκωθεί από ένα τραγικό γεγονός που συνέβη λίγες μέρες πριν. Ένας οδηγός λεωφορείου κάποιο βράδυ που είχε βραδινή βάρδια. Λίγο πριν φτάσει στην στάση στο κέντρο της πόλης, μια κοπέλα πετάχτηκε μπροστά του ουρλιάζοντας για βοήθεια. Λόγω της περασμένης ώρας, δεν είχε επιβάτες και επειδή η περιοχή ήταν κακόφημη προτίμησε να αδιαφορήσει και να μην ανακατευτεί, στο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η νεαρή κοπέλα.

Δυστυχώς την ώρα που την προσπέρναγε,  δεν πρόσεξε τον άντρα με την κουκούλα που παραμόνευε πίσω από τους θάμνους. Την άλλη μέρα το πρωί, ο οδηγός είδε στην εφημερίδα την φωτογραφία της κοπέλας. Αυτό που διάβασε τον σόκαρε. Η κοπέλα βρέθηκε με διαλυμένο πρόσωπο και βιασμένη στο σημείο που ζήτησε την βοήθεια του οδηγού. Αμέσως πήγε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και τους εξήγησε τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ.

Οι αστυνομικοί,  όπως είναι φυσικό, τον κατηγόρησαν, γεμίζοντας τον με περισσότερες τύψεις, ειδικά όταν του εξήγησαν τις λεπτομέρειες του φρικιαστικού εγκλήματος. Ο άνθρωπος κατέρρευσε και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια.

Η άτυχη κοπέλα ήταν ένα κορίτσι μόλις δεκαεννέα χρόνων, γύρναγε μετά από μια έξοδο της με τις φίλες της και επειδή ήταν κοντά στο σπίτι της, αποφάσισε να αφήσει την παρέα της και να γυρίσει μόνη της με τα πόδια. Την ώρα που βρισκόταν στο μαγαζί, δεν είχε καταλάβει ότι ένας πενήνταχρόνος άντρας  που καθόταν στο μπαρ, όλη αυτή την ώρα την παρακολουθούσε.

Όταν το κορίτσι ξεκίνησε να φύγει, ο άντρας την ακολούθησε. Στα μισά του δρόμου, όπου δεν υπήρχε κίνδυνος να τους ακούσει κανείς,  επιτέθηκε στην άτυχη κοπέλα, αυτή ούρλιαξε και κατάφερε για λίγο να ξεφύγει. Εκείνη την ώρα πέρναγε ο οδηγός με το λεωφορείο, ο άντρας κρύφτηκε γρήγορα στους θάμνους. Όταν είδε ότι ο οδηγός απλά προσπέρασε τις κραυγές βοήθειας του κοριτσιού, χαμογέλασε σατανικά, την πλησίασε και εκεί στην μέση του δρόμου, με τα πίσω φώτα του λεωφορείου ακόμα να φαίνονται, χτύπησε άσχημα την κοπέλα στο πρόσωπο με μια πέτρα μέχρι που το πολτοποίησε και όταν είχε σιγουρευτεί ότι ήταν νεκρή, έβγαλε όλη του την αρρωστημένη μανία βιάζοντας την άγρια ενώ δεν υπήρχε στην ζωή και την άφησε  εκεί πεταμένη.

Κατάφεραν και τον έπιασαν μετά από λίγο καιρό, την στιγμή που προσπάθησε να κάνει το ίδιο σε ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι. Για καλή της τύχη, κάποιοι περαστικοί την άκουσαν και την βοήθησαν και έτσι δεν είχε την ίδια τύχη με την άμοιρη κοπέλα. Λένε πως πολλοί οδηγοί, την ίδια ώρα που δολοφονήθηκε, αν τύχει και περάσουν από το σημείο εκείνο, βλέπουν ξαφνικά την κοπέλα να πετάγεται μπροστά στο αμάξι, ουρλιάζοντας για βοήθεια, με το πρόσωπο διαλυμένο, μέσα στα αίματα και μετά να χάνεται στο σκοτάδι.

==================================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Καλλιρρόη για την ιστορία της.

==================================

Αρέσει σε %d bloggers: