Category Archives: Ιστορίες Φίλων

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 1ο.


Αγαπητέ αναγνώστη, όποιος κι αν είσαι και για όποιον λόγο κι αν διαβάζεις αυτή την ιστορία, σου γνωρίζω ότι αυτά τα οποία θα περιγράψω στο παρακάτω κείμενο, είναι πράγματα που μπορούν να οδηγήσουν στην τρέλα ακόμα και τον ποιο λογικό και ισχυρό νου. Πρόκειται για πράγματα εξωφρενικά, πέρα από κάθε λογική που κανείς δεν θα έπρεπε ποτέ να βιώσει. Ας είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου προειδοποίηση, αν συνεχίσεις να διαβάζεις, το λογικό σου θα δοκιμαστεί και ίσως μεγάλο κακό να σε βρει.

Αν λοιπόν αποφάσισες να διαβάσεις την τραγική μου ιστορία έχε καλώς, αν πάλι όχι, δε μπορώ να σε κατηγορήσω. Όμως για να μην περιττολογώ, θα ξεκινήσω να αφηγούμαι την φρικτή αυτή ιστορία και τα γεγονότα που με στιγμάτισαν για πάντα.

Είμαι μόλις δεκαοκτώ ετών και πρόσφατα έγινα δεκτός σε ένα σεβαστό πανεπιστήμιο της χώρας. Εγώ φυσικά, αποφάσισα να πάω και να φοιτήσω στο φυσικό τμήμα μιας και αυτό είναι κάτι που επιθυμούσα εδώ και πολλά χρόνια μιας και από μικρό με χαρακτήριζε μια έμφυτη περιέργεια για τον κόσμο, τον τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος, το διάστημα κτλ, ενώ επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν, ο φον Νιούμαν και ο Νεύτωνας, τους θεωρούσα ως πρόσωπα προς μίμηση. Έτσι ήλπιζα πως με σκληρή δουλειά θα κατάφερνα και εγώ να συνεισφέρω στην επιστήμη. Για να γίνω λοιπόν ένας καλός επιστήμονας, έπρεπε προφανώς να φοιτήσω σε ένα τμήμα φυσικής, όμως πρώτα ήταν αναγκαίο να βρω ένα διαμέρισμα για να ζήσω αφού το πανεπιστήμιο βρισκόταν πολύ μακριά από το χωριό μου, οπότε έπρεπε να ενοικιάσω ένα σπίτι όπως κάνουν τόσοι και τόσοι φοιτητές.

Αφού έψαξα μερικές ημέρες, τελικά εντόπισα ένα διαμέρισμα που απείχε όχι πάνω από τριάντα λεπτά με τα πόδια από το πανεπιστήμιο. Σπιτονοικοκυρά ήταν μια γριά χήρα ευγενική και με πολύ καλούς τρόπους η οποία συμφώνησε να μου νοικιάσει το σπίτι σε μια απροσδόκητα χαμηλή τιμή. Επρόκειτο για την ποιο χαμηλή τιμή που είχα βρει ως τότε και πέρα από αυτό, το διαμέρισμα αν και παλιό ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση, δεν είχε πουθενά διαρροές, σπασμένους σωλήνες η κάποια σοβαρή βλάβη.

Λαμβάνοντας αυτά υπόψιν, σε δυο ημέρες επικοινώνησα ξανά με τη γιαγιά και της ανακοίνωσα ότι θα νοίκιαζα εν τέλει το διαμέρισμα. Στην απόφαση μου αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι μου τελείωναν τα χρήματα και έτσι δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να κοιμάμαι στο ξενοδοχείο όπου έμενα αυτές τις ημέρες που αναζητούσα σπίτι. Την ίδια μέρα κιόλας, πήγα να συναντήσω τη γιαγιά και αφού συμφωνήσαμε και υπέγραψα τα απαραίτητα έγγραφα, επέστρεψα στο ξενοδοχείο, μάζεψα τα λίγα πράγματα μου, πλήρωσα για την τελευταία μου διαμονή και έφυγα με σκοπό να πάω επιτέλους στο νέο μου διαμέρισμα και να τακτοποιηθώ.

Την ώρα που βρισκόμουν στο κατώφλι του διαμερίσματος που βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτηρίου, η γιαγιά η οποία και ζούσε στο ισόγειο, ανέβηκε λαχανιασμένη τα σκαλιά και ζήτησε συγγνώμη διότι είχε ξεχάσει να μου πει ότι υπήρχε ένα δωμάτιο στο σπίτι, τα κλειδιά του οποίου κατείχε μόνο εκείνη και πως απαγορευόταν να έχω πρόσβαση εκεί. Το εν λόγο δωμάτιο το είχα παρατηρήσει και την πρώτη φορά που μου έδειχνε το διαμέρισμα η γιαγιά, όμως η ίδια απέφευγε να απαντήσει στις αδιάκριτες ερωτήσεις μου, υπέθεσα ότι δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία και θα μάθαινα αργά η γρήγορα, άλλωστε δεν είναι μυστικό ότι οι ηλικιωμένοι έχουν τις παραξενιές τους. Τώρα όταν τη ρώτησα, εμφανώς ανήσυχος, για τον λόγο που αυτό το δωμάτιο ήταν κλειδωμένο, εκείνη απάντησε πως ο χώρος εκείνος χρησιμοποιούνταν για χρόνια ως αποθήκη από τον μακαρίτη τον άνδρα της , ο οποίος όμως ποτέ δεν το καθάρισε με αποτέλεσμα τώρα το δωμάτιο εκείνο να είναι γεμάτο πεταμένα στο πάτωμα καρφιά, κατσαβίδια, διάφορα εργαλεία, σύρματα, για να μην αναφέρουμε τη βρομιά και τις κατσαρίδες που πρέπει να είχαν μαζευτεί εκεί πέρα μέσα στα χρόνια, μάλιστα η γιαγιά ανέφερε ότι μερικές φορές που είχε ανοίξει το δωμάτιο, είχε βρει μέσα ακόμα και ποντίκια τα οποία προφανώς ακολούθησαν τη διαδρομή μέσα από κάποιο σπασμένο σωλήνα που δεν επισκεύασε ποτέ κανείς. Όλα λοιπόν έδειχναν ότι όσο και αν με έτρωγε η περιέργεια να μπω μέσα δεν θα το κατάφερνα αυτό σύντομα, ομολογώ όμως ότι ξαφνιάστηκα με αυτά που μου είπε η γριά και αηδίασα στην ιδέα ότι κάποιος αρουραίος θα μπορούσε να βρεθεί μέσα στο σπίτι μου, όμως συνειδητοποίησα ότι το δωμάτιο ήταν καλά σφραγισμένο και το υπόλοιπο διαμέρισμα βρισκόταν σε αρκετά ικανοποιητική κατάσταση οπότε κατέληξα στο ότι το ενδεχόμενο αυτό ήταν σχεδόν απίθανο. Τελικά συμφώνησα να μην επιχειρήσω να μπω μέσα στο δωμάτιο με κανένα τρόπο και η γιαγιά επέστρεψε στο διαμέρισμα της.

Η πρώτη νύχτα στο διαμέρισμα αυτό δεν ήταν καθόλου καλή, ο ύπνος μου ήταν εξαιρετικά διαταραγμένος με εφιάλτες στους οποίους μπορούσα να δω νεκροταφεία, δυο θολές μορφές οι οποίες φαινόταν να λογομαχούν έντονα, κραυγές οργής έσκισαν τα τύμπανα των αυτιών μου ουκ ολίγες φορές το χειρότερο όμως από όλα ήταν οι αρουραίοι οι οποίοι εμφανιζόταν ξαφνικά σε κάθε σημείο που κοιτούσα. Το αποκορύφωμα αυτής της κόλασης ήρθε όταν έκανα να στηριχτώ στον τοίχο πίσω μου μόνο για να αισθανθώ κάτι τριχωτό να κινείται στην πλάτη μου και γυρίζοντας το βλέμμα μου προς τον τοίχο, να τον δω καλυμμένο μαύρους τριχωτούς τεράστιους αρουραίους οι οποίοι όντας τόσο στρυμωγμένοι έκαναν τον τοίχο να μοιάζει με ένα μαύρο αρρωστημένο χαλί βρομιάς και αηδίας. Μετά από αυτό, οι φωνές έπαψαν και οι μόνες κραυγές που ακούγονταν ερχόντουσαν από εμένα. Ξύπνησα τελικά στο κρεβάτι του νέου μου διαμερίσματος ιδρωμένος και κατάχλομος.

Αυτή ήταν αδιαμφισβήτητα μια απαίσια εμπειρία, όμως τα χειρότερα έμελλε να έρθουν το επόμενο βράδυ. Όλα ξεκίνησαν όταν όντας ακόμα ανήσυχος από τους εφιάλτες της προηγούμενης νύχτας αποφάσισα να ξαπλώσω γύρω στις δέκα το βράδυ. Σε αυτή την απόφαση συνέβαλε και το γεγονός ότι το πρωί της επόμενης ημέρας ξεκινούσαν τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο οπότε ήθελα να είμαι όσο ποιο ξεκούραστος μπορούσα. Δεν άργησα να αποκοιμηθώ όμως και πάλι ο ύπνος μου μαστίζονταν από ακατονόμαστους εφιάλτες, σκοτεινές φιγούρες, τεράστιες σαρανταποδαρούσες, σκοτεινές σιλουέτες και φυσικά αρουραίους. Κάποια στιγμή λοιπόν μέσα στο όνειρο παρατήρησα μια μαύρη γυναικεία κούκλα σαν αυτές που τοποθετούν στις βιτρίνες των καταστημάτων ρούχων, η κούκλα δεν επενέβαινε καθόλου στο όνειρο και στεκόταν όρθια στο παρασκήνιο με τέτοιο τρόπο που μου έδινε την εντύπωση ότι με παρακολουθούσε διακριτικά με τα αόρατα μάτια της. Μάλιστα την ίδια κούκλα είχα δει και στο προηγούμενο όνειρο όμως δεν της έδωσα σημασία και τότε όμως για μια στιγμή πίστεψα ότι είχε καρφωμένα τα μάτια της πάνω μου. Τι ανόητη σκέψη σωστά; άλλωστε η κούκλα όπως είπα δεν είχε μάτια και ήταν εντελώς ακίνητη άρα δεν είχα κανένα λόγο να πιστεύω ότι ήταν ζωντανή. Και όμως, το ένστικτο μου αυτό ακριβώς μου έλεγε.

Οι εφιάλτες μου αυτή τη νύχτα ήταν πολύ ποιο έντονοι, όπως άφησα να εννοηθεί και πριν όμως ο πραγματικός τρόμος άρχισε όταν ξύπνησα. Τότε ήταν που το είδα. Είδα ΑΥΤΗ την κούκλα να στέκεται πάνω από το κεφάλι μου έχοντας τα ανύπαρκτα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Αυτό το κενό, στερούμενο οποιασδήποτε έκφρασης βλέμμα που είχε δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Εκείνη τη στιγμή απλώς τα έχασα, όλα έγιναν σκούρα και λιποθύμησα.

Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι συνήλθα ακριβώς δυο ώρες προτού ξεκινήσει το πρώτο μάθημα στο τμήμα μου. Είναι προφανές ότι δεν είχα καμία διάθεση να πάω, εδώ που το σκέφτομαι δεν είχα διάθεση ούτε καν για να σηκωθώ από το κρεβάτι. Εν τέλει όμως αποφάσισα να πάω στο πανεπιστήμιο με την ελπίδα ότι θα σκότωνα λίγο χρόνο με συνομήλικους μου και ίσως να έκανα κανένα νέο φίλο για να μην αναφέρω ότι ήθελα να λείπω από το καταραμένο διαμέρισμα όσο το δυνατόν περισσότερο. Ας ξεκαθαρίσω σε αυτό το σημείο ότι αφότου ξύπνησα η μάλλον συνήλθα, θεωρούσα ότι η κούκλα που είχα δει πριν μερικές ώρες ανήκε στο όνειρο και όχι στην πραγματικότητα.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Δευτέρα.


 

Φαντάσματα: Το Φάντασμα Της Πολυκατοικίας.


Εδώ και καιρό η Τζέσυ ένιωθε κάτι περίεργο να συμβαίνει στην πολυκατοικία που έμενε τους τελευταίους πέντε μήνες. Ενώ είναι κοπέλα αθλητική, χωρίς φοβίες και μόλις 25 χρονών, όταν σβήνει το κοινόχρηστο φως στη σκάλα, βιάζεται να το ανάψει πάλι. Δεν φοβάται το σκοτάδι. Όταν κοιμάται δεν θέλει ίχνος φωτός. Ούτε φοβάται κάποιον ληστή ή βιαστή μιας και η εξώπορτα της πολυκατοικίας κλείνει πολύ γρήγορα.  Φοβάται ότι μόλις σβήσει το φως κάποιος θα εμφανιστεί πίσω της. Μια αρχετυπική μορφή σαν σκιά χαραγμένη στο μυαλό του κάθε ανθρώπου από την εποχή των σπηλαίων. Γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Δεν ξεπηδάνε σκιές και φαντάσματα μέσα σε πολυκατοικίες. Έτσι κι αλλιώς δεν πιστεύει στα φαντάσματα και στην αστρολογία. Ούτε καν στη θρησκεία. Όμως όταν καθυστερεί στις σκάλες και το φως σβήνει, νιώθει τον σβέρκο της να ανατριχιάζει και την αίσθηση αιμοδηψίας μιας οντότητας να την μαχαιρώνει στη πλάτη και να της σκίζει την καρδιά.

Ο τρόμος που την κυριεύει κάθε φορά είναι κάτι το ανεξήγητο για αυτή. Είναι κάτι που πάει κόντρα στις ορθολογικές της αντιλήψεις. Για να αποδείξει στον εαυτό της ότι ο φόβος αυτός είναι ηλίθιος, στάθηκε έξω από την πόρτα της ένα βράδυ και έμεινε στο σκοτάδι. Το αποτέλεσμα ήταν να βάλει τα κλάματα και τελικά να λιποθυμήσει. Την βρήκε το επόμενο πρωί ο γερο-Τζόνυ που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν μεθυσμένη και πήγε να τη βοηθήσει. Όταν συνήλθε του είπε ότι λιποθύμησε από τον φόβο της σε μια προσπάθεια να τον αντιμετωπίσει. Ο γερο-Τζονυ τη σήκωσε απαλά και της είπε ότι δεν πρέπει να ντρέπεται που φοβάται το σκοτάδι. Η Τζέσυ ενοχλήθηκε αλλά δεν μπήκε στον κόπο να του δώσει εξηγήσεις φοβούμενη μήπως την περάσει για τρελή. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τη διώξουν από αυτό το διαμέρισμα.

Λίγες μέρες αργότερα καθώς έφευγε για τη δουλειά της, είδε κολλημένο στη εξώπορτα ένα κηδειόχαρτο. Έγραφε ότι θα τελεστεί εξάμηνο μνημόσυνο για τον Μπέντζαμιν Κούπερ ο οποίος ήταν κάτοικος της πολυκατοικίας. Η Τζέσυ δεν είχε ιδέα ότι κάποιος πέθανε λίγο πριν μετακομίσει και είχε σοβαρές υποψίες ότι πέθανε στο διαμέρισμά της. Πως το είπε ο σπιτονοικοκύρης της; “Το διαμέρισμα είναι πλήρως επιπλωμένο. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης δεν τα χρειάζεται πια”. Λογικό είναι. Το μόνο έπιπλο στον τάφο είναι το φέρετρο. Ξεροκατάπιε και συνέχισε το δρόμο της.

Επέστρεψε το απόγευμα με μια σακούλα ψώνια στα χέρια. Δεν ήθελε να πέσει ο ήλιος πριν μπει στο σπίτι. Φτάνοντας στην πόρτα της, γύρισε και κοίταξε την πόρτα του γερο-Τζονυ. “Αυτός θα ξέρει” σκέφτηκε. Άφησε τα ψώνια στην πόρτα της και πήγε στην πόρτα του γείτονα. Χτύπησε το κουδούνι αλλά δεν ακούστηκε ήχος. “Θα χάλασε” σκέφτηκε και χτύπησε την πόρτα. “Ποιος είναι;” ακούστηκε η αδύναμη φωνή του γερο-Τζονυ. “Η Τζέσυ κύριε Τζον”. Η πόρτα άνοιξε και ο γερο-Τζονυ την καλωσόρισε. “Πέρνα μέσα κοπέλα μου, συνέβη κάτι;” Η Τζέσυ έκανε ένα βήμα μέσα. Τα φώτα ήταν σβηστά και το φως του ηλιοβασιλέματος έμπαινε από τα παράθυρα και φώτιζε το σπίτι του. Τα έπιπλα ήταν παλιά, όπως και αυτός, και υπήρχε η μυρωδιά αρωματικών φυτών στον αέρα. “Δεν συνέβη κάτι κύριε Τζον, είπε η Τζέσυ, ήθελα να σας ρωτήσω για κάποιον Μπέντζαμιν Κούπερ”. “Α ο Μπεν” το πρόσωπο του γερο-Τζονυ κατσούφιασε “ήταν καλός άνθρωπος, πέθανε από καρδιά. Το διαμέρισμά του νοίκιασες. Το ήξερες αυτό, έτσι δεν είναι;”. Η Τζέσυ ταράχτηκε λίγο αλλά το έκρυψε όσο καλύτερα μπορούσε. “Φυσικά και το ήξερα. Από περιέργεια ρώτησα. Πρέπει να πηγαίνω τώρα”, έβλεπε τον ήλιο να δύει και έπρεπε να μπει στο διαμέρισμά της. “Εντάξει καλή μου. Καλό βράδυ να έχεις”. Η Τζέσυ ανταπέδωσε το καληνύχτισμα και γυρνώντας στην πόρτα του διαμερίσματός της δεν έβλεπε πουθενά τη τσάντα με τα ψώνια της. Θυμωμένη και απογοητευμένη έψαξε τριγύρω και δεν τη βρήκε. “Κάποιος την έκλεψε σκέφτηκε. Κάποιος από την πολυκατοικία”. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Την έκλεισε χτυπώντας τη. Έβαλε νερό να βράσει για να φτιάξει τσάι και ένα σιντι κλασικής μουσικής για χαλάρωση.

Μια ώρα αργότερα είχε σχεδόν πιεί το τσάι της και είχε χαλαρώσει αρκετά. Έξω είχε νυχτώσει. Σκέφτηκε πόσο ηλίθια ήταν και πως τώρα έβγαινε κάποιο νόημα. Το φτηνό ενοίκιο, τα παλιά έπιπλα. Προφανώς αυτός ο Μπεν δεν είχε οικογένεια και ποιος θα ήθελε να νοικιάσει το σπίτι και τα έπιπλα ενός νεκρού; Ύστερα υπέθεσε πως ίσως να έχει μείνει κάτι από τον νεκρό και να είναι κρυμμένο. Που όμως; τα συρτάρια και τα ντουλάπια ήταν άδεια. Το στρώμα στο κρεβάτι καινούργιο. Η βιβλιοθήκη άδεια. Το πατάρι άδειο. Ή μήπως όχι; είναι το μόνο μέρος που δεν έχει δει. Στα γρήγορα πήρε μια καρέκλα, ανέβηκε και άνοιξε το πορτάκι και μπίνγκο. Ένα χαρτοκιβώτιο. Το τράβηξε κοντά της και το κατέβασε στο πάτωμα. Το έσυρε μέχρι το σαλόνι και άδειασε το περιεχόμενο του. Βιβλία. Λογοτεχνικά, ιατρικά και ένα τετράδιο. Άνοιξε το τετράδιο και όλες του οι σελίδες ήταν γεμάτες με τρεμάμενες λέξεις, σκόρπιες μέσα στις σελίδες χωρίς νόημα και σειρά. Οι περισσότερες λέξεις ήταν αίμα, φόβος, κρύψου, νεκρός, σκοτάδι, κρύο. Οι υπόλοιπες ήταν μουτζουρωμένες.

Η Τζέσυ ανατρίχιασε. Το μυαλό της πήγαινε στην παράλογη σκέψη ότι ο νεκρός θέλει εκδίκηση. Ότι το πνεύμα του θέλει να τραφεί με τον φόβο και το αίμα της. Έκλεισε το τετράδιο και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν υπάρχουν φαντάσματα και ότι ο Μπεν μάλλον είχε παραισθήσεις και κατάθλιψη και αυτό του προκάλεσε καρδιακό επεισόδιο και τον σκότωσε. Πήρε βαθιές ανάσες και αποφάσισε να κάνει ένα ζεστό ντους για να χαλαρώσει.

Μετά το μπάνιο φόρεσε πιτζάμες και ξάπλωσε στον καναπέ να δει τηλεόραση. Σκεπάστηκε με κουβέρτα και έβαλε δυο μαλακά μαξιλάρια στην πλάτη της. Μετά από μια ώρα τηλεόρασης και μερικές αλλαγές στη στάση που καθόταν από τη βαρεμάρα της, ένιωσε να πεινάει. Σηκώθηκε και άνοιξε το ψυγείο. Το μόνο που είχε ήταν δυο φέτες ψωμί για τοστ και ληγμένο γάλα. Έβρισε που της έκλεψαν τα ψώνια κάτω από τη μύτη και άνοιξε το συρτάρι με τα φυλλάδια για να παραγγείλει. Ήθελε κάτι υγιεινό και χορταστικό και επίσης καλό θα ήταν να δει έναν ακόμη άνθρωπο. Πέντε μήνες σε νέα πόλη και δεν είχε κάποια φίλη ή κάποιον φίλο που θα μπορούσε να καλέσει. Άρα με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Φαγητό και κάποιος που θα περπατήσει στο σκοτάδι της πολυκατοικίας χωρίς φόβο. Πολύ ενθαρρυντικό. Σήκωσε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε τον αριθμό. Την πρώτη φορά δεν είχε γραμμή. Τη δεύτερη όλα κύλισαν ομαλά και παρήγγειλε μια σαλάτα του καίσαρα με έξτρα κοτόπουλο.

Ξάπλωσε πάλι στον καναπέ να δει τηλεόραση αλλά το κανάλι είχε παράσιτα. Άλλαξε κανάλι και τα παράσιτα έγιναν πιο έντονα. Κάλυψαν όλη την οθόνη. Κάθε φορά που άλλαζε κανάλι ακουγόταν μια τρεμάμενη στριγκλιά από την τηλεόραση. Και ύστερα ένας βαθύς βρυχηθμός. Η Τζέσυ πάτησε το πλήκτρο για να κλείσει η τηλεόραση αλλά αυτή συνέχιζε να αλλάζει κανάλια και να βρυχάται. Τρομαγμένη, πετάχτηκε από την καρέκλα και τράβηξε βίαια το καλώδιο της τηλεόρασης. Σπινθήρες πετάχτηκαν από την πρίζα και με έναν κρότο κόπηκε το ρεύμα στο διαμέρισμα. Η Τζέσυ έμεινε μέσα στο σκοτάδι να τρέμει σαν το ψάρι. Είχε παγώσει. Στο ταβάνι ακούστηκαν γδούποι. Ούρλιαξε πάλι και έτρεξε προς τον καναπέ. Εκεί ήταν το κινητό της. Η μοναδική πηγή φωτός. Χτύπησε το πόδι της στο τραπέζι του σαλονιού και έπεσε σχεδόν ξαπλωτή στον καναπέ. Πήρε το κινητό, το ξεκλείδωσε γρήγορα και άνοιξε την εφαρμογή του φακού. Έφεξε στο ταβάνι και σκεφτόταν “Είναι τα βήματα των από πάνω” χωρίς να ξέρει αν είναι όντως νοικιασμένο το πάνω διαμέρισμα. Ο φόβος την είχε μαζέψει σε εμβρυική στάση και δάκρυζε χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει. Τα βήματα ακούστηκαν πάλι. Απομακρύνονταν. “Φεύγει” σκέφτηκε και εκείνη τη στιγμή ένα χτύπημα ακούστηκε έξω από την πόρτα της σαν κάποιος να χοροπήδησε δυνατά στο πάτωμα και αμέσως μετά ο ήχος του θυροτηλέφωνου.

Η Τζέσυ συνήλθε και βρήκε πάλι τα λογικά της. “Τι χαζή που είμαι” σκέφτηκε “Φοβήθηκα από βήματα και ένα βραχυκύκλωμα”. Πάτησε το κουμπί του θυροτηλέφωνου για να ανοίξει η εξώπορτα και σε λίγα δευτερόλεπτα είδε το φως της σκάλας που άναψε να φέγγει κάτω από την πόρτα της. Έβγαλε μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης. Το φως στη σκάλα έσβησε και το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. “Μισό λεπτό, έρχομαι, δεν έχω ρεύμα” φώναξε η Τζέσυ. Πήγε προσεκτικά προς την πόρτα με το κινητό της για φακό. Άνοιξε ελαφρά την πόρτα και αυτός που ήταν στην άλλη μεριά την έσπρωξε με ορμή. Η πόρτα χτύπησε τη Τζέσυ στο πρόσωπο σπάζοντας της ένα δόντι και ματώνοντας τα χείλη της. Σοκαρισμένη από το χτύπημα έκανε μερικά βήματα πίσω και ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να την αρπάζει από το λαιμό. Σήκωσε το φακό να δει ποιος είναι αλλά ο τύπος της χτύπησε το χέρι και της έπεσε το κινητό. Το πρόσωπο του φωτίστηκε στιγμιαία και φάνηκε γνώριμο στη Τζέσυ. Προσπάθησε να φωνάξει βοήθεια αλλά το χέρι την έπνιγε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να ανασάνει. Την έσερνε στη κρεβατοκάμαρα. “Θεέ μου αν είναι να με βιάσει καλύτερα να με σκοτώσει” σκέφτηκε η Τζέσυ. Έκλεισε τη πόρτα του δωματίου και της άφησε το λαιμό. Έβηξε και πήγε να φωνάξει βοήθεια αλλά η φωνή της δεν έβγαινε. Ο άντρας με το παγωμένο χέρι, της έριξε μια γροθιά στο διάφραγμα και της έκοψε την ανάσα. Η Τζέσυ γονάτισε και πάλευε να βάλει αέρα στα πνευμόνια της. Προσπάθησε να σηκώσει τα μάτια της να δει ποιος είναι αλλά μόλις έφτασε μέχρι τη μέση του βασανιστή της, το φως της σκάλας άναψε και αυτός εξαφανίστηκε σαν να μην υπήρχε ποτέ.

Σύρθηκε μέχρι την πόρτα και την άνοιξε με το ζόρι. Δεν μπορούσε να σηκωθεί και η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος βοήθειας. Συνέχισε να σέρνεται μέχρι το σαλόνι. Κοίταξε έξω από την πόρτα του διαμερίσματος και φώναξε από μέσα της “Μη φεύγετε γαμώτο. Βοηθήστε με. Θα με σκοτώσει.” Ύστερα είδε την πόρτα του γερο-Τζονυ. «Τουλάχιστον να πάω εκεί για να σωθώ». Στα μισά του σαλονιού άκουσε την πόρτα του ασανσέρ στους επάνω ορόφους να κλείνει. “Όχι, θα μπουν στο σπίτι τους και το φως θα σβήσει”. Σε μια ύστατη στιγμή απόγνωσης η Τζέσυ επιστράτευσε όλες τις δυνάμεις της και σηκώθηκε.  Όμως το φως έσβησε λίγο πριν φτάσει στη πόρτα και ο τύπος με τα παγωμένα χέρια της κλώτσησε τα πόδια κι την έριξε κάτω. Η φωνή της δυνάμωνε και προσπαθούσε να καλέσει βοήθεια. Τότε ένιωσε τα χείλη της να μουδιάζουν και το κεφάλι της να τινάζεται πίσω. Η κλωτσιά στο πρόσωπο ήταν τόσο δυνατή που κύλησε ως τη πόρτα και χτύπησε στο κάσωμα. Ο άντρας την έπιασε από τα μαλλιά και τη σήκωσε όρθια. Η παγωμένη του ανάσα έμπαινε στα ματωμένα της ρουθούνια. Πανικοβλημένη και σε κατάσταση υστερίας, η Τζέσυ σπαρταρούσε και τιναζόταν σαν ψάρι έξω από το νερό. Τα μαλλιά της ξεριζώθηκαν και η τούφα με λίγο αίμα έμεινε στα χέρια του παγωμένου άντρα. Με αυτή την κίνηση απόγνωσης η Τζέσυ έπεσε πάνω στην πόρτα του γερο-Τζονυ. “Σώθηκα” σκέφτηκε “είμαι τυχερή” και άρχισε να χτυπάει την πόρτα του γερο-Τζονυ με τα χέρια και το κεφάλι. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και το σώμα της παρέλυσε. Με κλειστά ματιά έπεσε πάνω στον γερο-Τζονυ ψιθυρίζοντας βοήθεια. “Μην ανησυχείς καλή μου, εδώ θα είσαι ασφαλής” είπε ο γερο-Τζονυ με την ήρεμη όπως πάντα φωνή του και την πήρε στο σπίτι του.

Το πρωί το ασθενοφόρο ήταν έξω από την πολυκατοικία και οι υπόλοιποι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στην είσοδο και συζητούσαν. “Αυτά τα διαμερίσματα είναι πολύ γκαντέμικα” έλεγε ο ένας, “Όσοι μένουν εκεί πεθαίνουν από καρδιά” έλεγε ο άλλος, “Ξεκίνησε με το κάθαρμα τον Τζόνυ όταν τον σκότωσαν πριν 20 χρόνια στο διαμέρισμά του και από τότε όσοι μένουν εκεί πεθαίνουν. Και μετά σου λέει να μην πιστεύεις στη κακή ενέργεια. Το κάθαρμα με τα παγωμένα χέρια τον λέγανε. Είχε γεμίσει το σπίτι του αρωματικά φυτά για να μη μυρίζουν τα πτώματα. Ελπίζω να μείνει το σπίτι του κλειστό για άλλα 20 χρόνια” είπε φανερά ενοχλημένος ένας ηλικιωμένος. Οι τραυματιοφορείς έβγαιναν από την πολυκατοικία με τη Τζέσυ ξαπλωμένη. “Κρίμα τόσο νέα κοπέλα να πεθάνει από καρδιά. Ούτε 25 δεν θα είναι. Ευτυχώς η πόρτα της ήταν ανοιχτή και αποφάσισα να πάρω τις σκάλες σήμερα”. Το πρόσωπο της ήταν παραμορφωμένο από φόβο και τα νεκρά μάτια της ανοιχτά.


Ευχαριστούμε τον Azrael για την ιστορία του.


 

Φαντάσματα: Στέλλα.


Ο ληστής προχωράει συνέχισε να προχωράει μέσα στο δάσος με πυξίδα τα αστέρια και φως την πανσέληνο. Τα δέντρα δεν ήταν πολύ πυκνά και μπορούσε εύκολα να προσανατολιστεί. Έπρεπε να πάει βόρεια. Όσο πιο βόρεια μπορούσε για να γλιτώσει. Είχε προχωρήσει αρκετά βαθιά στο δάσος και πλέον δε βιαζόταν. Κανείς δεν θα τον έψαχνε σε αυτό το μέρος. Οι ιστορίες για άτομα που δεν ξαναβγήκαν ποτέ από την καρδιά του δάσους είναι πάρα πολλές για να περάσουν αδιάφορες στους κατοίκους των γύρω περιοχών.

Το δάσος ήταν ήσυχο. Αλλόκοτα ήσυχο. Δεν ακουγόταν το θρόισμα των φύλλων, δεν ακουγόταν τα νυχτόβια αρπακτικά και τρωκτικά παρά μόνο ένας ανεπαίσθητος ψίθυρος που θύμιζε τον ήχο που κάνει η φλόγα του κεριού όταν τη φυσάμε κι αυτή αρνείται να σβήσει. Υπνωτισμένος από τον ψίθυρο άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του, χωρίς να έχει συνείδηση ότι ξεστράτισε από την πορεία του. Συνέχισε να περπατά μέχρι που είδε μπροστά του ένα ξέφωτο και διάχυτο γαλάζιο φως να απλώνεται από το κέντρο του.

Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και κοιτούσε. Το ξέφωτο ήταν ένας τέλειος κύκλος με γρασίδι μέσα στο δάσος. Στη μέση υπήρχε ένας βωμός φτιαγμένος από δέντρο. Το δέντρο αυτό είχε παχύ κορμό αλλά δεν ήταν ψηλότερο από ένα μέτρο. Γύρω από τον κορμό του έκανε διακλαδώσεις και το κέντρο του ήταν σαν κρεβάτι που για στρώμα είχε πράσινα κίτρινα και καφέ φύλλα. Και ξαπλωμένη πάνω στα μαλακά φύλλα ήταν αυτή. Η γυναίκα που διάβαζε στους αρχαίους μύθους.

Πάνω της ήταν το κέντρο του γαλάζιου φωτός που απλωνόταν στο ξέφωτο. Αιωρούνταν και πετούσε γύρω της με σπειροειδείς κινήσεις. Ο ληστής κάρφωσε τα μάτια του σε αυτό και έγινε μάρτυρας καθώς το φως πύκνωνε και έπαιρνε μορφή. Τη μορφή ενός ανθρώπου ψηλού κι αδύνατου. Ήταν το πνεύμα που συντρόφευε τη γυναίκα των αρχαίων μύθων. Κάποτε ήταν αυτός που, σύμφωνα με το μύθο, γεννήθηκε αδύναμος, έζησε δυνατός και πέθανε παντοδύναμος και όλα αυτά για μια αγάπη χωρίς αντίκρισμα. Για να προστατεύσει τη γυναίκα που αγαπούσε χωρίς αυτή να τον αγαπάει. Ανιδιοτελής αγάπη στο μεγαλείο της.

Ο ληστής περίεργος να δει ποια γυναίκα προκάλεσε τόσο μεγάλα γεγονότα κάρφωσε τα μάτια του σε αυτή που ήταν ξαπλωμένη στο βωμό. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα ή καστανόξανθα, ανάλογα με το φως του πνεύματος. Τα χείλη της σφαλιστά κι αυτά σαν τα μάτια της. Το χρώμα και το σχήμα των χειλιών της, τον έκαναν να φανταστεί πόσο όμορφο χαμόγελο θα είχε. Τα χέρια της ήταν ανοιχτά στο πλάι σαν να περίμενε κάποιον να την αγκαλιάσει. Δεν ήταν ψηλή γυναίκα. Ήταν όμως όμορφη και λαμπερή και στο λαιμό της φορούσε ένα μενταγιόν σε σχήμα αστεριού.

Ο ληστής, άπληστος από τη φύση του, σκέφτηκε ότι το μενταγιόν αυτό θα είχε τεράστια αξία και ότι θα έπρεπε να περιμένει να εξαφανιστεί το πνεύμα για να το κλέψει. Τότε το φως άστραψε σαν κεραυνός και το ανθρώπινο περίγραμμά του φάνηκε ολοκάθαρα. Ο ληστής ένιωσε τον αέρα βαρύ. Τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να σταθεί όρθιος και έπεσε στα γόνατα. Ο ήχος της φλόγας που δεν σβήνει, πλέον έγινε ήχος πυρκαγιάς σε ανεμοστρόβιλο. Σήκωσε τα μάτια του να δει την αληθινή μορφή του πνεύματος. Ήταν όντως ανθρώπινη και όπως και στην αρχή, ψηλός, αδύνατος, χωρίς μαλλιά. Όπως τον περιγράφει ο μύθος. Αυτός που θυσίασε το σώμα του για να σώσει τη ζωή της.

Το πνεύμα φτιαγμένο από τρομερή γαλάζια συμπυκνωμένη ενέργεια, αιωρούμενο στάθηκε δίπλα στο βωμό. Κάθισε δίπλα της και άγγιξε το χέρι της. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της απαλά σαν να ξυπνούσε από γλυκό ύπνο. Είχαν καστανό χρώμα και έλαμπαν όταν αντίκριζε τα μάτια του προστάτη της. Ο ληστής αναρωτήθηκε μήπως κι αυτή τον αγαπούσε κρυφά και τώρα που κανείς δεν τη περιορίζει, μπορεί επιτέλους να του δείξει τι νιώθει και ερωτευμένοι διασχίζουν μαζί το πέρασμα των αιώνων. Γιατί όταν δυο άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να είναι μαζί, ο χώρος και ο χρόνος δεν έχει σημασία.

Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και το πνεύμα το έκλεισε μέσα στα δικά του. Κοιτάχτηκαν στοργικά. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή Όλος ο κόσμος ήταν ένα βλέμμα. Πλησίασαν κοντά και αγκαλιάστηκαν. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα ζεστό φιλί και τότε αιωρήθηκαν και οι δύο πάνω από το βωμό. Στροβιλιζόμενοι και τυλιγμένοι από γαλάζιες λωρίδες φωτός και ενέργειας, με σπινθήρες να πετιούνται στο τελείωμα τους και τα φύλα του βωμού να στροβιλίζονται κι αυτά γύρω τους και να μοιάζουν με κουρτίνα που κρατάει μακριά τους αδιάκριτους.

Ήταν το πιο αληθινό και ερωτικό φιλί που θα ευχόταν κάθε άνθρωπος να ζήσει. Ύστερα χαμήλωσαν. Κάθισαν πάλι στο βωμό. Κοιτάχτηκαν πάλι στα μάτια. Τα καστανά μάτια της γυναίκας βούρκωσαν και δάκρυσε. Το πνεύμα σκούπισε τα δάκρυά της με το δάχτυλο του. Της χάιδεψε τα μαλλιά και τα έπιασε πίσω από τα αυτιά της για να βλέπει το πρόσωπό της καλύτερα. Χαμογέλασε στη γυναίκα σαν της έλεγε ότι θα συνεχίσει να είναι για πάντα μαζί της. Ύστερα αυτή ξάπλωσε πάλι στο βωμό με τα χέρια ανοιχτά περιμένοντας την επόμενη στιγμή που θα την αγκαλιάσει και έκλεισε τα λαμπερά της μάτια.

Το πνεύμα αιωρήθηκε πάνω της και η μορφή του άρχισε να σπάει και να διαλύεται. Ο κυματισμός της λάμψης του έγινε άγριος και ο ληστής κυριεύθηκε από τρόμο και φόβο. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε. Ήταν ακόμα καθηλωμένος στα γόνατα. Το πνεύμα τον ανάγκαζε να υποκλιθεί μπροστά στην αγαπημένη του. Έπειτα όλα έγιναν αστραπιαία. Η γαλάζια λάμψη τον τύφλωσε και πριν εξαφανιστεί η ύπαρξή του από αυτόν τον κόσμο, άκουσε ολοκάθαρα το πνεύμα μέσα στο κεφάλι του να λέει τον αρχαίο στίχο που τον βασάνιζε «Πάντα θα έχει άλλο ταίρι, αυτή που το όνομά της σημαίνει αστέρι».

*Στέλλα στα λατινικά σημαίνει αστέρι.


Ευχαριστούμε τον Azrael για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Το Μονοπάτι.


Το περσινό καλοκαίρι, η Δανάη είχε πάει διακοπές στην Πάρο με 2 συμφοιτήτριες της. Το σπιτάκι που έμεναν το είχε αγορασμένο ο παππούς της για αυτήν για οπότε πήγαινε διακοπές εκεί. Ήταν χτισμένο μακριά από τα άλλα σπίτια! Έλεγαν για έναν μύθο για μία μητέρα με την κόρη της που τις σκότωσε ο άντρας της μέσα στο σπίτι, και μετά αυτοκτόνησε σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα!

Φυσικά οι τρεις κοπέλες δεν πίστευαν στον μύθο. Ένα βράδυ λοιπόν όταν γυρνούσαν από την απογευματινή τους βόλτα, είδαν στο μονοπάτι μπροστά από το σπίτι να περπατάει ένας άντρας αλλόκοτος, έμοιαζε ζαλισμένος με ένα σχοινί στον λαιμό του! Οι τρεις κοπέλες έμειναν να τον κοιτάζουν, όταν αυτός άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους!

Μπήκαν κάτασπρες απ’ τον φόβο τους στο σπίτι προσπαθώντας να πείσουν τους εαυτούς τους ότι ήταν απλώς οι σκιές των δέντρων… Καταφέρνοντας αυτό, πήγαν να κοιμηθούν.

Η Δανάη όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί! Βγήκε απτό δωμάτιο να κάνει μία βόλτα, μήπως και την πιάσει ο ύπνος, όταν στο τέλος του διαδρόμου είδε ένα κοριτσάκι με γυρισμένη πλάτη! Της είπε κλαίγοντας «Σε παρακαλώ βοήθησέ με….» και η Δανάη της απάντησε τρομαγμένη «Πες μου τι θα ήθελες;».

Η μικρή γύρισε και την κοίταξε! Τα μάτια της ήταν μαύρα και το πρόσωπο της σαπισμένο! Η Δανάη τσιρίζοντας έτρεξε προς το δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα! Οι άλλες δύο κοπέλες την άκουσαν και της είπαν πως θα ήταν καλό να ηρεμήσει λίγο.

Χωρίς να πει λέξη έπεσε να κοιμηθεί. Το όνειρο που είδε όμως δεν της άρεσε καθόλου! Είδε στο ίδιο μονοπάτι μία οικογένεια, και οι τρεις την κοίταζαν! Ακριβώς σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα είδε τον ίδιο άντρα που έβλεπε μπροστά της κρεμασμένο! Της έδειξαν το σπιτάκι. Μπήκε και είδε την μητέρα αποκεφαλισμένη και την κόρη της νεκρή στο πάτωμα!

Ξύπνησε απότομα και είδε στον απέναντι τοίχο γραμμένο με κόκκινα γράμματα «ΦΥΓΕΤΕ»! Ξύπνησε τα δύο κορίτσια και τους έδειξε κλαίγοντας τα γράμματα στον τοίχο! Πήγε να ανοίξει την πόρτα αλλά το κλειδί είχε εξαφανιστεί! Μία γυναικεία και μία παιδική φωνή άρχισαν να φωνάζουν πίσω από την πόρτα και άκουσαν γυαλιά να σπάνε!

Η Δανάη προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συνέβη αλλά δεν πρόλαβε! Χτύποι ακούστηκαν απ’ την πόρτα όταν άνοιξε και ξέσπασε μία ανεξήγητη φωτιά. Πήδηξαν απ’ το παράθυρο και είδαν στο μονοπάτι μία οικογένεια να περπατάει προς το μέρος τους! Ήταν γεμάτοι με αίμα και η γυναίκα κρατούσε το κεφάλι της στην αγκαλιά της! Αρχίσαν να τρέχουν προς το χωριό τόσο τρομαγμένες που κλείστηκαν μέσα σε ψυχιατρείο και δεν ξανά μίλησαν ποτέ!


Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της.


 

Τρόμου: Η Τελετή.


Το 1990 στα Χανιά, σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι λίγο πιο έξω, ισχυρίζονται οι κάτοικοι ότι τα βράδια ακούν διάφορες φωνές. Μάλιστα, αρκετές φορές, το σπίτι είχε αναμμένα τα φώτα και είπαν ότι έβλεπαν σκιές να περπατάν μέσα.

Ένα βράδυ του Οκτωβρίου, ένα ζευγάρι εφήβων, αποφάσισαν να εξερευνήσουν το σπίτι και να δουν τι έγινε εκεί μέσα. Άνοιξαν τους φακούς και μπήκαν από την ξεκλείδωτη πόρτα. Ό,τι αντικείμενο υπήρχε μέσα ήταν σπασμένο. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό του σπιτιού, είδαν έναν τοίχο με έξι μεγάλους ανάποδους σταυρούς και ακριβώς πάνω από αυτούς τον αριθμό 666.

Η κοπέλα ήθελε να φύγουν, αλλά ο φίλος της είπε πως έπρεπε να βρουν τι ακριβώς συνέβη εκεί. Πήγαν στο υπόγειο για να βρουν κι άλλα στοιχεία. Είδαν στο πάτωμα μία μεγάλη πεντάλφα και στις 5 άκρες της είχε πολύ ξεραμένο αίμα. Μπροστά από την πεντάλφα είχε 5 αναποδογυρισμένους κουβάδες.

Κοιτούσαν παρατηρητικά την πεντάλφα όταν άκουσαν από την μπροστινή πόρτα φωνές να καλούν τα ονόματα τους. Μπήκαν στο δωμάτιο και η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Πάνω σε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι βρήκαν ένα μαύρο άλμπουμ, το πήραν και οι φωτογραφίες που είχε μέσα ήταν από μία τελετή που έγινε εκεί.

Πήραν μαζί τους το άλμπουμ και πήγαν να βγουν από την πόρτα. Την άνοιξαν και είδαν 5 σκιές με κουκούλες να κρατούν 5 ανάποδους σταυρούς και έψαλαν κάποιον ύμνο. Βγήκαν τρέχοντας από το σπασμένο παράθυρο που είχαν πίσω τους και πήγαν στο σπίτι της κοπέλας. Την επόμενη μέρα παρέδωσαν το άλμπουμ στην αστυνομία να εξιχνιάσει την υπόθεση και το ζευγάρι δεν ασχολήθηκε ποτέ με το σπίτι και ότι είχε σχέση με αυτό.

=====================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=====================

Τρόμου: Μια Παλιά Φίλη.


Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, με ένα ανοιξιάτικο αεράκι. Ότι πρέπει για ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή. Πριν μια εβδομάδα, όταν με πήρε τηλέφωνο η παλιά μου συμμαθήτρια η Γωγώ, πραγματικά ένιωσα μεγάλη χαρά αν και ποτέ δεν ήμασταν ιδιαίτερα κολλητές. πιο πολύ, την είχαμε στην παρέα γιατί ήταν λίγο μυστήριο κορίτσι έως τρομακτικό θα έλεγα αλλά εμείς δεν είχαμε πρόβλημα, έτσι και αλλιώς δεν ενοχλούσε, μιας και ήταν λιγομίλητη.

Μετά το σχολείο χάσαμε τα ίχνη της και δεν την ξαναείδαμε ποτέ, ούτε και ξανά ασχοληθήκαμε πολύ να μάθουμε να πω την αλήθεια. Προερχόταν από μια μυστήρια οικογένεια, το σπίτι της ήταν κοντά σε ένα ποτάμι, βαθιά στο δάσος. Ποτέ δεν είχαμε δει τους γονείς της, δεν τους άρεσε να βγαίνουν και πολύ από το σπίτι, μόνο τον αδερφό της τον μεγάλο βλέπαμε που και που, όταν ερχόταν να την πάρει από το σχολείο. Ακόμα πιο μυστήριος από την αδερφή του και με ένα βλέμμα που σου πάγωνε το αίμα.

Έτσι λοιπόν μετά από τόσα χρόνια να που θα την ξαναδώ. Έχω πολύ περιέργεια η αλήθεια είναι. Στο τηλέφωνο την άκουσα πολύ ευχάριστη, αυτό και αν είναι περίεργο. Μου είπε ότι ήταν Αθήνα για δουλειές και έτυχε να δει την μητέρα μου στον δρόμο και της ζήτησε το τηλέφωνο μου. Με πήρε λοιπόν και μου έκανε την πρόταση να περάσω ένα Σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι. Μου είπε δεν έφυγε ποτέ από εκεί και αυτό μου ακούστηκε περίεργο μιας και δεν είχαμε ποτέ νέα της για το τι κάνει.

Μόλις έφτασα στο ποτάμι, κοντά στο σπίτι της, σταμάτησα για λίγο να απολαύσω το μέρος. Είχα δέκα χρόνια να πατήσω το πόδι μου στην Καλαμάτα. Εγώ και τα άλλα δύο μέλη της παλιοπαρέας, η Μαρία και η Μαριάννα, μόλις φύγαμε από την Καλαμάτα πιάσαμε αμέσως δουλειά. Εγώ Αθήνα, η Μαρία Γιάννενα και η Μαριάννα Θεσσαλονίκη. Μόνο η Γωγώ έμεινε πίσω στο χωριό της. Ένα πολύ μικρό χωριό λίγο έξω από την Πόλη. Μου είχε λείψει η άγρια φύση που είδα μπροστά μου. Το ποταμάκι με το πεντακάθαρο νερό, ο βαρύς ίσκιος των δέντρων και το βαθύ πράσινο τους. Τελικά νομίζω ότι η Γωγώ έκανε το πιο σωστό απ’ όλες που έμεινε πίσω.

Γυρίζοντας για να πάω στο αμάξι άκουσα ένα θόρυβο, σαν κάποιος να είναι πίσω μου. Γύρισα και δεν ήταν κανείς. Ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά μου ένα πλάσμα σαν από ταινία τρόμου. Χριστέ μου, πάγωσα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο ξανά. Ήταν σαν ένας άντρας ψιλός, με πολύ ξανθά μαλλιά, μάτια μαύρα σαν του νεκρού και το δέρμα του σαπισμένο σαν κάτι να βγήκε απευθείας από τον τάφο ή από την κόλαση καλύτερα. Με πλησίασε πολύ κοντά μέχρι που άρχισα να μυρίζω τα σαπισμένα σωθικά του.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι να με τυλίγει το σκοτάδι. Δεν έχω ιδέα τι έγινε μετέπειτα. Όταν βρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με δροσερά σεντόνια. Το δωμάτιο είχε μία αύρα σαν κάτι  από παλιά. Λευκές δαντελωτές κουρτίνες ανέμιζαν απαλά σε ένα ξύλινο παράθυρο. Τα έπιπλα όλα βαριά και αντίκες και πίνακες, είχε πάρα πολλούς μικρούς πίνακες.

Κατάλαβα ότι δίπλα μου κάποιος καθόταν και ξαφνικά θυμήθηκα όλα όσα έγιναν στο ποτάμι. Έσφιξα τα μάτια μου μέχρι που έτσουξαν και προσευχήθηκα να μην ήταν δίπλα μου το πλάσμα, μέχρι που ένιωσα δύο  απαλά ζεστά χέρια να μου αγγίζουν το πρόσωπο. Άνοιξα αργά τα μάτια μου μέχρι που την είδα, ήταν η Γωγώ, χαμογελαστή, με μακριά ξανθά μαλλιά και μεγάλα διαπεραστικά μάτια, ακριβώς όπως πριν δέκα χρόνια.

Τι συνέβη, την ρώτησα; Δεν ξέρω ακριβώς αλλά πριν λίγο σε βρήκαμε λιπόθυμη με τον αδερφό μου στο ποτάμι και σε φέραμε σπίτι. Ακούσαμε το αμάξι σου και όταν είδαμε ότι καθυστερούσες να έρθεις, ήρθαμε εμείς να σε βρούμε.

Την κοίταζα για λίγο αμίλητη και ύστερα την ρώτησα αν είδαν το πλάσμα. Δεν είδαμε τίποτα, μου είπε παραξενευμένη. Όταν της εξήγησα τι είχε συμβεί μου είπε ότι ίσως θα έπρεπε να ξεκουραστώ και μετά να φάω κάτι. Πίστεψε ότι είχα παραισθήσεις αλλά εγώ ήξερα τι είδα. Με άφησε να ξεκουραστώ και έφυγε κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Είχα την ευκαιρία εκείνη την ώρα να περιεργαστώ με την ησυχία μου το δωμάτιο. Δίπλα από μια τουαλέτα με έναν καθρέφτη αντίκα, ήταν ακουμπισμένο το σακ βουαγιάζ μου. Κοίταξα προσεκτικά τους πίνακες και είδα ότι κάποιοι ήταν κενοί χωρίς τίποτα μέσα και όσοι είχαν κάτι, ήταν εικόνες, εικόνες ανθρώπων βασανισμένων. Πάντα ήξερα ότι ήταν μυστήρια η Γωγώ και η οικογένειά της αλλά τώρα σιγουρεύτηκα.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν κατέβηκα στον κάτω όροφο να βρω την Γωγώ. Ήταν στην κουζίνα και  είχε ετοιμάσει το βραδινό. Ο αδερφός της είχε πάει για λίγο στην πόλη και θα γύριζε αργά την νύχτα. Τρώγοντας παρέα μιλήσαμε λίγο για τα παλιά, τι κάναμε στην ζωή μας. Μου είπε ότι δεν έφυγε ποτέ από το πατρικό της, έμενε με τον αδερφό της και οι γονείς της είχαν μετακομίσει, πολύ καιρό τώρα, σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Το χόμπι της ήταν η ζωγραφική γι’ αυτό και το σπίτι ήταν γεμάτο με πίνακες. Της άρεσε πάντα το μυστήριο γι’ αυτό το θέμα  ήταν πάντα, ο ανθρώπινος πόνος, όπως μου είπε. Χριστέ μου, τι τρομακτικό κορίτσι.

Με ξενάγησε για λίγο στο σπίτι και μου έδειξε τους πίνακες της. Στον έναν ήταν ένας άντρας στο δάσος, τρομοκρατημένος, σαν κάτι να τον κυνηγούσε. Σε έναν άλλο, ένα ζευγάρι σφιχτά αγκαλιασμένο και τρομοκρατημένο σε ένα κρεβάτι. Δεν άντεχα άλλο να δω. Της είπα ότι ήμουν κουρασμένη και ότι έπρεπε να πάω στο δωμάτιο.

Μόλις μπήκα και κλείδωσα πίσω μου την πόρτα το είχα πάρει απόφαση, θα έβρισκα μια δικαιολογία και θα έφευγα αμέσως από εκεί. Πήρα την μητέρα μου τηλέφωνο, μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να με πάρει σε πέντε λεπτά αυτή. Είχα σκοπό να ακούσει το τηλεφώνημα η Γωγώ και να της πω ότι τάχα, έτυχε κάτι στην οικογένεια μου και έπρεπε να φύγω.

Μόλις χτύπησε το τηλέφωνο το άφησα λίγο και μετά το σήκωσα, χωρίς πολλά πολλά, εξήγησα στα γρήγορα στην μητέρα μου τι είχε συμβεί. Για το πλάσμα στο δάσος, για την Γωγώ και τους πίνακες. Μα ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Γωγώ, μου είπε. Της είπα μια παλιά συμμαθήτρια από ένα χωριό έξω από την Πόλη. Αυτή που την έδωσες το τηλέφωνο μου πριν μια εβδομάδα. Εγώ, μου είπε, δεν είδα καμία φίλη σου την προηγούμενη εβδομάδα και ούτε  έδωσα σε κανέναν το τηλέφωνο σου.

Έχασα την γη κάτω απ’ τα πόδια μου, δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, η μητέρα μου φώναζε αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα. Ένιωσα να σβήνω για δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα και όλα σκοτείνιασαν. Αρκετή ώρα μετά, άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα σκοτάδι. Τι είχε συμβεί, που βρισκόμουν; Ήμουν πάλι στο κρεβάτι ξαπλωμένη και όλα τα θυμόμουν θολά. Το τηλεφώνημα στην μητέρα μου ήταν σαν να έγινε σε κάποιο όνειρο, εφιάλτη να λες καλύτερα. Το κινητό μου ήταν στο κομοδίνο, το πήρα γρήγορα και ξανά τηλεφώνησα στην μητέρα μου. Μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να μου πει αν ήταν όλα ένα όνειρο. Αν όντως της τηλεφώνησα πιο πριν. Λάθος κάνετε μου είπε η φωνή στην άλλη γραμμή, δεν έχω κόρη. Ήμουν σίγουρη ότι η φωνή ήταν της μητέρας μου, κοίταξα την οθόνη και είδα ότι δεν έκανα λάθος. Μαμά σε παρακαλώ μην κάνεις πλάκα τέτοια ώρα την είπα. Σας παρακαλώ δεσποινίς μου, είπε, σας είπα ότι κάνετε κάποιο λάθος, δεν έχω καθόλου παιδιά και μετά τίποτα, μου το είχε κλείσει. Ο τρόμος και το σοκ με είχαν παραλύσει, δεν μπορούσα να κλάψω, να μιλήσω, να φωνάξω. Νόμιζα ότι έχανα το μυαλό μου.

Άκουσα την πόρτα σιγά σιγά να ανοίγει και τότε κουκουλώθηκα αμέσως κάτω από τα σκεπάσματα. Όποιος και να μπήκε στο δωμάτιο ερχόταν προς το κρεβάτι. Έτρεμα πολύ και δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω και περίμενα, ίσως ήταν η Γωγώ ή ο αδερφό της. Κάποιος ξάπλωσε δίπλα μου και με πλησίασε πολύ κοντά. άκουγα την βαριά αναπνοή του και την αισθανόμουν στον αυχένα μου, Είχε μπει κάτω από τα σκεπάσματα. Ξαφνικά μου ξαναήρθε αυτή η άσχημη μυρωδιά όπως στο ποτάμι, η μυρωδιά ενός ψόφιου ζώου. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς.

Ένα χέρι με αγκάλιασε και το σκέπασμα σιγά σιγά υποχώρησε. Είδα την Γωγώ από πάνω μου, να μου χαμογελάει και να μου λέει. Τον αδερφό μου τον έχεις γνωρίσει φαντάζομαι ε; Κοίταξε πίσω μου και γύρισα σιγά σιγά μέχρι που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια την κόλαση. Το νεκρό σαπισμένο πλάσμα με κοίταξε και μου χαμογέλασε, σκουλήκια έβγαιναν μέσα από το στόμα του.

Τι πλάσματα είσαστε εσείς; Ούρλιαξα και τότε η Γωγώ μου είπε «είμαστε καλλιτέχνες εδώ και αιώνες», και μου έδειξε τους πίνακες «εσύ όμως δεν ήσουν τίποτα ποτέ, δεν υπήρξες ποτέ», ήταν τα τελευταία λόγια της Γωγώς.

Δύο μέρες μετά , ένα όμορφο πρωινό, η Γωγώ ξεναγούσε ένα κορίτσι στο σπίτι της . Αυτό θα είναι το δωμάτιο σου, της είπε, ξεκουράσου και θα σε περιμένω κάτω στην κουζίνα και έκλεισε πίσω της απαλά την πόρτα καθώς έφευγε. Μόνη της τώρα η Μαρία, περιεργαζόταν το δωμάτιο και τους πίνακες. Πω πω, πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Μαριάννα και να της πω για όλα αυτά, σκέφτηκε.

Της έκανε εντύπωση ένας πίνακας με ένα μελαχρινό κορίτσι, σε ένα κρεβάτι σε στάση εμβρύου, τρομοκρατημένο, να κρατά ένα κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Έμοιαζε να την κοιτά κατάματα και κάτι της θύμιζαν αυτά τα μάτια. Δίπλα από αυτόν τον πίνακα ήταν άλλοι δύο λευκοί πίνακες.

=====================

ΡΟΗ ΛΕΜΠΕΣΗ

=====================

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 4ο.


9

Το ίδιο βράδυ κάθισε στον υπολογιστή και έψαξε πληροφορίες γι’ αυτά τα φρικιαστικά πλάσματα που της θύμιζαν τόσο πολύ τις βδέλλες. Απόφυγε να κοιτάξει εικόνες γιατί θα την έπιανε υστερία. Μπήκε στο Wikipedia και πληκτρολόγησε τρόπους για να τα απομακρύνει, ίσως και να τα σκοτώσει. Η Βίκυ ήξερε ήδη για το αλάτι και για τον χαλκό, αλλά αυτά δεν ήταν τόσο πρακτικά και αποτελεσματικά όσον αφορούσε την μικρή λεπτομέρεια πως βρίσκονταν μέσα μας. Δεν θα μπορούσες να καταναλώσεις τόσο αλάτι, ικανό να φτάσει στην ουροδόχο κύστη και να τα διαλύσει, πόσο μάλλον χαλκό, που θα ήταν πρακτικά αδύνατον να καταναλωθεί. Σύντομα όμως ανακάλυψε το πώς, σύντομα είχε ανακαλύψει μια καινούργια αδυναμία και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν τόσο εύκολο. Η λύση ήταν ο καφές. Ο καφές ήταν ικανός να τα διώξει, μέχρι και να τα σκοτώσει. Ένα μικρό λαμπάκι φώτισε μέσα στο κεφάλι της, και κατάλαβε πώς και δεν είχαν καταφέρει να μπουν μέσα στον δικό της οργανισμό. Στον Αποστόλη δεν άρεσε ο καφές. Εκείνη όμως έπινε συνέχεια, ίσως και δυο φλιτζάνια την μέρα. Είχε βρει τρόπο να σώσει τον Αποστόλη, προτού εκκολαφθούν μέσα στην κύστη του τα αβγά που είχαν αφήσει τα σιχαμερά αυτά ζώα. Δεν θα κατάφερνε μόνο να σώσει τον Αποστόλη, μα όλους τους κατοίκους που μέσα τους είχαν παρασιτήσει γυμνοσάλιαγκες. Και τώρα έμενε μόνο ένα πράγμα: Να καλέσει τον γιατρό.

Η καταιγίδα μαινόταν έξω χτυπώντας τα δυτικά παράθυρα του δωματίου. Ο ήχος ήταν νανουριστικός και η Βίκυ ήθελε να πέσει να κοιμηθεί, αλλά δεν θα μπορούσε σε μια τέτοια κατάσταση. Η ταχύτητα με την οποία ο χρόνος κυλούσε ήταν σαν θηλιά περασμένη στο λαιμό. Πήγε κάτω να καλέσει στο τηλέφωνο τον γιατρό και να του πει αυτό που είχε ανακαλύψει, όταν παρατήρησε κάτι διαφορετικό στο χολ προς το καθιστικό. Στην αρχή δεν κατάλαβε την διαφορά, και ίσως ποτέ να μην την είχε καταλάβει αν οι φωτοσκιάσεις μιας φωτεινής αστραπής δεν είχαν φωτίσει τους τοίχους του χολ.

Η Βίκυ άφησε μια στριγκλιά. Στον τοίχο σέρνονταν σάλιαγκες και σαλιγκάρια, βάφοντας πίσω τους τους τοίχους με υποκίτρινη βλέννα. Έψαξε το διακόπτη να ανάψει τα φώτα, αλλά δίστασε μήπως και το χέρι της ακουμπούσε μια απ’ αυτές τις υγρές και γλιστερές υπάρξεις. Στο μισοσκόταδο έμοιαζαν τόσο με βδέλλες. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Με μια τελευταία απόπειρα, βρήκε το διακόπτη και τον πάτησε. Ύστερα ανακάλυψε την φρίκη. Όλο το πάτωμα ήταν γεμάτο γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια. Όλη την ώρα κρύβονταν πίσω από τους τοίχους και μέσα στις γωνιές του σπιτιού. Η ιδέα πως δεν είχαν εγκαταλείψει ποτέ το σπίτι της και πως τόσο καιρό κοιμόταν στο κρεβάτι ανενόχλητη της έστειλε ρίγη δέους στην ραχοκοκαλιά της. Έβγαζαν φρικτούς, σιαλώδη ήχους που της θύμισαν τον τρόπο που νόμιζε ότι ο Αποστόλης σάλιωνε το στόμα του. Η Βίκυ δεν έφτανε το τηλέφωνο στο καθιστικό. Έπρεπε να κάνει το γύρω, να πάει από την αυλόπορτα και να μπει από την πόρτα της κουζίνας για να φτάσει το τηλέφωνο. Και ενώ τα σκεφτόταν αυτά ένιωθε ότι το κάθε λεπτό μετρούσε για να σώσει τον Αποστόλη, μετρούσε θαρρείς πως μέσα του είχε ωρολογιακή βόμβα.

Έκανε μεταβολή και μόλις στο πρώτο της βήμα, γλίστρησε χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο. Ακόμα ζαλισμένη, με τα αυτιά της να βουίζουν, διαπίστωσε ότι είχε πατήσει γυμνοσάλιαγκες. Ό,τι είχε απομείνει από τα νεκρά τους σώματα ήταν πατημένες κάψες ή πατημένα σταφύλια, που από μέσα τους είχε ξεχειλίσει ένα κιτρινοπράσινο πηχτό πράμα, σαν φλέμα. Ο πόνος την αποσυντόνιζε και σχεδόν δεν είχε καταλάβει ότι μια βδέλλα βύζαινε το πίσω μέρος του μπράτσου της. Συνήλθε, γούρλωσε τα μάτια της και έλεγξε το μπράτσο της. Τα δάχτυλά της άγγιξαν ένα μικρό εξόγκωμα κολλημένο στο δέρμα της, σκληρό, γεμάτο υγρασία. Η Βίκυ πάτησε μια υστερική τσιρίδα και το τράβηξε από πάνω της· η αίσθηση του τραβήγματος την έκανε να νιώσει δεκάδες μικροσκοπικές βελόνες  να βγαίνουν από τη σάρκα της.

Έτρεξε προς την αυλόπορτα, με τα πόδια της σχεδόν βαριά. Σταμάτησε λίγο πριν την τζαμένια πόρτα και κοίταξε, με τα μαλλιά της να κολλάνε ενοχλητικά στους ώμους της. Ο φανός του δρόμου, έτσι όπως έπεφτε πάνω στο παχνιασμένο τζάμι, σκίαζε τα σκωληκώδη πλάσματα που ήταν κολλημένα εκεί, καθώς πίσω τους είχαν αφήσει καθαρά ίχνη στο γυαλί. Η Βίκυ πλησίασε διστακτικά, και από τόσο κοντά, μπόρεσε να δει έναν γιγάντιο σάλιαγκα-βδέλλα να ανοίγει το στόμα του· από μέσα φάνηκαν να κινούνται δόντια (27.000 δόντια, θα έλεγε με ακρίβεια ο Αποστόλης). Μόρφασε αηδιασμένη και έσυρε με μίσος την πόρτα. Ένας δυνατός άνεμος φύσηξε τα μαλλιά της πίσω, κρύος και υγρός, σαν το πράγμα που είχε τραβήξει από το μπράτσο της. Οι σταγόνες της βροχής έπεφταν σαν σκλήθρες στο πρόσωπό της καθώς έτρεχε μέσα στον κατεστραμμένο κήπο της προς την κουζίνα. Πάνω στην βιασύνη της σκόνταψε στο καρεκλάκι του κήπου, γρατζούνισε το γόνατό της και έπεσε φαρδιά πλατιά ακριβώς μπροστά από την αναθεματισμένη πόρτα της κουζίνας. Είδε τα κέρματα που είχε αφήσει ο Αποστόλης. Τώρα ένιωσε φαγούρα και κοίταξε κάτω τα πόδια της. Βδέλλες είχαν κολλήσει στο δέρμα της, βύζαιναν και φούσκωναν, βύζαιναν και φούσκωναν. Η ανάσα της βγήκε ταραγμένη προτού ουρλιάξει παρατεταμένα και διαπεραστικά, χειρότερα από οποιαδήποτε ταινία φρίκης: «ΑααααααΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!»

Τα πόδια της παρέλυσαν. Δεν μπορούσε να τα κουνήσει πια, λες και είχαν παγώσει στην Αρκτική θάλασσα. Η Βίκυ γύρισε μπρούμυτα. Έτσι όπως ήταν, η βροχή μπορούσε να μαστιγώσει ελεύθερα την πλάτη της. Προσπάθησε να συρθεί με τα χέρια και τώρα σερνόταν στο χώμα σαν να ήταν η ίδια σαλιγκάρι· με τη μόνη διαφορά πως αυτή η σκύλα, αυτή η υστερική σκύλα μπορούσε να περάσει πάνω από τα κέρματα χωρίς να νιώσει τίποτα, χωρίς να νιώσει ηλεκτροσόκ ή πόνο. Πέρασε την γραμμή της πόρτας και σύρθηκε με το στομάχι της μέχρι το καθιστικό. Μαζί της παρέσυρε τα κέρματα που ήταν στο πάτωμα. Το αίμα έφευγε από τα πόδια της με γρήγορο ρυθμό, την εγκατέλειπε όπως την είχαν εγκαταλείψει και τα πόδια της. Έφτασε την συρταριέρα με τη συσκευή του τηλεφώνου. Ανακάλυψε με τρόμο ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί να τηλεφωνήσει. Τέντωσε το χέρι της και τράβηξε το καλώδιο. Η συσκευή έπεσε κάτω. Κάλεσε τον γιατρό. Χτύπησε μία… χτύπησε δύο… στην τρίτη ίσως να λιποθυμούσε… αλλά χτύπησε τέσσερις και ακόμα ήταν εδώ…

«Κυρία Βαρνακιώτη, εσάς θα έπαιρνα μόλις τώρα. Δεν θα πιστέψετε αυτό που έχω να σας πω… Ανακάλυψα πως χρησιμοποιούν τα σώματά μας σαν κελύφη».

«Καφές! Ο καφές τα σκοτώνει! Στείλε βοήθεια!»

Μετά απ’ αυτό η γραμμή έκλεισε από την καταιγίδα. Το ίδιο έκλειναν και τα βλέφαρά της, με το τελευταίο πράγμα που ακουγόταν να είναι ήχοι βυζάγματος.

10

Ξημέρωσε. Η καταιγίδα έδωσε τη θέση της σε ένα βροχερό πρωινό με ομίχλη. Ο γιατρός προσπάθησε να καλέσει πίσω αλλά η γραμμή ήταν νεκρή. Είχε συγκρατήσει αυτό που η Βίκυ τού είχε φωνάξει ταραγμένη στο τηλέφωνο. Με το που ξύπνησε ο Αποστόλης ο γιατρός τού πήγε λίγο καφέ.

«Για ποιο λόγο;» τον ρώτησε, αρνούμενος να τον πιει. «Ευχαριστώ, αλλά δεν μ’ αρέσει ο καφές».

«Είναι για το καλό της υγείας σας», επέμεινε ο γιατρός.

«Σας είπα πως όχι».

«Εντάξει». Ο γιατρός άφησε τον καφέ στην άκρη, αρκετά κοντά του σε περίπτωση που αλλάξει γνώμη. «Θα το αφήσω εδώ. Καλύτερα να το πιείτε προτού κρυώσει».

«Επικοινωνήσατε πάλι με την σύντροφό μου;» τον ρώτησε, λίγο προτού ο γιατρός αποχωρήσει από την αίθουσα επειγόντων.

«Έκανα άλλη μια απόπειρα σήμερα στις οκτώ. Δε το σήκωνε κανείς».

«Θέλετε να μου πείτε τι ακριβώς ακούσατε;»

«Στην τελευταία κλήση;»

«Ναι».

«Παρόλο που υπήρχαν παρεμβολές λόγω της βροχόπτωσης, άκουσα ξεκάθαρα τις λέξεις ‘καφές’ και ‘λύση’». Ο γιατρός δεν ήθελε να του πει ‘τα σκοτώνει’, όπως είχε ακούσει στο τηλέφωνο, προφανώς για να μην τον ταράξει. «Νομίζω πως εννοούσε ότι ο καφές είναι η λύση στο πρόβλημα. Θα ήθελα να σας πω ότι εμπιστεύομαι τις υποψίες της συζύγου σας, γι’ αυτό εξάλλου σας έφερα ένα φλιτζάνι καφέ».

Ο Αποστόλης φάνηκε σκεφτικός και, χωρίς να πει τίποτα άλλο, άρχισε να πίνει αηδιασμένος τον καφέ.

Επίλογος

Ο γιατρός έκανε ένα τελευταίο τηλεφώνημα στο ΚΕΕΛΠΝΟ εξηγώντας την κατάσταση και το πόρισμα που είχε βγάλει από τον ασθενή του. Ο καφές ήταν πράγματι η λύση. Αργότερα στις εφημερίδες μπήκε άρθρο με τίτλο, «Ουρολόγος βρίσκει αιτία και λύση επιδημικού προβλήματος, σώζοντας εκατοντάδες ζωές!» Είχε κάνει πολλές αναφορές για το ζεύγος που του είχε χτυπήσει την πόρτα εκείνη τη νύχτα. Είχε πει την ιστορία του και είχε πει και τη δικιά τους ιστορία. Δεν μπορούσε να πάρει όλα τα εύσημα για μια ανακάλυψη που οφειλόταν κυριολεκτικά σε εκείνο το ζευγάρι απλών πολιτών. Μπορεί πολύ αργότερα να έβρισκε κάποιος άλλος τη λύση στο πρόβλημα, αλλά εδώ επρόκειτο για ένα ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ο Αποστόλης δεν είχε καμιά επίσκεψη από την Βίκυ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, πράγμα που τον είχε κάνει να βάλει τα κλάματα κάνα δυο φορές, αφού είχε πιστέψει πως ήταν νεκρή. Όταν πήρε το εξιτήριό του ένιωσε μια διαπεραστική φοβία. Δεν ήταν καθόλου έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι να ανακαλύψει την νεκρή γυναίκα του, με το στομάχι ανοιγμένο και τα έντερα να κρέμονται έξω. Αν έπαιρνε την επιβεβαίωση πως η Βίκυ ήταν νεκρή θα του ρήμαζε τα σωθικά, λες και οι σάλιαγκες δεν είχαν φύγει ποτέ από την κύστη του.

Αλλά τώρα είχαν φύγει. Ήταν όλα τους νεκρά. Ψόφια.

Περπάτησε μέσα στο ψιλόβροχο όταν το ταξί τον άφησε έξω από το σπίτι. Έμοιαζε εξαθλιωμένο. Το ίδιο και εκείνος.

Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

«Βίκυ;» ρώτησε μόνος του. Το σπίτι τού απάντησε με την νεκρή σιωπή του.

Προχώρησε στο χολ, περιμένοντας να ανακαλύψει το πτώμα της γυναίκας του. Κοντοστάθηκε στη μέση του διαδρόμου. Υπήρχε μια κηλίδα ξεραμένο αίμα στο πάτωμα και ο φόβος άρχισε να βαραίνει το στήθος του. «Βίκυ; Μωρό μου; Είσαι εδώ;» ρώτησε πάλι μπαίνοντας στην κουζίνα. Στην άλλη άκρη, η αυλόπορτα έτριζε καθώς πηγαινοερχόταν από τον άνεμο. Παρατήρησε πως στο πάτωμα δεν υπήρχαν πια τα κέρματα που είχε αφήσει, αλλά σκαμμένο χώμα και κομμένο γρασίδι. Από δω μπόρεσε να δει επίσης την πλαστική καρέκλα στον κήπο πεσμένη στο πλάι. Το μέρος έμοιαζε σαν να είχε περάσει σίφουνας.

Έφερε το βλέμμα του προς το τραπέζι που συνήθιζαν να κάθονται το πρωί και τότε το είδε. Για την ακρίβεια, είδε πίσω από το τραπέζι.

Η Βίκυ ήταν κουρνιασμένη εκεί, κάτω από το νιπτήρα που φοβόταν να πλησιάσει, περικυκλωμένη από χάλκινα κατσαρόλια, κέρματα και ό,τι άλλο χάλκινο είχε βρει για να προστατεύσει τον εαυτό της. Η έκφραση τού προσώπου της την έκανε να μοιάζει κατατονική.

«Βίκυ!» φώναξε ρίχνοντας κάτω τα πράγματά του. «Βίκυ, μωρό μου, μίλα μου… Θεέ μου, είσαι καλά; Απάντησέ μου!» Έτρεξε πάνω της και έπιασε το πρόσωπό της. Ήταν υγρό και παγωμένο. Τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο κούτελό της και η μάσκαρα είχε τρέξει μέχρι τα σκασμένα χείλη της. «Μίλα μου… σε παρακαλώ, πες κάτι, σε παρακαλώ…»

Η Βίκυ κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, κατόπιν κάρφωσε τα γυάλινα μάτια της στα δικά του και το πρόσωπό της άρχισε να αλλάζει και να ρυτιδώνει. Ήταν έτοιμη να πει κάτι. Άνοιξε το στόμα της και φώναξε με υστερίες: «Πάρε επιτέλους την υπηρεσία απεντόμωσης, παλιό μαλάκα!»

Ο Αποστόλης γέλασε με την ψυχή του. «Δόξα τω Θεώ, ζεις… Έχω μια ανακούφιση τώρα. Δεν μπορώ να το πιστέψω… Για μια στιγμή νόμιζα-»

Η Βίκυ τον έπιασε και τον φίλησε, παρόλο που ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει με το χάλκινο κατσαρόλι στο κεφάλι. «Σε αγαπώ, Αποστόλη».

«Κι εγώ σε αγαπώ, Βίκυ».

Και έτσι λοιπόν πέρασε άλλη μια σεζόν βροχοπτώσεων, άλλη μια σεζόν με το πλήγμα μεγαλύτερο από το περσινό, και ένα κέρδος τόσο ανεκτίμητο, όσο καμιάς άλλης καταστροφής. Ο Αποστόλης και η Βίκυ παντρεύτηκαν λίγους μήνες αργότερα, παρόλο που η ζωή τους συνέχισε να κυλάει το ίδιο ομαλά όπως και πριν, με το μόνο διαφορετικό η ιδέα πως είχαν σώσει τον κόσμο. Όσο οι δυο τους συνέχισαν το δρόμο τους πέρα από τον περιορισμό των λέξεων, σε κανέναν πλέον τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες δεν θα φαίνονταν ποτέ ξανά το ίδιο.

Τέλος

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

 

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 3ο.


7

Για περίπου μια βδομάδα δεν υπήρξε άλλο πρόβλημα σαν αυτό που είχε προκύψει με τα σαλιγκάρια. Η Βίκυ γνώριζε πως δεν ήταν ακριβώς επειδή ο Αποστόλης τα είχε διώξει αλλά μάλλον πρέπει να έφταιγε η απότομη αλλαγή του καιρού. Ωστόσο, εκείνη συνέχισε να τον επαινεί για τη γενναία πράξη του.

Είχε μπει Νοέμβρης και ο ουρανός κατά κάποιο περίεργο τρόπο είχε ανοίξει. Ο ήλιος ήταν δυνατός και ξάστερος. Έδειχνε την επιδημία των σαλιγκαριών για τέσσερις μέρες στις ειδήσεις και την προηγούμενη Πέμπτη είχε βγει μια νέα είδηση πως όλα τους είχαν πια εξαφανιστεί από τους κήπους των κατοίκων. Η συχνότητα του φαινομένου δεν είχε απλώς μειωθεί (κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα γινόταν βαθμιαία), αλλά είχε χαθεί θαρρείς με το πάτημα ενός διακόπτη.

Για μερικούς όμως δεν ήταν τόσο ήρεμα τα πράγματα. Ένας μικρός ­-αλλά σχετικά σημαντικός- αριθμός κατοίκων εμφάνισε τρομερούς πονόκοιλους. Αυτό είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα τον Αποστόλη. Υπήρξε μια ανακοίνωση τις δύο τελευταίες μέρες από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων για κάποια ενδεχόμενη λοιμική ασθένεια που, κατά πάσα πιθανότητα να οφειλόταν στην εισβολή των σαλιγκαριών. Ο Αποστόλης είχε έρθει σε επαφή με τους γυμνοσάλιαγκες στον νεροχύτη πριν δύο μέρες. Αλλά γνώριζε πως τα γαστερόποδα όπως οι γυμνοσάλιαγκες δεν κουβαλούσαν ασθένειες. Γνώριζε εντούτοις πως κουβαλούσαν μόνο παράσιτα, όχι ικανά να επηρεάσουν τους ανθρώπους, πόσο μάλλον ένα τόσο μεγάλο πληθυσμό ενηλίκων την ίδια χρονική στιγμή. Σκέφτηκε ότι κάτι άλλο συνέβαινε εδώ πέρα, κάτι που δεν του άρεσε καθόλου.

Η Βίκυ και ο Αποστόλης βρίσκονταν στην κουζίνα. Εκείνη τη στιγμή ετοίμαζε τον καφέ της στην καφετιέρα. Είχε πάρει νερό απέξω γιατί φοβόταν μήπως πετάγονταν σάλιαγκες από την βρύση της και αποδεικνυόταν πως ο εφιάλτης δεν είχε τελειωμό. Καμιά φορά όταν μετατοπιζόταν, στα μάτια της στραφτάλιζαν τα νομίσματα που είχε αφήσει ο Αποστόλης μπροστά από την πόρτα της κουζίνας. Η Βίκυ επέμενε να μη τα βγάλουν μέχρι τουλάχιστον να περάσει ολοκληρωτικά η τρέλα που επικρατεί.

Πήρε το φλιτζάνι της και κάθισε απέναντί του. «Φαίνεσαι καλύτερα», του είπε.

«Δηλαδή πώς φαινόμουν πριν;» απόρησε εκείνος, ενώ ξεφύλλιζε την εφημερίδα.

«Σαν άρρωστος», απάντησε. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. «Αλήθεια, δεν μου είπες. Γιατί νομίσματα;»

«Χαλκός», αποκρίθηκε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του πάνω.

Ανασήκωσε το φρύδι της. «Και γιατί αυτό;»

«Ο χαλκός τα απωθεί», εξήγησε. «Όταν έρχεται σε επαφή με τη βλέννα, γίνεται αντίδραση και αυτό στέλνει ηλεκτρικά σήματα στο σαλιγκάρι».

«Σαν ηλεκτροσόκ;»

«Ακριβώς».

«Και γιατί όχι αλάτι;»

«Βίκυ…» είπε δυσαρεστημένος και την κοίταξε απευθείας στα μάτια «…δεν έριξα αλάτι για τον ίδιο λόγο που δεν κάλεσα την υπηρεσία απεντόμωσης».

Εκείνη δεν θύμωσε. Για την ακρίβεια, ένιωθε ωραία. «Έχεις καλή ψυχή, Αποστόλη». Του έπιασε το χέρι. «Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα;»

«Δε νομίζω να γλίτωνα τις υστερίες διαφορετικά».

Η Βίκυ γέλασε. «Συγγνώμη που σου έχω προκαλέσει τέτοιο φόβο. Γίνομαι όντως σκύλα ώρες-ώρες».

«Δεν είπα σκύλα».

«Έστω, αυτό υπονοείς», είπε και του χαμογέλασε. «Θα πιείς καφέ;»

«Αφού ξέρεις ότι δεν μ’ αρέσει ο καφές».

«Ναι, αλλά δεν έκλεισες μάτι χθες το βράδυ. Νομίζεις πως δεν σ’ άκουγα;»

Ο Αποστόλης την κοίταξε θορυβημένος. «Δηλαδή;» ρώτησε.

«Σάλιωνες συνέχεια το στόμα σου», είπε. «Σπαστικός ήχος».

«Κοιμόμουν βαριά. Μάλλον πάλι έβλεπα όνειρο ότι έτρωγα».

«Το είχα ξεχάσει ότι έχεις αυτό το κρυφό ταλέντο. Μια φορά σε είχα ακούσει να λες ‘Νόστιμο γιαούρτι. Είναι σπιτικό;’ και να κάνεις ολόκληρο διάλογο στον ύπνο σου».

Και οι δυο γέλασαν.

«Μιας και το πες, τι θα μαγειρέψεις σήμερα;» ρώτησε ο Αποστόλης.

«Δεν θα μαγειρέψω. Θα πάρουμε απέξω να φάμε».

«Πάλι;»

«Ναι, πάλι. Δεν πρόκειται να πλησιάσω τον νεροχύτη».

«Καλά».

«Αν και δεν ξέρω κατά πόσο είναι ασφαλές με τη νόσο», είπε η Βίκυ.

«Δεν υπάρχει νόσος», είπε ο Αποστόλης.

«Τι εννοείς; Δεν άκουσες τι είπαν από-»

«Ναι, αλλά τα σαλιγκάρια είναι καθαρά ζώα. Δεν είναι σαν τα ποντίκια ή τις μύγες».

«Ίσως και να ‘χεις δίκιο. Άλλωστε το είπαν οι ίδιοι πως είναι άγνωστη μολυσματική ασθένεια».

«Δεν πρόκειται καν για μολυσματική ασθένεια. Κανείς δεν ξέρει τι είναι, απλά υποθέτουν».

Η Βίκυ στραβομουτσούνιασε. Είχε πιει όλο τον καφέ της. «Νιώθεις πράγματι καλύτερα;»

«Νομίζω πως ναι».

«Νομίζεις;» έκανε αποδοκιμαστικά. «Δεν έκλεισες ποτέ ραντεβού με τον ουρολόγο, έτσι;»

«Υπέθεσα πως δεν χρειαζόταν».

«Έλα ρε συ Αποστόλη, γιατί το αφήνεις; Μου λες;»

«Αν ξανανιώσω ότι υπάρχει πρόβλημα, θα πάω. Δεν αθετώ υποσχέσεις».

Αλλά εκείνη την τρομακτική νύχτα που ο άνεμος σφύριζε μέσα από τις γωνιές της οροφής, το πρόβλημα είχε επιστρέψει δριμύτερο από κάθε άλλη φορά. Όχι… δεν ήταν τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες, αλλά κάτι άλλο…

Ήταν περασμένες δώδεκα και είχαν πέσει ξεροί στο κρεβάτι τους. Ο Αποστόλης έβλεπε ένα όνειρο αλλά ξύπνησε τόσο απότομα από τον ισχυρό πόνο, που ξέχασε μονομιάς αυτό που έβλεπε. Έσφιγγε τα δόντια του μέσα στα σκοτάδια, καθώς το φεγγαρόφωτο έλουζε την φιγούρα της κοιμισμένης συντρόφου του. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Δεν ήθελε ούτε να την ανησυχήσει αλλά ούτε να νιώσει βλάκας γιατί τελικά η Βίκυ, είχε δίκιο. Σηκώθηκε αθόρυβα και πήγε το ίδιο αθόρυβα στο κάτω μπάνιο. Το στομάχι του κόντευε να τον πεθάνει. Είχε τάση για εμετό. Μπήκε στο μπάνιο νιώθοντας κρύο ιδρώτα να στάζει από το πιγούνι του. Στάθηκε πάνω από την λεκάνη, κοιτώντας με αρρωστημένη ευχαρίστηση το νερό στο βάθος της. Ρεύτηκε φέρνοντας το χέρι στο στόμα. Τώρα κάτι ανέβαινε από το στομάχι του και στήριξε τα χέρια στο χείλος της λεκάνης. Η πορσελάνη ήταν παγωμένη, όπως επίσης και τα πλακάκια στα γόνατά του. Και ύστερα ξέρασε και η λεκάνη γέμισε με τον εμετό του.

Πάτησε καζανάκι και αυτό ήταν. Ένιωθε καλύτερα.

Ανέβηκε πάλι πάνω ακροπατώντας στις ξύλινες σκάλες. Θα συνέχιζε τον ύπνο του και την επόμενη μέρα θα ξύπναγε θυμούμενος το όνειρο που έβλεπε προτού ανοίξει τα βλέφαρά του.

Αλλά δεν έγινε ποτέ αυτό. Προτού καν προλάβει να ξαπλώσει, ο Αποστόλης έκανε μια δεύτερη επίσκεψη στο μπάνιο, αλλά δεν προλάβαινε με τίποτα να κατέβει τα σκαλιά και να πάει στο κάτω του ισογείου. Πήγε στο μικρό του δωματίου τους και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εδώ μπορούσε να ακούσει τον άνεμο να ουρλιάζει απόκοσμα από το φρεάτιο. Το δυνατό φως έκανε τους οφθαλμούς του να πονάνε, και αυτή τη στιγμή ευχόταν να μπορούσαν να χωθούν μέσα στις κόγχες του, όπως έκαναν και αυτά των σαλιγκαριών. Ο Αποστόλης ένιωσε την παρόρμηση να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Είδε το είδωλό του και βόγκηξε τρομαγμένος όταν παρατήρησε πως η κοιλιά του ήταν πρησμένη σαν εγκυμονούσας. Ένιωσε την ανάγκη να κατουρήσει και διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε, γιατί κάτι είχε φράξει την ουρήθρα του και τον έτσουζε σαν διάολος, θαρρείς πως του είχαν περάσει καθετήρα.

Ο Αποστόλης έλεγξε την άκρη της βαλάνου του. Η σχισμή της ουρήθρας του ήταν σφραγισμένη από κάποιο είδος ξεραμένης βλέννας. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ουρηθρίτιδα, αλλά αυτή η ιδέα εξαφανίστηκε και τη θέση της διαδέχτηκε κάτι χειρότερο που έκανε την αναπνοή του να σταματήσει, βλέποντας τον κορμό του πέους του να φουσκώνει και να πρήζεται. Τώρα έβγαλε κάτι σαν κλαψούρισμα από το λαρύγγι του και ο πανικός τον συνεπήρε. Μήπως ήταν ούρα που προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο αλλά δεν έβρισκαν, με συνέπεια να…

Κάτι κουνήθηκε μέσα από το πέος του. Η καρδιά του έχασε ρυθμούς. Τα χέρια του είχαν μουσκέψει και ο ιδρώτας και ο φόβος είχαν νοτίσει το οξυγόνο της τουαλέτας. Φοβήθηκε τόσο που οι όρχεις του άρχισαν να ζαρώνουν σαν μικρά καρύδια. Τι συμβαίνει… τι σκατά μου συμβαίνει… Στάθηκε όρθιος πάνω από το νερό της λεκάνης, κάνοντας μαλάξεις στο πέος του, χωρίς την παραμικρή διάθεση στύσης. Ακόμα κι αν το ήθελε, αυτό δεν θα γινόταν έτσι κι αλλιώς. Ο Αποστόλης έξυσε την κίτρινη βλέννα, άφησε ένα άναρθρο βογκητό και με ένα τελευταίο «τράβηγμα», κάτι γλίστρησε έξω από την ουρήθρα του (πλουτς!) κάνοντας βουτιά στη λεκάνη.

Δεν πρόλαβε να δει τι ήταν.

Τέντωσε το λαιμό του να κοιτάξει. Το νερό της λεκάνης πριν από δυο δευτερόλεπτα ήταν διάφανο, καθαρό. Τώρα αποκτούσε ένα έντονο κόκκινο χρώμα καθώς από την ουρήθρα του έσταζαν σταγόνες αίμα. Κοίταξε πιο προσεκτικά το κόκκινο νερό της λεκάνης. Είδε την επιφάνεια να ρυτιδώνει και κάτι να αναδύεται από εκεί μέσα, και αυτό το κάτι που ανακάλυψε έφερε ουρλιαχτά που δεν πίστευε ότι θα ακούγονταν χειρότερα και από της συντρόφου του.

Από την επιφάνεια του νερού βγήκε ένας γυμνοσάλιαγκας. Σύρθηκε πάνω στην αιματοβαμμένη πορσελάνη, σήκωσε τον φαρδύ λαιμό του προς τα πάνω και σχεδόν τον κοίταξε, πλαταγίζοντας περιπαιχτικά τις νηκτικές, καστανόχρωμες μεμβράνες του στο λευκό φως του μπάνιου.

8

«Αποστόλη!» Η Βίκυ ανασηκώθηκε στο κρεβάτι με την καρδιά της σχεδόν να βγαίνει από το λαρύγγι της. Είχε ακούσει το ουρλιαχτό του Αποστόλη. Δεν τον είχε βρει στο κρεβάτι και δεν τον είχε ξανακούσει να ουρλιάζει ποτέ του με τέτοιο τρόπο. Αυτά ήταν δύο κακά σημάδια.

Έτρεξε στο μπάνιο και τον είδε μαρμαρωμένο πάνω από την λεκάνη. Γύρισε προς το μέρος της και έφερε το χέρι στο στόμα της. Ήταν γυμνός και από την άκρη του πέους του έσταζε αίμα. Ήθελε να τσιρίξει, αλλά η σύγχυση που επικρατούσε στο πρόσωπό της δεν της επέτρεπε να κάνει τίποτε άλλο παρά μόνο να στέκει εκεί και να κοιτάζει σαν ηλίθια.

«Τι… τι έπαθες… Χριστούλη μου… αυτό είναι αίμα;»

Ο Αποστόλης έγλειψε τα χείλη του· ήταν μοβ, και εκείνος κάτωχρος. «Κάλεσε έναν γιατρό».

Και μόνο απ’ αυτό η Βίκυ κατάλαβε πόσο σοβαρό ήταν το πράγμα. Ποτέ της δεν περίμενε ο Αποστόλης να ζητήσει από μόνος του κάτι τέτοιο.

«Όχι», του είπε, «δώσε μου ένα λεπτό να δω ποια εφημερεύουν. Μείνε εδώ, σε παρακαλώ».

***

Από το ζεστό κρεβάτι τους είχαν βρεθεί σε ένα εφημερεύον νοσοκομείο. Ξαφνικά η ζωή τους είχε πάρει την κατρακύλα. Η Βίκυ βρισκόταν πάλι εδώ, τα μάτια της και πάλι με μπλάβες σακούλες, με την αναγούλα τουλάχιστον εξηγήσιμη. Θυμόταν το αίμα που έσταζε στα πλακάκια του μπάνιου και (πλιτς!) το αίμα που έβγαινε από… (πλιτς!)

Δεν ήθελε καν να το ξανακάνει εικόνα στο μυαλό της. Όλα όσα είχαν περάσει την τελευταία βδομάδα ήταν αρκετά για εκείνη. Και τώρα ξανά τα ίδια. Ξαφνικά φοβόταν για την ζωή του Αποστόλη. Δεν ήξερε καν τι είχε συμβεί στο μπάνιο. Απλώς τον βρήκε εκεί, να τρέμει σαν το ψάρι, και το αίμα… πολύ αίμα… της θύμισε το συμβάν με την βδέλλα όταν ήταν μικρή και ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα της.

«Γιατί αργούν τόσο…» ψέλλισε, με το πόδι της να φρίττει νευρικά. Ήπιε μια τελευταία γουλιά από τον καφέ της και σήκωσε το κουρασμένο βλέμμα της στο ρολόι του τοίχου. 2.45π.μ. Το μεδούλι της την πέθαινε από την αυπνία. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Αποστόλης δεν συμπαθούσε τα νοσοκομεία και τους γιατρούς. Η όλη αύρα και οι ανεπαίσθητοι ήχοι των ασθενών μέσα στα δωμάτια… ήχοι συνδεδεμένοι με την αρρώστια, η ίδια η μυρωδιά της αρρώστιας… η καμφορά του φαρμάκου… το πόδι της έτρεμε κι άλλο… κι άλλο… ο ήχος την ηρεμούσε, ρυθμικός όπως του ρολογιού…

Η πόρτα άνοιξε μπροστά της. Αυτή τη φορά δεν βγήκε ο Αποστόλης. Ήλπιζε να έβγαινε με ένα τσιρότο και να της χαμογελούσε, αλλά δεν βγήκε…

Ήταν ο γιατρός. Η Βίκυ διάβασε το πρόσωπό του, φαινόταν… άγαρμπο. Σαν κάτι να τον είχε ταράξει, μια επιβεβαίωση ότι τα πράγματα όντως ήταν σοβαρά.

«Πείτε μου επιτέλους τι συμβαίνει!» είπε φωναχτά η Βίκυ, χωρίς να το θέλει.

«Κυρία Βαρνακιώτη, διατηρήστε παρακαλώ τον τόνο σας», είπε ο γιατρός.

«Πώς είναι; Πείτε μου παρακαλώ, πώς είναι…»

«Ο σύζυγό σας είναι καλύτερα. Του έκανα μια ηρεμιστική και τώρα κοιμάται».

«Ηρεμιστική; Ποιος ο λόγος; Τι του συμβαίνει, γιατρέ;»

«Τον έπιασε κρίση πανικού. Η διάγνωση, ξέρετε, δεν ήταν ευχάριστη».

«Η διάγνωση; Έχει κάτι με τα νεφρά του τελικά; Αυτό μας είπε ο άλλος γιατρός και δεν το πήρε τό-»

«Δεν πρόκειται περί αυτού», την διέκοψε.

«Τ-τι εννοείτε…»

Ο γιατρός την έβαλε να καθίσει στις πλαστικές καρέκλες. Κάθισε και εκείνος δίπλα της. «Κυρία Βαρνακιώτη, δεν θέλω να προκαλέσω ταραχή. Οτιδήποτε κι αν σας πω, θέλω να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας. Υπάρχουν ασθενείς που πονάνε εδώ μέσα».

Η Βίκυ άρχισε να βουρκώνει, αλλά δεν αποτράβηξε το βλέμμα της όσο και αν ήθελε να το κάνει. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, όσο πιο σταθερά μπορούσε μιας και έτρεμε ολόκληρη. «Εντάξει…»

«Δεν έχω συναντήσει ποτέ μου κάτι παρόμοιο. Αμφιβάλλω αν το έχει συναντήσει κανένας άλλος». Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με ένα μαντιλάκι. «Έκανα στον σύζυγό σας μια αξονική τομογραφία και ανακάλυψα κάτι ασυνήθιστο στην βουβωνική περιοχή της πυέλου». Έδωσε στην Βίκυ έναν φάκελο που κρατούσε παραμάσχαλα. «Δείτε μόνη σας. Μπορεί να καταλάβετε τι εννοώ».

Η Βίκυ κοίταξε τις ακτινογραφίες για λίγη ώρα. Απεικόνιζε την λεκάνη του σε ένα μαύρο φόντο, με τα λευκά, φωτεινά μέρη του σκελετού. Έπειτα γούρλωσε τα μάτια της τόσο, που κόντευαν να πεταχτούν έξω. «Τι… τι είναι αυτά εδώ κάτω; Αυτές οι μικρές λουρίδες αριστερά και δεξιά στην λεκάνη…»

«Νομίζω ότι είναι σκουλήκια», είπε ο γιατρός. «Έχουν φωλιάσει στην ουροδόχο κύστη του άντρα σας».

«Χριστέ μου!» φώναξε η Βίκυ. Τώρα ήξερε. Έκανε αμέσως την σύνδεση και τώρα ήξερε ότι, «Δεν είναι σκουλήκια!» Άρχισε να κλαίει, αδυνατώντας να συγκρατήσει τον πανικό της. «Είναι γυμνοσάλιαγκες!»

«Αυτό θα ήταν τρελό…»

«Σας παρακαλώ… κάντε κάτι… κάντε κάτι γιατί θα τρελαθώ, μα την Παναγιά θα τρελαθώ… Δείτε πώς τρέμουν τα χέρια μου, θα-» Τα μάτια της γούρλωσαν πάλι. Έπιασε την κοιλιά της σαν παλαβή, λες και έψαχνε για κάποιο παιδί που είχε χάσει. «Τα έχω κι εγώ μέσα μου; Τα νιώθω, γιατρέ… τα νιώθω είναι μέσα μου και με τρώνε και εμένα!»

«Κυρία, Βαρνακιώτη, θα χρειαστεί να σας συνοδεύσω έξω».

«Όχι, γιατρέ… πρέπει… πρέπει να μου πείτε τι μπορώ να κάνω… σας εκλιπαρώ!» Έκλαψε με λυγμούς πάνω στο στέρνο του. «Ό,τι θέλετε από μένα, οτιδήποτε θέλετε αρκεί να τον σώσετε απ’ τις βδέλλες!» Κλάματα. Όχι άλλες λέξεις.

Ο γιατρός αναστέναξε, νιώθοντας λύπη για την γυναίκα που κρεμόταν κυριολεκτικά από πάνω του. Οι ακτινογραφίες είχαν αφεθεί στο πάτωμα, σκόρπιες σαν μια σκέτη ταινία. «Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου», είπε ο γιατρός.

Το κλάμα της καταλάγιασε κάπως και τον κοίταξε με μάτια πρησμένα και νωθρά, λες και την είχαν ξυλοκοπήσει. «Ο Θεός να σας έχει καλά…»

«Περιμένετε να σας δώσω λίγο νερό».

Ο γιατρός τής πήγε λίγο νερό και αφού η Βίκυ ηρέμησε, ανέκτησε την μιλιά της.

«Υπάρχει κάτι που πρέπει να σας πω», είπε η Βίκυ.

«Μόνο αν νιώθετε ήρεμη».

«Όλο αυτό με την επιδημία… ξέρετε…»

«Μιλάτε για το συμβάν με τα σαλιγκάρια;»

«Ο σύντροφός μου λέει ότι δεν είναι νόσος», συνέχισε, αγνοώντας εντελώς την ερώτηση. «Εννοώ, τα συμπτώματα που παρουσιάστηκαν σε όλους οφείλονται σ’ αυτό που συμβαίνει τώρα στον άντρα μου. Και νομίζω ότι το έχετε καταλάβει και εσείς».

«Δεν είμαι ειδικός στα σαλιγκάρια, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι αυτά στην ακτινογραφίες μοιάζουν περισσότερο με γυμνοσάλιαγκες παρά με σκουλήκια. Το σώμα τους είναι πεπλατυσμένο, όχι σαν του σκουληκιού. Πώς το ήξερε αυτό ο άντρας σας;»

«Έχει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις», είπε η Βίκυ. «Είναι… μυστήριος. Σπάνια πέφτει έξω». Χαμογέλασε, και ύστερα, σοβάρεψε. «Θα γίνει καλά, γιατρέ;»

«Θα κάνω το καλύτερο που μπορώ. Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε. Αν μάθετε το οτιδήποτε που να έχει να κάνει με την τωρινή κατάσταση, παρακαλώ καλέστε με εδώ». Ο γιατρός έβγαλε ένα καρτελάκι από το πέτο της ποδιάς του.

«Εντάξει. Ευχαριστώ και πάλι, γιατρέ».

«Προσέξτε στο δρόμο, κυρία Βαρνακιώτη. Άκουσα πως πλησιάζει καταιγίδα».

«Θα τα καταφέρω», είπε και του χαμογέλασε με το χαμόγελο της ανησυχίας.

***

Η Βίκυ έφυγε από το νοσοκομείο και πήγε κατευθείαν στο σπίτι. Τώρα όλα έμοιαζαν με κακό όνειρο και σχεδόν ένιωθε μια σημαντική αλλαγή στην αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν ήξερε τι διάολο συνέβαινε και δεν μπορούσε να εξηγήσει τίποτε απ’ όλα αυτά. Οι τελευταίες δυο βδομάδες ήταν ταξίδι σουρεαλιστικό. Δεν ήθελε με τίποτα να πέσει να κοιμηθεί και δεν ήθελε με τίποτα να μπει σε εκείνο το μπάνιο, ούτε για να πλύνει το πρόσωπό της ούτε καν για να κατουρήσει. Θα έπεφτε λιπόθυμη κάτω αν έβλεπε το αίμα του Αποστόλη. Ήταν ξαπλωμένη, με τα χέρια ήρεμα στην ποδιά της, όταν σκέφτηκε το αίμα… και ότι βγήκε κάτι από μέσα του… αλλά τής έμοιαζε απίστευτο να είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά εδώ που τα λέμε, ήταν απίστευτο αυτό που είχε ανακαλύψει ο ουρολόγος. Για μια στιγμή ξανασκέφτηκε αν υπήρχαν μέσα της, αλλά δεν παρουσίαζε κανένα από τα συμπτώματα που είχε ο Αποστόλης, παρά μόνο την ναυτία. Όμως ένιωθε ναυτίες από τον καφέ, το ήξερε ότι ο καφές της προκαλούσε ναυτίες, δεν θα μπορούσε ξαφνικά να είναι αυτό, να είναι οι σάλιαγκες μέσα της…

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 2ο.


4

Το απόγευμα έβρεξε. Η Βίκυ είχε πακετάρει τα πράγματά της ώσπου ο Αποστόλης να αποφασίσει να κάνει κάτι με την υπόθεση. Η Βίκυ δεν φαινόταν να αλλάζει γνώμη, και ούτε σκόπευε αν δεν άκουγε να της λέει πως δεν υπάρχουν σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες στον κήπο της και μέσα στο σπίτι της. Και μέσα στο σπίτι υπήρχαν περισσότερα απ’ όσα υπήρχαν στον κήπο. Ο νεροχύτης είχε υπερχειλίσει και η κουζίνα βρόμαγε σαν χαλασμένο λάχανο. Μέχρι σήμερα δεν ήξεραν ότι αυτά τα μικρά πράγματα μπορούσαν να μυρίζουν τόσο άσχημα.

«Θα τα διώξω Βίκυ, εξαρχής σκόπευα, στο είχα υποσχεθεί. Απλώς, δώσε μου λίγο χρόνο να…»

«Λίγο χρόνο να κάνεις τι, γαμώτο;» φώναξε η Βίκυ. Αυτή τη φορά το πρόσωπό της ήταν αρκετά θυμωμένο. «Έχουν εισβάλλει μέσα στο σπίτι μας και φταις εσύ γι’ αυτό όσο περίμενες να σκαρφιστεί κάτι το μυαλουδάκι σου!»

«Τότε γιατί δεν το κάνεις εσύ;»

«Γιατί…»

«Γιατί φοβάσαι, πες το».

«Εντάξει, φοβάμαι λοιπόν! Είναι παράλογο; Άλλωστε μου υποσχέθηκες πως θα το έκανες εσύ».

«Και αυτό σκόπευα να κάνω αν δεν σε έπιαναν οι υστερίες σου πάλι!»

«Οι υστερίες μου… μάλιστα… Δεν είδες αυτό που είδα εγώ, γι’ αυτό μιλάς».

«Όπως αυτό με τα παρτέρια σου; Ήταν τόσο τρομερό για σένα, Βικούλα;

«Κόφτο».

«Να κόψω τι; Μήπως είδες τον μπαμπούλα;»

«Έβγαιναν από τη γαμημένη βρύση!»

«Τρομερό», έκανε ο Αποστόλης γελώντας. «Πήγαινε τότε στην μανούλα σου αν γουστάρεις. Εγώ πάντως δεν πρόκειται να σκοτώσω ούτε ένα απ’ αυτά επειδή εσύ φοβάσαι. Το πιο λογικό είναι να βρούμε μαζί μια λύση, αλλά είσαι τόσο φοβισμένη που δεν θέλεις ούτε τη σκιά σου να βλέπεις».

«Αυτό δεν είναι αλήθεια και το ξέρεις», είπε η Βίκυ, «απλώς…»

«Απλώς τι;»

«Έχω ψυχολογικό με… τις βδέλλες. Από μικρή μού θύμιζαν βδέλλες… ξέρεις, εκείνα τα πράγματα που κολλάνε πάνω σου και σου ρουφάνε το αίμα».

«Ξέρω τι είναι οι βδέλλες. Γιατί δεν μου το είχες πει;»

«Γιατί πίστευα πως δεν είχε σημασία αφού έβλεπες πόσο πολύ φοβόμουν».

«Ναι… αλλά αυτά είναι σαλιγκάρια και…»

«Δεν με νοιάζει!» φώναξε. «Δεν τα θέλω κοντά μου, ρε Αποστόλη, κατάλαβέ το επιτέλους!»

«Εντάξει». Την πλησίασε. «Θα βρω την άκρη… Μάλλον, όχι. Μαζί θα την βρούμε. Μόνο μη φύγεις. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ».

«Θα μείνω, αν κάνουμε κάτι αμέσως».

«Θα κάνουμε. Έλα μαζί μου».

Ο Αποστόλης πήγε στην κουζίνα και η Βίκυ τον ακολούθησε. Τα παπούτσια τους πλατσούριζαν και κολλούσαν. Κάτω από το νεροχύτη έρπαν γυμνοσάλιαγκες με τα σκωληκώδη σώματά τους και στο πάτωμα σέρνονταν σαλιγκάρια κουβαλώντας τα στριφογυριστά κελύφη τους. Ήταν εκατοντάδες και είχαν γεμίσει την κουζίνα με γλίτσα και βλέννα. Η Βίκυ στάθηκε στο χολ και δεν προχώρησε πιο πολύ. Ο Αποστόλης πήγε προς το τραπέζι και άρπαξε από τη φρουτιέρα ένα σαγκουίνι. Το ξέσκισε με τα χέρια του, κόκκινα ζουμιά σαν αίμα έτρεξαν στους καρπούς του και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο. Άφησε το ανοιγμένο φρούτο έξω, ένα μέτρο πιο πέρα από το κατώφλι με τη σάρκα του να μοιάζει σχεδόν ανθρώπινη. Ο Αποστόλης πήγε πίσω στην Βίκυ με προσεκτικά βήματα μη τυχόν πατήσει κανένα.

«Λες να πιάσει; Να πάνε στην τροφή;» τον ρώτησε η Βίκυ.

«Έτσι διάβασα», αποκρίθηκε ο Αποστόλης. «Απλά είναι άσκοπο να περιμένουμε εδώ. Θα αργήσει».

«Δεν το κουνάω ρούπι αν δεν σιγουρευτούμε ότι πιάνει».

Έκατσαν με σταυρωμένα χέρια στο ίδιο σημείο για τριάντα, ίσως και σαράντα λεπτά. Τα σαλιγκάρια που βρίσκονταν πιο κοντά στην πόρτα είχαν αρχίσει να κάνουν πορεία προς τον κήπο. Η Βίκυ ένιωσε μια μικρή ανακούφιση. Ωστόσο, ο νεροχύτης ήταν ακόμα γεμάτος και το χείλος του έσταζε κολλώδη υγρά. Θα έπαιρνε και ολόκληρες μέρες για να βγουν όλα τους από κει μέσα.

«Δεν το βλέπω να κοιμάμαι ήρεμη σήμερα».

«Μόλις σκέφτηκα κάτι».

«Τι σκέφτηκες;»

«Έχεις το φτυαράκι στον κήπο;» την ρώτησε.

Η Βίκυ έγνεψε καταφατικά.

«Ωραία, περίμενέ με εδώ».

Ο Αποστόλης πήγε ακροπατώντας στον κήπο και άρπαξε το μισοθαμμένο φτυαράκι κοντά στα παρτέρια με τα φαγωμένα καλλωπιστικά της. Έτρεξε πίσω στην κουζίνα και βοήθησε λίγο στην επιτάχυνση της διαδικασίας, φτυαρίζοντας μαλακά τον νεροχύτη, πετώντας τους γυμνοσάλιαγκες από το παράθυρο. Όταν έσκαγαν στο πάτωμα έκαναν ήχους χλαπάτσας. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν ασφαλές για κείνα, αλλά αυτά που είχαν κέλυφος βρίσκονταν μόνο στο πάτωμα οπότε υπέθεσε πως δεν υπήρχε θέμα ως προς την έξοδό τους. Τα δάχτυλά του χάνονταν μέσα στον νεροχύτη και το μόνο που ένιωθε ήταν γλιστερά και κρύα ζυμάρια. Η Βίκυ στην άλλη άκρη της κουζίνας είχε πάρει μια έκφραση αηδίας και η αναγούλα που ανακάτωνε το στομάχι της είχε επιστρέψει. Ο Αποστόλης σκούπισε το κούτελό του που είχε ιδρώσει και χωρίς να το έχει καταλάβει πασάλειψε το μαλλί του με βλέννα, που κάθισε εκεί, σαν γλοιώδη ζελέ. «Έβγαλα τα περισσότερα», είπε βαριανασαίνοντας. «Τώρα περιμένουμε μέχρι το πρωί. Θα περάσω μερικά νομίσματα στην γραμμή της πόρτας. Δεν θα μας ενοχλήσουν για λίγο».

«Είσαι σίγουρος γι’ αυτό;» τον ρώτησε η Βίκυ.

«Απολύτως», απάντησε. «Θα φάμε έξω. Πήγαινε να ετοιμαστείς».

«Μου κόπηκε η όρεξη. Αλλά προτιμώ να είμαι έξω παρά εδώ μέσα».

5

Κατά τις έντεκα το βράδυ η βροχή είχε δυναμώσει και το σπίτι έσκουζε από τους ανέμους. Όταν γύρισαν από το εστιατόριο η Βίκυ ένιωσε την υγρασία να πλανιέται στο χώρο, μια αίσθηση βαριά που έκανε τις κλειδώσεις της να πονάνε. Είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να επαναφέρει τον κήπο της από τους εισβολείς που τον είχαν διαλύσει, και τώρα η καταιγίδα δεν έλεγε να αφήσει τίποτα άλλο για εκείνη παρά μόνο κατήφεια. Ίσως το καλοκαίρι να έκανε κάποια απόπειρα να διορθώσει τις ζημιές, αλλά τώρα δεν ήθελε ούτε να πλησιάσει τον κήπο της, γιατί εξάλλου, δεν της ανήκε πια.

Ο Αποστόλης έκανε το βραδινό του ντους και αφού στέγνωσε το σώμα του ξάπλωσε στο κρεβάτι γυμνός. Εκείνη τη στιγμή η Βίκυ δε διάβαζε τίποτα. Είχε πέσει στο μαξιλάρι νιώθοντας ξαφνικά πολύ κουρασμένη μ’ όλα αυτά.

«Έριξα μια ματιά στην κουζίνα και ανακάλυψα κάτι», της είπε.

Η Βίκυ δεν ήθελε να ακούσει. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα άλλο που επρόκειτο να την ταράξει. Δεν απάντησε, σχεδόν έκανε πως την είχε πάρει ο ύπνος.

«Δεν βρήκα κανένα σαλιγκάρι», συνέχισε εκείνος. «Ούτε γυμνοσάλιαγκα».

«Σοβαρά;» εξεπλάγη, γυρνώντας σαν σβούρα προς το μέρος του.

«Ναι. Ούτε στον κήπο είδα κάτι, όσο τουλάχιστον μου επέτρεπε το εξωτερικό φως να δω. Στο ‘πα ότι θα τα διώξω».

«Μου το ‘πε ο γλυκός μου», έκανε ναζιάρικα η Βίκυ και του χάιδεψε το στήθος, βρίσκοντας ξανά τη χαμένη διάθεσή της.

Ο Αποστόλης γύρισε και την κοίταξε σοβαρός. «Θες να κάνουμε σήμερα;» ρώτησε. «Έχουμε καιρό».

«Θα ήταν ο ιδανικός τρόπος να το γιορτάσουμε», του είπε εκείνη και έγειρε πάνω του, φιλώντας τρυφερά τα χείλη του.

***

Όταν τέλειωσαν να κάνουν έρωτα στο μυαλό της υπήρχε μια σκέψη που δεν έλεγε να φύγει. Μολονότι ο Αποστόλης τής είχε πει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα απ’ αυτά πλέον στην κουζίνα τους, η σκέψη αυτή ήταν τόσο επικίνδυνη που κόντευε να την τρελάνει. Πώς γίνεται να εξαφανίστηκαν σε λίγες ώρες; Μήπως έφταιγε επειδή ο Αποστόλης είχε ρίξει τα περισσότερα έξω από το παράθυρο; Μήπως έφταιγε ο βροχερός καιρός και η υγρασία που τα έκανε να έρπουν γρηγορότερα;

Αποκοιμήθηκε μ’ αυτές τις σκέψεις.

Στον ύπνο της είδε ότι βρίσκονταν κρυμμένα κάπου μέσα στο σπίτι τους.

6

Το πρωί ο Αποστόλης ξύπνησε με έναν φοβερό πονόκοιλο. Τα βογκητά του την είχαν ξυπνήσει και τους είχαν αναστατώσει και τους δυο, παρόλο που η Βίκυ επέμενε πως πρέπει να τον είχε πειράξει το φαγητό του εστιατορίου. Ο Αποστόλης όμως δεν πίστευε πως ήταν αυτό. Ένιωθε ατονία, ζάλη, τάση για εμετό και ένα συνεχές βάρος στο στομάχι του.

«Τι νιώθεις;» τον ρώτησε η Βίκυ, ενώ κάθονταν στην κουζίνα. Η Βίκυ, αντιθέτως, ένιωθε πολύ καλύτερα με την όλη κατάσταση.

«Νιώθω… σαν να θέλω να κατουρήσω και να…» Δεν του έβγαινε η λέξη.

«Και να;…» έκανε εκείνη.

«Σαν να θέλω να κατουρήσω και να χέσω ταυτόχρονα».

Η Βίκυ εξέτασε το πρόσωπό του με τα μάτια της. Ήταν άσπρο σαν κιμωλία. «Πονάς;» τον ρώτησε τώρα.

«Είναι παράξενο. Την μία πονάω και την άλλη νιώθω…» παύσανε. Και μετά: «Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Νιώθω πολύ περίεργα. Νομίζω έχει να κάνει με το στομάχι μου. Κάτι δεν πάει καλά».

«Θα πάμε στον γιατρό, εντάξει;»

«Δεν μ’ αρέσουν οι γιατροί».

«Το ξέρω, Αποστόλη. Πρέπει όμως να δούμε τι τρέχει».

Ο Αποστόλης δεν έφερε αντιρρήσεις.

***

Η Βίκυ τον πήγε με το αυτοκίνητο σε ένα κοντινό ιατρείο. Δεν είχε σταματήσει να βρέχει και έβλεπες το νερό να φουσκώνει δίπλα στα πεζοδρόμια. Στην Βίκυ άρεσε πολύ αυτός ο καιρός. Το μόνο που δεν της άρεσε ήταν όλη αυτή η καταστροφή.

Περίμενε για λίγο στην αίθουσα αναμονής, όσο ο Αποστόλης ήταν μέσα με τον παθολόγο. Ξεφύλλιζε ένα περιοδικό όταν επέστρεψε η αναγούλα που είχε νιώσει πριν δυο μέρες. Σκέφτηκε κάπως ανόητα αν είναι έγκυος, αλλά πήγαιναν τρεισήμισι χρόνια από τότε που είχε κάνει ολική υστερεκτομή. Εκείνη τη στιγμή είδε την πόρτα να ανοίγει και τον Αποστόλη να βγαίνει με ένα τσιρότο στο έσω μέρους του αγκώνα.

Η Βίκυ ανασηκώθηκε από το κάθισμα. «Τι έγινε; Όλα καλά;» ρώτησε.

«Θα σου πω στην διαδρομή. Δεν νιώθω άνετα εδώ».

Έφυγαν από το ιατρείο και στην διαδρομή με το αυτοκίνητο, ο Αποστόλης τής εξήγησε:

«Μου ζήτησε να περάσω από κάποιον ουρολόγο να με δει».

«Τι πράγμα;» απόρησε η Βίκυ τόσο, που τα μάτια της ξέφυγαν για λίγο από το δρόμο. «Γιατί; Τι έχεις τελικά;»

«Ο γιατρός που πήγαμε τώρα λέει ότι μπορεί να έχω νεφρολίθο… λίθη… κάτι με τα νεφρά τέλος πάντων. Δύσκολη λέξη. Ποτέ δεν το είχα με τα ονόματα».

«Νεφρολιθίαση;»

«Ναι, αυτό, αλλά δεν είναι σίγουρος».

«Και η ένεση;»

«Αντιφλεγμονώδη», είπε ο Αποστόλης, «για τον πόνο».

Η βροχή είχε γίνει ψιχάλα αλλά οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν ακόμα πάνω στο παρμπρίζ.

«Νιώθεις καλύτερα;» τον ρώτησε.

«Ναι, αρκετά μπορώ να πω».

«Φτάνουμε όπου να’ ναι. Θέλεις να σου ετοιμάσω να φας και να πέσεις μήπως;»

«Δεν πεινάω», είπε και έκανε μια παύση.

Δεν αντάλλαξαν κουβέντες.

Μετά από λίγο ξαναμίλησε: «Όταν με εξέταζε σκεφτόμουν εσένα».

Η Βίκυ γέλασε. «Τι σκεφτόσουν δηλαδή;»

«Πώς και δεν μου έχεις πει ποτέ γιατί φοβάσαι τις βδέλλες».

Η Βίκυ έπεσε σε βαθιά σιωπή.

«Δεν έτυχε», είπε.

«Μόνο αυτό;»

Άλλη μια παρατεταμένη σιωπή.

«Όχι… μάλλον, ένιωθα ντροπή να στο πω».

«Ένιωθες ντροπή;» απόρησε εκείνος. «Για ποιο λόγο;»

«Να… Όταν ήμουν επτά χρονών είχα πάει για κολύμπι στην λίμνη. Ξέρεις, γεμάτο έλη, πρασινάδα, πουλιά να τιτιβίζουν. Το νερό ήρεμο, καθαρό. Ήταν όμορφη εικόνα για μένα. Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι υπήρχε κάτι σαν αυτό… Δεν ταίριαζε με την εντύπωση που μου είχε δημιουργήσει η θέα της λίμνης. Γύρισα σπίτι και είχα την πρώτη μου ρινορραγία. Μέχρι που έβγαζα κάθε μέρα αίμα από τη μύτη μου. Πολύ αίμα. Δεν έστεκε όλο αυτό και-»

«Πού κολλάνε αυτά που μου λες τώρα;»

«Θα σου πω, μη με διακόπτεις».

«Συγγνώμη».

«Περίπου ένα μήνα αργότερα, όπως κοιταζόμουν στον καθρέφτη είδα κάτι που με φρίκαρε. Υπήρχε μια βδέλλα μέσα στη μύτη μου, κρεμόταν η ούρα της πίσω-πίσω στο ρουθούνι».

«Ένα μήνα;»

«Ακούγεται τρελό, αλλά Μάρτυς μου ο Θεός, υπήρχε μια γαμημένη βδέλλα εκεί μέσα. Γι’ αυτό τις φοβάμαι τόσο. Ντρεπόμουν να το πω σε κάποιον. Πήρα το τσιμπιδάκι της μαμάς και την έβγαλα».

«Και γι’ αυτό φοβάσαι τα σαλιγκάρια;»

«Οτιδήποτε μοιάζει με βδέλλα».

«Χμμ… η αλήθεια είναι πως οι γυμνοσάλιαγκες μοιάζουν λίγο με βδέλλες. Μπορώ να καταλάβω το φόβο σου. Τώρα όμως δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά, το υπόσχομαι».

«Άντε πάλι με τις υποσχέσεις», έκανε η Βίκυ ενοχλημένη.

«Ναι, με τη μόνη διαφορά πως τώρα υπόσχομαι χωρίς να μου το ζητήσεις».

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 1ο.


1

Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες δεν ήταν ποτέ άλλοτε το μεγαλύτερο πρόβλημα της περιόδου των ραγδαίων βροχοπτώσεων. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν είχαν προκαλέσει τέτοιο θέμα, και σίγουρα όχι όσο οι βροχές που τη φετινή χρονιά συνοδεύονταν από ισχυρούς ανέμους των εννέα μποφόρ· είχαν ξεριζώσει σκεπές και καμινάδες και μικρά δέντρα, ενώ μερικά χιλιόμετρα παραπέρα από το κέντρο της πόλης είχαν σημειωθεί καταστροφές σε αγροτικές εκτάσεις και κατοικίες, ζημιές που λίγο πολύ θα αργούσαν να αποκατασταθούν. Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετό, υπήρξαν πλημμύρες που φούσκωναν και παρέσερναν τα κατάλοιπα των καταστροφών που είχε προκαλέσει η περασμένη, ανελέητη θύελλα.

Ορισμένοι κάτοικοι της επαρχίας διαμαρτύρονταν. Δεν είχαν άδικο, βέβαια. Όση βλάστηση είχε απομείνει από το πέρασμα των καταστροφών, την αποτελείωνε ένα αλλόκοτο κρούσμα μικρών πλασμάτων που λειτουργούσαν ύπουλα τη νύχτα σαν μυθικά, αιμοβόρα πλάσματα. Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες έβγαιναν δεκάδες στο υγρό περιβάλλον των κήπων· τρέφονταν από οτιδήποτε περνούσε κάτω από το σαρκώδες σώμα τους, αφήνοντας πίσω το τελευταίο ίχνος μιας αηδιαστικής βλέννας. Τότε είχε αρχίσει να υπάρχει πρόβλημα.

Το ζεύγος που είχε αποφασίσει να συνάψει σχέση δίχως την αναγκαιότητα του γάμου έμενε σε μια μικρή, αξιοπρεπή στέγη. Είχαν παρατηρήσει πως τα σαλιγκάρια πλήθαιναν στον κήπο τους, όπως συνέβαινε και στους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής. Ένα συννεφιασμένο πρωινό, η Βίκυ άφησε τα ουρλιαχτά της να ακουστούν σαν προειδοποιητική σειρήνα, ξαφνιάζοντας τον άντρα της και τους γείτονες. Την ίδια στιγμή ο Αποστόλης έβαζε να πιει λίγο νερό από τη βρύση της κουζίνας, τίναξε το ποτήρι που κράταγε και έτρεξε αμέσως στον κήπο, εκεί όπου είχε ακούσει τα ξαφνικά ουρλιαχτά της Βίκυς.

«Γιατί στο καλό φωνάζεις έτσι;» ρώτησε ο Αποστόλης.

«Δες τι σκατά συμβαίνει στον κήπο!» απάντησε η Βίκυ, φωνάζοντας πιο πολύ.

Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει, αλλά όχι από θυμό. Φαινόταν αηδιασμένη.

Ο Αποστόλης πλησίασε και κοίταξε πάνω από τον ώμο της. Στην αρχή δεν ήξερε τι έβλεπε, αλλά σύντομα το πρόσωπό του άλλαζε καθώς διαπίστωνε τι ήταν αυτό, παίρνοντας μια γκριμάτσα που έφερνε κοντά στην σύγχυση. Τα καλλωπιστικά φυτά στα παρτέρια της Βίκυς είχαν φαγωθεί και στη θέση τους αναδεύονταν γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια· μπλεγμένα μέσα στο ξύλινο πλαίσιο έκαναν σιαλώδεις ήχους, το ένα ανέβαινε πάνω στ’ άλλο με τρομακτική βραδύτητα και αναισθησία, ενώ το χώμα ήταν δύσκολα διακριτό έτσι όπως τα καστανόχρωμα σώματά τους το έκρυβαν σαν ζωντανό, σαρκώδες επικάλυμμα· τα σπειροειδή κελύφη τους ήταν κινούμενα καρύδια φρίκης και η Βίκυ ήταν έτοιμη να ουρλιάξει πάλι.

«Χριστέ μου… δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο», είπε ο Αποστόλης. Τώρα κοίταξε αριστερά τους άσπρους τοίχους του σπιτιού. Και εκεί υπήρχαν σαλιγκάρια κολλημένα στον τοίχο, αφήνοντας πίσω τους γυαλιστερές γραμμές ενώ έκοβαν αργοκίνητες βόλτες κοντά στην πέτρινη βρύση με το λάστιχο ποτίσματος, πάνω στο ποτιστήρι και κάτω, με τις κεραίες τους να γαργαλούν επιφάνειες μικροσκοπικών λιμνών νερού. Αυτά τα πράγματα είχαν εισβάλλει στον κήπο τους.

«Κάλεσε αμέσως βοήθεια!» φώναξε πάλι η Βίκυ. «Δεν με νοιάζει πώς θα τα ξεφορτωθείς, αρκεί να μην τα βλέπω μπροστά μου!»

«Μπορείς να πάψεις με τις υστερίες; Κάνεις σαν να μην έχεις ξαναδεί ποτέ σου σαλιγκάρια…» Την πήρε από τους ώμους και την οδήγησε μέσα στην κουζίνα. «Κάτσε εδώ». Ο Αποστόλης την έβαλε να καθίσει σε μια ξύλινη καρέκλα με ίσια ράχη. «Θα δω τι μπορώ να κάνω». Πήγε να φύγει, αλλά διαπίστωσε πως η Βίκυ έτρεμε ελαφρά σαν φύλλο, παρόλο που κρατούσε αγκαλιά το σώμα της για να μην φανεί.

«Νιώθεις… καλά;» ρώτησε ανήσυχος. «Εσύ τρέμεις».

«Μου υπόσχεσαι ότι θα τα ξεφορτωθείς;»

«Τα φοβάσαι;» απόρησε. «Πώς γίνεται να φοβάσαι κάτι τόσο άκακο;»

«Ναι, έχεις δίκιο. Δεν τα φοβάμαι. Τα σιχαίνομαι. Είναι σιχαμερά. Διώξε τα… κάνε κάτι αμέσως…»

«Ηρέμησε, Βίκυ. Θα τα διώξω, εντάξει; Το υπόσχομαι». Έσκυψε και φίλησε το κούτελό της.

Η Βίκυ ηρέμησε κάπως και μίλησε: «Θα μαζέψω το σπασμένο ποτήρι», είπε. «Εσύ να καλέσεις την υπηρεσία απεντόμωσης».

2

Ο Αποστόλης δεν κάλεσε την υπηρεσία απεντόμωσης. Δεν του πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσει. Ωστόσο, σκόπευε να τηρήσει την υπόσχεσή του. Υπήρχαν χιλιάδες τρόποι να απομακρύνεις τα σαλιγκάρια από τον κήπο σου χωρίς να τα σκοτώσεις. Ο Αποστόλης δεν είχε ποτέ του κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, αλλά ούτε κάποιο χόμπι. Είχε όμως ένα κάρο εγκυκλοπαίδειες που τις ξεφύλλιζε μια στο τόσο. Κάποτε είχε διαβάσει ότι υπάρχουν ορισμένα είδη σαλιγκαριών που είναι ερμαφρόδιτα όπως και ότι οι γυμνοσάλιαγκες δαγκώνουν έχοντας είκοσι επτά χιλιάδες δόντια στο στόμα τους, πράγμα που του είχε φανεί εκπληκτικό. Όταν τα είδε στον κήπο σήμερα το πρωί μπόρεσε να αναγνωρίσει το είδος τους· ήταν μικρότερα από το κοινό σαλιγκάρι, αλλά το όνομα τού διέφευγε, και, εξάλλου, δεν είχε σημασία. Λίγο πιο αργά το βράδυ, μετά το δείπνο, η Βίκυ τον περίμενε στο κρεβάτι. Διάβαζε ένα μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ όταν εκείνος έβγαινε από το μπάνιο μετά το ντους, φρέσκος και ζεστός από τους ατμούς. Το μαλλί του ήταν βρεγμένο και τον έκανε να μοιάζει νεότερο. Τον Οκτώβριο είχε μπει στα σαράντα, κι όμως το κορμί του ήταν σμιλεμένο σαν αγάλματος.

«Πολύ αργείς», του είπε η Βίκυ. Δεν είχε πάρει το βλέμμα της από το βιβλίο.

«Γιατί; Φοβάσαι μη γεράσεις;» της έκανε κοροϊδευτικά ο Αποστόλης. Ξάπλωσε δίπλα της χωρίς να φοράει ρούχα. Πάντοτε κοιμόταν γυμνός.

«Με το ρυθμό που πας θα πιάσουμε και αράχνες. Παρεμπιπτόντως, τι έκανες με το άλλο που λέγαμε;»

«Μιλάς για τα σαλιγκάρια;»

«Ναι, για τι άλλο;»

«Θα το κοιτάξω το πρωί».

«Κάνεις πλάκα;» είπε εκείνη, απομακρύνοντας το βλέμμα της από το βιβλίο. Το άφησε στην άκρη του κομοδίνου και έβγαλε τα γυαλιά της. «Θες να μου πεις ότι αυτά βρίσκονται ακόμα στον κήπο μας;»

«Θα φύγουν το πρωί, Βίκυ. Χαλάρωσε. Δεν θα σε φάνε κιόλας».

«Εμένα όχι! Τον κήπο μου όμως ναι!» φώναξε.

Ο Αποστόλης γύρισε πλευρό. «Υπερβάλλεις τώρα».

Η Βίκυ τον χαστούκισε στον πισινό. «Βλάκα!» είπε, και αυτό ήταν. Τώρα θα έκανε την προσπάθεια να κοιμηθεί, ελπίζοντας πως κανένα γλιστερό πράγμα δεν θα σερνόταν μέχρι το κρεβάτι τους.

3

Η Βίκυ ξύπνησε αργά το μεσημέρι μετά από μια δύσκολη βραδιά ύπνου. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί στην σκέψη ότι σαλιγκάρια έτρωγαν τα φυτά στον κήπο της και ότι γυμνοσάλιαγκες έψαχναν καινούργια στέγη κάτω από τα παπλώματά τους. Τέτοιες ιδέες έκαναν το σώμα της να ριγεί και να ιδρώνει. Η πρώτη σκέψη όμως που πέρασε από το μυαλό της την επόμενη μέρα, ήταν να πάρει τα πράγματά της, να φύγει από το σπίτι και να πάει στο σπίτι της μάνα της, μακριά από δω.

Είχε πάει στην κουζίνα πλησιάζοντας μόνο μέχρι τον νεροχύτη. Στο μυαλό της είχε δημιουργήσει μια νοητή γραμμή μεταξύ της πόρτας της κουζίνας και το χώρο του κήπου, που αν την ξεπερνούσε, τα σαλιγκάρια θα την έπιαναν. Πώς γίνεται να φοβάσαι κάτι τόσο άκακο; Σκέφτηκε με τη φωνή του Αποστόλη. Αλλά αυτό που της συνέβη το μεσημέρι αφότου είχε ξυπνήσει, ήταν μια φρίκη που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στο παρελθόν στα τριάντα επτά της χρόνια.

Ήθελε να πιει νερό. Ένιωθε αναγούλα και, μάλλον, αυτός ήταν ο λόγος που είχε ξυπνήσει. Οι μαβί σακούλες κάτω από τα μάτια της μαρτυρούσαν την χθεσινή αϋπνία της. Άνοιξε το πάνω ντουλάπι και θυμήθηκε ότι της έλειπε ένα ποτήρι, πως ήταν αυτό που είχε σπάσει χθες ο Αποστόλης. Πήρε άλλο και ύστερα άνοιξε την βρύση. Δεν βγήκε νερό από το στόμιο. Έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε στην άκρη του γρανιτένιου πάγκου. Προσπάθησε ξανά μα, και πάλι τίποτα. Αναστέναξε και δοκίμασε το διακόπτη για το ζεστό νερό. Τώρα γινόταν κάτι και νερό γέμιζε επιτέλους το ποτήρι της. Ταυτόχρονα έτριβε τα κουρασμένα μάτια της. Έκλεισε τη βρύση και έφερε το ποτήρι κοντά στο πρόσωπό της. Και εκεί το χέρι της πάγωσε· ήταν λίγο πριν ακουμπήσει τα χείλη της στο γυάλινο χείλος. Οσφράνθηκε τη δυσάρεστη οσμή στον χώρο και αμέσως κατάλαβε ότι ερχόταν από το ποτήρι. Κοίταξε το νερό. Ήταν γκρίζο με μαύρα αιωρούμενα σωματίδια. Φόρεσε πάλι τα γυαλιά της, απομακρύνοντας το ποτήρι και άνοιξε άλλη μια φορά την βρύση. Δεν βγήκε νερό. Αλλά εκεί πίσω, κάπου εκεί πίσω από τους τοίχους οι σωληνώσεις έτριζαν και μούγκριζαν σαν ήχοι που έβγαιναν από κάποιο ζωώδες λαρύγγι. Η Βίκυ έκανε ένα φοβισμένο βήμα πίσω, δεν ήξερε γιατί, αλλά η καρδιά της χτυπούσε εκκωφαντικά μέσα στο στέρνο της· στην κουζίνα όμως τώρα, επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

Η Βίκυ είδε κάτι να σέρνεται έξω από το στόμιο της βρύσης. Ένα ζευγάρι μικρές κεραίες έλεγχαν το περιβάλλον και η Βίκυ έφερε το χέρι στο στόμα της, αφήνοντας τις κοφτές αναπνοές της να θερμαίνουν την παλάμη της. Και τότε τα μάτια της γούρλωσαν και μια κραυγή μεγάλωσε στον λαιμό της με αυτό που αντίκρισε· από το στόμιο της βρύσης βγήκε ένας ανεξέλεγκτος πίδακας από γυμνοσάλιαγκες χτυπώντας βαρύγδουπα τον μεταλλικό πάτο του νεροχύτη με τέτοιο θόρυβο, σαν σφυριά πάνω σε κρανίο και τέτοια ορμή, που το μακρόστενο επιχρωμιωμένο σώμα της βρύσης τιναζόταν ελαφρά προς τα πάνω. Ήταν μια σκηνή που την ανάγκασε να κρύψει το πρόσωπό της για να μην βλέπει, όμως στη φαντασία της ο βαρύγδουπος θόρυβος έφερε ακουστικές εικόνες εφιάλτη και η Βίκυ ούρλιαξε μέχρι να αδειάσουν τα πνευμόνια της.

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Αρέσει σε %d bloggers: