Category Archives: Μακάβρια

Μακάβρια: Τέσσερις τρομακτικές ιστορίες ανθρώπων που θάφτηκαν… ζωντανοί.


Αρκετά χρόνια πριν οι εξελιγμένοι ιατρικοί εξοπλισμοί μπορούσαν να προσδιορίσουν με σιγουριά ότι κάποιος είχε αποχωρήσει από τον μάταιο τούτο κόσμο και είχε βάλει πλώρη για τον «άλλο κόσμο», πολλοί άνθρωποι φοβούνταν ότι θα… θαφτούν ζωντανοί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να θεσπιστούν αυστηρές διαδικασίες, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε. Ο Jan Bondeson στο βιβλίο του «Buried Alive: The Terrifying History of Our Most Primal Fear» αναφέρει μερικά από τα μέτρα που είχαν ληφθεί στο παρελθόν για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να θαφτεί κάποιος ζωντανός, όπως, για παράδειγμα, η κατασκευή φέρετρων με… κουδούνια ή σημαίες που ο θεωρούμενος νεκρός μπορούσε να κινήσει, σε περίπτωση που… τελικά δεν είχε αποδημήσει εις Κύριον!

Διαβάστε παρακάτω μερικές ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι θάφτηκαν ενώ ήταν ακόμη ζωντανοί:

1. Ένας υποδηματοποιός από τη Γερμανία

Το 1822, ένας 40χρονος υποδηματοποιός από τη Γερμανία κηδεύτηκε, παρότι υπήρχαν αμφιβολίες γύρω από το θάνατό του από την αρχή. Η οικογένειά του επιβεβαίωσε το γεγονός του θανάτου του –«έμοιαζε νεκρός» είχαν πει– αλλά το… πτώμα του δεν παρουσίαζε ακαμψία ή οποιαδήποτε δυσοσμία. Η κηδεία του, παρ’ όλα αυτά, έγινε κανονικά. Την ώρα που ο νεκροθάφτης έριχνε την τελευταία φτυαριά επάνω στον τάφο… ακούστηκε ένας χτύπος να βγαίνει μέσα από το χώμα. Ο νεκροθάφτης άρχισε με γρήγορες κινήσεις να σκάβει στο χώμα και όταν έφτασε στο φέρετρο, ανακάλυψε ότι ο… νεκρός είχε αρχίσει να κινείται μέσα σε αυτό. Τα χέρια του έδειχναν προς τα πάνω, δεν ήταν κρύος και όταν ένας γιατρός άνοιξε μια φλέβα του… έτρεξε αίμα στο σάβανο. Οι προσπάθειες ανάνηψής του διήρκεσαν τρεις ημέρες, όμως απέβησαν άκαρπες. Ο υποδηματοποιός κηρύχθηκε νεκρός… για άλλη μια φορά και τελικά κηδεύτηκε. Αυτή τη φορά, οριστικά.

2. Essie Dunbar

Το 1915 μια γυναίκα 30 ετών από τη Νότια Καρολίνα των ΗΠΑ, η Essie Dunbar, υπέστη μια θανατηφόρα κρίση επιληψίας. Ή τουλάχιστον αυτό πίστεψαν όλοι τότε. Αφού ανακοίνωσαν το θάνατό της, οι γιατροί τοποθέτησαν το σώμα της σε ένα φέρετρο και προγραμμάτισαν την κηδεία της για την επόμενη ημέρα, προκειμένου να μπορέσει να παραστεί σε αυτήν και η αδερφή της, η οποία ζούσε σε άλλη πόλη. Εκείνη όμως άργησε να φτάσει και πρόλαβε να δει μόνο τις τελευταίες φτυαριές από το χώμα, να σκεπάζουν τον τάφο της αδερφή της. Ήθελε όμως να δει την Essie για μία τελευταία φορά και διέταξε να γίνει εκταφή. Όταν άνοιξαν το φέρετρο, η Essie ανακάθισε και χαμογέλασε σε όλους γύρω της! Πέθανε 47 χρόνια μετά.

3. Philomèle Jonetre

Το 1867 η 24χρονη Γαλλίδα Philomèle Jonetre κόλλησε χολέρα και λίγο καιρό μετά ανακοινώθηκε ο θάνατός της. Όπως συνηθιζόταν τότε, οι συγγενείς της φώναξαν έναν παπά και το σώμα της τοποθετήθηκε μέσα σε ένα φέρετρο. Δεκαέξι ώρες μετά, βρισκόταν δύο μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης. Όπως και στην περίπτωση του υποδηματοποιού, ο νεκροθάφτης άκουσε χτύπους να βγαίνουν από το θαμμένο φέρετρο και το ξέθαψε. Παρότι αρχικά δε φαινόταν να έχει αναπνοή, από το στήθος της έβγαιναν ρυθμικοί ήχοι και παρουσίαζε συσπάσεις στους μυς των βλεφάρων. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ και ο θάνατος της Jonetre ανακοινώθηκε για δεύτερη φορά την επόμενη μέρα, οπότε και κηδεύτηκε… ξανά.

4. Angelo Hays

Ο Bondeson αναφέρει ακόμη στο βιβλίο του την περίπτωση ενός 19χρονου από τη Γαλλία, χαρακτηρίζοντας την περίπτωση ταφής του νεαρού Angelo Hays ως το πιο «αξιόλογο παράδειγμα πρόωρης ταφής του 20ού αιώνα». Το 1937 ο Hays είχε ένα ατύχημα με τη μοτοσικλέτα του, με αποτέλεσμα να… καρφωθεί με το κεφάλι σε έναν τοίχο. Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε σε τέτοιο βαθμό, που δεν επιτράπηκε στους γονείς του να αντικρίσουν το σώμα του. Αφού δεν εντόπισαν παλμό, οι γιατροί ανακοίνωσαν το θάνατό του και τρεις ημέρες μετά έγινε η κηδεία. Μια ασφαλιστική εταιρεία όμως ζήτησε την εκταφή του δύο ημέρες μετά. Όταν άνοιξαν το φέρετρο, οι ιατροδικαστές ανακάλυψαν έκπληκτοι ότι το σώμα του ήταν ακόμη ζεστό. Είχε πέσει σε βαθύ κώμα και οι μειωμένες ανάγκες του οργανισμού του για οξυγόνο τον κράτησαν ζωντανό. Μετά από πολλά χειρουργεία και θεραπείες αποκατάστασης, ο Hays ανάρρωσε εντελώς και έγινε πολύ διάσημος. Άνθρωποι ταξίδευαν από μακρινά μέρη για να τον συναντήσουν και να μιλήσουν μαζί του. Μάλιστα, τη δεκαετία του 1970 ο ίδιος έκανε περιοδεία με ένα «φέρετρο ασφαλείας» που εφηύρε ο ίδιος, το οποίο διέθετε ταπετσαρία, ντουλάπι τροφίμων, τουαλέτα, μέχρι και μια μικρή… βιβλιοθήκη!

Μακάβρια: Ο Δασοφύλακας.


Ήταν μια μέρα που είχα πάει σε ένα βουνό με κάτι φίλους μου. Όλα καλά μέχρι τώρα. Κάποια στιγμή μας έπιασε η νύχτα και δεν προλάβαμε να φύγουμε από το βουνό. Ευτυχώς είχαμε πάρει τα απαραίτητα δηλ.: Σκηνές, αντικουνουπικά, υπνόσακους κ.λπ. Έτσι αναγκαστήκαμε να κατασκηνώσουμε στο βουνό.

Οι φίλοι μου κοιμήθηκαν. Μόνο εγώ ήμουν ξύπνιος. Κάποια στιγμή άκουσα τον ήχο ενός αυτοκινήτου και λίγο αργότερα σταμάτησε δίπλα μου. Από το αυτοκίνητο βγήκε ένας κύριος ο οποίος τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν δασοφύλακας. Ευγενικά με ενημέρωσε ότι στην περιοχή θεάθηκε λύκος και με συμβούλεψε να ανάψω μια φωτιά και να μπω στη σκηνή μου μέχρι το πρωί.

Την άλλη μέρα κατεβήκαμε από το βουνό και εγώ ανέφερα σε ένα καφενεδάκι στους πρόποδες του βουνού το περιστατικό. Όλοι με κορόιδεψαν (και οι φίλοι μου) γιατί μου είπαν ότι περιπολία του δασαρχείου δεν είχε γίνει ποτέ στην περιοχή και οι φίλοι μου δεν είχαν ακούσει τίποτα το βράδυ. Ένας γέρος μόνο μου είπε ότι παλαιότερα είχε γίνει ένα γεγονός αλλά δεν θυμόταν ακριβώς τι.

Όταν πήγα σπίτι μου πήρα τηλέφωνο στο κοντινότερο δασαρχείο και έμαθα την αλήθεια. Πριν από δεκαπέντε χρόνια ένας λύκος είχε κατασπαράξει έναν δασοφύλακα στο ίδιο μέρος που εγώ και η παρέα μου είχαμε πάει για ορειβασία.

=====================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

=====================

Μακάβρια: Η Καταραμένη Οικογένεια.


Ήταν μια σκοτεινή νύχτα. Η κοπέλα κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά. Χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της. Κανείς δεν άνοιξε. Φοβήθηκε. Έτρεξε στην εκκλησία και χτύπησε την πόρτα.

-Πάτερ πάτερ, ανοίξτε μου!  Φώναξε.

Ο πάτερ της άνοιξε.

-Τι συνέβη τέκνον μου; Ρώτησε.

-Δεν ανοίγουν…  Πάμε μαζί…

Ανηφόρησαν προς το σπίτι. Διέρρηξαν την πόρτα. Αίματα παντού, το σπίτι σαν στοιχειωμένο. Φόβος περιφερόταν στην ατμόσφαιρα. Πάνω στο τραπεζάκι μια πεντάλφα. Ο παπάς άρχισε να λέει μια προσευχή. Η κοπέλα βγήκε έξω. Ήξερε πολύ καλά τι θα συμβεί…

H Χριστίνα είχε μόλις γυρίσει από Ιταλία. Φήμες στο χωρίο έλεγαν πώς ο μικρός αδελφός της είχε αρχίσει να ασχολείται με την μαύρη μαγεία. Φυσικά δεν το πίστεψε. Όταν μπήκε στο σπίτι της κατάλαβε…  Ενώ το σαλόνι ήταν ακριβώς όπως το είχε αφήσει, το δωμάτιο του αδελφού της είχε κάτι το περίεργο, το διαφορετικό… Προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει αλλά ο αδερφός της ήταν επιθετικός και απότομος… Μέτα από ένα “περίεργο” βράδυ η μητέρα της αρρώστησε. Η Χριστίνα κατηγόρησε τον αδερφό της. Μάλλον είχε δίκιο..  Η κατάσταση στο σπίτι γινόταν ανυπόφορη. Άρχισε να μένει στο σπίτι μιας θείας. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον..

Την προηγούμενη μέρα έμαθε από έναν φίλο του αδερφού της πώς ο αδερφός της ετοίμαζε μια θυσία και της πρότεινε να συμμετέχει… Πέρασε όλη την μέρα στο σπίτι της ευχόμενη να ξεχάσει αυτές τις βλακείες ο αδερφός της… Μέχρι που όταν κοιμήθηκε η μάνα τους, ο αδελφός της της  είπε πως αρχίζουν… Έφυγε τρέχοντας να ειδοποιήσει  τον παπά του χωρίου. Έγειρε στον τοίχο… Μια σκιά την πλησίασε. Ο παπάς την βρήκε νεκρή… Άγνωστη λόγοι είπαν οι γιατροί…

 Η κηδεία έγινε μαζί με την κηδεία της μητέρας της, της οποίας το πτώμα βρήκαν κατακρεουργημένο εκείνο το βράδυ, μαζί με το πτώμα μιας άγνωστης κοπέλας. Από τον αδελφό της βρήκαν μόνο το δεξί του χέρι, και ο φίλος του που συμμετείχε στη «θυσία» εξαφανίστηκε.

Κανένας δεν έμεινε ξανά στο σπίτι. Λογικό, αφού υπήρχαν παντού αίματα και χαραγμένες πεντάλφες. Φήμες λένε ότι στο σπίτι υπάρχουν φαντάσματα, και συγκεκριμένα το φάντασμα του αδελφού που δεν βρέθηκε το σώμα του..

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη/αναγνώστρια για την ιστορία.

Μακάβρια: Σατανιστική Τελετή.


Σε ένα χωριό στην ορεινή Ναυπακτία υπάρχει μια ιστορία η οποία είναι ευρέως γνωστή, πόσο μάλλον και αληθινή αφού μου την έχει διηγηθεί ο αδερφός του πατέρα μου ο οποίος ζει μόνιμα εκεί και πλέον ξεχωρίζει τους μύθους από τις αλήθειες.

Πριν από περίπου 10 χρόνια ένας χωρικός είχε σχέση με μια κοπέλα που ήταν από την Εύβοια. Ήταν καιρό μαζί και προσπαθούσαν να ισομοιράζουν την απόσταση που τους χώριζε, αν και ο χωρικός δεν ήθελε να τη γνωρίσει ακόμα στους δικούς του, καθώς η κοπέλα »έκρυβε» ένα πολύ σοβαρό και επικίνδυνο μυστικό το οποίο αν γινόταν γνωστό θα διακινδύνευε η φήμη της οικογένειας του νέου όπως επίσης και η δικιά του. Έτσι συνεχίστηκε για πού καιρό αυτή η ιστορία…

Μια μέρα που ο νέος ήταν σπίτι της κοπέλας του, του αποκάλυψε αυτό που έκρυβε: ήταν σατανίστρια! Έκανε τελετές, μαύρη μαγεία και όλα αυτά που επακολουθούν… Έτσι λοιπόν, εκείνος της ζήτησε να κάνει μια τελετή και να είναι και εκείνος παρών. Η κοπέλα αν και είχε πολλές επιφυλάξεις δέχτηκε αν και κατά βάθος δεν ήθελε… Για αρχή, έκανε ένα κύκλο στο πάτωμα και ζωγράφισε ένα σταυρό μέσα και του είπε του χωρικού: «ότι και να γίνει, όμως και να με δεις να είμαι, μην τολμήσεις και βγεις από τον κύκλο, σε προειδοποιώ επειδή σε αγαπάω και θέλω να είσαι ασφαλής». Έτσι έγινε. Κάθισε ο νέος στον κύκλο και η κοπέλα του απέναντι από ένα καθρέφτη, εντελώς γυμνή, στο ένα χέρι κρατούσε ένα μαστίγιο και άρχισε και έλεγε κάτι ακαταλαβίστικες λέξεις, προφανώς έλεγε τη Σολομωνική. Ξαφνικά άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά  στα έντρομα μάτια του νέου, τραγόμορφα όντα, γυμνά και εκείνα και να φωνάζουν άγρια στην κοπέλα (πάντα στη Σολομωνική), η οποία τα χτυπούσε με το μαστίγιο! Όσο πιο πολύ περνούσε η ώρα τόσο πιο πολλά τέτοια όντα εμφανίζονταν με την κορυφαία στιγμή ότι μαζί με την ώρα που κυλούσε, άλλαζε και η μορφή της κοπέλας και μεταμορφωνόταν και εκείνη σε τραγόμορφη!

Όταν τελείωσε η διαδικασία είχαν περάσει 3-4 ώρες και ο χωρικός έντρομος αποφάσισε να φύγει την επόμενη μέρα για Ναύπακτο. Όντως την επόμενη μέρα ήταν στο πατρικό του και εξιστορούσε τα γεγονότα στους δικούς του. Εκείνοι ανησύχησαν πολύ για την τύχη του γιου τους και αποφάσισαν να μην τον ξαναφήσουν να δει την αγαπημένη του. Όταν κατάλαβε αυτός τη συνωμοσία των γωνιών του κλείστηκε στο σπίτι και μετά από καιρό τρελάθηκε και αυτοκτόνησε.

Από τότε η μητέρα του ασχολείται με μαγεία και ouija προσπαθώντας να επικοινωνήσει με το νεκρό γιο της… Αποκορύφωμα το γεγονός ότι την έχει δει ο θείος μου να κλέβει λάδι από τον τάφο του στο νεκροταφείο.

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για τις ιστορίες.

Μακάβρια: Φωνές Στο Διπλανό Σπίτι.


Ήταν λέει μια φορά σε ένα σπίτι μια οικογένεια, η οποία κάθε βράδυ άκουγε φωνές μέσα από το διπλανό σπίτι! Η οικογένεια όμως μετά από τόσο καιρό δεν άντεξε να ακούει αυτές τις φωνές κάθε βράδυ. Έτσι αποφάσισαν όλοι μαζί να δουν τι υπήρχε σε εκείνο το σπίτι. Καθώς λοιπόν τα δυο μικρά παιδιά της οικογένειας, ο γιος και η κόρη της οικογένειας δηλαδή, βγήκαν έξω από την πόρτα του σπιτιού τους για να περάσουν στην άλλη πόρτα του σπιτιού οι φωνές όλο και δυνάμωναν. Τα παιδιά έφτασαν στην πόρτα του σπιτιού σοι και αβλαβής όταν όμως κατάλαβαν ότι κάτι συνέβαινε στο σπίτι εκείνο. Αποφάσισαν να μην περάσουν την πόρτα ώσπου κάποιος τους έπιασε και τους έβαλε μέσα σε εκείνο το τρομακτικό και ανατριχιαστικό εγκαταλελειμμένο σπίτι. Τα δυο παιδιά αφού μπήκαν στο σπίτι, έλεγαν πριν από 2 χρόνια, δεν ξαναβγήκαν έξω και κανείς δεν τους είδε. Οι γονείς τους ήταν απελπισμένοι μέχρι που ήθελαν και εκείνοι να μπουν στο σπίτι να δουν τι είχε συμβεί, όμως ο φόβος πια τους είχε κυριέψει. Από ότι έχω ακούσει 15 μέρες πριν τα δυο παιδιά κλείσουν 2 χρόνια της εξαφάνισης τους λένε ότι η μητέρα και ο πατέρας είδαν τα δυο παιδιά κρεμασμένα από την ντουλάπα του σπιτιού τους. Τα παιδιά δεν είχαν όλα τα δάκτυλα από ότι ανέφεραν οι εφημερίδες. Οι γονείς δεν κατάλαβαν ποιος κακός άνθρωπος το είχε κάνει αυτό. Για μένα δεν έπρεπε να το σκεφτούν καν. Μετά από 15 μέρες βρέθηκαν μέσα σε ένα μπαούλο με βγαλμένα τα μάτια και με τη γλώσσα κομμένη. Από ότι λένε κάποιοι αυτό είχε γίνει και πριν από 70 χρόνια στην ίδια περιοχή και από ότι μου είπαν αυτό το έκανε μια σκιά που βασάνιζε επειδή βασανιζόταν. Ποιος άραγε θα είναι ο επόμενος;

Μακάβρια: Ο Τρελός Παπάς.


Θα σας πω μια ιστορία που την λένε στο χωριό που μένω. Υπάρχει ένα μισογκρεμισμένο σπιτάκι παράλληλα της πλατειάς του χωριού. Εκεί τα παιδιά μου είπαν μια ιστορία που τους την είπε ένας κύριος μια μέρα. Κάποτε πριν από πολλά χρόνια σε αυτό το σπίτι ζούσε ένας παπάς, ο πάτερ Χρυσόστομος (αν δεν κάνω λάθος). Αυτός έψελνε το Πάσχα την λειτουργία, μοίραζε την θεια κοινωνία και τον ήξεραν όλοι. Όλα κυλούσαν ωραία μέχρι που σιγά σιγά άρχισε να γίνεται αντιπαθητικός σε σημείο που δεν τον συμπαθούσε κάνεις. Τα πράγματα δυσκόλευαν. Ο πάπας άρχισε να τρελαίνετε. Μέχρι που μια μέρα των βρήκαν νεκρό στο σπίτι του. Μια μέρα μετά ένας φτωχός μπήκε από το παραθυράκι της αποθήκης του σπιτιού για να κλέψει πράγματα που είχε ο πάπας. Και αυτόν τον κακομοίρη τον βρήκαν λιπόθυμο. Όταν τον είδαν οι γιατροί τον ρώτησαν αν θυμάται πως το έπαθε αυτό και τους απάντησε: «όταν πήγα να βγω από την πόρτα αντίκρισα έναν σκύλο να μου γαβγίζει και από τύχη γυρνώ και βλέπω πίσω μου τον πάτερ. Αυτά θυμάμαι μόνο». Κάνεις δεν τον πίστεψε βεβαίως. Αλλά αποδείχτηκε ότι όσα είπε ο φτωχός ήταν αλήθεια γιατί ένα βράδυ μια μικρή πλησίασε με την μητέρα της το σπίτι και κάτι έγινε (κάνεις δεν έμαθε ποτέ τι ακριβώς) και η μητέρα από την τρομάρα της πέθανε αλλά η μικρή φοβήθηκε και άρχισε να τρέχει. Τελικά μάθαμε ότι το κοριτσάκι που σώθηκε εκείνο το βράδυ από το τρέξιμο ήταν η γιαγιά αυτού που μας είπε την ιστορία.

Μακάβρια: Η Ακέφαλη Κούκλα.


Σε ένα χωριό της Αρκαδίας, υπάρχει ένα εγκαταλειμμένο σπίτι (φωτογραφία), για το οποίο λέγονται πολλά. Λέγεται ότι έχει χτιστεί πάνω σε ρέμα, και έτσι, όταν βρέχει, το υπόγειο του πλημμυρίζει. Από το δρόμο, μπορεί κάνεις να δει μέσα στο υπόγειο, από ένα μικρό παραθυράκι που υπάρχει. Πριν αρκετά χρόνια, γύρω στο 1940, τότε που οι άνδρες έλειπαν στον πόλεμο, ιδίως στα χωριά, στα σπίτια υπήρχαν μονό γυναίκες. Στο συγκεκριμένο σπίτι, ζούσε η γιαγιά μαζί με την 9χρονη εγγονή της, καθώς η μητέρα του μικρού κοριτσιού απεβίωσε κατά τη διάρκεια της γέννας. Μια βροχερή μέρα που έμοιαζε με όλες τις άλλες, η γιαγιά έχοντας ετοιμάσει το βραδινό φαγητό, φώναζε στην εγγονή της να κατέβει για να φάει. Δεν έπαιρνε απάντηση, κι έτσι ανέβηκε να την ψάξει για να δει που είναι. Πήγε στο δωμάτιο της, και βρήκε στην μέση του κρεβατιού, ξαπλωμένη την αγαπημένη κούκλα της μικρής αποκεφαλισμένη! Τότε η γιαγιά πανικοβλήθηκε, και άρχισε να ψάχνει επίμονα να την βρει σε ολόκληρο το σπίτι! Δεν την βρήκε πουθενά στο σπίτι και έτσι πήγε να ψάξει και στο υπόγειο. Το θέαμα που αντίκρισε καθώς άνοιξε την πόρτα του υπόγειου ήταν κάτι παραπάνω από ανατριχιαστικό. Το υπόγειο ήταν πλημμυρισμένο, και στον απέναντι τοίχο ήταν σχεδιασμένη με αίμα μια πεντάλφα, και στο κέντρο της υπήρχε σταυρωμένο το σώμα της αγαπημένης της 9χρονης εγγονούλας… χωρίς το κεφάλι!

Μακάβρια: Η Εκδίκηση Του Γέρου.


Ήταν ένα κρύο βράδυ του χειμώνα, οι στάλες της βροχής έσκιζαν την παγωμένη ατμόσφαιρα σε εκείνο το χωριό. Ένας γέρος, γύρω 70 χρονών, ήταν σχεδόν αποκομμένος από τον κόσμο, έμενε έξω από το χωριό σε ένα πέτρινο σπίτι! Δεν μίλαγε σχεδόν με κανένα από το χωριό, ήταν τσακωμένος με όλους τους συγγενείς του γιατί κανένας δεν τον υπολόγιζε και τον είχαν όλοι ξεχασμένο. Η μόνη του συντροφιά ήταν ένα γέρικο σκυλί. Αυτό το σκυλί λοιπόν ήρθε κάποτε ο καιρός και πέθανε όχι όμως από γεράματα αλλά από τριμμένο γυαλί. Κάποιος το είχε σκοτώσει. Δυο παιδιά τα οποία αργότερα το πλήρωσαν με τον ίδιο τρόπο! Όταν ο γέρος το επόμενο πρωί κατάλαβε τι είχε γίνει έθαψε το σκυλί έξω από το σπίτι και από τότε δεν τον ξαναείδε κανείς. Μετά από καιρό κάποιοι αποφάσισαν να ψάξουν να τον βρουν γιατί τους χρώσταγε. Πήγαν σπίτι του και ανοίγοντας την πόρτα αντίκρισαν ένα λιωμένο κορμί κρεμασμένο. Βρισκόταν έτσι για τρεις μήνες. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και είπαν πως μόλις άνοιξαν την πόρτα ακούστηκε ένα δυνατό σφύριγμα και το σπίτι ήταν σαν να έγινε σεισμός. Αφού πήραν το πτώμα, το έκαψαν γιατί ο παπάς δεν δέχτηκε να τον θάψει επειδή αυτοκτόνησε. Οι συγγενείς του ούτε που ενδιαφέρθηκαν και κανείς δεν παραπονέθηκε που τον έκαψαν. Μετά από τέσσερα χρόνια λοιπόν, ξεκινάνε τα παράξενα γεγονότα. Όλοι σχεδόν οι κοντινοί του συγγενείς πέθαναν από ατυχήματα, από αυτοκτονία τα δυο του αδέλφια και από υψηλό πυρετό η αδελφή του το ’89. Ο θάνατός τους ήταν ακαριαίος, όχι όμως και των δυο παιδιών που σκότωσαν το σκυλί. Αυτά πέθαναν από αφόρητους πόνους και στη νεκροψία βρήκαν τριμμένο γυαλί στο στομάχι τους. Η ψυχή του λένε πως ακόμα περιφέρεται και κάθε βράδυ μαζεύονται όλα τα αδέσποτα σε εκείνο το σπίτι και ουρλιάζουν όλο το βράδυ. Αυτή η ιστορία ήταν αληθινή και το άτομο λεγόταν Φράγκος Δημήτρης. Αυτοκτόνησε 73 ετών.

Μακάβρια: Μην Παίζεις Με Την Μαύρη Μαγεία.


Καλησπέρα φίλοι μου. Θα σας διηγηθώ σύντομα ιστορία που μου είχε πει θεία μου (δεν έχω ιδέα αν αληθεύει). Μου είπε λοιπόν πως όταν ήταν πιτσιρίκα (περίπου στα 17) ήξερε κάποια για την οποία λεγόντουσαν διάφορα στη γειτονιά τότε, ότι ασχολείτο με μαύρη μαγεία κλπ. Ένα βράδυ ακούστηκαν οι φωνές της και όλοι μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι της. Άκουγαν ότι ήταν κάποιος μέσα και την χτυπούσε και εκείνη φώναζε. Κάποια στιγμή όλα σταμάτησαν και μετά από ώρα εκείνη άνοιξε την πόρτα και ζήτησε να την πάνε στο νοσοκομείο, σε μαύρα χάλια. Στο νοσοκομείο, ανάμεσα στα χτυπήματα που είχε, βρήκαν στο σώμα της… πατημασιές από άλογο. Ακόμα δεν μπορώ να φανταστώ το τι μπορεί να έγινε μέσα στο σπίτι της σε περίπτωση που η ιστορία της είναι αληθινή.

Μακάβρια: Η Εκκλησία Των Δαιμόνων.


Καλησπέρα ξανά. Θα αναφέρω μια παράξενη ιστορία που μου συνέβη στο χωριό της γιαγιάς μου. Ήταν απογευματάκι κάπως αργά (εγώ πρέπει τότε να ήμουν 13 χρονών) και βρισκόμουν στην πλατεία του χωριού μαζί μ’ έναν φίλο γειτονόπουλο. Πονηρό λοιπόν το αγοράκι μου προτείνει να περπατήσουμε έναν δρόμο που ξεκίναγε από την πλατεία (αν μπορείς να την πεις έτσι καθότι μιλάμε για χωριό με 20 σπίτια το πολύ) ο οποίος ήταν χωματόδρομος χωρίς φώτα και οδηγούσε προς το βουνό. Δεν αρνήθηκα και αρχίσαμε πεζοπορία μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Καθώς ανεβαίνουμε καθότι ήταν και κάπως αργά μας πιάνει σκοτάδι. Στο πλάι του δρόμου κατέβαινε ένα ρυάκι αρκετά μεγαλούτσικο. Ξαφνικά λοιπόν ακούμε τρεχαλητό μέσα στο ρυάκι, σαν κάποιος να ερχόταν καταπάνω μας τρέχοντας και πλατσουρίζοντας τα πόδια του στο νερό αλλά δεν βλέπαμε τίποτα. Μείναμε κοκαλωμένοι προσπαθώντας να διακρίνουμε κάποιον αλλά ο ήχος των βημάτων είχε πλησιάσει σχεδόν μπροστά μας χωρίς εμείς να βλέπουμε κανέναν. Κάναμε μεταβολή και τρέχαμε πανικόβλητοι και ο ήχος να μας ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής. Τι είναι αυτό ρε Γιάννη τον ρωτάω τρέχοντας και πανικόβλητη μπας κι έβλεπε κάτι που δεν έβλεπα. Ένα παπάκι μου λέει τρομοκρατημένος, μην φοβάσαι. Τι παπάκι λέω εγώ από μέσα μου, 70 κιλών; Άλλα δεν ήταν η ώρα κατάλληλη να το αναλύσω και να το αντικρούσω. Φτάνοντας πια στην πλατεία που ξεκινήσαμε, κι έχοντας χάσει κάποια χρόνια από την ζωή μου, καθίσαμε να πάρουμε ανάσα. Τι ήταν αυτό ρε Γιάννη ξαναρωτάω. Δεν ξέρω μου λέει δεν έβλεπα τίποτα. Αργότερα κάποια άλλη φορά που είπε για ένα εκκλησάκι που βρισκόταν στο πλάι του δρόμου μέσα στο ρέμα. Μου είπε λέει ότι εκεί είχαν κάψει γυναίκες που τις είχαν θεωρήσει μάγισσες τα πολύ παλιά χρόνια και ότι το εκκλησάκι μέσα δεν είχε εικόνες από Αγίους αλλά από δαιμόνια. Τι βλακείες λέει;, σκέφτηκα, εκκλησάκι με δαίμονες; Ωστόσο συγκράτησα την ιστορία. Κάποια χρόνια μετά βρίσκομαι στον ίδιο δρόμο με τον ξάδερφο μου (μέρα αυτή τη φορά) θυμήθηκα την ιστορία και του την διηγήθηκα. Πάμε μου λέει να δούμε. Πάμε του λέω. Φτάσαμε σε εκείνο το σημείο και ψάχνοντας αριστερά κάτω από τον δρόμο βλέπω το εκκλησάκι. Το περίεργο ήταν ότι δεν είχε σταυρό, σαν να είχε κοπεί και το ιερό από πίσω ήταν γκρεμισμένο. Κατεβήκαμε μέχρι την πόρτα του, ή οποία ήταν ξύλινη σκοροφαγωμένη και κλειστή με αλυσίδα και λουκέτο. Σκεφτήκαμε ότι αν την ταρακουνάγαμε έτσι ψιλοξεμονταρισμένη όπως ήταν και παλιά, μπορεί και να την ανοίγαμε από κάποια άκρη. Και αρχίσαμε να την τραβολογάμε με δύναμη. Από το πουθενά σηκώθηκε ένας απίστευτος αέρας και μέσα στον αέρα ήταν σαν να ακουγόντουσαν πολλές φωνές χωρίς να διακρίνεις τι λένε. Για άλλη μια φορά πήρα τρέχοντας τον κατήφορο και ουδέποτε ξαναπήγα εκεί. Δεν γνωρίζω αν η ιστορία ήταν αληθινή, δεν την έχω πιστέψει παρόλο το γεγονός. Ούτε αν το πρώτο γεγονός είχε σχέση με το δεύτερο. Ήταν όμως μια από αυτές που μείναν χωρίς εξήγηση στο μυαλό μου.

Αρέσει σε %d bloggers: