Category Archives: Μυστήριο

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, 3ο Μέρος.


Αφότου βγήκαμε από το δωμάτιο γεμάτοι θάρρος προχωρήσαμε και ανεβήκαμε τις σκάλες που οδηγούσαν στη δεξαμενή του αντικειμένου SCP-173.

Β: Που λες να είναι αυτό το πράγμα τώρα; Δεν έχουμε κανένα στοιχείο. Επίσης δεν θα μπορέσουμε να το «σπρώξουμε» γιατί δεν κουνιέται από τη θέση του και τέλος αν ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας θα μας σκοτώσει επιτόπου. Για πες μου πως θα το βάλουμε πάλι μέσα στη δεξαμενή, ε;

Α: Αν δε σταματήσεις να μιλάς πως θα σκεφτώ ε, και στο κάτω κάτω αν κάνεις πολύ φασαρία τότε θα μας ακούσει και θα πεθάνουμε πολύ νωρίτερα από ότι ελπίζουμε, εντάξει;

B: Καλά ντε.

Και δυο τους προσπαθούσαν να σκεφτούν κάποιο τρόπο για να βάλουν το SCP-173 πίσω στο κελί του. Πέρασε πολύ ώρα και τελικά Bill κατάφερε να σκεφτεί κάτι:

Β: Ε, το SCP-173 κουνιέται μόνο όταν δε κοιτάμε σωστά;

Α: Ναι αλλά αν δε το κοιτάμε για πολύ ώρα θα πεθάνουμε.

Β: Ναι λοιπόν πες μου ότι ξέρεις για αυτό το πράγμα.

Αφού ο Arthur είπε στον  Bill ότι ήξερε για το αντικείμενο του είπε:

Β: Λοιπόν άκου προσεχτικά… θα βρούμε το SCP και μόλις το δούμε θα αρχίσουμε να προχωράμε γρήγορα προς τα πίσω αλλά χωρίς να του γυρίσουμε τη πλάτη γιατί θα είναι απλά αυτοκτονία. Έτσι όταν θα κλείνουμε τα μάτια μας απλά θα έρχεται κοντά μας. Με αυτό τον τρόπο θα το παρασύρουμε στη δεξαμενή και κάποιος από εμάς θα πρέπει να μπει μέσα στη δεξαμενή για να το παρασύρει. Τότε ο άλλος θα κλείσει τη πόρτα αφού πρώτα είναι και οι δύο έξω και αυτό ήταν. Τι λες; Συμφωνείς;

Α: Πιστεύεις πως θα πιάσει και κατά αρχάς πως θα βρούμε το SCP ε;

Β: Απλά ακολούθα το δρόμο όπου όλοι οι νεκροί έχουν σπασμένους λαιμούς.

Α: Αμ, εντάξει.

Μετά από πολύ περπάτημα και πολλές ώρες καταφέραμε να βρούμε το SCP. Ήταν μέσα στο δωμάτιο που είχα βρει το φύλακα που μου είχε δώσει το όπλο, φαίνεται πως το θέατρο δεν έπιασε σε αυτό το τέρας. Το SCP κοιτούσε το τοίχο όπως κάνει πάντα δηλαδή και προσπαθούσαμε να του τραβήξουμε τη προσοχή. Όμως δε μπορούσαμε να πλησιάσουμε πολύ. Φωνάζαμε πολλή ώρα και τότε θυμήθηκα πως έχω όπλο επάνω μου:

Β: Πυροβόλα το, δεν είπες πως έχεις όπλο μαζί σου;

Α: Ναι αυτός εδώ ο φύλακας μου το είχε δώσει.

Μπαμ. Τότε εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε προς τη κατεύθυνση από την οποία ήρθαμε.

Α: Ε, πρέπει να ανοιγοκλείσω τα μάτια. Να το κάνουμε μαζί για να κουνηθεί.

Όταν ανοιγοκλείσαμε τα μάτια είδαμε το SCP μπροστά μας. Αρχίσαμε να τρέχουμε πιο γρήγορα για να φτάσουμε  στο θάλαμο. Αλλά έπρεπε να βλέπουμε και που πάμε. Έτσι κάποιος από εμάς έπρεπε να γυρίσει και να κοιτάξει το δρόμο.

Β: Περίμενε λίγο να κοιτάξω μη πέσουμε σε κάνα τοίχο.

Α: Οκ. Αλλά θυμάσαι το δρόμο καθόλου;

Β: Αχ, όχι, μπορείς να γυρίσεις εσύ;

Α: Καλά… λοιπόν στρίψε αριστερά και μετά όλο ευθεία.

Β: Εντάξει. Όλο ευθεία είπες ε, ναι.

Όταν οι ήρωες μας έφτασαν στο θάλαμο ο Bill μπήκε μέσα για να παρασύρει το SCP-173 μέσα στο θάλαμο. Αφού μπήκε τότε ο Bill βγήκε γρήγορα χωρίς να σταματήσει να το κοιτάει και είπε στον Arthur να κλείσει τη πόρτα.

Α: Πάει το πρώτο.

Β: Ναι αλλά τώρα πρέπει να βάλουμε πίσω το SCP-049 και αυτό έχει ίδια νοημοσύνη με των ανθρώπων. Τι θα κάνουμε λοιπόν;

Α: Κάποιος πρέπει να γίνει το δόλωμα για να το πείσει να μπει μέσα.

Β: Από ότι ξέρω αυτό το SCP θεωρείται «γιατρός». Επίσης μέσα στο κελί του έχει διάφορα μηχανήματα εργαστηρίου.

Α: Α!! Το βρήκα. Bill θέλω να μου πυροβολήσεις το πόδι. Αλλά να περάσει ξυστά μη μου το χτυπήσεις σοβαρά, εντάξει;

Β: Μη μου πεις ότι θα μπεις εκεί μέσα… μαζί του.

Α: Για πες μου κάτι άλλο.

Β: Καλώς. Ετοιμάσου γιατί θα πονέσει.

Α: Κάντο!

Β: Ρε σίγουρος είσαι;

Α: Κάντο ντε!!!!

Μπαμ!!!!!!!

Α: Αααααα!!!

Β: Στο είπα ότι θα πονέσει. Περίμενε έρχεται.

SCP-049: Τι έπαθες;!!

Α: Ααααα, πονάω!!!!!!!!

Β: Πυροβολήθηκε από έναν φύλακα. Μπορείς να τον κάνεις καλά;

SCP-049:  Ναι φέρτε τον στο κελί μου. Βασικά ξέρετε που είναι το κελί μου;

Β: Ναι. Πάμε γρήγορα.

Αφού φτάσανε «στο εργαστήριο» ο «γιατρός» πήγε να κάνει μια μικρή εγχείριση στο πόδι του.

Τότε ο Arthur έδωσε μια μπουνιά στο SCP και προσπάθησε να τρέξει προς τη πόρτα του κελιού.

Β: Γρήγορα!!!!!!

Α: Α, βγήκα κλείσε τη πόρτα.

Β: Τα καταφέραμε!!!!

Α: Ναι, και τώρα πάνε σε κανένα κανονικό ιατρό

Β: Χαχα. Εντάξει.

Πέθαναν πολλά άτομα εκείνη τη μέρα. Μόλις όλα μπήκαν στη σειρά οι δύο ήρωες παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους και επέστρεψαν σπίτια τους. Ο Arthur είπε την αλήθεια στην οικογένεια του όχι όμως για το ίδρυμα αλλά για το ότι δούλευε σε ταβέρνα και ο Bill μετακόμισε στη γειτονιά του Arthur. Μαζί με τη βοήθεια της οικογένειας και ενός ειδικού έφτιαξαν ένα βιντεοπαιχνίδι με όλα τα SCP που υπήρχαν στο ίδρυμα και έβγαλαν εκατομμύρια. Από τότε προσπάθησαν να κρατήσουν μυστικό από όλους ότι είδαν εκεί.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη με το email cheatteach@gmail.com για την ιστορία του

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, 2ο Μέρος.


Μόλις μπήκαμε αντικρίσαμε το αντικείμενο. Είχε σχήμα φιστικιού και κοιτούσε τον τοίχο απέναντι μας. Τότε ακούσαμε τους φύλακες να μας λένε:

Ασφάλεια: Ο αριθμός D-3721 να πλησιάσει το αντικείμενο SCP-173.

Ο αριθμός αυτός ήταν του πρώτου ατόμου στη σειρά. Όταν έφτασε μπροστά του, του γύρισε τη πλάτη και μας είπε

D-3721: Δεν έγινε τίποτα παιδιά, ελάτε είναι ασφαλές.

Τότε του φωνάξαμε μαζί «Προσοχή!!!».

D-3721: Γιατί τι έγινε;

Όταν γύρισε είδε το αντικείμενο μπροστά στα μάτια του. Από το φόβο άρχισε να τρέχει προς εμάς. Ξαφνικά είδαμε τον άντρα πεσμένο νεκρό στο πάτωμα και το αντικείμενο να μας κοιτάζει.

Τότε εγώ είπα στον διπλανό μου.

Α: Φίλε πρέπει να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου εσύ συνέχυσε να το κοιτάς, εντάξει;

D-9563: Έγινε.

Μετά από το πολύ 5 δεύτερα το αντικείμενο άρχισε να τρέμει. Τότε η πόρτα άνοιξε και οι φύλακες μας είπαν βγούμε. Όμως έτσι το αντικείμενο βρήκε την ευκαιρία να σκοτώσει και τον D-9563. Μόλις έπεσε κάτω νεκρός το αντικείμενο με κοιτούσε. Έκλεισα τα μάτια μου από το φόβο μου κατά λάθος και τότε σκέφτηκα:

Α: (Ωχ, έκανα μεγάλη βλακεία τώρα θα πεθάνω κι εγώ. Γιατί να πεθάνω τόσο νέος. Έχω να κάνω πολλά ακόμα στη ζωή μου. Αντίο κόσμε.)

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα το αντικείμενο μπροστά μου. Με κοιτούσε απλά και δεν έκανε τίποτα άλλο. Εγώ έκανα σιγά πίσω χωρίς να το χάσω από τα μάτια μου. Βγήκα από τη δεξαμενή και πήγα πίσω στο χώρο όπου ο φύλακας μου είχε δώσει το χαρτί με της πληροφορίες που χρειαζόμουν για το πράγμα αυτό.

Άκουσα τότε πυροβολισμούς και ουρλιαχτά από την αίθουσα. Γεμάτος φόβο κατέβηκα κάτι σκάλες που υπήρχαν αριστερά μου και κρύφτηκα εκεί. Προσπαθούσα να κάνω ησυχία αλλά η καρδιά μου χτυπούσε πολύ δυνατά κα ακουγόταν μέχρι τον επάνω όροφο. Μόλις πέρασαν μερικά λεπτά ανέβηκα επάνω να δω τι έγινε.

Στο πάτωμα υπήρχαν και οι δύο φύλακες που με είχαν συνοδέψει πριν και μέσα στο χώρο που βρισκόταν το αντικείμενο οι άλλοι δύο. Όμως το αντικείμενο δεν τους είχε κατασπαράξει απλά τους είχε σπάσει το λαιμό. Και στους τέσσερεις φαίνονταν κόκαλα να βγαίνουν από το λαιμό. Μα του ούτε αίμα ούτε τίποτα άλλο. Βγήκα από την αίθουσα και κατέβηκα πάλι τις σκάλες που είχα κατεβεί και πιο πριν. Κάτω υπήρχαν γραφεία, πολλά γραφεία.   

Προχώρησα λίγο και έφτασα στο τέλος της αίθουσας. Τότε είδα πάλι το αντικείμενο να κοιτάει το τοίχο. Τρομοκρατημένος προχώρησα πάλι προς τα πίσω για να μην με καταλάβει. Ανέβηκα τις σκάλες. Δεν ήθελα να ξαναπάω ποτέ εκεί κάτω. Όταν ανέβηκα πήρα το δρόμο που είχα πάρει και με τους φύλακες για να με φέρουν στην αίθουσα. Πίστευα ότι εφόσον η πόρτα ήταν αρκετά σκληρή θα μπορούσε να συγκρατήσει το αντικείμενο από το να τη σπάσει. Όμως όταν έφτασα στο δωμάτιο μου είδα τη πόρτα πεσμένη στο πάτωμα. Είδα τι είχε γίνει μέσα, είχε ένα φύλακα νεκρό πάνω στο γραφείο μου. Όμως κανένα SCP-173. Μπήκα μέσα και είδα τον φύλακα. Τότε ο φύλακας σηκώθηκε και μου είπε ψιθυριστά

Φυλ: Πέσε κάτω.

Α: Γιατί, τι έγινε;

Φυλ: Θες να ζήσεις ή όχι, ρε; Πέσε κάτω τώρα.

Α: Μ..μ… μάλιστα κύριε.

Όμως δεν μπορούσα να κάθομαι και να κάνω τον νεκρό. Έπρεπε να βγω και να βοηθήσω.

Α: Συγνώμη κύριε μπορώ να πάρω το όπλο σας;

Φυλ: Δεν θες να ζήσεις, ε. Πολύ καλά όμως το μη ξαναέρθεις σε αυτό το χώρο.

Α: Μάλιστα κύριε.

Βγήκα από το δωμάτιο και προχώρησα ευθεία. Τότε πέρασα από μια πόρτα με ένα χαρτί απ’ έξω που έλεγε SCP-096.

Α: ( Περίμενε υπάρχουν και άλλα τέτοια πράγματα;)

Μπήκα μέσα και είδα μια αίθουσα με ενισχυμένους τοίχους και ένα γραφείο με ένα τζάμι μπροστά. Πίσω από το τζάμι υπήρχε ένας ατσάλινος κύβος. Ακούγονταν μουγκρητά και ένα άτομο να κλαίει. Είδα ένα χαρτί που έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής ανιτικειμένου SCP-096

Το αντικείμενο SCP-096 πρέπει να κρατιέται συνεχώς υπό επιτήρηση σε ένα σιδερένιο κλουβί διαστάσεων 5 x 5 x 5 κάθε στιγμή. Πρέπει το κλουβί να επιτηρήται συχνά για τυχόν ρωγμές ή τρύπες. Μέσα στο κλουβί δεν πρέπει να υπάρχει καμία κάμερα ή κάποιο άλλο μέσο παρατήρησης.

Περιγραφή:

Το αντικείμενο SCP-096 έχει ύψος 2.38 μ. Το αντικείμεο δεν δείχνει πολύ μυική μάζα. Δεν είναι ακόμα γνώστο αν το αντικείμενο είναι τυφλό ή όχι. Ο εγκέφαλός του αντικειμένου δεν βρίσκεται σε υψυλό επίπεδο και δεν ενδιαφέρεται για άλλα αντικείμενα ή ανθρώπους.

To αντικείμενο είναι αρκετά υπάκουο. Ωστόσο αν κάποιος δεί το πρόσωπο του αντικειμένου, είτε κανονικά είτε μέσω κάμερας τότε το αντικείμενο θα μπει σε μια φάση ντροπής βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπό του, ουρλιάζοντας και κλαίγοντας. Το άτομο που είδε το πρόσωπο του SCP-096 είναι γνωστό και ως SCP-096-1. Μολίς περάσουν το πολύ δυο λεπτά τότε το αντικείμενο θα τρέξει προς το άτομο πού που είδε το πρόσωπό του με σκοπό να το σκοτώσει. Εκείνη τη στιγμή κάθε είδος όπλου είναι άχριστο.

Μόλις το αντικείμενο φτάσει στη τοποθεσία του SCP-096-1 τότε θα το σκοτωσεί και δε θα αφήσει τίποτα, με λίγα λόγια θα το φάει. Τότε το αντικείμενο θα κάτσει κάτω και θα του πάρει το πολύ 5 λεπτά για να ξαναγίνει υπάκουο.

Α: Ωχ καλύτερα να βγώ από’ δω καλού κακού, μη πατήσω τίποτα και βγεί κι αυτό έξω.

Αφού προχώρησα είδα κάτι σκάλες και μια πινάκιδα που έλεγε πως οδηγούν προς τη καφετέρεια.

Α: (Πως και έχει καφετέρεια αυτό το μέρος; Μάλλον κυλικείο θα εννοεί).

Αφού κατέβηκα τις σκάλες είδα τη καφετέρεια. Ώντως είχε καφετέρεια. Εκεί είδα δύο φύλακες να μιλάνε αλλα δεν ήταν κανονικοί φύλακες είχαν κάτι το διαφορετικό πάνω τους που δε μπορούσα να το καταλάβω. Όταν τους πλησίασα είδα ότι είχαν αίματα πάνω τους. Σκέφτηκα οτί μπορεί να ήταν επειδή θα σκότωσαν κάποιο SCP. Τους πλησίασα και τους είπα:

Α: Συγνώμη αλλά ένα αντικείμενο έχει αποδράσει, μπορείτε να με βοηθήσετε; Δε ξέρω ακόμα αυτό το μέρος, σήμερα είναι η πρώτη μου μέρα. Τότε γύρισαν και με κοιτάξαν. Τους είδα και κατάλαβα τι το διαφορετικό είχαν πάνω τους. Ήταν σαν ζόμπι και το μισό τους σώμα ήταν γεμάτο πληγές. Έτρεξα φοβισμένος και σκεφτόμουν αν ήταν κι αυτά SCP. Τότε αντίκρισα έναν άντρα με μία μασκά πουλιού κι έναν μανδύα. Και του είπα:

Α: Μη πάτε προς τα εκεί είναι δύο φύλακες που έχουν γίνει ζόμπι. Μη τους πλησιάσετε ποιος ξέρει τι θα σας κάνουν. Μπορείτε να με βοηθήσετε;

Τότε ο άντρας μου είπε με μια απόκοσμη ρομποτική φώνη:

Αγν: Αχ, ακόμα ένα θύμα της νόσου.

Α: Ποιας αρρώστιας, σας λέω πρέπει να τρέξετε.

Αγν: Μη φοβάσαι είμαι η θεραπεία.

Τότε άκουσα τη φωνή ένος φύλακα να μου λέει:

Φυλ: Μη τον πλησιάζεις, θα σε σκοτώσει δεν είναι άνθρωπος.

Α: Ε;

Φυλ: Είναι το SCP-049, αν σε πιάσει θα πεθάνεις τρέχα τώρα!!!!!

SCP-049: Μην ανυσηχείς είμαι η θεράπεία.

Α: Α, φύγε από μπροστά μου

Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και τότε άκουσα πυροβολισμούς. Πρέπει ο φύλακας να προσπάθησε να σκοτώσει εκείνο το πράγμα.

Μετά από πολύ τρέξιμο άκουσα κλάματα, σκέφτηκα πως ήταν πάλι εκείνο το SCP-096 και πως θα κατάφερε να βγει από το κλουβί του. Για να κρυφτώ μπήκα στο θάλαμο του SCP-294. Ήταν μια απλή μηχανή από αυτή που παίρνεις αναψυκτικά και τέτοια. Μόλις μπήκα μέσα είδα έναν άλλο άντρα της τάξης D. Έκλεγαι αν και δεν ήξερα γιατί.

Α: Γιατί κάθεσαι και κλαίς, ε;

Άγνωστος: Α, βοήθεια!!!! Όχι περίμενε είσαι άνθρωπος.

Α: Τι νόμιζες;

Άγνωστος: Άσε, τίποτα. Είμαι ο Bill εσύ;

Α: Arthur.

Β: Χάρηκα για τη γνωριμία. Κάτι πρέπει να κάνουμε, δε μπορούμε να καθόμαστε.

Α: Να εγώ έχω αυτό το όπλο, εσύ έχεις κανένα πάνω σου;

Β: Όχι

A: Δε πειράζει. Ξέρεις τι σκέφτομαι; Πρέπει να προσπαθήσουμε να βάλουμε κάποιο SCP πίσω στο κελί του.

Β: Μα είμαστε απλά από τη τάξη D, δε μπορουμε να κάνουμε τίποτα.

Α: Ε, και εγώ λέω ότι μπορούμε και θα το κάνουμε, τι λές λοιπόν;

Β: Πολύ καλά λοιπόν. Αλλά αν πεθάνουμε θα είναι δικό σου λάθος, κατάλαβες;

Α: Ενταξει. Λοιπόν πάμε να δείξουμε σε όλους ότι η τάξη D μπορεί να κάνει κάτι από το να πεθαίνουν άτομα συνεχώς στα τέστ.

Β: Έγινε πάμε λοιπόν.

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, Μέρος 1ο.


Το παρακάτω κείμενο περιγράφει την ιστορία του Arthur House ο οποίος ζει στην Καλιφόρνια και είναι 36 ετών. Έχει βάλει συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό επιβίωσης υπό δύσκολες συνθήκες. Το βραβείο του διαγωνισμού είναι ένας μήνας δωρεάν εργασία στο ίδρυμα SCP. Μάλιστα αν η απόδοσή του στη δουλειά είναι αρκετά καλή τότε μπορεί να πιάσει δουλειά εκεί εφόσον ο ήρωας μας είναι άνεργος. Πέρασαν πέντε μέρος αφότου τέλειωσε ο διαγωνισμός και τα αποτελέσματα θα βγουν δημοσίως σε δυο μέρες.

Παρασκευή 16 Ιουνίου

Ο Arthur ξαπλώνει στο καναπέ ψάχνοντας θέσεις στο ίντερνετ σε περίπτωση που δεν νικήσει το διαγωνισμό.

Α: (Μακάρι να νικήσω. Θα είναι μια μοναδική εμπειρία εκεί. Φυσικά δεν έχω ξανακάνει κάποια δουλειά αλλά θα εξοικειωθώ γρήγορα, δε μπορεί. Μακάρι μόνο να νικήσω γιατί δεν βλέπω καμιά ελεύθερη θέση πουθενά αλλού. Αααχχχ.) Σκέφτεται ο Arthur.

Λοιπόν ήρθε η ώρα για βόλτα.

O Arthur συχνάζει σε ένα μικρό καφενείο μαζί με τον μικρότερο αδερφό του τον Jonathan ο οποίος είναι εργάτης στο λιμάνι. Είναι 27 ετών και ζει με τους γονείς τους.

A: Πως πάνε οι δουλειές λοιπόν;

J: Καλά, εσύ τι κάνεις βρήκες καμιά δουλειά να μου ξεπληρώσεις τα χρέη για τους καφέδες; Χαχαχαχα.

Α: Ναι, ναι γέλα εσύ να ξέρεις πως θα βρω δουλειά σύντομα (αν νικήσω δηλαδή).

J: Μπα, πως και. Τι έκανες και λες πως βρήκες δουλειά. Αγγελίες;

Α: Εεε… Φυσικά τι νόμιζες.

J: Μπράβο ρε αδελφέ, συγχαρητήρια. Και τι δουλειά είναι αυτή;

Α: Ααα σε μια ταβέρνα να με πήραν λόγο έλλειψης προσωπικού.

J: Ωραία έτσι θα ξεπληρώνεις με ένα δωρεάν γεύμα, χαχαχαχαχα

Α: Ναι, βεβαίως … χαχαχαχα.

Ο Arthur γυρνάει σπίτι του γεμάτος άγχος.

A: Τι θα γίνει αν δε με πάρουν; Θα καταλήξω στους δρόμους; Δεν αντέχω την ιδέα να ζητιανεύω από καθάρματα που θα γελούν πίσω από τη πλάτη μου. Θεέ μου ας με πάρουν σε παρακαλώ.

Σάββατο 17 Ιουνίου

Το επόμενο πρωί κατά τις 12:30 χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Ο Arthur πηγαίνει στη πόρτα και γεμάτος απορία βλέπει τους γονείς του με τον αδερφό του.

Α: Τι κάνετε όλοι εδώ ρε παιδιά μεσημεριάτικα;

J: Να σου πούμε συγχαρητήρια για τη δουλειά. Άντε δε μπούμε μέσα;

Α: Ναι περάστε, και το ρωτάτε;

Όλη την υπόλοιπη μέρα η οικογένεια του ήταν στο σπίτι του Arthur γιορτάζοντας για την υποτιθέμενη δουλειά του.

Κυριακή 18 Ιουνίου: Ημέρα της απονομής των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού.

Α: Λοιπόν σήμερα είναι η ημέρα της κρίσης. Πρέπει να χαλαρώσω, θα τα έχω πάει καλά, ουφ.

Το απόγευμα στις 5:10 χτύπησε το κουδούνι. Ο Arthur άνοιξε την πόρτα και είδε δύο άντρες στα μαύρα να του λένε πως νίκησε. Ήταν κατενθουσιασμένος με αυτά που άκουγε.

Α1: Κύριε μπορείτε να έρθετε κοντά μου παρακαλώ;

Α: Ναι.

Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Μετά από πολλές ώρες ο ήρωας μας ξύπνησε σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο, πάνω σε ένα κρεβάτι με ένα χαρτί στο στήθος που έλεγε:

«Οδηγίες για το προσωπικό την τάξης D.

Σύμφωνα με το ίδρυμα SCP Foundation και το προσωπικό μας σας καλωσορίζουμε σε μια περίοδο ενός μήνα σε μια από τις πιο κρυφές εταιρίες στον κόσμο. Δυστυχώς ο τομέας εργασίας που σε έχει ανατεθεί δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά παρακαλώ διαβάστε αυτό το έγγραφο προσεχτικά για να μείνετε όσο πιο ασφαλής και ευχαριστημένοι γίνετε.

Σε κάθε εργαζόμενο της τάξης D έχει δοθεί ένα αριθμός. Ο δικός σας είναι D-9341. Σας παρακαλούμε πολύ να θυμάστε τον αριθμό σας γιατί θα σας φωνάζουν με αυτόν από τώρα

Κατά την διαμονή σας στο ίδρυμα θα παίρνετε μέρος σε διάφορα τεστ. Κάποια από αυτά πιθανότατα θα είναι πολύ επικίνδυνα αν δε υπάρχει μέγιστη προσοχή. Για αυτό χρειαζόμαστε πλήρη συγκέντρωση σε κάθε περίσταση. Οι κορυφαίας κλίμακας ειδικοί μας θα σας ενημερώνουν για τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που θα πρέπει να υπάρχουν στα τεστ. Αν αποτύχετε στα τεστ θα γυρίσετε στο σπίτι σας νεκρός.

Αν όλα πάνε καλά θα είστε ελεύθεροι να φύγετε ή να κάτσετε στο τέλος του μήνα».

Γεμάτος απορία και λίγο φόβο να πούμε την αλήθεια ο Arthur άκουσε βήματα πίσω από την σιδερένια πόρτα του δωματίου.

Φυλ.1: Ασφάλειά, θέλω να ανοίξετε το κελί 311.

Α: (περίμενε κελί είναι αυτό;)

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η σιδερένια πόρτα άνοιξε και είδα δύο φύλακες με όπλα να με κοιτάνε.

Φυλ.1: Ει, εσύ. Έχουν μια δουλεία για σένα, κάνε μου τη χάρη και βγες από το κελί.

Ήμουν πολύ μπερδεμένος και δεν είχα καταλάβει τι μου έλεγε.

Φυλ.1: Τι στο, ηλίθιος είσαι ή κάτι, είπα βγες από το κελί. Αν δε βγεις από το κελί θα σε πυροβολήσω.

Α: Ααα, ναι μάλιστα συγνώμη.

Φυλ.1: Απλά ακολούθησε με. Ο, παρεμπιπτόντως είμαστε υποχρεωμένοι να σκοτώνουμε ανθρώπους της τάξης D αν δε κάνουν σωστά τη δουλειά τους οπότε μη κάνεις καμιά βλακεία, κατάλαβες;

Α: Μάλιστα κύριε.

Περνούσαμε από έναν σκοτεινό διάδρομο όταν:

Φυλ.1: Ααα, λοιπόν πως πάνε τα πράγματα

Α: Μι..Μι..Μιλάς σε εμένα;

Φυλ.1: Φυσικά μιλάω σε εσένα βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω;

Α: Τίποτα απλώς είμαι λίγο ενθουσιασμένος γιατί είναι η πρώτη φορά που μιλάς κανονικά.

Φυλ.1: Ε, ναι είναι η πρώτη σου μέρα δουλειά σε αυτό το μέρος.

Περπατήσαμε λίγο ακόμη και φτάσαμε σε ένα δωμάτιο με μία μεγάλη σιδερένια πόρτα.

Φυλ.1: Λοιπόν φτάσαμε. Μπες μέσα και ακολούθα προσεχτικά όλες τις οδηγίες που θα σου δώσουν και εε λογικά, θα είσαι καλά… ή μπορεί και να μην είσαι. Βασικά, απλά μπες μέσα. Α, και πριν μπεις διάβασε προσεχτικά αυτό.

Μου έδωσε ένα χαρτί με μια παράξενη εικόνα.

A: Τι είναι αυτό;

Φυλ.1: Το πράγμα που θα βρεις εκεί μέσα.

Το χαρτί έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής αντικειμένου SCP-173:

Το αντικείμενο SCP-173 πρέπει να κρατιέται σε μία κλειδωμένη δεξαμενή κάθε στιγμή. Όταν πρόκειται το προσωπικό να εισέλθει στη δεξαμενή, τουλάχιστον τρία άτομα πρέπει να μπούν και να κλειδώσει η πόρτα πίσω τους. Ανα πάσα στιγμή πρέπει τουλάχιστον δυο άτομα να έχουν οπτική επάφη με το αντικείμενο SCP-173 μέχρι να τους δοθεί άδεια να βγουν από το θάλαμο.

Περιγραφή:

Η προέλευσή του δεν είναι ακόμη γνωστή. Είναι φτιαγμένο από σκυρόδεμα και σχέδια από σπρέι. Tο αντικείμενο είναι ζωντανό και εξαιρετικά εχθρικό. Το αντικείμενο δεν μπορεί να κουνηθεί όταν υπάρχει οπτική επαφή. Η οπτική επαφή με το αντικείμενο δεν πρέπει να χαθεί.

Το αντικείμενο επιτίθεται βαρώντας πάρα πολύ δυνατά το λαιμό στη βάση του κρανίου ή πνίγοντάς το.

Αφού το διάβασα με ελουσε κρύος ιδρώτας. Όταν μπήκα στον θάλαμο που βρισκόταν η δεξαμενή είδα άλλα δυο άτομα της τάξης D να με περιμένουν μπροστά από τη πόρτα. Τότε ακούσαμε τον φύλακα.

Φυλ: Ασφάλεια, άνοιξε τη πόρτα του αντικειμένου SCP-173.

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η πόρτα άνοιξε και αντικρίσαμε έναν τεράστιο θάλαμο με αίμα στο πάτωμα και το αντικείμενο να κοιτάει τον τοίχο.

Φυλ: Τι περιμένετε μπείτε λοιπόν.

Μυστήριο: Τέλος.


Παραξενεύτηκε πολύ όταν συνειδητοποίησε ότι οι πατημασιές του, βούλιαζαν σε ένα παγωμένο βαλτώδες νερό, ενός ρηχού σκοτεινού ποταμού. Αν και είχε συνηθίσει  να περπατάει τη νύχτα, εκείνη η νύχτα ήταν διαφορετική, ένα βαμβακερό ομιχλώδες νέφος, βρισκόταν παντού σκορπισμένο. Ξαφνικά, αντιλήφθηκε ότι στις όχθες του ποταμού, βρίσκονταν απομεινάρια αρχαίων σκελετών και ρημαγμένα κρανιά. Παντού γύρω μύριζε σαπίλα και θάνατος, ένας θάνατος που φαινόταν να έρχεται αμείλικτος και παγερός. Η λογική του άρχισε να συρρικνώνεται, τα σκούρα σύννεφα του ουρανού, ένιωθε να εισβάλλουν στον εγκέφαλο του, ενώ τρομακτικές κραυγές και ουρλιαχτά που έρχονταν από μακριά, έμπαιναν μέσα του και τον κυρίευαν. Τα  μάτια του ήταν ανοιχτά αλλά το μυαλό του έμοιαζε να έχει χαθεί. Άρχισε να μουδιάζει και να παραλύει, τα χέρια του ένιωθε να βαραίνουν και το μούδιασμα να κατεβαίνει ως τα ακροδάχτυλα του. Τότε στη μέση του ποταμού αντίκρισε έναν άνθρωπο ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Φορούσε έναν μαύρο μανδύα με μια μακριά κουκούλα στο κεφάλι, όταν τον πλησίασε συνειδητοποίησε, ότι το πρόσωπο του ήταν φρικτά παραμορφωμένο, ενώ τα μάτια του ήταν δίχως κόρη και ίριδα, ανέκφραστα και κενά, σαν μια κενή μαύρη οθόνη.

-Ήρθες, σε περίμενα, του είπε με μια απόκοσμη φωνή.

-Ακολούθησε με.

Και εκείνος τον ακολούθησε χωρίς να πει λέξη, τώρα πια πίστευε στη κόλαση, αλλά ήταν αργά για μετάνοιες και συγχώρεση, ήταν αργά για οτιδήποτε.


Ευχαριστούμε τον Κώστα Νίκα για την ιστορία του.

Μυστήριο: Η Γυναίκα Με Τα Γκρίζα Μάτια.


Λονδίνο 1870 και ο νεαρός Τζέιμς περπατάει στα σκοτεινά σοκάκια με μόνη συντροφιά, το ολόγιομο φεγγάρι και τις σκιές της νύχτας. Από κάπου ακούγονται οι τροχοί μιας άμαξας, σαν να περνάει από δίπλα του και να εξαφανίζεται, καταπίνοντας την το άγριο σκοτάδι. Κάπου κοντά,  τα γέλια από μια παρέα αντρών, σκίζουν την σιωπή της νύχτας αλλά τον Τζέιμς φαίνεται να μην τον αγγίζει τίποτα.

Συνεχίζει σαν αερικό  που απλά βγήκε να απολαύσει την σιωπή του σκοτεινού Λονδίνου. Πριν μια ώρα την είδε, αυτή, που με τα γκρίζα της ματιά τον έκανε να φαντάζεται άγριες καταιγίδες, με τα μακριά ξανθά της μαλλιά το ανοιξιάτικο χάδι του ήλιου στο πρόσωπο του και με το γλυκό χαμόγελο της τον έκανε να φαντάζεσαι οικογένεια, την δική του οικογένεια, μαζί της. Του υποσχέθηκε ότι θα τον ξανασυναντήσει αύριο, την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο αλλά μόνοι τους στο λονδρέζικο ποτάμι, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των κατοίκων της πόλης.

Η νύχτα πέρασε πιο αργά απ’ ότι δίνει ο χειμώνας την θέση του στην άνοιξη. Το όμορφο πρωινό δεν γλύκανε την ανυπομονησία του και τα Χαρούμενα γέλια των παιδιών, δεν καταλάγιασαν τον φόβο του για το αν θα κατάφερνε να συναντήσει την αγαπημένη του την νύχτα.

Οι ώρες πέρασαν και η στιγμή έφτασε για τον νεαρό Τζέιμς. Έκανε την ίδια διαδρομή όπως το προηγούμενο βράδυ, σαν να φοβόταν πως αν αλλάξει το παραμικρό, ίσως αυτή εξαφανιζόταν, σαν κάτι το ονειρικό, το εξωπραγματικό. Με αυτές τις σκέψεις να γυροφέρνουν το θολωμένο του μυαλό, την είδε εκεί, στο ίδιο σημείο να τον κοιτάει  με τα μεγάλα γκρίζα της μάτια, τα χρυσά μαλλιά της να ανεμίζουν και το γλυκό χαμόγελο της να τον καλεί να πάει κοντά της.

Την πλησίασε και ένιωσε μια ζεστασιά στην καρδιά του. Την είδε να προχωράει και απλά, την ακολούθησε. Περπατούσε δίπλα της σε μια ήρεμη νυχτερινή βόλτα κοιτώντας το λονδρέζικο ποτάμι. Εκεί, ξαφνικά γύρισε και την ρώτησε αν θέλει να γίνει γυναίκα του. Αυτή απλά του χαμογέλασε και συνέχισε να περπατάει.

Οι ώρες πέρασαν και καθώς  πλησίαζε το ξημέρωμα, ακούστηκαν οι οπλές αλόγου. Ένας άγνωστος καβαλάρης σταμάτησε δίπλα τους, άπλωσε το χέρι στην κοπέλα και έτσι,  χωρίς ένα αντίο τον άφησε με μια γλυκιά ανάμνηση της βόλτας τους και εξαφανίστηκε, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να ήταν αποκύημα της φαντασίας του.

Τα επόμενα βράδια πέρασαν βρίσκοντας τον Τζέιμς στο ίδιο σημείο που είχαν συναντηθεί αλλά αυτή ήταν άφαντη, μέχρι που ένα βράδυ, πηγαίνοντας προς το καμαράκι που νοίκιαζε την είδε να βγαίνει γρήγορα από μια άμαξα, να τρέχει προς το μέρος του και να του ψιθυρίζει μια μόνο λέξη, ΝΑΙ, Δίνοντας του ραντεβού για το επόμενο βράδυ.

Οι ώρες πέρασαν σαν μια άγρια τρικυμία από την ψυχή του και η νύχτα έφτασε. Η όμορφη νύφη του όπως του υποσχέθηκε τον περίμενε αλλά δεν ήταν μόνη της, ο καβαλάρης της προηγούμενης νύχτας ήταν εκεί, περιμένοντας με μια μεγάλη άμαξα. Η κοπέλα τον κάλεσε μέσα να μπει, μαζί της. Στην καμπίνα της άμαξας υπήρχαν μόνο αυτοί οι δύο, κλείνοντας έξω την κρύα νύχτα με τις σκιές της.

Της πρόσφερε ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα, όπως άρμοζε σε μια νύφη, την δικιά του νύφη. Τον κοίταξε με αυτά τα γκρίζα ματιά που τόσο αγάπησε. Τον άγγιξε με το λευκό χέρι της στο πρόσωπο και ένιωσε μια παγωνιά να τον διαπερνάει και να τυλίγει σαν γροθιά την καρδιά του. Του χαμογέλασε, πλησίασε το στόμα του και τον άγγιξε με τα κατακόκκινα, παγωμένα σαν το κατάλευκο χιόνι, χείλη της. Ένιωσε την καρδιά του να σταματάει, το χαμόγελο του να παγώνει, την ψυχή να αφήνει το μουδιασμένο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και το τελευταίο πράγμα που είδε,  πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ήταν τα μάτια της… Πως είχε ξεγελαστεί και δεν είχε προσέξει ότι ήταν μαύρα σαν την χειμωνιάτικη κατασκότεινη νύχτα που τον κατάπινε.

Τον βρήκαν την άλλη μέρα το πρωί, σε ένα μικρό σοκάκι με το χαμόγελο παγωμένο στα χείλη του και τα μάτια του να κοιτάνε άψυχα τον γαλάζιο ουρανό, με εάν λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι. Τα χρόνια πέρασαν και πολλοί που έτυχε να περάσουν μέχρι και σήμερα από τον τάφο του ρομαντικού Τζέιμς, είπαν ότι είδαν, εκεί δίπλα στην πλάκα που γράφει το όνομα του, το Φάντασμα της ξανθιάς κοπέλας, με το ίδιο γλυκό χαμόγελο στα χείλη, να κρατάει ένα λευκό τριαντάφυλλο… ΠΕΘΑΜΕΝΗ Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;

=======================================

Θα ήθελα να ευχαριστήσω την σελίδα σας,  για την ευκαιρία που μας δίνει να μοιραζόμαστε τις ιστορίες και τις σκέψεις μας με άλλους φίλους φαν, του είδους. Λεμπέση Ρόη.

=======================================

Μυστήριο: Ο Άνδρας Με Τα Μαύρα.


Το πρωί της 17ης Δεκεμβρίου του 2015, ο αγαπημένος μου φίλος με κάλεσε στα γενέθλιά του. Όταν έφτασε το απόγευμα, γύρω στις 18:30, άρχισα να ντύνομαι και να ετοιμάζω το δώρο του, που είχα αγοράσει για τα γενέθλιά του. Στις 19:30, αν θυμάμαι καλά, ξεκίνησα να προχωρώ προς το σπίτι του, το οποίο είναι αρκετά μακριά από το δικό μου. Οι γονείς μου έλειπαν εκείνη την ώρα, και γι’ αυτό αναγκάστηκα να πάω με τα πόδια. Φυσικά, είχα συνεννοηθεί μαζί τους πως θα φύγω με τα πόδια. Στη διαδρομή, κοιτούσα τα στολισμένα σπίτια αριστερά και δεξιά, νιώθοντας και την απίστευτη αίσθηση του δροσερού αέρα. Ήταν Χριστούγεννα! Η αγαπημένη μου γιορτή από όλες!

Καθώς έστριψα σε ένα στενό δρομάκι, ένιωσα πως κάποιος ή κάποια ή κάτι, τέλος πάντων, με παρακολουθεί. Αυτό το στενό δρομάκι ήταν θεοσκότεινο και τρομακτικό, καθώς επικρατούσε κάτω στο έδαφος κάτι σαν ομίχλη. Αριστερά και δεξιά δεν υπήρχαν σπίτια, αλλά υπήρχαν ψηλά δέντρα, τα οποία έκαναν το στενό δρομάκι να μοιάζει με ένα μονοπάτι, μέσα σε ένα κατασκότεινο δάσος.

Ξαφνικά, άκουσα κάποιον να ψιθυρίζει κάτι πάνω στα κλαδιά των δέντρων! Τά ‘χασα!!! Στάθηκα ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα και μετά πλησίασα με αργά βήματα προς το σημείο όπου άκουσα τον ψίθυρο. Όμως, δεν υπήρχε κανένας εκεί! Ούτε ακουγόταν κάποια φωνή! Αφού έπεισα τον εαυτό μου πως ήταν η ιδέα μου, συνέχισα να προχωράω με βιαστικό βήμα. Δυστυχώς όμως, η διαίσθηση που είχα ότι κάτι κακό έχει αυτό το στενό δρομάκι, δεν μου «έφευγε» από το μυαλό. Κάποια στιγμή, άκουσα βήματα ακριβώς από πίσω μου, αλλά όταν γύρισα να δω ποιος με ακολουθούσε δεν είδα τίποτα.

Όταν κοίταξα πιο καλά, αντίκρισα έναν μαυροφορεμένο άντρα να στέκεται όρθιος στο σημείο που είχα ακούσει λίγο πιο πριν τον ψίθυρο! Ο φόβος μου δεν περιγράφεται! Συνέχισα να περπατάω προσπαθώντας να μη κοιτάξω πίσω, όμως δεν τα κατάφερνα. Γυρνούσα συνεχώς πίσω για να μην μου επιτεθεί, μα όσο κι αν κοιτούσα, ο άνδρας στεκόταν στο ίδιο σημείο, μη μπορώντας να διακρίνω ούτε το πρόσωπό του ούτε τα ρούχα του. Το σκοτάδι είχε γίνει ένα με αυτόν!

Βγαίνοντας από το στενό δρομάκι, έριξα μια τελευταία ματιά πίσω μου και έστριψα προς έναν άλλον δρόμο, τρέχοντας σαν τρελός. Μέχρι που έφτασα, επιτέλους, στην πλατεία του χωριού και σταμάτησα να τρέχω, αφού, πλέον, ήμουν ασφαλής.

Γύρω στις 19:50, έφτασα στο σπίτι του φίλου μου! Του ευχήθηκα «χρόνια πολλά», του έδωσα το δώρο που του αγόρασα και πέρασα μέσα στο σπίτι του. Εκεί, εγώ, ο φίλος μου και τα άλλα παιδιά που είχε καλέσει, μιλούσαμε για διάφορα θέματα και γενικά η βραδιά πέρασε με νόστιμα φαγητά, με καλή παρέα και διασκέδαση.

Η ώρα, όμως, πέρασε και η μητέρα μου με πήρε στο κινητό, λέγοντάς μου να γυρίσω στο σπίτι πάλι με τα πόδια, διότι το αυτοκίνητο είχε χαλάσει και ο πατέρας μου το είχε πάει σε έναν μηχανικό αυτοκινήτων για να το φτιάξει.

Μετά από το κλείσιμο της πόρτας του σπιτιού του φίλου μου, αντιλήφθηκα πως οι δρόμοι ήταν μουσκεμένοι από την βροχή. Εκείνη τη στιγμή όμως ίσα που ψιχάλιζε. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα βιαστικά προς το σπίτι μου.

Στον γυρισμό κατευθύνθηκα προς έναν άλλον σκοτεινό και μουσκεμένο δρόμο, έχοντας στη σκέψη μου πως είναι καλύτερα να μην ξαναπεράσω από το στενό δρομάκι με τον μαυροφορεμένο άντρα. Καθώς όμως περπατούσα στον σκοτεινό και μουσκεμένο δρόμο, ξαφνικά γλίστρησα κι έπεσα κάτω! Λερώθηκα μόνο στα δυο μου χέρια και στα γόνατα των ποδιών μου. Όταν σηκώθηκα και κοίταξα προς τα εμπρός, είδα έναν άντρα στη μέση του δρόμου να στέκεται ακίνητος και να κοιτάζει προς το μέρος μου, κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα μεγάλο μαχαίρι!!! Βάζω στοίχημα πως ήταν από αυτά τα μαχαίρια που υπάρχουν στα χασάπικα!

Ένιωσα μια ανατριχίλα να «κυβερνά» το σώμα μου και, τότε, το έβαλα στα πόδια, περνώντας ξανά μπροστά από το σπίτι του φίλου μου! Μπαίνοντας μέσα σε διάφορους δρόμους κατάφερα να φτάσω στην πλατεία, όπου όλα τα φώτα με καθησυχάζουν συνέχεια και μου δίνουν το μήνυμα πως δεν κινδυνεύω. Δυστυχώς όμως, έφτασα στο γνωστό στενό δρομάκι και έπρεπε να μπω ξανά εκεί μέσα, ώστε να φτάσω στο σπίτι μου.

Τελικά μπήκα, σκεπτόμενος ότι αφού ο μυστήριος άντρας με τα μαύρα βρέθηκε κοντά στο σπίτι του φίλου μου, δεν υπάρχει περίπτωση να βρίσκεται κι εδώ. Μπαίνοντας μέσα στο θεοσκότεινο και μουσκεμένο, από τη βροχή, στενό δρομάκι, άκουσα ξανά κάποιον να ψιθυρίζει, πάνω στα κλαδιά ενός δέντρου!!! Με μια απότομη κίνηση, έσκυψα κάτω! Δεν ξέρω για ποιο λόγο το έκανα αυτό. Μετά, σηκώθηκα και κοίταξα το δέντρο….. Τίποτα. Απλά, ο παγωμένος αέρας κουνούσε τα κλαδιά και τα φύλλα του δέντρου, δίχως κανέναν ψίθυρο.

Μόλις απομακρύνθηκα από το δέντρο, ένιωσα μια ανατριχίλα στην πλάτη μου και τότε γύρισα προς τα πίσω και τον είδα! Τον είδα! Είδα τον σκοτεινό άντρα με ένα μαχαίρι στο δεξί του χέρι, μόνο που αυτήν τη φορά δεν με κοιτούσε! Πλησίαζε βιαστικά προς το μέρος μου!!!

– Θέλω να σου πω, φώναξε.

Κατατρομαγμένος, άρχισα να τρέχω προς το τέλος του στενού δρόμου, όπου εκεί έριξα μια ματιά πίσω μου. Είδα τον άντρα να με κυνηγά! Τον είδα! Ξέρω τί είδα!

Τελικά, έφτασα στο σπίτι μου και, λαχανιασμένος, τα είπα όλα στη μητέρα μου. Αμέσως, η μητέρα μου κλείδωσε τα παντζούρια και τις πόρτες και περίμενε τον πατέρα μου να γυρίσει στο σπίτι. Όταν έφτασε, του άνοιξε την πόρτα και την ξανακλείδωσε!

Το επόμενο πρωί, η αστυνομία βρήκε έναν νεκρό 50χρονο άντρα με μαύρα μαλλιά, μαύρη μπλούζα και μαύρο παντελόνι, στο γνωστό στενό δρομάκι που πέρασα τη χθεσινή νύχτα!!! Το πρόσωπό του, όμως, ήτανε εντελώς παραμορφωμένο κι έτσι δεν μάθαμε ποτέ ποιος ήταν. Στην καρδιά του, βρισκόταν καρφωμένο ένα μαχαίρι που έμοιαζε με μαχαίρι από χασάπικο!

Λένε πως αυτός ο άντρας τριγυρνούσε μέσα στα σκοτάδια, ψάχνοντας παιδιά διαφόρων ηλικιών για να σκοτώσει! Ήθελε να σκοτώνει παιδιά, διότι, όταν ζήτησε από τη σύζυγό του να «ρίξουν» το παιδί, η γυναίκα του αρνήθηκε. Δυστυχώς όμως, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα και από τότε αυτός πιστεύει πως φταίει η ύπαρξη όλων των παιδιών για τον θάνατό της.

Λένε, επίσης, πως, όταν δεις έναν ακίνητο άντρα σε ένα σκοτεινό μέρος να σε κοιτάζει συνέχεια, δίχως όμως να έρχεται προς τα πάνω σου, κάτι κακό θέλει να σε επισκεφτεί!!!

Μυστήριο: Η Κοκκινοφορεμένη.


Η ιστορία αυτή είναι που με έκανε να αναθεωρήσω ορισμένα πράγματα. Συνέβη σε εμένα και έναν φίλο μου πριν 1 χρόνο και ακόμα δεν μπορώ να δώσω μια λογική εξήγηση. Εύλογα πολλοί δεν θα την πιστέψουν, ήμουν όμως μπροστά, τα είδα με τα μάτια μου τα γεγονότα.

Πριν ένα χρόνο άρχισα να κάνω παρέα με ένα παιδί. Ήταν μεταξύ Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς όταν για πρώτη φορά βγήκαμε. Ήμασταν έξω μέχρι αργά το βράδυ, συζητούσαμε επί ώρες, περπατάγαμε και λέμε σε ένα σημείο να κάτσουμε να κάνουμε ένα τσιγάρο. Ένα θέμα (από τα λίγα) που δεν είχαμε ανταλλάξει απόψεις ήταν ο Θεός. Όντας και οι δύο άθεοι, χαρήκαμε που έχουμε ίδιες απόψεις. Καθόμασταν λοιπόν και συζητούσαμε σε ένα απόμερο στενό. Περασμένα μεσάνυχτα, σε ένα μέρος που δεν κυκλοφορούσε κανείς, βράδυ Κυριακής. Από τη μεριά του δρόμου που είχαμε ξαποστάσει εμείς ήταν παρκαρισμένα αμάξια.

Θυμάμαι εκεί που ανταλλάσσαμε απόψεις περί Θεού, κάτι είδα από την αντανάκλαση του παραθύρου σε ένα βανάκι. Αυτός δεν είδε τίποτα γιατί ήταν πλάτη στο βανάκι. Του λέω να κοιτάξει προς τα εκεί. Φοβήθηκα. Ήταν αργά το βράδυ, απομακρυσμένα από το κέντρο. Ήμασταν μόνοι και ευάλωτοι. Κοιτάμε και οι δύο προς το βανάκι για λίγο, τίποτα. Και λίγα δευτερόλεπτα μετά, ξαφνικά είναι μία γριά που έρχεται με πολύ γοργό βήμα προς εμάς, διασχίζοντας το πεζοδρόμιο. Ήταν ντυμένη από πάνω μέχρι κάτω στα κόκκινα. Δεν μπόρεσε να αντιδράσει κανείς από τους δυο μας. Η γριά ερχόταν προς το μέρος μας χαμογελαστή, με ένα βλέμμα διαπεραστικό, κοιτάζοντας μας έντονα στα μάτια. Και οι δύο τραβηχτήκαμε όσο γινόταν προς τον τοίχο. Θυμάμαι καθώς περνούσε από μπροστά μας μας ρωτά: «Είστε καλά, παιδάκια;». Εγώ χωρίς να το σκεφτώ απαντώ «Μια χαρά». Και χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Τη στιγμή που περνούσε νιώσαμε ένα ρίγος τόσο έντονο, είχαμε ανατριχιάσει ολόκληροι. Επί δύο λεπτά απλά κοιταζόμασταν, το μόνο που ακούστηκε ήταν ο φίλος μου που μου ψιθύρισε «Το είδες;;». Πάμε να σηκωθούμε και βλέπουμε πάλι αυτή τη γριά να διασχίζει γρήγορα τον δρόμο με την ίδια κατεύθυνση όπως πριν. Έκανε τον κύκλο του τετραγώνου σε έναν χρόνο που εγώ χρειάζομαι ένα 5άλεπτο.

Αυτό που συνέβη ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω και η λογική μου μου υπαγορεύει πως δεν ήταν κάτι. Η λογική μου δεν μου επιτρέπει να πω πως είδα κάτι το μεταφυσικό εκείνο το βράδυ. Όμως, το λέω όσο πιο αντικειμενικά γίνεται, ποτέ δεν έχω νιώσει τέτοιο ρίγος, τέτοια αρνητική ενέργεια από κάποιον. Το βράδυ που γύριζα σπίτι, κοίταγα συνέχεια πίσω μου, αισθανόμενη πως κάποιος με παρακολουθεί. Ίσως ποτέ δεν εξηγήσω το περιστατικό.

Η γνώμη σας είναι θεμιτή.

Μυστήριο: Ένα Μυστήριο Που Δεν Λύθηκε Ποτέ.


Μια φορά μια οικογένεια, την οποία αποτελούσαν οι δύο γονείς και ένα 10χρονο αγόρι ο Γιώργος, πήγαν διακοπές στην Καλαμάτα σε ένα σπίτι που είχαν νοικιάσει μέσω ίντερνετ. Πλησιάζοντας μετά από πολλές ώρες ταξίδι, παρατήρησαν ότι δίπλα ακριβώς από το νοικιασμένο τους σπίτι, βρισκόταν μια σκοτεινή σπήλια. Μόλις έφτασαν ήταν πολύ εξαντλημένοι από το ταξίδι και ήταν ήδη πολύ αργά, παρόλα αυτά αφού πολύ λίγο έψαξαν ίσα ίσα να βρουν τα κρεβάτια, έβαλαν το μικρό τους γιο να κοιμηθεί και πήγαν να εξερευνήσουν την σπηλιά η οποία τους είχε κάνει εντύπωση! Ενώ οι γονείς ήταν έξω από το σπίτι και ο μικρός κοιμόταν σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο που μύριζε υγρασία, μούχλα και κλεισούρα, τον ύπνο του διέκοψε ένας πολύ παράξενος και ενοχλητικός θόρυβος. Σε όλο σχεδόν το σπίτι ακουγόταν ο εξής παρατεταμένος ήχος <<τικ,τικ,τικ>> σαν να χτυπούσε κάτι σε πόρτα. Ξαφνικά ο ήχος ολοένα και δυνάμωνε και το παιδί κρύφτηκε στα σκεπάσματα του. Ο θόρυβος σταμάτησε αμέσως μόλις κουκουλώθηκε, και το παιδί ηρέμησε.

Το άλλο πρωί τους βρήκε ταλαιπωρημένους όλους από το ξενύχτι. Η σπηλιά δεν είχε κάτι ενδιαφέρον για το ζευγάρι κι έτσι παράτησαν την εξερεύνηση. Ο μικρός είχε τους δικούς του λόγους να είναι άυπνος τους οποίους και ανέφερε στους γονείς του τρομοκρατημένος, όμως αυτοί τον καθησύχασαν λέγοντάς του πως ήταν μόνο η ιδέα του…

Ο Γιώργος βγήκε να παίξει στην πλατεία που ήταν λίγο πιο κάτω από το νοικιασμένο τους σπίτι. Σκέφτηκε πως ίσως ήταν καλύτερα να σταματήσει να το σκέφτεται και να βρει κάποιους φίλους να παίξει. Έπαιξε όλο το απόγευμα!!! Είχε αρχίσει να νυχτώνει, αλλά το παιχνίδι ήταν τόσο ωραίο που παρασύρθηκε και όταν θυμήθηκε να γυρίσει στους δικούς του, είχε ήδη βραδιάσει και όλα γύρω ήταν κατασκότεινα. Άρχισε να περπατάει προς το σπίτι όταν αντιλήφθηκε ότι κάποιος τον ακολουθούσε. Και δεν ήταν μόνο αυτό!!! Όταν ο Γιώργος έκανε ένα βήμα, αυτό που τον ακολουθούσε έκανε κι αυτό ένα βήμα. Έκανε ο Γιώργος δύο βήματα γρήγορα, το ίδιο έκανε κι αυτό. Σταματούσε ο Γιώργος κόκκαλο και αυτό. Και το λέω αυτό γιατί η διαίσθηση του Γιώργου ήταν ότι αυτό που τον ακολουθούσε όχι μόνο δεν είχε ανθρώπινη διάσταση αλλά ήταν και κάτι ΚΑΚΟ… Τώρα τι να κάνω; Σκέφτηκε. Πρέπει να δω αν είναι άνθρωπος ή κάτι άλλο… Γυρίζω, βλέπω και τρέχω σαν τρελός, είπε από μέσα του. Έτσι έκανε… αυτό που είδε δεν ήταν ανθρώπινο, ούτε κάτι γνώριμο. Ήταν συγκεχυμένο .Όμως έτρεξε όσο πιο δυνατά μπορούσε και σταμάτησε μόνο όταν πέρασε το κατώφλι της πόρτας.

Ανέφερε το περιστατικό στους γονείς του, όμως πάλι τον καθησύχασαν δήθεν πως είναι από την κούραση. τον μάλωσαν φυσικά γιατί είχε αργήσει πολύ και ανησύχησαν. Αυτό το βράδυ δεν κοιμήθηκε πάλι ο Γιώργος.

Την επόμενη μέρα η θερμοκρασία είχε ανεβεί πολύ. Μίνι καύσωνας!!! Αποφάσισαν να περάσουν όλο το πρωί στη παραλία και να γυρίσουν μόνο για ύπνο το μεσημέρι. Πέρασαν υπέροχα πράγμα που ξεκούρασε τον Γιώργο και ξέχασε όλα όσα <<νόμιζε>> ότι του είχαν συμβεί τις προηγούμενες δύο μέρες. Το μεσημέρι η θερμοκρασία είχε φτάσει στους 40 βαθμούς και ξαπλώνοντας στο κρεβάτι ο μοναδικός τρόπος για να δροσιστείς ήταν να ακουμπήσεις όλο το σώμα σου στον υγρό και κρύο τοίχο του δωματίου όπου ακουμπούσε το κρεβάτι. Ο Γιώργος με το πρόσωπό του γυρισμένο στον τοίχο και σχεδόν έτοιμος να αποκοιμηθεί, ένοιωσε μια παρουσία στο δωμάτιο. Όπως το προηγούμενο βράδυ με την διαφορά ότι αυτή τη φορά αυτό που προσπαθούσε να τον προσεγγίσει η διαίσθησή του του έλεγε πως ήταν ΚΑΛΟ… ΚΑΛΟ ή ΚΑΚΟ ο Γιώργος είχε τρομοκρατηθεί. Έψαχνε να βρει τρόπο να ξεφύγει, όταν ξαφνικά ένιωσε το στρώμα από το κρεβάτι του να βυθίζεται, σαν κάποιο σώμα ανθρώπινο να κάθεται πάνω σε αυτό. Ακριβώς δίπλα του. Θα γυρίσω απότομα και θα αρχίσω να τρέχω… σκέφτηκε. Γυρνάει απότομα το κεφάλι και αμέσως το στρώμα ανασηκώθηκε, σαν κάποιος να σηκώθηκε από αυτό. Με τη διαφορά ότι ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ. Ο Γιώργος έτρεξε στην μητέρα του και κλαίγοντας της είπε πως το μόνο που είδε ήταν μια διάφανη ανθρώπινη φιγούρα με άσπρη πολύ αχνή επιφάνεια σαν τις γραμμές στον αέρα που δημιουργούνται στις μεγάλες ζέστες.

Την άλλη μέρα η οικογένεια έφυγε γιατί ο Γιώργος δεν μπορούσε να μείνει πλέον στο σπίτι. Έτσι το μυστήριο του σπιτιού της Καλαμάτας έμεινε άλυτο, να περιμένει την επόμενη οικογένεια που θα το νοίκιαζε να το λύσει…

===================

Ευχαριστούμε τον JohnyGym για την ιστορία του.

===================

Μυστήριο: Περίεργο Συμβάν Στην Παραλία.


Γεια σας, με λένε Νίκο και ζω σε μια κωμόπολη δίπλα στην θάλασσα. Κάτι παράξενο συνέβη  σε μια παραλία που βρίσκετε κοντά στο σπίτι μου και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας για να μου πείτε κι εσείς την γνώμη σας.

Πριν λίγες μέρες ήρθαν να μας επισκεφτούν οι θείοι μου από την Αθήνα. Οι θείοι μου κάθε απόγευμα πάνε σε μια ωραία παραλία όπου συχνάζει πολύς κόσμος. Συνήθως πάω κι εγώ μαζί τους αλλά τότε δεν είχα και πολύ όρεξη κι έτσι έκατσα σπίτι.

Μόλις γύρισαν μου είπαν τι είχε γίνει στην παραλία. Είχαν κάτσει σε μια ξαπλώστρα δίπλα από ένα ζευγάρι που είχε μαζί του ένα παιδάκι. Αυτό το παιδί από την ώρα που είχαν πάει εκεί έκλαιγε και ούρλιαζε ασταμάτητα, σε σημείο που ο θείος μου ρώτησε τους γονείς του τι είχε… Αυτοί απάντησαν πως είχαν επίσης παραξενευτεί από την συμπεριφορά του γιατί συνήθως ήταν ήρεμος και του άρεσε η θάλασσα, πρώτη φορά έκανε κάπως έτσι.

Τότε ο θείος μου τους πρότεινε να το ξεματιάσουν, όμως αυτοί δεν ήξεραν οπότε το έκανε η θεία μου. Αμέσως μόλις τέλειωσε το ξεμάτιασμα το παιδί σταμάτησε να κλαίει και η θεία μου άρχισε να χασμουριέται ασταμάτητα.

Μετά από λίγη ώρα και αφού η θεία μου είχε σταματήσει να χασμουριέται οι γονείς του παιδιού και οι θείοι μου παρατήρησαν πως το παιδάκι προσπαθούσε να λιώσει κάτι σαν καβουράκι με το φτυαράκι του. Μόλις όμως πήγαν πιο κοντά είδαν έναν κόκκινο σκορπιό…

======================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του

======================

Μυστήριο: Robert The Doll.


Το όνομα της κούκλας είναι «Robert the doll» και είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο. Φημολογείται πως… είναι δαιμονισμένη! Ένα φαινόμενο που απασχολεί πολλούς επισκέπτες του μουσείου Martello στο ιστορικό Custom House, στο Key West της Φλόριντας. Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν τι συμβαίνει με την συγκεκριμένη κούκλα μα κάνεις μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να δώσει κάποια απάντηση. Η κούκλα ανήκει στον Ελληνικής καταγωγής ζωγράφο Robert Eugene Otto, ο οποίος απέκτησε την κούκλα το 1906 όταν ήταν 6 χρόνων. Του τη χάρισε η νταντά του που κατάγονταν από τις Μπαχάμες και εξασκούσε μαύρη μαγεία.

Η κούκλα είναι φτιαγμένη από άχυρο και ο Robert δεν την αποχωρίστηκε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Συμπεριφερόταν στην κούκλα λες και ήταν άνθρωπος. Την έντυσε με τα δικά του ρούχα και της έδωσε το όνομά του. Τον είχαν ακούσει να ρωτάει πράγματα στην κούκλα και μετά να απαντάει ο ίδιος με εντελώς διαφορετική φωνή και μάλιστα σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα.

Λίγους μήνες μετά την άφιξη της κούκλας στο σπίτι του Robert Eugene, άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Αντικείμενα να εξαφανίζονται και να επανεμφανίζονται σπασμένα. Όταν ρωτούσαν τον Robert Eugene για τις ζημιές που γίνονταν, απαντούσε πως «Ο Robert The Doll το έκανε». Γείτονες έλεγαν πως έβλεπαν τον Robert The Doll στα παράθυρα του σπιτιού, τη νύχτα. Τις νυχτερινές ώρες οι υπηρέτες ξυπνούσαν από έναν περίεργο ήχο και άκουγαν βαριά βήματα πάνω στη στέγη. Ένα περίεργο βουητό και τραγούδι ακουγόταν κατά καιρούς από το φυτώριο και ύστερα υπήρχε μια αλλόκοτη μεταφυσική δραστηριότητα. Επιτραπέζιες λάμπες γύριζαν ανάποδα, έπιπλα άλλαζαν θέση από μόνα τους μπροστά στα μάτια του προσωπικού αλλά και των γονιών του Ρόμπερτ.

Όταν οι γονείς του Ρόμπερτ πέθαναν εκείνος παντρεύτηκε την Άνν Πάρκερ, μια κοσμική κυρία και μετακόμισε στο δικό της σπίτι. Η κούκλα τοποθετήθηκε στη σοφίτα της καινούριας οικίας αλλά την έβλεπαν συχνά να κάθεται στο κεφαλόσκαλο και να παρακολουθεί τον Ρόμπερτ να εκτινάσσεται από τις σκάλες της σοφίτας. Η σύζυγος του Ρόμπερτ άκουσε κάποτε την κούκλα να τραγουδάει με φωνή παιδιού νηπιακής ηλικίας. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η γυναίκα του πέθανε και το 1974 απεβίωσε και ο ίδιος. Ερευνητές μεταφυσικών δραστηριοτήτων δηλώνουν ότι η φοβερή κούκλα συνέχιζε τη δραστηριότητά της και μετά το θάνατο του Ρόμπερτ. Κάποιοι ακούν τον ήχο του τραγουδιού της, ενώ λένε ότι τρομάζει τα παιδιά με τρομακτικές γκριμάτσες.

Μετά την απώλεια του ζεύγους το σπίτι πωλήθηκε σε μια οικογένεια που είχε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι. Το παιδί βρήκε στη σοφίτα την κούκλα και έτσι έγινε η νέα ιδιοκτήτρια του Robert The Doll. Όμως η κούκλα αντιπαθούσε το κοριτσάκι και έτσι ποδοπάτησε και ακρωτηρίασε τις άλλες κούκλες του κοριτσιού. Λένε πως το 10χρονο κοριτσάκι ξυπνούσε κι έβρισκε την κούκλα να κάθεται στο πρόσωπό του, επειδή ήθελε να το πνίξει. Η οικογένεια μετακόμισε αμέσως και το σπίτι μετατράπηκε σε σπίτι με ιστορική αξία του καλλιτέχνη, ενώ η κούκλα δωρίθηκε στο μουσείο Martello.

Και στο μουσείο τα προβλήματα δεν άργησαν να ξεκινήσουν αφού η κούκλα σκαρφάλωνε στον τοίχο όπως οι αράχνες, από εκεί έβριζε και καταριόταν το τρομοκρατημένο προσωπικό. Τελικά την έπιασαν και την τοποθέτησαν σε μια πλαστική θήκη όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Ωστόσο την κατηγορούν ακόμη για πολλά περίεργα γεγονότα μέσα και έξω από το μουσείο. Είναι ακόμη ντυμένη με τη στολή του ναύτη που της έφτιαξε ο Ρόμπερτ από τα δικά του ρούχα και κρατάει ένα μικρό αρκουδάκι.

Αυτή η κούκλα ήταν αφορμή για όλες τις ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν μέχρι σήμερα αλλά και τα βιβλία τρόμου που έχουν γραφτεί. Ο Robert The Doll καταχωρήθηκε ως «στοιχειωμένη κούκλα» από την Παραψυχολογική Εταιρία των ΗΠΑ. Υπάρχει η φήμη πως ο Robert The Doll καταριέται αυτούς που τον φωτογραφίζουν, εκτός εάν πάρουν ευγενικά την άδειά του. Χιλιάδες γράμματα έχουν σταλεί στο μουσείο και ζητούν από τον Robert The Doll, να τους συγχωρέσει και να πάρει πίσω την κατάρα του.

454006_original dscn1379 Robert_The_Doll_(5999680656) robertdoll Robert-the-Doll

================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

================

Αρέσει σε %d bloggers: