Category Archives: Μυστήριο

Μυστήριο: Η Γυναίκα Με Τα Γκρίζα Μάτια.


Λονδίνο 1870 και ο νεαρός Τζέιμς περπατάει στα σκοτεινά σοκάκια με μόνη συντροφιά, το ολόγιομο φεγγάρι και τις σκιές της νύχτας. Από κάπου ακούγονται οι τροχοί μιας άμαξας, σαν να περνάει από δίπλα του και να εξαφανίζεται, καταπίνοντας την το άγριο σκοτάδι. Κάπου κοντά,  τα γέλια από μια παρέα αντρών, σκίζουν την σιωπή της νύχτας αλλά τον Τζέιμς φαίνεται να μην τον αγγίζει τίποτα.

Συνεχίζει σαν αερικό  που απλά βγήκε να απολαύσει την σιωπή του σκοτεινού Λονδίνου. Πριν μια ώρα την είδε, αυτή, που με τα γκρίζα της ματιά τον έκανε να φαντάζεται άγριες καταιγίδες, με τα μακριά ξανθά της μαλλιά το ανοιξιάτικο χάδι του ήλιου στο πρόσωπο του και με το γλυκό χαμόγελο της τον έκανε να φαντάζεσαι οικογένεια, την δική του οικογένεια, μαζί της. Του υποσχέθηκε ότι θα τον ξανασυναντήσει αύριο, την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο αλλά μόνοι τους στο λονδρέζικο ποτάμι, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των κατοίκων της πόλης.

Η νύχτα πέρασε πιο αργά απ’ ότι δίνει ο χειμώνας την θέση του στην άνοιξη. Το όμορφο πρωινό δεν γλύκανε την ανυπομονησία του και τα Χαρούμενα γέλια των παιδιών, δεν καταλάγιασαν τον φόβο του για το αν θα κατάφερνε να συναντήσει την αγαπημένη του την νύχτα.

Οι ώρες πέρασαν και η στιγμή έφτασε για τον νεαρό Τζέιμς. Έκανε την ίδια διαδρομή όπως το προηγούμενο βράδυ, σαν να φοβόταν πως αν αλλάξει το παραμικρό, ίσως αυτή εξαφανιζόταν, σαν κάτι το ονειρικό, το εξωπραγματικό. Με αυτές τις σκέψεις να γυροφέρνουν το θολωμένο του μυαλό, την είδε εκεί, στο ίδιο σημείο να τον κοιτάει  με τα μεγάλα γκρίζα της μάτια, τα χρυσά μαλλιά της να ανεμίζουν και το γλυκό χαμόγελο της να τον καλεί να πάει κοντά της.

Την πλησίασε και ένιωσε μια ζεστασιά στην καρδιά του. Την είδε να προχωράει και απλά, την ακολούθησε. Περπατούσε δίπλα της σε μια ήρεμη νυχτερινή βόλτα κοιτώντας το λονδρέζικο ποτάμι. Εκεί, ξαφνικά γύρισε και την ρώτησε αν θέλει να γίνει γυναίκα του. Αυτή απλά του χαμογέλασε και συνέχισε να περπατάει.

Οι ώρες πέρασαν και καθώς  πλησίαζε το ξημέρωμα, ακούστηκαν οι οπλές αλόγου. Ένας άγνωστος καβαλάρης σταμάτησε δίπλα τους, άπλωσε το χέρι στην κοπέλα και έτσι,  χωρίς ένα αντίο τον άφησε με μια γλυκιά ανάμνηση της βόλτας τους και εξαφανίστηκε, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να ήταν αποκύημα της φαντασίας του.

Τα επόμενα βράδια πέρασαν βρίσκοντας τον Τζέιμς στο ίδιο σημείο που είχαν συναντηθεί αλλά αυτή ήταν άφαντη, μέχρι που ένα βράδυ, πηγαίνοντας προς το καμαράκι που νοίκιαζε την είδε να βγαίνει γρήγορα από μια άμαξα, να τρέχει προς το μέρος του και να του ψιθυρίζει μια μόνο λέξη, ΝΑΙ, Δίνοντας του ραντεβού για το επόμενο βράδυ.

Οι ώρες πέρασαν σαν μια άγρια τρικυμία από την ψυχή του και η νύχτα έφτασε. Η όμορφη νύφη του όπως του υποσχέθηκε τον περίμενε αλλά δεν ήταν μόνη της, ο καβαλάρης της προηγούμενης νύχτας ήταν εκεί, περιμένοντας με μια μεγάλη άμαξα. Η κοπέλα τον κάλεσε μέσα να μπει, μαζί της. Στην καμπίνα της άμαξας υπήρχαν μόνο αυτοί οι δύο, κλείνοντας έξω την κρύα νύχτα με τις σκιές της.

Της πρόσφερε ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα, όπως άρμοζε σε μια νύφη, την δικιά του νύφη. Τον κοίταξε με αυτά τα γκρίζα ματιά που τόσο αγάπησε. Τον άγγιξε με το λευκό χέρι της στο πρόσωπο και ένιωσε μια παγωνιά να τον διαπερνάει και να τυλίγει σαν γροθιά την καρδιά του. Του χαμογέλασε, πλησίασε το στόμα του και τον άγγιξε με τα κατακόκκινα, παγωμένα σαν το κατάλευκο χιόνι, χείλη της. Ένιωσε την καρδιά του να σταματάει, το χαμόγελο του να παγώνει, την ψυχή να αφήνει το μουδιασμένο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και το τελευταίο πράγμα που είδε,  πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ήταν τα μάτια της… Πως είχε ξεγελαστεί και δεν είχε προσέξει ότι ήταν μαύρα σαν την χειμωνιάτικη κατασκότεινη νύχτα που τον κατάπινε.

Τον βρήκαν την άλλη μέρα το πρωί, σε ένα μικρό σοκάκι με το χαμόγελο παγωμένο στα χείλη του και τα μάτια του να κοιτάνε άψυχα τον γαλάζιο ουρανό, με εάν λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι. Τα χρόνια πέρασαν και πολλοί που έτυχε να περάσουν μέχρι και σήμερα από τον τάφο του ρομαντικού Τζέιμς, είπαν ότι είδαν, εκεί δίπλα στην πλάκα που γράφει το όνομα του, το Φάντασμα της ξανθιάς κοπέλας, με το ίδιο γλυκό χαμόγελο στα χείλη, να κρατάει ένα λευκό τριαντάφυλλο… ΠΕΘΑΜΕΝΗ Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;

=======================================

Θα ήθελα να ευχαριστήσω την σελίδα σας,  για την ευκαιρία που μας δίνει να μοιραζόμαστε τις ιστορίες και τις σκέψεις μας με άλλους φίλους φαν, του είδους. Λεμπέση Ρόη.

=======================================

Μυστήριο: Ο Άνδρας Με Τα Μαύρα.


Το πρωί της 17ης Δεκεμβρίου του 2015, ο αγαπημένος μου φίλος με κάλεσε στα γενέθλιά του. Όταν έφτασε το απόγευμα, γύρω στις 18:30, άρχισα να ντύνομαι και να ετοιμάζω το δώρο του, που είχα αγοράσει για τα γενέθλιά του. Στις 19:30, αν θυμάμαι καλά, ξεκίνησα να προχωρώ προς το σπίτι του, το οποίο είναι αρκετά μακριά από το δικό μου. Οι γονείς μου έλειπαν εκείνη την ώρα, και γι’ αυτό αναγκάστηκα να πάω με τα πόδια. Φυσικά, είχα συνεννοηθεί μαζί τους πως θα φύγω με τα πόδια. Στη διαδρομή, κοιτούσα τα στολισμένα σπίτια αριστερά και δεξιά, νιώθοντας και την απίστευτη αίσθηση του δροσερού αέρα. Ήταν Χριστούγεννα! Η αγαπημένη μου γιορτή από όλες!

Καθώς έστριψα σε ένα στενό δρομάκι, ένιωσα πως κάποιος ή κάποια ή κάτι, τέλος πάντων, με παρακολουθεί. Αυτό το στενό δρομάκι ήταν θεοσκότεινο και τρομακτικό, καθώς επικρατούσε κάτω στο έδαφος κάτι σαν ομίχλη. Αριστερά και δεξιά δεν υπήρχαν σπίτια, αλλά υπήρχαν ψηλά δέντρα, τα οποία έκαναν το στενό δρομάκι να μοιάζει με ένα μονοπάτι, μέσα σε ένα κατασκότεινο δάσος.

Ξαφνικά, άκουσα κάποιον να ψιθυρίζει κάτι πάνω στα κλαδιά των δέντρων! Τά ‘χασα!!! Στάθηκα ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα και μετά πλησίασα με αργά βήματα προς το σημείο όπου άκουσα τον ψίθυρο. Όμως, δεν υπήρχε κανένας εκεί! Ούτε ακουγόταν κάποια φωνή! Αφού έπεισα τον εαυτό μου πως ήταν η ιδέα μου, συνέχισα να προχωράω με βιαστικό βήμα. Δυστυχώς όμως, η διαίσθηση που είχα ότι κάτι κακό έχει αυτό το στενό δρομάκι, δεν μου «έφευγε» από το μυαλό. Κάποια στιγμή, άκουσα βήματα ακριβώς από πίσω μου, αλλά όταν γύρισα να δω ποιος με ακολουθούσε δεν είδα τίποτα.

Όταν κοίταξα πιο καλά, αντίκρισα έναν μαυροφορεμένο άντρα να στέκεται όρθιος στο σημείο που είχα ακούσει λίγο πιο πριν τον ψίθυρο! Ο φόβος μου δεν περιγράφεται! Συνέχισα να περπατάω προσπαθώντας να μη κοιτάξω πίσω, όμως δεν τα κατάφερνα. Γυρνούσα συνεχώς πίσω για να μην μου επιτεθεί, μα όσο κι αν κοιτούσα, ο άνδρας στεκόταν στο ίδιο σημείο, μη μπορώντας να διακρίνω ούτε το πρόσωπό του ούτε τα ρούχα του. Το σκοτάδι είχε γίνει ένα με αυτόν!

Βγαίνοντας από το στενό δρομάκι, έριξα μια τελευταία ματιά πίσω μου και έστριψα προς έναν άλλον δρόμο, τρέχοντας σαν τρελός. Μέχρι που έφτασα, επιτέλους, στην πλατεία του χωριού και σταμάτησα να τρέχω, αφού, πλέον, ήμουν ασφαλής.

Γύρω στις 19:50, έφτασα στο σπίτι του φίλου μου! Του ευχήθηκα «χρόνια πολλά», του έδωσα το δώρο που του αγόρασα και πέρασα μέσα στο σπίτι του. Εκεί, εγώ, ο φίλος μου και τα άλλα παιδιά που είχε καλέσει, μιλούσαμε για διάφορα θέματα και γενικά η βραδιά πέρασε με νόστιμα φαγητά, με καλή παρέα και διασκέδαση.

Η ώρα, όμως, πέρασε και η μητέρα μου με πήρε στο κινητό, λέγοντάς μου να γυρίσω στο σπίτι πάλι με τα πόδια, διότι το αυτοκίνητο είχε χαλάσει και ο πατέρας μου το είχε πάει σε έναν μηχανικό αυτοκινήτων για να το φτιάξει.

Μετά από το κλείσιμο της πόρτας του σπιτιού του φίλου μου, αντιλήφθηκα πως οι δρόμοι ήταν μουσκεμένοι από την βροχή. Εκείνη τη στιγμή όμως ίσα που ψιχάλιζε. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα βιαστικά προς το σπίτι μου.

Στον γυρισμό κατευθύνθηκα προς έναν άλλον σκοτεινό και μουσκεμένο δρόμο, έχοντας στη σκέψη μου πως είναι καλύτερα να μην ξαναπεράσω από το στενό δρομάκι με τον μαυροφορεμένο άντρα. Καθώς όμως περπατούσα στον σκοτεινό και μουσκεμένο δρόμο, ξαφνικά γλίστρησα κι έπεσα κάτω! Λερώθηκα μόνο στα δυο μου χέρια και στα γόνατα των ποδιών μου. Όταν σηκώθηκα και κοίταξα προς τα εμπρός, είδα έναν άντρα στη μέση του δρόμου να στέκεται ακίνητος και να κοιτάζει προς το μέρος μου, κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα μεγάλο μαχαίρι!!! Βάζω στοίχημα πως ήταν από αυτά τα μαχαίρια που υπάρχουν στα χασάπικα!

Ένιωσα μια ανατριχίλα να «κυβερνά» το σώμα μου και, τότε, το έβαλα στα πόδια, περνώντας ξανά μπροστά από το σπίτι του φίλου μου! Μπαίνοντας μέσα σε διάφορους δρόμους κατάφερα να φτάσω στην πλατεία, όπου όλα τα φώτα με καθησυχάζουν συνέχεια και μου δίνουν το μήνυμα πως δεν κινδυνεύω. Δυστυχώς όμως, έφτασα στο γνωστό στενό δρομάκι και έπρεπε να μπω ξανά εκεί μέσα, ώστε να φτάσω στο σπίτι μου.

Τελικά μπήκα, σκεπτόμενος ότι αφού ο μυστήριος άντρας με τα μαύρα βρέθηκε κοντά στο σπίτι του φίλου μου, δεν υπάρχει περίπτωση να βρίσκεται κι εδώ. Μπαίνοντας μέσα στο θεοσκότεινο και μουσκεμένο, από τη βροχή, στενό δρομάκι, άκουσα ξανά κάποιον να ψιθυρίζει, πάνω στα κλαδιά ενός δέντρου!!! Με μια απότομη κίνηση, έσκυψα κάτω! Δεν ξέρω για ποιο λόγο το έκανα αυτό. Μετά, σηκώθηκα και κοίταξα το δέντρο….. Τίποτα. Απλά, ο παγωμένος αέρας κουνούσε τα κλαδιά και τα φύλλα του δέντρου, δίχως κανέναν ψίθυρο.

Μόλις απομακρύνθηκα από το δέντρο, ένιωσα μια ανατριχίλα στην πλάτη μου και τότε γύρισα προς τα πίσω και τον είδα! Τον είδα! Είδα τον σκοτεινό άντρα με ένα μαχαίρι στο δεξί του χέρι, μόνο που αυτήν τη φορά δεν με κοιτούσε! Πλησίαζε βιαστικά προς το μέρος μου!!!

– Θέλω να σου πω, φώναξε.

Κατατρομαγμένος, άρχισα να τρέχω προς το τέλος του στενού δρόμου, όπου εκεί έριξα μια ματιά πίσω μου. Είδα τον άντρα να με κυνηγά! Τον είδα! Ξέρω τί είδα!

Τελικά, έφτασα στο σπίτι μου και, λαχανιασμένος, τα είπα όλα στη μητέρα μου. Αμέσως, η μητέρα μου κλείδωσε τα παντζούρια και τις πόρτες και περίμενε τον πατέρα μου να γυρίσει στο σπίτι. Όταν έφτασε, του άνοιξε την πόρτα και την ξανακλείδωσε!

Το επόμενο πρωί, η αστυνομία βρήκε έναν νεκρό 50χρονο άντρα με μαύρα μαλλιά, μαύρη μπλούζα και μαύρο παντελόνι, στο γνωστό στενό δρομάκι που πέρασα τη χθεσινή νύχτα!!! Το πρόσωπό του, όμως, ήτανε εντελώς παραμορφωμένο κι έτσι δεν μάθαμε ποτέ ποιος ήταν. Στην καρδιά του, βρισκόταν καρφωμένο ένα μαχαίρι που έμοιαζε με μαχαίρι από χασάπικο!

Λένε πως αυτός ο άντρας τριγυρνούσε μέσα στα σκοτάδια, ψάχνοντας παιδιά διαφόρων ηλικιών για να σκοτώσει! Ήθελε να σκοτώνει παιδιά, διότι, όταν ζήτησε από τη σύζυγό του να «ρίξουν» το παιδί, η γυναίκα του αρνήθηκε. Δυστυχώς όμως, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα και από τότε αυτός πιστεύει πως φταίει η ύπαρξη όλων των παιδιών για τον θάνατό της.

Λένε, επίσης, πως, όταν δεις έναν ακίνητο άντρα σε ένα σκοτεινό μέρος να σε κοιτάζει συνέχεια, δίχως όμως να έρχεται προς τα πάνω σου, κάτι κακό θέλει να σε επισκεφτεί!!!

Μυστήριο: Η Κοκκινοφορεμένη.


Η ιστορία αυτή είναι που με έκανε να αναθεωρήσω ορισμένα πράγματα. Συνέβη σε εμένα και έναν φίλο μου πριν 1 χρόνο και ακόμα δεν μπορώ να δώσω μια λογική εξήγηση. Εύλογα πολλοί δεν θα την πιστέψουν, ήμουν όμως μπροστά, τα είδα με τα μάτια μου τα γεγονότα.

Πριν ένα χρόνο άρχισα να κάνω παρέα με ένα παιδί. Ήταν μεταξύ Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς όταν για πρώτη φορά βγήκαμε. Ήμασταν έξω μέχρι αργά το βράδυ, συζητούσαμε επί ώρες, περπατάγαμε και λέμε σε ένα σημείο να κάτσουμε να κάνουμε ένα τσιγάρο. Ένα θέμα (από τα λίγα) που δεν είχαμε ανταλλάξει απόψεις ήταν ο Θεός. Όντας και οι δύο άθεοι, χαρήκαμε που έχουμε ίδιες απόψεις. Καθόμασταν λοιπόν και συζητούσαμε σε ένα απόμερο στενό. Περασμένα μεσάνυχτα, σε ένα μέρος που δεν κυκλοφορούσε κανείς, βράδυ Κυριακής. Από τη μεριά του δρόμου που είχαμε ξαποστάσει εμείς ήταν παρκαρισμένα αμάξια.

Θυμάμαι εκεί που ανταλλάσσαμε απόψεις περί Θεού, κάτι είδα από την αντανάκλαση του παραθύρου σε ένα βανάκι. Αυτός δεν είδε τίποτα γιατί ήταν πλάτη στο βανάκι. Του λέω να κοιτάξει προς τα εκεί. Φοβήθηκα. Ήταν αργά το βράδυ, απομακρυσμένα από το κέντρο. Ήμασταν μόνοι και ευάλωτοι. Κοιτάμε και οι δύο προς το βανάκι για λίγο, τίποτα. Και λίγα δευτερόλεπτα μετά, ξαφνικά είναι μία γριά που έρχεται με πολύ γοργό βήμα προς εμάς, διασχίζοντας το πεζοδρόμιο. Ήταν ντυμένη από πάνω μέχρι κάτω στα κόκκινα. Δεν μπόρεσε να αντιδράσει κανείς από τους δυο μας. Η γριά ερχόταν προς το μέρος μας χαμογελαστή, με ένα βλέμμα διαπεραστικό, κοιτάζοντας μας έντονα στα μάτια. Και οι δύο τραβηχτήκαμε όσο γινόταν προς τον τοίχο. Θυμάμαι καθώς περνούσε από μπροστά μας μας ρωτά: «Είστε καλά, παιδάκια;». Εγώ χωρίς να το σκεφτώ απαντώ «Μια χαρά». Και χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Τη στιγμή που περνούσε νιώσαμε ένα ρίγος τόσο έντονο, είχαμε ανατριχιάσει ολόκληροι. Επί δύο λεπτά απλά κοιταζόμασταν, το μόνο που ακούστηκε ήταν ο φίλος μου που μου ψιθύρισε «Το είδες;;». Πάμε να σηκωθούμε και βλέπουμε πάλι αυτή τη γριά να διασχίζει γρήγορα τον δρόμο με την ίδια κατεύθυνση όπως πριν. Έκανε τον κύκλο του τετραγώνου σε έναν χρόνο που εγώ χρειάζομαι ένα 5άλεπτο.

Αυτό που συνέβη ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω και η λογική μου μου υπαγορεύει πως δεν ήταν κάτι. Η λογική μου δεν μου επιτρέπει να πω πως είδα κάτι το μεταφυσικό εκείνο το βράδυ. Όμως, το λέω όσο πιο αντικειμενικά γίνεται, ποτέ δεν έχω νιώσει τέτοιο ρίγος, τέτοια αρνητική ενέργεια από κάποιον. Το βράδυ που γύριζα σπίτι, κοίταγα συνέχεια πίσω μου, αισθανόμενη πως κάποιος με παρακολουθεί. Ίσως ποτέ δεν εξηγήσω το περιστατικό.

Η γνώμη σας είναι θεμιτή.

Μυστήριο: Ένα Μυστήριο Που Δεν Λύθηκε Ποτέ.


Μια φορά μια οικογένεια, την οποία αποτελούσαν οι δύο γονείς και ένα 10χρονο αγόρι ο Γιώργος, πήγαν διακοπές στην Καλαμάτα σε ένα σπίτι που είχαν νοικιάσει μέσω ίντερνετ. Πλησιάζοντας μετά από πολλές ώρες ταξίδι, παρατήρησαν ότι δίπλα ακριβώς από το νοικιασμένο τους σπίτι, βρισκόταν μια σκοτεινή σπήλια. Μόλις έφτασαν ήταν πολύ εξαντλημένοι από το ταξίδι και ήταν ήδη πολύ αργά, παρόλα αυτά αφού πολύ λίγο έψαξαν ίσα ίσα να βρουν τα κρεβάτια, έβαλαν το μικρό τους γιο να κοιμηθεί και πήγαν να εξερευνήσουν την σπηλιά η οποία τους είχε κάνει εντύπωση! Ενώ οι γονείς ήταν έξω από το σπίτι και ο μικρός κοιμόταν σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο που μύριζε υγρασία, μούχλα και κλεισούρα, τον ύπνο του διέκοψε ένας πολύ παράξενος και ενοχλητικός θόρυβος. Σε όλο σχεδόν το σπίτι ακουγόταν ο εξής παρατεταμένος ήχος <<τικ,τικ,τικ>> σαν να χτυπούσε κάτι σε πόρτα. Ξαφνικά ο ήχος ολοένα και δυνάμωνε και το παιδί κρύφτηκε στα σκεπάσματα του. Ο θόρυβος σταμάτησε αμέσως μόλις κουκουλώθηκε, και το παιδί ηρέμησε.

Το άλλο πρωί τους βρήκε ταλαιπωρημένους όλους από το ξενύχτι. Η σπηλιά δεν είχε κάτι ενδιαφέρον για το ζευγάρι κι έτσι παράτησαν την εξερεύνηση. Ο μικρός είχε τους δικούς του λόγους να είναι άυπνος τους οποίους και ανέφερε στους γονείς του τρομοκρατημένος, όμως αυτοί τον καθησύχασαν λέγοντάς του πως ήταν μόνο η ιδέα του…

Ο Γιώργος βγήκε να παίξει στην πλατεία που ήταν λίγο πιο κάτω από το νοικιασμένο τους σπίτι. Σκέφτηκε πως ίσως ήταν καλύτερα να σταματήσει να το σκέφτεται και να βρει κάποιους φίλους να παίξει. Έπαιξε όλο το απόγευμα!!! Είχε αρχίσει να νυχτώνει, αλλά το παιχνίδι ήταν τόσο ωραίο που παρασύρθηκε και όταν θυμήθηκε να γυρίσει στους δικούς του, είχε ήδη βραδιάσει και όλα γύρω ήταν κατασκότεινα. Άρχισε να περπατάει προς το σπίτι όταν αντιλήφθηκε ότι κάποιος τον ακολουθούσε. Και δεν ήταν μόνο αυτό!!! Όταν ο Γιώργος έκανε ένα βήμα, αυτό που τον ακολουθούσε έκανε κι αυτό ένα βήμα. Έκανε ο Γιώργος δύο βήματα γρήγορα, το ίδιο έκανε κι αυτό. Σταματούσε ο Γιώργος κόκκαλο και αυτό. Και το λέω αυτό γιατί η διαίσθηση του Γιώργου ήταν ότι αυτό που τον ακολουθούσε όχι μόνο δεν είχε ανθρώπινη διάσταση αλλά ήταν και κάτι ΚΑΚΟ… Τώρα τι να κάνω; Σκέφτηκε. Πρέπει να δω αν είναι άνθρωπος ή κάτι άλλο… Γυρίζω, βλέπω και τρέχω σαν τρελός, είπε από μέσα του. Έτσι έκανε… αυτό που είδε δεν ήταν ανθρώπινο, ούτε κάτι γνώριμο. Ήταν συγκεχυμένο .Όμως έτρεξε όσο πιο δυνατά μπορούσε και σταμάτησε μόνο όταν πέρασε το κατώφλι της πόρτας.

Ανέφερε το περιστατικό στους γονείς του, όμως πάλι τον καθησύχασαν δήθεν πως είναι από την κούραση. τον μάλωσαν φυσικά γιατί είχε αργήσει πολύ και ανησύχησαν. Αυτό το βράδυ δεν κοιμήθηκε πάλι ο Γιώργος.

Την επόμενη μέρα η θερμοκρασία είχε ανεβεί πολύ. Μίνι καύσωνας!!! Αποφάσισαν να περάσουν όλο το πρωί στη παραλία και να γυρίσουν μόνο για ύπνο το μεσημέρι. Πέρασαν υπέροχα πράγμα που ξεκούρασε τον Γιώργο και ξέχασε όλα όσα <<νόμιζε>> ότι του είχαν συμβεί τις προηγούμενες δύο μέρες. Το μεσημέρι η θερμοκρασία είχε φτάσει στους 40 βαθμούς και ξαπλώνοντας στο κρεβάτι ο μοναδικός τρόπος για να δροσιστείς ήταν να ακουμπήσεις όλο το σώμα σου στον υγρό και κρύο τοίχο του δωματίου όπου ακουμπούσε το κρεβάτι. Ο Γιώργος με το πρόσωπό του γυρισμένο στον τοίχο και σχεδόν έτοιμος να αποκοιμηθεί, ένοιωσε μια παρουσία στο δωμάτιο. Όπως το προηγούμενο βράδυ με την διαφορά ότι αυτή τη φορά αυτό που προσπαθούσε να τον προσεγγίσει η διαίσθησή του του έλεγε πως ήταν ΚΑΛΟ… ΚΑΛΟ ή ΚΑΚΟ ο Γιώργος είχε τρομοκρατηθεί. Έψαχνε να βρει τρόπο να ξεφύγει, όταν ξαφνικά ένιωσε το στρώμα από το κρεβάτι του να βυθίζεται, σαν κάποιο σώμα ανθρώπινο να κάθεται πάνω σε αυτό. Ακριβώς δίπλα του. Θα γυρίσω απότομα και θα αρχίσω να τρέχω… σκέφτηκε. Γυρνάει απότομα το κεφάλι και αμέσως το στρώμα ανασηκώθηκε, σαν κάποιος να σηκώθηκε από αυτό. Με τη διαφορά ότι ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ. Ο Γιώργος έτρεξε στην μητέρα του και κλαίγοντας της είπε πως το μόνο που είδε ήταν μια διάφανη ανθρώπινη φιγούρα με άσπρη πολύ αχνή επιφάνεια σαν τις γραμμές στον αέρα που δημιουργούνται στις μεγάλες ζέστες.

Την άλλη μέρα η οικογένεια έφυγε γιατί ο Γιώργος δεν μπορούσε να μείνει πλέον στο σπίτι. Έτσι το μυστήριο του σπιτιού της Καλαμάτας έμεινε άλυτο, να περιμένει την επόμενη οικογένεια που θα το νοίκιαζε να το λύσει…

===================

Ευχαριστούμε τον JohnyGym για την ιστορία του.

===================

Μυστήριο: Περίεργο Συμβάν Στην Παραλία.


Γεια σας, με λένε Νίκο και ζω σε μια κωμόπολη δίπλα στην θάλασσα. Κάτι παράξενο συνέβη  σε μια παραλία που βρίσκετε κοντά στο σπίτι μου και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας για να μου πείτε κι εσείς την γνώμη σας.

Πριν λίγες μέρες ήρθαν να μας επισκεφτούν οι θείοι μου από την Αθήνα. Οι θείοι μου κάθε απόγευμα πάνε σε μια ωραία παραλία όπου συχνάζει πολύς κόσμος. Συνήθως πάω κι εγώ μαζί τους αλλά τότε δεν είχα και πολύ όρεξη κι έτσι έκατσα σπίτι.

Μόλις γύρισαν μου είπαν τι είχε γίνει στην παραλία. Είχαν κάτσει σε μια ξαπλώστρα δίπλα από ένα ζευγάρι που είχε μαζί του ένα παιδάκι. Αυτό το παιδί από την ώρα που είχαν πάει εκεί έκλαιγε και ούρλιαζε ασταμάτητα, σε σημείο που ο θείος μου ρώτησε τους γονείς του τι είχε… Αυτοί απάντησαν πως είχαν επίσης παραξενευτεί από την συμπεριφορά του γιατί συνήθως ήταν ήρεμος και του άρεσε η θάλασσα, πρώτη φορά έκανε κάπως έτσι.

Τότε ο θείος μου τους πρότεινε να το ξεματιάσουν, όμως αυτοί δεν ήξεραν οπότε το έκανε η θεία μου. Αμέσως μόλις τέλειωσε το ξεμάτιασμα το παιδί σταμάτησε να κλαίει και η θεία μου άρχισε να χασμουριέται ασταμάτητα.

Μετά από λίγη ώρα και αφού η θεία μου είχε σταματήσει να χασμουριέται οι γονείς του παιδιού και οι θείοι μου παρατήρησαν πως το παιδάκι προσπαθούσε να λιώσει κάτι σαν καβουράκι με το φτυαράκι του. Μόλις όμως πήγαν πιο κοντά είδαν έναν κόκκινο σκορπιό…

======================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του

======================

Μυστήριο: Robert The Doll.


Το όνομα της κούκλας είναι «Robert the doll» και είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο. Φημολογείται πως… είναι δαιμονισμένη! Ένα φαινόμενο που απασχολεί πολλούς επισκέπτες του μουσείου Martello στο ιστορικό Custom House, στο Key West της Φλόριντας. Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν τι συμβαίνει με την συγκεκριμένη κούκλα μα κάνεις μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να δώσει κάποια απάντηση. Η κούκλα ανήκει στον Ελληνικής καταγωγής ζωγράφο Robert Eugene Otto, ο οποίος απέκτησε την κούκλα το 1906 όταν ήταν 6 χρόνων. Του τη χάρισε η νταντά του που κατάγονταν από τις Μπαχάμες και εξασκούσε μαύρη μαγεία.

Η κούκλα είναι φτιαγμένη από άχυρο και ο Robert δεν την αποχωρίστηκε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Συμπεριφερόταν στην κούκλα λες και ήταν άνθρωπος. Την έντυσε με τα δικά του ρούχα και της έδωσε το όνομά του. Τον είχαν ακούσει να ρωτάει πράγματα στην κούκλα και μετά να απαντάει ο ίδιος με εντελώς διαφορετική φωνή και μάλιστα σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα.

Λίγους μήνες μετά την άφιξη της κούκλας στο σπίτι του Robert Eugene, άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Αντικείμενα να εξαφανίζονται και να επανεμφανίζονται σπασμένα. Όταν ρωτούσαν τον Robert Eugene για τις ζημιές που γίνονταν, απαντούσε πως «Ο Robert The Doll το έκανε». Γείτονες έλεγαν πως έβλεπαν τον Robert The Doll στα παράθυρα του σπιτιού, τη νύχτα. Τις νυχτερινές ώρες οι υπηρέτες ξυπνούσαν από έναν περίεργο ήχο και άκουγαν βαριά βήματα πάνω στη στέγη. Ένα περίεργο βουητό και τραγούδι ακουγόταν κατά καιρούς από το φυτώριο και ύστερα υπήρχε μια αλλόκοτη μεταφυσική δραστηριότητα. Επιτραπέζιες λάμπες γύριζαν ανάποδα, έπιπλα άλλαζαν θέση από μόνα τους μπροστά στα μάτια του προσωπικού αλλά και των γονιών του Ρόμπερτ.

Όταν οι γονείς του Ρόμπερτ πέθαναν εκείνος παντρεύτηκε την Άνν Πάρκερ, μια κοσμική κυρία και μετακόμισε στο δικό της σπίτι. Η κούκλα τοποθετήθηκε στη σοφίτα της καινούριας οικίας αλλά την έβλεπαν συχνά να κάθεται στο κεφαλόσκαλο και να παρακολουθεί τον Ρόμπερτ να εκτινάσσεται από τις σκάλες της σοφίτας. Η σύζυγος του Ρόμπερτ άκουσε κάποτε την κούκλα να τραγουδάει με φωνή παιδιού νηπιακής ηλικίας. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η γυναίκα του πέθανε και το 1974 απεβίωσε και ο ίδιος. Ερευνητές μεταφυσικών δραστηριοτήτων δηλώνουν ότι η φοβερή κούκλα συνέχιζε τη δραστηριότητά της και μετά το θάνατο του Ρόμπερτ. Κάποιοι ακούν τον ήχο του τραγουδιού της, ενώ λένε ότι τρομάζει τα παιδιά με τρομακτικές γκριμάτσες.

Μετά την απώλεια του ζεύγους το σπίτι πωλήθηκε σε μια οικογένεια που είχε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι. Το παιδί βρήκε στη σοφίτα την κούκλα και έτσι έγινε η νέα ιδιοκτήτρια του Robert The Doll. Όμως η κούκλα αντιπαθούσε το κοριτσάκι και έτσι ποδοπάτησε και ακρωτηρίασε τις άλλες κούκλες του κοριτσιού. Λένε πως το 10χρονο κοριτσάκι ξυπνούσε κι έβρισκε την κούκλα να κάθεται στο πρόσωπό του, επειδή ήθελε να το πνίξει. Η οικογένεια μετακόμισε αμέσως και το σπίτι μετατράπηκε σε σπίτι με ιστορική αξία του καλλιτέχνη, ενώ η κούκλα δωρίθηκε στο μουσείο Martello.

Και στο μουσείο τα προβλήματα δεν άργησαν να ξεκινήσουν αφού η κούκλα σκαρφάλωνε στον τοίχο όπως οι αράχνες, από εκεί έβριζε και καταριόταν το τρομοκρατημένο προσωπικό. Τελικά την έπιασαν και την τοποθέτησαν σε μια πλαστική θήκη όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Ωστόσο την κατηγορούν ακόμη για πολλά περίεργα γεγονότα μέσα και έξω από το μουσείο. Είναι ακόμη ντυμένη με τη στολή του ναύτη που της έφτιαξε ο Ρόμπερτ από τα δικά του ρούχα και κρατάει ένα μικρό αρκουδάκι.

Αυτή η κούκλα ήταν αφορμή για όλες τις ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν μέχρι σήμερα αλλά και τα βιβλία τρόμου που έχουν γραφτεί. Ο Robert The Doll καταχωρήθηκε ως «στοιχειωμένη κούκλα» από την Παραψυχολογική Εταιρία των ΗΠΑ. Υπάρχει η φήμη πως ο Robert The Doll καταριέται αυτούς που τον φωτογραφίζουν, εκτός εάν πάρουν ευγενικά την άδειά του. Χιλιάδες γράμματα έχουν σταλεί στο μουσείο και ζητούν από τον Robert The Doll, να τους συγχωρέσει και να πάρει πίσω την κατάρα του.

454006_original dscn1379 Robert_The_Doll_(5999680656) robertdoll Robert-the-Doll

================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

================

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (τρίτο μέρος).


Σε όλη την διαδρομή που περπατούσα ένιωθα γύρω μου μια αύρα να υπάρχει. Όλη την ώρα είχα την σκέψη – Να τώρα θα εμφανιστεί – αλλά δεν εμφανιζόταν. Όχι ακόμα τουλάχιστον… Κοιτούσα με πολλή προσοχή σε κάθε σημείο, κάθε λεπτομέρεια, για κάποιο σημάδι που θα μπορούσε να υπάρχει. Ούτε και κατάλαβα πότε χάθηκαν από τα μάτια μου οι φίλοι μου… Καινούργιες σκέψεις μπήκαν στο μυαλό μου αλλά δεν έδωσα σημασία. Ξαφνικά νιώθω ένα ψυχρό αεράκι να με χτυπάει στο σβέρκο.

-Και πολύ άργησες να εμφανιστείς… αμέσως σκέφτηκα.

Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει αρκετά στο σημείο όπου είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά η ψυχή του κοριτσιού. Από στιγμή σε στιγμή ήξερα ότι θα εμφανιστεί, αλλά αυτή την φορά δεν θα άφηνα τον φόβο μου να με κυριαρχήσει. Και κατά βάθος ήξερα γιατί πήρα εγώ αυτό το μονοπάτι… Φαντάζομαι ότι δεν θα άντεχαν οι φίλοι μου αυτό που άντεξα εγώ. Ακόμα δεν μου έχει περάσει όλο αυτό που είχα νιώσει εκείνη την ημέρα.

Ήταν σαν εκείνη τη νύχτα όπου είδα για πρώτη φορά στην τηλεόραση το ALIEN και πριν προλάβει να τελειώσει έπεσα σε έναν βαθύ ύπνο και ξύπνησα σε έναν κόσμο από εφιάλτες. Πρέπει να ήταν το 1992 σε μια ηλικία 10 χρονών. Δεν θα το ξεχάσω αυτό το όνειρο. Είχα δει ότι με ξύπνησε ένα μαύρο χέρι που με τράβηξε μέσα από το κρεβάτι και που με πήρε σε έναν κόσμο όπου γίνονταν φρικτά πράγματα.

Είχα βάλει τα κλάματα ενώ παράλληλα ήθελα να κοιτάξω από κάτω από το κρεβάτι αλλά ο φόβος με είχε κυριαρχήσει, μέχρι που μπήκε η μητέρα μου στο δωμάτιο, άναψε το φως και με πήρε στην αγκαλιά της για να με ηρεμήσει. Ήταν από τις λίγες φορές που αναζήτησα την παρέα της τις νύχτες…

Και όπως το φαντάστηκα, το κοριτσάκι ήταν εκεί. Λίγο χάθηκα μέσα στις σκέψεις μου και εμφανίστηκε. Στεκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο γονατισμένο με τα χέρια να ακουμπάνε στο έδαφος. Στην αρχή πήγα πάλι να καταρρεύσω αλλά όχι. Αυτή τη φορά νίκησα. Κατάπια λίγο από το σάλιο μου που είχε κολλήσει στο λαιμό και πλησίασα αρκετά ώστε να μπορέσω να της μιλήσω.

-Είμαι εδώ για σένα, για να σε βοηθήσω να βρεις τον δρόμο σου. Αυτές ήταν οι λέξεις που βγήκαν από μέσα μου.

Το κοριτσάκι σταμάτησε να κλαίει, γυρνάει, με κοιτάζει με ένα βλέμμα από πάγο και τότε έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα. Πρέπει να ήταν τόσο δυνατή που με ανάγκασε να κλείσω με τα χέρια τα αυτιά μου για να μην πάθουν κάποια ζημιά, σφίγγοντας τα βλέφαρα μου με όλη μου την δύναμη.

Η κραυγή σταματάει, ανοίγω τα μάτια μου, την βλέπω να σηκώνεται στα πόδια της και έρχεται προς το μέρος μου με ένα βλέμμα αυτή την φορά που σκοτώνει. Τα αντανακλαστικά μπήκαν σε λειτουργία και άθελά μου κάνω δύο βήματα προς τα πίσω που αυτό είχε σαν κατάληξη να σκοντάψω σε μια πέτρα που υπήρχε πίσω μου. Βρισκόμουν με τον κώλο καθισμένος και τα χέρια ακουμπισμένα πίσω από την πλάτη μου στο χώμα. Έρχεται από πάνω μου, σκύβει στο σημείο που βρισκόταν το πρόσωπο μου, βγάζει άλλη μια τσιρίδα πιο δυνατή αυτή τη φορά και τρέχει μέσα στο δάσος με ένα σατανικό γέλιο.

-Ωχ, οι φίλοι μου. Αυτή ήταν η σκέψη που υπήρχε στο μυαλό μου.

Αμέσως κατάλαβα ότι κινδυνεύουν, σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω και εγώ να προλάβω να τους ειδοποιήσω. Αλλά δεν πρόλαβα.

Το κοριτσάκι δεν φαινόταν πουθενά, λίγα μέτρα έξω από το φάρο είδα τους φίλους μου να περπατάνε μαζί να χαχανίζουν σαν χαζοί. Ένας Θεός ξέρει τι λέγανε αλλά κατάλαβα ότι πρέπει να έλεγαν αστεία. Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολύ κάνανε περίπατο παρά να ψάχνουνε για κάποιο στοιχείο, πόσο μάλλον ένα πτώμα.

-Γιάάάάάάάαννηηηηηηηηη Δημήήήήήήήήτρηηηηηηηη; Φύγετεεεε από το φάααααροοοο.

-Τιιιιιιιιιιιιιι; Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Δημήτρη και του Γιάννη που άκουσα για την υπόλοιπη ζωή μου.

Δεν πρόλαβα να τους σώσω. Σπάει ένα μεγάλο κλαδί και καρφώνεται με τόση δύναμη στο κεφάλι του Δημήτρη που διαπερνάει όλο του το σώμα και σταματάει στο έδαφος. Όπως ένα αρνί που το έχουν σουβλίσει και περιμένουν να το ψήσουν για να γιορτάσουν το Πάσχα. Ο φίλος μου στέκεται ακόμα όρθιος, όρθιος αλλά νεκρός. Τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα, ο φακός έχει γλιστρήσει από το χέρι του και το αίμα έχει γίνει γύρω του ποτάμι.

Ο Γιάννης έχει βάλει τις κραυγές και τρέχει να φύγει από το φάρο κουνώντας τα χέρια του ανέμελα στον αέρα καθώς δάκρυα ξεγλιστρούν πίσω του πέφτοντας στο έδαφος σαν σταγόνες από βροχή.

Τότε γυρίζω το κεφάλι μου προς το δέντρο που έσπασε το κλαδί και βλέπω το κορίτσι να πηδάει από την κορυφή του δέντρου και πάντα γελώντας τρέχει πίσω από τον Γιάννη, περνάει από μέσα του και σταματάει λίγα μέτρα μπροστά του. Ο φίλος μου έχει μείνει σαστισμένος, ο φόβος αυτή την στιγμή είναι ο μόνος κυρίαρχος αυτού του παιχνιδιού.

«Μην με σκοτώσεις σε παρακαλώ μη», είναι τα μόνα λόγια που ξεπηδούν από τα χείλη του. Το κοριτσάκι τον πλησιάζει με ένα βλέμμα αυτή την φορά «σσσσσσς…. Εγώ είμαι εδώ, μην φοβάσαι». και τότε απλώνει το χέρι της και με ένα απλό άγγιγμα του νυχιού της ανοίγει ο λαιμός στα δύο ξαπλώνοντας το κεφάλι προς τα πίσω ακουμπώντας στην πλάτη. Το κορμί του φίλου μου έχει πέσει στο πάτωμα και σπαρταράει σαν ψάρι έξω από το νερό μέχρι να πεθάνει και ο τελευταίος μυς. Το κορίτσι τώρα κοιτάει εμένα, μου δίνει ένα γλυκό χαμόγελο σαν να μου λέει ευχαριστώ και φεύγει χοροπηδηχτή ή μάλλον χορεύοντας.

Τρέχω αμέσως στον Γιάννη, βάζω το σώμα του σε μια οριζόντια θέση με το κεφάλι του κανονικά, «απίστευτο πόσο αίμα ακόμα Θεέ μου»;

Βλέπω τα μάτια του είναι ακόμα ζωντανά και τα χείλη του να κουνιούνται σαν να θέλει να μου πει «ωραία περάσαμε όσο κράτησε αυτή η φιλία σε αυτή την ζωή. Θα τα πούμε στην επόμενη».

«Ναι φίλε μου, ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά». Τότε νιώθω το χέρι του να σφίγγει το δικό μου για μια στιγμή και μετά, μετά τίποτα, όλα τελείωσαν για αυτόν…

Έκλεισα τα μάτια του και τότε δεν μπόρεσα να φανώ δυνατός. Εγώ ξέσπασα σε κλάματα και τα κλάματα σε δάκρυα φωνάζοντας ξανά και ξανά «γιατίίίίίίίίίίίίί;». Τότε εμφανίστηκε πάλι το κορίτσι μπροστά μου με ένα ποιο ζωηρό βλέμμα αυτή την φορά και με ένα ύφος σαν να μου λέει «έλα πάμε». Τότε σηκώθηκα και την ακολούθησα μέχρι το σημείο που την συνάντησα για πρώτη φορά και μου δείχνει με το χέρι της το σημείο που στεκόταν.

-Τι θέλεις τώρα;

Αλλά δεν παίρνω απάντηση. Ήξερα όμως τι ήταν αυτό που ζητούσε.

-Θέλεις να σκάψω εδώ έτσι;

Αυτή την φορά παίρνω την απάντηση κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά…

-Ναι αλλά δεν έχω φτυάρι.

Και τότε μου δείχνει πάλι με το χέρι της την πέτρα όπου σκόνταψα πριν. Πριν γίνουν όλα αυτά.

Ήταν αρκετά μυτερή για να μπορέσω να σκάψω. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η πέτρα ήταν εκεί για έναν σκοπό, αυτό τον σκοπό. Την πήρα με τα δυο μου χέρια και άρχισα να σκάβω με ότι δύναμη και κουράγιο θα μπορούσε να μου έχει απομείνει μέχρι που διακρίνω κάτι ξανθά μαλλιά να ξεπροβάλουν από το σημείο που έσκαβα και έτσι συνέχισα με τα χέρια μου. Μέχρι να αποκαλυφθεί και το υπόλοιπο κορμί της ή μάλλον τα οστά της να πω καλύτερα και ένα σημείωμα.

-Αυτή είσαι εσύ;

Την ρώτησα αλλά δεν χρειάστηκε να μου απαντήσει, την ήξερα την απάντηση.

Σκύβει πάλι από πάνω μου αλλά αυτή την φορά δεν βγάζει κάποια κραυγή, κάθε άλλο, φέρνει τα χείλη της πάνω στα δικά μου και με φιλάει.

-Θεέ μου, με φιλάει μια πεθαμένη, τι αηδία;

Τότε βλέπω μια δέσμη φωτός να προβάλει από τον ουρανό και για άλλη μια φορά και μάλλον η τελευταία της λέω.

-Αυτό είναι για σένα. Είναι η πύλη για τον παράδεισο, μην το χάσεις.

Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και φεύγει. Την βλέπω να χάνεται μέσα στην δέσμη και όσο χανόταν έσβηνε και αυτή,.

-Τελικά υπάρχει παράδεισος, σκέφτηκα.

Κοίταξα την σημείωση αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω και πολλά. Ο χρόνος το είχε ξεθωριάσει. Αλλά κατάφερα τελικά να ξεχωρίσω τρία επίθετα. Παπαγιαννακόπουλος, Κουτσοφτάρης και Λαχανακόπουλος που συνοδευόταν με ένα παράξενο σύμβολο. Η με μια υπογραφή που ο χρόνος το είχε αλλοιώσει. Αμέσως κατάλαβα ότι οι φίλοι μου είχαν τα ίδια επίθετα. Αμέσως κατάλαβα ότι το κορίτσι πήρε την εκδίκηση που ζητούσε σκοτώνοντας τους απογόνους των δολοφόνων της.

Το έργο μου είχε τελειώσει εδώ. Έφυγα από το φάρο, αλλά όχι δεν πήγα στο σπίτι μου. Αν και είχα ανάγκη από ένα ζεστό μπάνιο έτσι στα αίματα που ήμουν. Πήγα αμέσως στην αστυνομία. Ένας αστυνομικός με ρώτησε τη συμβαίνει και η μόνη λέξη που βγήκε από τα χείλη μου ήταν «φάρος». Από τότε δεν ξαναέβγαλα άλλη λέξη, έτσι και αλλιώς δεν θα με πίστευαν. Με πήγαν στα κρατητήρια μέχρι να γίνει η δίκη αφού οι κατηγορίες θα έπεφταν πάνω μου. Έτσι και αλλιώς μόνο εγώ βγήκα ζωντανός από το φάρο και ήμουν στα αίματα.

Οι δικοί μου άνθρωποι όταν ερχόντουσαν στα επισκεπτήρια με παρακαλούσαν να μιλήσω, να πω τι έγινε αλλά ούτε ακόμα και σε αυτούς το μόνο πού μπορούσε να βγει από μέσα μου ήταν δάκρυα. Η δίκη έγινε και μαντέψτε τη έγραφε η επικεφαλίδα στην Ευβοϊκή Γνώμη…

15ΧΡΟΝΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΤΩΣΕ ΜΕ ΒΙΑΙΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΦΑΡΟ ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ…

Άσχημο τέλος επεφύλαξε η μοίρα για τρεις έφηβους φίλους.

Τα μυαλά του έχασε ο 15χρονος Καλημέρης Παπαχρήστος με αποτέλεσμα να σκοτώσει δύο φίλους του στο φάρο της Κακής Κεφαλής. Νεκροί είναι ο Γιάννης Λαχανακόπουλος και ο Δημήτρης Κουτσοφτάρης, και δύο 15 χρόνων κάτοικοι Χαλκίδας. Λίγο πιο κάτω από το σημείο όπου βρέθηκαν τα πτώματα των άτυχων αγοριών, βρέθηκε το πτώμα ενός μικρού κοριτσιού ηλικίας 9-13 χρόνων σύμφωνα με τις δηλώσεις της αστυνομίας.

Αυτή η υπόθεση πάντως αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα… Για τον 15χρονο Καλημέρη Παπαχρήστο η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν ψυχικές διαταραχές…

=============================================

Σημείωση: Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, η ιστορία είναι φανταστική και ουδεμία σχέση έχει με πραγματικά ονόματα ή γεγονότα.

=============================================

το πρώτο μέρος

το δεύτερο μέρος

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (δεύτερο μέρος).


Το επόμενο πρωί πήγα μόνος μου στο φάρο για να εξακριβώσω το σχέδιο του συμβόλου αφού όλοι μου οι φίλοι κοιμόντουσαν και ένας που ήταν ξύπνιος είχε φύγει με την μητέρα του για ψώνια. Φτάνοντας στο φάρο διαπίστωσα πως είχε μαζευτεί περίπου οι μισοί αστυνομία της Χαλκίδος. Πήγα σε ένα αστυνομικό να ρωτήσω τι είχε συμβεί αλλά κανείς δεν μου έδωσε πληροφορίες γιατί ήμουν ανήλικος. Δεν άργησα να μάθω πληροφορίες από κάτι περαστικούς που συζητούσαν για αυτό που είχε συμβεί.

Το βράδυ λίγο μετά που φύγαμε από το φάρο βρήκε τραγικό τέλος ο δασοφύλακας. Ναι αυτός ο τρομακτικός άνθρωπος με το γυάλινο μάτι ήταν πλέον νεκρός. Θεέ μου… Εγώ είμαι σίγουρος ότι έχει να κάνει με όλη αυτήν την μυστήρια ιστορία που επικρατεί στο δάσος. Κάτι μου λέει πως αυτό που έζησα το βράδυ δεν ήταν μόνο η φαντασία μου. Λίγο αργότερα κατέφθασα στο σπίτι και αφού δεν μπορούσα να κάνω και πολλά, μπήκα στο ίντερνετ για να ψάξω για το σύμβολο που θυμόμουν αμυδρά. Δεν κατάφερα να βρω αρκετά μόνο κάτι μεσαιωνικά σύμβολα που πιστεύω δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που είχα δει.

Λίγο αργότερα άρχισα να παίρνω τους φίλους μου τηλέφωνο για να τους διηγηθώ αυτό που είχε γίνει λίγο μετά που φύγαμε εμείς από το φάρο. Και τα τρία παιδιά εκπλαγήκαν που το άκουσαν αυτό. Στην αρχή ήταν διστακτικά και δεν ήθελαν να με πιστέψουν αλλά το έκαναν. Δεν εκπλάγηκα όταν άκουσα έναν από τους τρεις να μου λέει πως πρέπει να σταματήσει αυτό το θέμα εδώ πριν γίνει άλλο κακό η βρούμε τον μπελά μας. Εκεί κατάλαβα πως ήμουν μόνος. Κανένας τους δεν ήθελε να λύσει το μυστήριο που επικρατεί στο δάσος. για κάποιες μέρες το άφησα και εγώ αυτό το θέμα αφού πιθανόν να παρακολουθούσε την περιοχή η αστυνομία.

Χωρίς καλά καλά να ξεκινήσω την έρευνα πρόσεξα ότι στο σημείο που είχε γονατίσει το κοριτσάκι υπήρχαν αποτυπώματα από παλάμες. Τελικά αποδεικνύεται ότι δεν ήταν όλα στην φαντασία μου. Κοίταξα για το σύμβολο αλλά αυτή τη φορά δεν το είδα, λες και ο χρόνος είχε σβήσει κάθε ίχνος από την πέτρα. Νομίζω εδώ τελείωσε η έρευνα μου έτσι πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Φτάνοντας στο σπίτι κάτι περίεργο είχε συμβεί, όλοι οι γονείς των φίλων μου και οι δύο φίλοι μου ήταν στο σπίτι και με περίμεναν. Για κάποιο λόγο το μυαλό μου πήγε αμέσως στο κακό αφού ένας από τους φίλους μου έλειπε. Ο ένας από τους καλύτερους μου φίλους βρήκε τραγικό θάνατο. Αν και οι γονείς του μου είπαν πως το τελευταίο καιρό είχε πέσει παρά πολύ ψυχολογικά έτσι πήδηξε από την ταράτσα του σπιτιού δεν το πίστεψα. Δεν ήταν άνθρωπος που θα έφτανε σε τέτοιο σημείο ότι και αν του συνέβαινε. Ότι δυσκολίες και να του παρουσιάζονταν σε αυτή τη ζωή πάντα έβρισκε μέσα του τη δύναμη να τις αντιμετωπίσει.

Έμεινα άφωνος όταν άκουσα αυτή την άσχημη είδηση. Ήθελα να βάλω τα κλάματα αλλά ήξερα ότι έπρεπε να φανώ δυνατός. Δεν πήγε ούτε λίγο στο μυαλό μου ότι δεν θα ξαναδώ έναν από τους καλύτερους μου φίλους, και πόσο μάλλον θα μου λείψουν οι πλάκες που κάναμε μαζί…

Ήξερα μέσα μου πως για όλα είχε σχέση η ιστορία που κυριαρχεί στο φάρο. Καλημέρη βοήθησέ με… τον άκουγα βλέποντας από μακριά το πρόσωπο του να χάνεται στο σκοτάδι… Ανοίγω τα μάτια μου και κοιτάζω γύρω μου, όλα στο δωμάτιο ήταν φυσιολογικά, μόνο ο κρύος ιδρώτας υπάρχει να λούζει το κορμί μου. Άραγε ήταν μόνο ένα όνειρο; Μήπως σημαίνει κάτι; Πρέπει να μάθω και γρήγορα… Πρέπει να τελειώσει αυτή η ιστορία πριν γίνει άλλο κακό.

Έτσι αφού ξημέρωσε, περίπου στις 10 η ώρα πήγα πάλι στο φάρο. Κάτι πρέπει να υπάρχει που δεν το έχω βρει ακόμα και είναι εκεί και με περιμένει. Το μόνο που χρειαζόταν είναι να ψάξω στο σωστό σημείο. Φτάνοντας όμως κάτι σταματάει τα σχέδια μου, η αστυνομία είναι και πάλι εκεί και φιλάει την περιοχή. Έτσι συνέχισα την πορεία μου με διακριτικό τρόπο ώστε να μην δώσω κάποια αφορμή για να με σταματήσουν και να αρχίσουν τις ερωτήσεις. Μάλιστα ένας από τους αστυνομικούς με κοίταζε επίμονα…

Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να έρθω όταν νυχτώσει και ήθελα να το αποφύγω. Ακόμα υπάρχει αυτός ο φόβος από εκείνη την νύχτα που με είχε κυριεύσει. Έτσι σαν Παρασκευή που ήταν πήρα την εφημερίδα Ευβοική Γνώμη και μάντεψε τι είχε για επικεφαλίδα: ΤΡΑΓΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΒΡΗΚΕ Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΑΙΤΙΑ.

Έμεινα λίγο σαστισμένος κοιτάζοντας συνεχώς τον τίτλο, δεν καταλαβαίνω τον λόγο όμως. Ήταν κάτι που ήδη το γνώριζα. Τώρα πήρα το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι και αφού δεν είχα να κάνω κάτι περίμενα να περάσουν οι ώρες που είχαν απομείνει ανιαρά ανοιγοκλείνοντας κάθε λίγο την τηλεόραση μήπως έχει κάτι ενδιαφέρον, πηγαίνοντας που και που στο δωμάτιο και ξάπλωνα έστω για πέντε λεπτά η ανοίγοντας το ψυγείο ψάχνοντας για καμία λιχουδιά παρόλο που δεν πεινούσα. Απλά για να φύγει η λαιμαργία η για να περάσει η ώρα.

Οι ώρες αν και δύσκολες η καλύτερα βαρετές με πολλούς αργούς ρυθμούς πέρασαν. Έτσι κατά της εννιά το βράδυ άρχισα να εφοδιάζομαι με όλα τα απαραίτητα, όχι πολλά πράγματα, ένα φακό και ένα κομποσκοίνι που μου είχαν κάνει δώρο στη γιορτή μου όπου το είχε φτιάξει ένα ασκητής στο Άγιο Όρος λέγοντας από μέσα του ΚΎΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι ξεκίνησα πάλι για το φάρο. Το φάρο της κακής κεφαλής όπου ο μύθος του πήρε άλλες δύο ψυχές. Του φαροφύλακα και του καλύτερου μου φίλου.

Στο δρόμο καθώς πήγαινα κάτι παράξενο συνέβη, κάποιος φώναξε το όνομα μου, γυρνάω και παρατηρώ από απόσταση δύο σκιές να με πλησιάζουν. Δεν αργώ όμως να καταλάβω ότι ήταν οι δύο φίλοι μου.

-εεε… Καλημέρη, περίμενε και εμάς. Φωνάζει ένας από τους δύο.

-Που πάτε βρε παιδιά τέτοια ώρα;

-Σε εσένα. Μου απαντούν.

-Φανταστήκαμε ότι θα συνέχιζες την έρευνα και είπαμε να έρθουμε και εμείς να σε βοηθήσουμε. Παίρνει τον λόγο ο Γιάννης.

-Εξάλλου… Δεν τον άφησα να τελειώσει την κουβέντα του.

-Εξάλλου τι; Τον ρώτησα με βλέμμα που καρφώνει.

-Εξάλλου από την μέρα που πέθανε ο φίλος μας, μας στοιχειώνει τα όνειρα μας σαν να θέλει να μας πει κάτι.

-Σαν να θέλει να λύσουμε το μυστήριο. Συμπληρώνει ο Δημήτρης και συνεχίζει πάλι ο Γιάννης.

-Δεν έπρεπε να σε αφήσουμε μόνο, υπάρχει ένα μυστήριο που πρέπει να λυθεί και μόνος δεν θα μπορέσεις.

-Ευχαριστώ βρε παιδιά με συγκινήσατε.

-Ας το κάνουμε για το φίλο μας και την ψυχή που είναι εγκλωβισμένη τόσα χρόνια στο φάρο.

Δώσαμε και οι τρεις μας τα χέρια και ξεκινήσαμε μαζί για το φάρο. Στο δρόμο με ρώτησε ο Γιάννης τη ανακάλυψα αυτό τον καιρό με τις έρευνες μου.

-Οχι και πολλά. Σκέφτηκα, μάλλον τίποτα.

Αλλά ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό ότι έχει να κάνει με μια ψυχή και για να υπάρχει η ψυχή κάπου πρέπει υπάρχει και ένα πτώμα. Άμα βρεθεί το πτώμα θα ησυχάσει και η ψυχή και τότε όλα θα λυθούν.

– Θα σας πω όταν φτάσουμε

Προχωρώντας παραλιακά και αυτή την φορά όχι μόνος, μια όμορφη βραδιά επικρατούσε και έτσι παραμυθένια που απλωνόταν σαν κουρτίνα με την πόρτα ανοιχτή να την κυματίζει ο αέρας το φεγγάρι πάνω στην θάλασσα ήθελα να τα ξεχάσω όλα, να πετάξω ότι ρούχο φορώ και να βουτήξω μέσα της. Αλλά όχι, είχα ένα μυστήριο να λύσω μια αποστολή να πω καλύτερα…

Για λίγο είχα μείνει να κοιτάω την θάλασσα κάνοντας διάφορες σκέψεις στο μυαλό μου. Όπως για παράδειγμα πρέπει να ήταν πέρσι που ακριβώς σε αυτό το σημείο είχαμε μαζευτεί οικογενειακά και με κάποιους φίλους για ένα νυχτερινό μπάνιο και η βραδιά ήταν το ίδιο όμορφη σαν ένα παραμύθι με αίσιο τέλος.

-Εεεεεε Καλημερη που χάθηκες; Νιώθοντας ένα χέρι να με ακουμπά στον ώμο.

Τα λόγια του Γιάννη που τόσο με ξάφνιασαν με έκαναν να επιστρέψω στην πραγματικότητα.

-Εεεεεε όχι, τίποτα, πάμε.

φτάνοντας έξω από το φάρο είδα πως είχαν βγάλει τις κίτρινες προειδοποιητικές κορδέλες της αστυνομίας και πως μεγάλη μου έκπληξη οι πόρτες ήταν ανοιχτές σαν να μας περίμεναν. Καλύτερα σκέφτηκα, δεν θα χρειαστεί να πηδήξουμε.

Αμέσως πήρα το λόγο και είπα στους δύο φίλους μου ότι ψάχνουμε για ένα πτώμα, πως πρέπει να βρίσκεται οπουδήποτε και πως πρέπει να είμαστε πολύ παρατηρητικοί μα και προσεκτικοί γιατί ο κίνδυνος παραμονεύει. Κοιταχτήκαμε στα μάτια, δώσαμε τα χέρια και χωριστήκαμε μέσα στο σκοτεινό δάσος.

=================

το πρώτο μέρος εδώ

=================

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (πρώτο μέρος).


Η ιστορία μας έχει να κάνει με τον φάρο της Χαλκίδας, θυμάμαι που ήμασταν μικρά παιδιά και παίζαμε ανέμελα μέσα στο δάσος, στις κούνιες, η τρέχαμε σαν παλαβά στα σκοτεινά μονοπάτια.

Τώρα θα μου πείτε ποιο δάσος κρύβει μέσα του έναν φάρο. Και όμως ο φάρος της Χαλκίδας βρίσκεται σε ένα δάσος και είναι ακόμα σε λειτουργία. Ο φάρος της κακής κεφαλής. Είναι ένα πολύ όμορφο μέρος για ζευγαράκια για περίπατο η ακόμα για ιστορίες τρόμου. Και ναι αυτός ο φάρος κρύβει πολλά σκοτεινά μυστικά…

Θυμάμαι που τα βράδια μαζευόμασταν στα παγκάκια και λέγαμε διάφορες ιστορίες και ο σκοπός μας ήταν ένας. Να τρομάξουμε και να φύγουμε τρέχοντας από το σκοτεινό δάσος. Υπήρχε όμως μια αληθινή ιστορία όπου μας την είχε διηγηθεί ο δασοφύλακας που δούλευε και σαν υπεύθυνος στον φάρο και για αυτό τον λόγο ποτέ δεν μας άφηνε να καθόμασταν μετά τις δύο η να ερχόμασταν τα βράδια όπου είχε πανσέληνο.

Η ιστορία του μετά από λίγα χρόνια μάθαμε πως ήταν αληθινή γιατί εμείς οι ίδιοι ήμασταν που βρήκαμε έναν τάφο ενός μικρού κοριτσιού. Και το μόνο που θέλω τώρα είναι να μοιραστώ μαζί σας την ιστορία μου.

Ξέχασα να σας αναφέρω ότι ο δασοφύλακας είχε πολύ τρομακτική όψη και τον φοβόμασταν. Είχε μεγάλη γενειάδα και το ένα μάτι ήταν γυάλινο και πάντα κρατούσε στο δεξί χέρι ένα μπαστούνι. Μάλιστα κάποιοι έλεγαν πως είχε σκοτώσει κάποιον με αυτό μια φορά…

Η ιστορία του έχει να κάνει με μια ψυχή ενός κοριτσιού που είχε εγκλωβιστεί μέσα στο δάσος στοιχειώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, μέχρι κάποιος να πάρει εκδίκηση για τον άδικο και βίαιο μα και απαίσιο θάνατο της… Πρόκειται για ένα κορίτσι 13 χρόνων που το απήγαγαν 5 παιδιά όπου το χτυπούσαν ανελέητα, την βίαζαν και την κακομεταχειρίζονταν ξανά και ξανά μέχρι τελευταίας πνοής. Kαι όλα τα στοιχεία, μαζί με το άψυχο και βασανισμένο κορμί της, θάφτηκαν κάπου στο φάρο μέσα στο δάσος. Στο φάρο της κακής κεφαλής…

Το όνομα αυτό το έχει πάρει για πόλους λόγους, έχουν γίνει παρά πολλά και συνεχίζονται να γίνονται. Από ναρκωτικά, δολοφονίες, βιασμοί, μέχρι και μαύρη μαγεία. Και μάλιστα αυτό το κορίτσι έπεσε θύμα τελετής. Αυτά τα πέντε παιδιά άνηκαν σε ένα γκρουπ σατανιστών. Ο σκοπός τους ήταν να χαρίσουν την ψυχή της στον σατανά με αντάλλαγμα λίγο πλούτο αφού πρώτα πέρασαν καλά μαζί της. Αλλά φαίνεται πως αυτός δεν την ήθελε, δεν ήταν ποια παρθένα. Έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να εγκλωβίσουν την ψυχή της ανάμεσα σε δύο κόσμους περιστοιχειώνοντας το φάρο μέσα στο δάσος…

Θυμάμαι ποιο παλιά πριν απαγορευτεί η είσοδος μετά τα μεσάνυχτα, πως είχα ακούσει κάποια ζευγαράκια να λένε πως καθώς έτυχε να απολαμβάνουν τον έρωτα τους εκείνες τις απαγορευμένες ώρες να ακούνε αμυδρά έναν ψίθυρο στο αυτί η να ακούνε κάποιον να τρέχει μέσα στο δάσος πατώντας στις πευκοβελόνες και στα ξεροκλάδια που υπήρχαν στο χώμα, η ακόμα ένα γέλιο η ένα κλάμα ενός μικρού κοριτσιού. Η ακόμα πως ένιωσαν κάτι να τους πιάνει στον ώμο η ένα μικρό σπρώξιμο. Αλλά κανένας δεν είδε τίποτα, ποτέ δεν έβλεπαν. Μόνο άκουγε. Κάπως έτσι και εγώ με την παρέα μου.

Από την μέρα που μας είπε την ιστορία ο δασοφύλακας θέλαμε να μάθουμε πόσο αλήθεια ήταν όλα αυτά. Και κάπου εδώ ξεκινάει η δίκη μου ιστορία. Η περιέργεια πάντα κέντριζε το μυαλό μας και κάθε νύχτα πηγαίναμε με την παρέα μου έξω από το δάσος. Αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειστή και μάλιστα με αλυσίδες… Εκεί συναντούσαμε συνέχεια την ησυχία και στην ατμόσφαιρα ακούγονταν μόνο οι δικές μας ομιλίες και τα γέλια μας.

Μια νύχτα σκέφτηκα να κάνω εγώ το πρώτο βήμα και είπα στους φίλους μου να πηδήξουμε την είσοδο και να περπατήσουμε μέχρι το φάρο. Τους καθησύχαζα ότι όλα επρόκειτο για μια φήμη… Ένας από την παρέα, ο Στέλιος, δεν σταμάτησε τα αστεία και τα κακόγουστα σχόλια. «Άντε Καλημέρης, πήγαινε εσύ πρώτος κι αν γυρίσεις ζωντανός, θα ακολουθήσουμε κι εμείς» μου είπε και έσκασε στα γέλια. Αν και όλοι παίζαμε τα παλικάρια, κανένας μας δεν είχε το κουράγιο να μπει στο σκοτεινό δάσος κι έτσι αποφασίσαμε να περιμένουμε έξω μήπως και ακούσουμε κάτι…. Όλα ήταν ήρεμα ώσπου ξαφνικά γύρω στις 4 τα ξημερώματα μια άγρια φωνή από το βάθος. Ποιος είναι εδώ; Τα πόδια μας κόπηκαν αλλά δεν πήρε πολύ ώρα να καταλάβουμε πως ήταν ο δασοφύλακας και το βάλαμε αμέσως στα πόδια τρέχοντας και γελώντας δυνατά.

Την επόμενη μέρα ξαναπήγαμε και όλα ήταν και πάλι ήρεμα. Αυτή τη φορά ήμασταν κι εμείς πιο ήρεμοι. Το ίδιο σκηνικό ακολούθησε για αρκετές μέρες. Πηγαίναμε και περιμέναμε έξω από το δάσος. Ώσπου ένα βράδυ Κυριακής βρήκα το θάρρος και πήδηξα μέσα. Δεν ξέρω το γιατί αλλά μόλις το έκανα, μια ανατριχίλα και κρύος ιδρώτας περιέλουσε το κορμί μου, ενώ ταυτόχρονα ένας ψυχρός αέρας με χτύπησε για λίγο στο σβέρκο. Υποψιάστηκα ότι μάλλον θα ήταν από το φόβο μου. Στα υπόλοιπα παιδιά είπα πως όλα είναι εντάξει και έτσι ακολούθησαν κι αυτοί. Στην αρχή κοιτούσαμε ο ένας στα μάτια τον άλλον και μετά με μεγάλη επιφυλακτικότητα κοιτούσαμε δεξιά και αριστερά. Όλα φαίνονταν ήρεμα μέσα στο σκοτάδι. Μόνο το θρόισμα από τα φύλλα των δέντρων υπήρχε.

Έτσι σιγά – σιγά και πάντα δειλά αρχίσαμε να περπατάμε προς το βάθος… Το σκοτάδι μας είχε περικυκλώσει. Δεν βλέπαμε ούτε τη μύτη μας. Ώσπου ξαφνικά μια λάμψη από το πουθενά εμφανίστηκε λίγα μέτρα μακριά μας. Εκεί παγώσαμε για τα καλά. Δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο φόβο. Για λίγο ήταν ακίνητο σαν να μας παρακολουθούσε… Και μετά τίποτα… Απλά εξαφανίστηκε… Δεν μείναμε άλλο εκεί… Αμέσως τρέξαμε προς την έξοδο και φύγαμε για την πλατεία στον Άγιο Ταξιάρχη. Αυτό που θέλαμε να πιστέψουμε ήταν πως αυτό που είδαμε ήταν ο δασοφύλακας που κρατούσε το φανάρι… Όμως, ήταν αυτός; Ή απλά κοροϊδεύαμε τον εαυτό μας;

Για μέρες δεν ξαναπατήσαμε το πόδι μας εκεί… Είχαμε φοβηθεί όσο ποτέ στη ζωή μας! Αλλά καταλάβαμε ότι σε αυτό το δάσος υπήρχε ένα μυστήριο που περίμενε υπομονετικά κάποιον να το λύσει. Η περιέργεια όμως μας νίκησε και αρχίσαμε τα τηλεφωνήματα μεταξύ μας για να συμφωνήσουμε να ξαναπάμε. Όπως και τις πρώτες μέρες έτσι και τώρα ήμασταν διστακτικοί αλλά τελικά αποφασίσαμε να πάμε. Το ότι υπήρχε πανσέληνος εμείς το αγνοήσαμε και είχαμε ξεχάσει και τα λόγια που μας είχε πει ο δεσμοφύλακας για τα βράδια με ολόκληρο το φεγγάρι.

Όταν φτάσαμε στο δάσος, έκανα εγώ την πρώτη κίνηση για δεύτερη φορά και ξανάνιωσα εκείνη την ανατριχίλα, τον κρύο ιδρώτα και αυτή τη φορά ένα ψίθυρο στο δεξί αυτί μου πιστεύοντας ότι αυτό που άκουσα ήταν το όνομα μου…

Ένιωσα ότι κάποιος η κάτι με καλούσε προς το βάθος του δάσους. Αυτή τη φορά δεν περίμενα τους φίλους μου. Δεν ξέρω γιατί αλλά κάτι με έσπρωχνε σαν μαγνήτης προς το απόλυτο σκοτάδι… Οι υπόλοιποί βλέποντας με, με ακολούθησαν χωρίς να υποψιάζεται κανένας μας για αυτό που θα συνέβαινε.

Ναι καλά ακούσατε, αυτό που θα μας συνέβαινε. Καθώς προχωρούσαμε προς το σκοτεινό δάσος ο ψυχρός αέρα περιέλουζε για δεύτερη φορά ολόκληρο το κορμί μου. Αμέσως αντίκρισα ξανά το ίδιο φως να βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά μου ξαφνικά όλα πάγωσαν. Τα χέρια μου κοκκάλωσαν και ένιωσα να χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Κρύος ιδρώτας να με λούζει και καθώς διακρίνω την άχνα μου να βγαίνει από το στόμα μου να νιώθω ότι θέλω να βάλω τις κραυγές και να φύγω τρέχοντας έξω από το δάσος. Κάτι όμως με σταματούσε, και κάτι με έσπρωχνε όλο και ποιο δυνατά να πάω προς το μέρος του. Οι φίλοι μου είχαν χαθεί δεν τους έβλεπα πια. Άκουγα να με φωνάζουν αλλά δεν έδινα καμία σημασία και αυτό γιατί ήμουν χαμένος. Χαμένος στο κάλεσμα του φωτός.

Ξαφνικά ένιωσα κάτι να με καθοδηγεί προς το μέρος του κι εγώ δειλά δειλά και έντρομος απλά ακολουθούσα. Λίγα μέτρα μακριά του το διακρίνω πλέον καθαρά και ήταν, είναι ότι αυτό που έβλεπα ήταν ακριβώς αυτό που μας είχε περιγράψει ο δασοφύλακας.

Και ναι ήταν το σχήμα του κοριτσιού που μας είχε περιγράψει. Κυριευμένος από το φόβο κατάφερα και πλησίασα αρκετά κοντά και διέκρινα ότι ήταν πολύ λυπημένο και έκλαιγε γονατιστό. Έτσι δεν δίστασα να το ρωτήσω άμα είναι καλά η αν χρειάζεται κάποια βοήθεια. Ξαφνικά σταματά να κλαίει, γυρίζει να με κοιτάξει, βγάζει μια κραυγή και πετώντας έρχεται κατά πάνω μου, περνάει από μέσα μου με άγριο ύφος και εξαφανίζεται. Ρίγος και ανατριχίλα κυριεύει πλέον το κορμί μου. Το αίμα μου έχει παγώσει και νιώθω την καρδιά μου να σταματά. Τα γόνατα μου και τα χέρια μου ακουμπισμένα στο χώμα να κάνω προσπάθειες να σηκωθώ, το σώμα ακίνητο παραμένει αφού εξασθένησαν όλες οι δυνάμεις μου.

Αμέσως κραυγές και ουρλιαχτά στοιχειώνουν όλο το δάσος. ώσπου νιώθω ένα χέρι από πίσω να με ακουμπά στον ώμο και μια φωνή να με ρώτα άμα είμαι καλά. Αμέσως όλα σταματάνε και απόλυτη σιωπή κυριαρχεί και πάλι στο δάσος. Οι δυνάμεις μου επέστρεψαν και πάλι στο κορμί μου, ενώ τα ρίγη και οι ανατριχίλες που κυρίευαν ποιο πριν έφυγαν και αυτά έτσι ξαφνικά. Δεν αργώ να διαπιστώσω ότι βρισκόμουν γονατισμένος στο σημείο που ήταν γονατισμένο η μορφή του κοριτσιού. Παρατήρησα πως υπήρχε ένα σύμβολο πάνω σε μια πέτρα αλλά δεν μπορούσα να το διακρίνω καθαρά μέσα στο σκοτάδι και έτσι σηκώθηκα και έφυγα με τους φίλους μου.

Στο δρόμο της επιστροφής εξηγούσα στους φίλους μου όλο το σκηνικό που είχε συμβεί αλλά κανένας δεν πίστεψε από όλα όσα είπα για το λόγο ότι για αυτούς ήταν όλα φυσιολογικά και ήρεμα. Ούτε σκιές ούτε κλάματα ούτε κραυγές και ουρλιαχτά. Το μόνο που έλεγαν ήταν πως υπήρχε πρόβλημα στον εγκέφαλο μου και πως τα έχω χάσει αλλά να μην ανησυχώ, με ένα γενικό σέρβις θα είμαι σαν καινούργιος. Χα χα δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να με πειράζουν μέχρι να πάρει ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του. Αλλά μήπως έχουν δίκιο; Μήπως όλα ήταν στο μυαλό μου και ήταν όλα στη φαντασία αφού ήμουν επηρεασμένος από το φόβο και το σκοτάδι; Όπως και να έχει θα πρέπει να πάω ξανά εκεί μα πρώτα πρέπει να μάθω για το σύμβολο που είδα τη συμβολίζει και ποια η σημασία του.

Μυστήριο: What Lies Beneath, Part 2.


-Τι λες να κάνει ο μικρός; Ρώτησε η μητέρα του Γιώργου τον πατέρα του.

-Δεν ξέρω. Πιστεύω θα κοιμάται, απάντησε.

Οι γονείς του Γιώργου, βρίσκονταν στο αμάξι και ακολουθούσαν τον δρόμο της επιστροφής. Ήταν και οι δυο γιατροί, και έπρεπε να παρακολουθήσουν μια πολύωρη και κουραστική διάλεξη για μια καινούργια ανακάλυψη. Τέλος πάντων, η διάλεξη είχε πλέον τελειώσει, και γυρνούσαν πίσω. Είχαν βάλει μουσική jazz στο αμάξι, μιας και η κατάσταση το απαιτούσε. Έξω ήταν θεοσκότεινα και φυσούσε ένας πολύ δυνατός άνεμος. Όσο πιο χαλαρωτικά ήταν μέσα στο αμάξι από την μουσική, τόσο πιο άγρια βρυχούταν ο ουρανός έξω. Αλλά δεν έδωσαν μεγάλη σημασία. Μόνο ο πατέρας του απόρησε, διότι στο ραδιόφωνο είχε ακούσει πρωτύτερα ότι αναμενόταν για το βράδυ ένας καθαρός ουρανός, και ότι θα μπορούσαν όλοι να απολαύσουν την πανέμορφη πανσέληνο. Δεν ασχολήθηκε πολύ όμως, γιατί το μυαλό του ήταν γεμάτο ένα σωρό σκέψεις και ταλαιπωρία, και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φτάσουν σπίτι.

Στο αμάξι επικράτησε ησυχία. Η μουσική φαινόταν σαν να άρχιζε να σβήνει. Ο καθένας είχε απορροφηθεί στις δικές του σκέψεις και σκοτούρες. Σκέψεις ποίκιλες, από τον χώρο της δουλειάς, την διάλεξη, και άλλα πολλά. Όσο πέρναγε η ώρα, όμως, οι σκέψεις μεταλλάσσονταν σε πιο περίεργες. Ώσπου -σαν από σύμπτωση- μια κοινή σκέψη πέρασε από το μυαλό και των δυο: τι ώρα είναι; Κοίταξαν ταυτόχρονα το ψηφιακό ρολόι. Έλεγε 00.33’.33’’. Ξαφνικά ένα ρίγος διαπέρασε την σπονδυλική τους στήλη. Ταυτόχρονα, η μουσική σταμάτησε. Από το ραδιόφωνο βγήκε ένα ουρλιαχτό. Σύντομο. Διαβολικό. Έπειτα το ραδιόφωνο έσβησε, επιτρέποντας στην απόλυτη ησυχία να κυριαρχήσει στο αμάξι.

Κοιτάχτηκαν τρομαγμένοι.

-Τι ήταν αυτό; είπε αυτή.

-Δεν ξέρω. Ίσως χάλασε. Το ένιωσες αυτό το ρίγος;

-Ναι το νιω… Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση, όταν έντρομη διαπίστωσε ότι στο ραδιόφωνο ακόμα φαινόταν η ώρα. 00.33’.33’’.

-Κάτι δεν πάει καλά. Είπε.

-Κάτι δεν πάει ΚΑΘΟΛΟΥ καλά. Επανέλαβε.

Προσπαθούσαν να καταλάβουν τι να σήμαιναν όλα αυτά. Αυτό το περίεργο ρίγος, που σαν γιατροί αδυνατούσαν να ερμηνεύσουν, αυτό το απόκοσμο ουρλιαχτό, και αυτή η περίεργη ώρα. Γιατί κόλλησε στο 00.33.33; Είχαν πλέον τρομάξει.

-Δεν ξέρω, αλλά μου φαίνεται ότι κάποιος μας ζητά βοήθεια.

Το βλέμμα τους ξανασυναντήθηκε. Η μηχανή βρυχήθηκε, και επιτάχυνε και σε λίγο χάθηκαν στο απέραντο μαύρο.

2 ώρες μετά.

Η καταιγίδα είχε σταματήσει. Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί και πλέον στον ουρανό φαινόταν πεντακάθαρα η κόκκινη πανσέληνος. Το αμάξι φρέναρε απότομα έξω από το σπίτι. Οι γονείς του, κατέβηκαν και προχώρησαν επιφυλακτικά προς την πόρτα. Απ τα παράθυρα έβγαινε έντονο φως. Παραξενεύτηκαν διότι πίσω τους κείτονταν η πεσμένη κολόνα της ΔΕΗ. Αυτό είχε υπερβεί το φυσικό. Τέλος πάντων, συνειδητοποίησαν ότι δεν υπήρχε χώρος για περαιτέρω σκέψεις και αμφιβολίες. Συνέχισαν την πορεία τους προς την πόρτα μόνο και μόνο για να την βρουν ξεκλείδωτη και λίγο ανοιχτή. Οι χειρότεροι φόβοι τους πίστεψαν ότι θα γίνονταν πραγματικότητα. Θυμούνταν ότι την είχαν κλειδώσει καλά και είχαν πάρει μαζί τους τα κλειδιά. Άνοιξαν την πόρτα. Έκανε ένα αδικαιολόγητο τρίξιμο. Αυτό που είδαν όμως δεν θα το είχαν φανταστεί. Στο πάτωμα ήταν χαραγμένες με κόκκινη μπογιά τρεις πεντάλφες γύρω από την τηλεόραση. Κατατρόμαξαν. Άρχισαν να φωνάζουν τον γιο τους… Δεν πήραν όμως απάντηση. Έτρεξαν προς το δωμάτιό τους. Αυτό που είδαν στη συνέχεια, έμεινε για πάντα μέσα τους. Ο φόβος και η ταραχή είχαν συγκλονίσει το ζευγάρι.

Είδαν στην γωνία τον γιο τους, λιπόθυμο να κρατά ένα πιστόλι στο χέρι. Μπροστά του, αποτυπώνονταν τρεις μαύρες πατημασιές από κάρβουνο στο πάτωμα. Έτρεξαν αμέσως στον γιο τους. Προσπάθησαν να τον συνεφέρουν. Έπειτα από δέκα λεπτά συνεχούς προσπάθειας, ξύπνησε. Τους κοίταξε με ένα κενό αλλά συγχρόνως τρομοκρατημένο βλέμμα, πριν πει δυο λέξεις: «έχω κυριαρχήσει»… Έπεσε ξανά λιπόθυμος. Οι γονείς του εσπευσμένα τον μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου έγινε διάγνωση. Μετατραυματικό σοκ και ελαφρά δηλητηρίαση από θειάφι.

6 μήνες μετά.

Η οικογένεια είχε επανέλθει πλέον στους ρυθμούς της. Ο Γιώργος είχε σταματήσει το σχολείο διότι πλέον ήταν οι καλοκαιρινές διακοπές. Το όλο περιστατικό είχε αποσιωπηθεί και δεν ξανάγινε αναφορά σε αυτό, κυρίως επειδή οι γονείς του φοβόντουσαν μήπως το χωριό τους κατηγορούσε ως σατανιστές και άθεους. Είχαν πετάξει την τηλεόραση και εξαφανίσει οποιοδήποτε στοιχείο. Ώσπου κάτι τελείως απόκρυφο και αινιγματικό ήρθε να τους ταράξει.

Ήταν δυο το μεσημέρι. Είχαν τελειώσει το μεσημεριανό. Ο πατέρας διάβαζε την εφημερίδα του, ενώ ο γιος έβλεπε ένα ντοκιμαντέρ. Τα πουλιά κελαηδούσαν ένα ρυθμικό τραγούδι, σε απόλυτη αρμονία με την γαληνή που επικρατούσε στη φύση. Ώσπου ξαφνικά… μια κραυγή απ την κουζίνα τους έκανε να πεταχτούν όρθιοι. Πήγαν στην κουζίνα. Αυτό που είδαν τους τρόμαξε. Κάτω στο πάτωμα είχαν εμφανιστεί πρόσωπα. Πρόσωπα με αλλόκοτο βλέμμα, συνωστισμένα το ένα δίπλα στο άλλο σε διαρκή κίνηση. Κάτι σαν ασπρόμαυρες ζωγραφιές. Από πάνω τους, η μητέρα του Γιώργου προσπαθούσε επίμονα με ένα σφουγγάρι να τις σβήσει. Είχε ξεπεράσει το αρχικό σοκ, αλλά και πάλι ο τρόμος φαινόταν στο βλέμμα της. Το περίεργο στην ιστορία ήταν ότι όσο πιο πολύ προσπαθούσε να τα σβήσει τόσο πιο πολλά εμφανίζονταν. Το πάτωμα είχε μετατραπεί κάπως σαν πίνακας ζωγραφικής. Ο πατέρας μην ξέροντας τι να πρωτοκάνει, έριξε ένα χαλί στο πάτωμα, βγήκαν όλοι και κλείδωσε γερά την πόρτα. Είπε ότι απαγορευόταν η είσοδος εκεί και ότι αύριο θα ερχόταν ένα συνεργείο καθαρισμού.

Το ίδιο βράδυ κάτι τους στοίχειωσε. Όλοι είδαν τον ίδιο μυστηριώδες εφιάλτη. Είδαν τα ίδια πρόσωπα με αυτά που είδαν στην κουζίνα να τους λένε ότι σύντομα θα έρθει εκδίκηση, και με την συνοδεία ενός σατανικού γέλιου… είπαν ότι η ώρα πλησιάζει… και σηκώθηκαν. Όλοι μυστηριωδώς παρουσίαζαν τα ίδια συμπτώματα. Ιδρώτας και πονοκέφαλος. Κανείς δεν ήξερε πλέον τι να κάνει. Κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τίποτα απολύτως. Συγκεντρώθηκαν όλοι στην κουζίνα. Ένιωθαν έναν απροσδόκητο και απροσδιόριστο φόβο για κάτι που δεν μπορούσε να ερμηνευτεί, κάτι που δεν ξαναείχαν αντιμετωπίσει. Ήταν πλέον προφανές ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση ή ασθένεια. Ήταν κάτι παραπάνω. Υπέρβαινε τα όρια της στενής αντίληψής τους. Μην μπορώντας να πάρουν απόφαση, κάλεσαν τον παπά του χωριού λέγοντας του ότι κάτι απόκοσμο στοίχειωνε το σπίτι τους. Ο παπάς δέχτηκε αλλά με δισταγμό.

Λίγο μετά έφτασε. Είχε φέρει μαζί του ένα λιβανιστήρι και μια εικόνα. Πίστεψε ότι δεν πρόκειται για τίποτα. Σύντομα θα διαψευδόταν. Προχώρησε μέσα στο σπίτι. Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Άναψε το λιβάνι. Η μυρωδιά άρχισε να διαδίδεται στον χώρο.

Τότε έγινε. Οι πολυέλαιοι κουνιόνταν τόσο γρήγορα που διαλύθηκαν. Η βιβλιοθήκη έπεσε μονή της. Τ φώτα τρεμόπαιζαν με μεγάλα κενά σκότους. Ο παπάς είχε αρχίσει να φοβάται. Σήκωσε ψηλά μπροστά του την εικόνα και άρχισε να λέει ευχές. Τότε… άρχισε όλο το σπίτι να σείεται. Σαν ένας μεγάλος σεισμός. Τα φώτα έσβησαν. Το πάτωμα ράγισε και αναδύθηκε ένα κόκκινο φως με απόκοσμα ουρλιαχτά και σατανικά γέλια. Και είπε: «θα επιστρέψω…».

Όλοι είχαν συγκλονιστεί. Κάνεις δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό που συνέβαινε. Κάλεσαν την αστυνομία, και οι ίδιοι οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Σφράγισαν αμέσως την περιοχή. Σε κανέναν δεν επιτράπηκε να πλησιάσει το σπίτι. Μόνο η οικογένεια. Μετά από μέρες έρευνας, δεν είχαν εντοπίσει τίποτα. Μέχρι που κάποιος είχε την ιδέα να σκάψουν κάτω από το ράγισμα του σαλονιού.

Οι επόμενες μέρες κυριολεκτικά χαράχτηκαν ανεξίτηλα στην μνήμη όλου του χωριού. Η ανασκαφή σταμάτησε. Είχαν ανακαλύψει ένα νεκροταφείο του μεσαίωνα. Είχαν βρει τους σκελετούς τριών ανθρώπων οι οποίοι είχαν ένα ξύλο καρφωμένο στο στήθος τους. Η χρονολόγηση τους τοποθέτησε γύρω στο 1315. Το περίεργο; Κανένας απ τους τρεις δεν είχε κεφάλι….

=================================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την πάρα πολύ καλή ιστορία του.

Το πρώτο κομμάτι της ιστορίας είναι εδώ.

=================================

Αρέσει σε %d bloggers: