Category Archives: Μυστήριο

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (τρίτο μέρος).


Σε όλη την διαδρομή που περπατούσα ένιωθα γύρω μου μια αύρα να υπάρχει. Όλη την ώρα είχα την σκέψη – Να τώρα θα εμφανιστεί – αλλά δεν εμφανιζόταν. Όχι ακόμα τουλάχιστον… Κοιτούσα με πολλή προσοχή σε κάθε σημείο, κάθε λεπτομέρεια, για κάποιο σημάδι που θα μπορούσε να υπάρχει. Ούτε και κατάλαβα πότε χάθηκαν από τα μάτια μου οι φίλοι μου… Καινούργιες σκέψεις μπήκαν στο μυαλό μου αλλά δεν έδωσα σημασία. Ξαφνικά νιώθω ένα ψυχρό αεράκι να με χτυπάει στο σβέρκο.

-Και πολύ άργησες να εμφανιστείς… αμέσως σκέφτηκα.

Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει αρκετά στο σημείο όπου είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά η ψυχή του κοριτσιού. Από στιγμή σε στιγμή ήξερα ότι θα εμφανιστεί, αλλά αυτή την φορά δεν θα άφηνα τον φόβο μου να με κυριαρχήσει. Και κατά βάθος ήξερα γιατί πήρα εγώ αυτό το μονοπάτι… Φαντάζομαι ότι δεν θα άντεχαν οι φίλοι μου αυτό που άντεξα εγώ. Ακόμα δεν μου έχει περάσει όλο αυτό που είχα νιώσει εκείνη την ημέρα.

Ήταν σαν εκείνη τη νύχτα όπου είδα για πρώτη φορά στην τηλεόραση το ALIEN και πριν προλάβει να τελειώσει έπεσα σε έναν βαθύ ύπνο και ξύπνησα σε έναν κόσμο από εφιάλτες. Πρέπει να ήταν το 1992 σε μια ηλικία 10 χρονών. Δεν θα το ξεχάσω αυτό το όνειρο. Είχα δει ότι με ξύπνησε ένα μαύρο χέρι που με τράβηξε μέσα από το κρεβάτι και που με πήρε σε έναν κόσμο όπου γίνονταν φρικτά πράγματα.

Είχα βάλει τα κλάματα ενώ παράλληλα ήθελα να κοιτάξω από κάτω από το κρεβάτι αλλά ο φόβος με είχε κυριαρχήσει, μέχρι που μπήκε η μητέρα μου στο δωμάτιο, άναψε το φως και με πήρε στην αγκαλιά της για να με ηρεμήσει. Ήταν από τις λίγες φορές που αναζήτησα την παρέα της τις νύχτες…

Και όπως το φαντάστηκα, το κοριτσάκι ήταν εκεί. Λίγο χάθηκα μέσα στις σκέψεις μου και εμφανίστηκε. Στεκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο γονατισμένο με τα χέρια να ακουμπάνε στο έδαφος. Στην αρχή πήγα πάλι να καταρρεύσω αλλά όχι. Αυτή τη φορά νίκησα. Κατάπια λίγο από το σάλιο μου που είχε κολλήσει στο λαιμό και πλησίασα αρκετά ώστε να μπορέσω να της μιλήσω.

-Είμαι εδώ για σένα, για να σε βοηθήσω να βρεις τον δρόμο σου. Αυτές ήταν οι λέξεις που βγήκαν από μέσα μου.

Το κοριτσάκι σταμάτησε να κλαίει, γυρνάει, με κοιτάζει με ένα βλέμμα από πάγο και τότε έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα. Πρέπει να ήταν τόσο δυνατή που με ανάγκασε να κλείσω με τα χέρια τα αυτιά μου για να μην πάθουν κάποια ζημιά, σφίγγοντας τα βλέφαρα μου με όλη μου την δύναμη.

Η κραυγή σταματάει, ανοίγω τα μάτια μου, την βλέπω να σηκώνεται στα πόδια της και έρχεται προς το μέρος μου με ένα βλέμμα αυτή την φορά που σκοτώνει. Τα αντανακλαστικά μπήκαν σε λειτουργία και άθελά μου κάνω δύο βήματα προς τα πίσω που αυτό είχε σαν κατάληξη να σκοντάψω σε μια πέτρα που υπήρχε πίσω μου. Βρισκόμουν με τον κώλο καθισμένος και τα χέρια ακουμπισμένα πίσω από την πλάτη μου στο χώμα. Έρχεται από πάνω μου, σκύβει στο σημείο που βρισκόταν το πρόσωπο μου, βγάζει άλλη μια τσιρίδα πιο δυνατή αυτή τη φορά και τρέχει μέσα στο δάσος με ένα σατανικό γέλιο.

-Ωχ, οι φίλοι μου. Αυτή ήταν η σκέψη που υπήρχε στο μυαλό μου.

Αμέσως κατάλαβα ότι κινδυνεύουν, σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω και εγώ να προλάβω να τους ειδοποιήσω. Αλλά δεν πρόλαβα.

Το κοριτσάκι δεν φαινόταν πουθενά, λίγα μέτρα έξω από το φάρο είδα τους φίλους μου να περπατάνε μαζί να χαχανίζουν σαν χαζοί. Ένας Θεός ξέρει τι λέγανε αλλά κατάλαβα ότι πρέπει να έλεγαν αστεία. Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολύ κάνανε περίπατο παρά να ψάχνουνε για κάποιο στοιχείο, πόσο μάλλον ένα πτώμα.

-Γιάάάάάάάαννηηηηηηηηη Δημήήήήήήήήτρηηηηηηηη; Φύγετεεεε από το φάααααροοοο.

-Τιιιιιιιιιιιιιι; Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Δημήτρη και του Γιάννη που άκουσα για την υπόλοιπη ζωή μου.

Δεν πρόλαβα να τους σώσω. Σπάει ένα μεγάλο κλαδί και καρφώνεται με τόση δύναμη στο κεφάλι του Δημήτρη που διαπερνάει όλο του το σώμα και σταματάει στο έδαφος. Όπως ένα αρνί που το έχουν σουβλίσει και περιμένουν να το ψήσουν για να γιορτάσουν το Πάσχα. Ο φίλος μου στέκεται ακόμα όρθιος, όρθιος αλλά νεκρός. Τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα, ο φακός έχει γλιστρήσει από το χέρι του και το αίμα έχει γίνει γύρω του ποτάμι.

Ο Γιάννης έχει βάλει τις κραυγές και τρέχει να φύγει από το φάρο κουνώντας τα χέρια του ανέμελα στον αέρα καθώς δάκρυα ξεγλιστρούν πίσω του πέφτοντας στο έδαφος σαν σταγόνες από βροχή.

Τότε γυρίζω το κεφάλι μου προς το δέντρο που έσπασε το κλαδί και βλέπω το κορίτσι να πηδάει από την κορυφή του δέντρου και πάντα γελώντας τρέχει πίσω από τον Γιάννη, περνάει από μέσα του και σταματάει λίγα μέτρα μπροστά του. Ο φίλος μου έχει μείνει σαστισμένος, ο φόβος αυτή την στιγμή είναι ο μόνος κυρίαρχος αυτού του παιχνιδιού.

«Μην με σκοτώσεις σε παρακαλώ μη», είναι τα μόνα λόγια που ξεπηδούν από τα χείλη του. Το κοριτσάκι τον πλησιάζει με ένα βλέμμα αυτή την φορά «σσσσσσς…. Εγώ είμαι εδώ, μην φοβάσαι». και τότε απλώνει το χέρι της και με ένα απλό άγγιγμα του νυχιού της ανοίγει ο λαιμός στα δύο ξαπλώνοντας το κεφάλι προς τα πίσω ακουμπώντας στην πλάτη. Το κορμί του φίλου μου έχει πέσει στο πάτωμα και σπαρταράει σαν ψάρι έξω από το νερό μέχρι να πεθάνει και ο τελευταίος μυς. Το κορίτσι τώρα κοιτάει εμένα, μου δίνει ένα γλυκό χαμόγελο σαν να μου λέει ευχαριστώ και φεύγει χοροπηδηχτή ή μάλλον χορεύοντας.

Τρέχω αμέσως στον Γιάννη, βάζω το σώμα του σε μια οριζόντια θέση με το κεφάλι του κανονικά, «απίστευτο πόσο αίμα ακόμα Θεέ μου»;

Βλέπω τα μάτια του είναι ακόμα ζωντανά και τα χείλη του να κουνιούνται σαν να θέλει να μου πει «ωραία περάσαμε όσο κράτησε αυτή η φιλία σε αυτή την ζωή. Θα τα πούμε στην επόμενη».

«Ναι φίλε μου, ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά». Τότε νιώθω το χέρι του να σφίγγει το δικό μου για μια στιγμή και μετά, μετά τίποτα, όλα τελείωσαν για αυτόν…

Έκλεισα τα μάτια του και τότε δεν μπόρεσα να φανώ δυνατός. Εγώ ξέσπασα σε κλάματα και τα κλάματα σε δάκρυα φωνάζοντας ξανά και ξανά «γιατίίίίίίίίίίίίί;». Τότε εμφανίστηκε πάλι το κορίτσι μπροστά μου με ένα ποιο ζωηρό βλέμμα αυτή την φορά και με ένα ύφος σαν να μου λέει «έλα πάμε». Τότε σηκώθηκα και την ακολούθησα μέχρι το σημείο που την συνάντησα για πρώτη φορά και μου δείχνει με το χέρι της το σημείο που στεκόταν.

-Τι θέλεις τώρα;

Αλλά δεν παίρνω απάντηση. Ήξερα όμως τι ήταν αυτό που ζητούσε.

-Θέλεις να σκάψω εδώ έτσι;

Αυτή την φορά παίρνω την απάντηση κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά…

-Ναι αλλά δεν έχω φτυάρι.

Και τότε μου δείχνει πάλι με το χέρι της την πέτρα όπου σκόνταψα πριν. Πριν γίνουν όλα αυτά.

Ήταν αρκετά μυτερή για να μπορέσω να σκάψω. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η πέτρα ήταν εκεί για έναν σκοπό, αυτό τον σκοπό. Την πήρα με τα δυο μου χέρια και άρχισα να σκάβω με ότι δύναμη και κουράγιο θα μπορούσε να μου έχει απομείνει μέχρι που διακρίνω κάτι ξανθά μαλλιά να ξεπροβάλουν από το σημείο που έσκαβα και έτσι συνέχισα με τα χέρια μου. Μέχρι να αποκαλυφθεί και το υπόλοιπο κορμί της ή μάλλον τα οστά της να πω καλύτερα και ένα σημείωμα.

-Αυτή είσαι εσύ;

Την ρώτησα αλλά δεν χρειάστηκε να μου απαντήσει, την ήξερα την απάντηση.

Σκύβει πάλι από πάνω μου αλλά αυτή την φορά δεν βγάζει κάποια κραυγή, κάθε άλλο, φέρνει τα χείλη της πάνω στα δικά μου και με φιλάει.

-Θεέ μου, με φιλάει μια πεθαμένη, τι αηδία;

Τότε βλέπω μια δέσμη φωτός να προβάλει από τον ουρανό και για άλλη μια φορά και μάλλον η τελευταία της λέω.

-Αυτό είναι για σένα. Είναι η πύλη για τον παράδεισο, μην το χάσεις.

Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και φεύγει. Την βλέπω να χάνεται μέσα στην δέσμη και όσο χανόταν έσβηνε και αυτή,.

-Τελικά υπάρχει παράδεισος, σκέφτηκα.

Κοίταξα την σημείωση αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω και πολλά. Ο χρόνος το είχε ξεθωριάσει. Αλλά κατάφερα τελικά να ξεχωρίσω τρία επίθετα. Παπαγιαννακόπουλος, Κουτσοφτάρης και Λαχανακόπουλος που συνοδευόταν με ένα παράξενο σύμβολο. Η με μια υπογραφή που ο χρόνος το είχε αλλοιώσει. Αμέσως κατάλαβα ότι οι φίλοι μου είχαν τα ίδια επίθετα. Αμέσως κατάλαβα ότι το κορίτσι πήρε την εκδίκηση που ζητούσε σκοτώνοντας τους απογόνους των δολοφόνων της.

Το έργο μου είχε τελειώσει εδώ. Έφυγα από το φάρο, αλλά όχι δεν πήγα στο σπίτι μου. Αν και είχα ανάγκη από ένα ζεστό μπάνιο έτσι στα αίματα που ήμουν. Πήγα αμέσως στην αστυνομία. Ένας αστυνομικός με ρώτησε τη συμβαίνει και η μόνη λέξη που βγήκε από τα χείλη μου ήταν «φάρος». Από τότε δεν ξαναέβγαλα άλλη λέξη, έτσι και αλλιώς δεν θα με πίστευαν. Με πήγαν στα κρατητήρια μέχρι να γίνει η δίκη αφού οι κατηγορίες θα έπεφταν πάνω μου. Έτσι και αλλιώς μόνο εγώ βγήκα ζωντανός από το φάρο και ήμουν στα αίματα.

Οι δικοί μου άνθρωποι όταν ερχόντουσαν στα επισκεπτήρια με παρακαλούσαν να μιλήσω, να πω τι έγινε αλλά ούτε ακόμα και σε αυτούς το μόνο πού μπορούσε να βγει από μέσα μου ήταν δάκρυα. Η δίκη έγινε και μαντέψτε τη έγραφε η επικεφαλίδα στην Ευβοϊκή Γνώμη…

15ΧΡΟΝΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΤΩΣΕ ΜΕ ΒΙΑΙΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΦΑΡΟ ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ…

Άσχημο τέλος επεφύλαξε η μοίρα για τρεις έφηβους φίλους.

Τα μυαλά του έχασε ο 15χρονος Καλημέρης Παπαχρήστος με αποτέλεσμα να σκοτώσει δύο φίλους του στο φάρο της Κακής Κεφαλής. Νεκροί είναι ο Γιάννης Λαχανακόπουλος και ο Δημήτρης Κουτσοφτάρης, και δύο 15 χρόνων κάτοικοι Χαλκίδας. Λίγο πιο κάτω από το σημείο όπου βρέθηκαν τα πτώματα των άτυχων αγοριών, βρέθηκε το πτώμα ενός μικρού κοριτσιού ηλικίας 9-13 χρόνων σύμφωνα με τις δηλώσεις της αστυνομίας.

Αυτή η υπόθεση πάντως αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα… Για τον 15χρονο Καλημέρη Παπαχρήστο η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν ψυχικές διαταραχές…

=============================================

Σημείωση: Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, η ιστορία είναι φανταστική και ουδεμία σχέση έχει με πραγματικά ονόματα ή γεγονότα.

=============================================

το πρώτο μέρος

το δεύτερο μέρος

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (δεύτερο μέρος).


Το επόμενο πρωί πήγα μόνος μου στο φάρο για να εξακριβώσω το σχέδιο του συμβόλου αφού όλοι μου οι φίλοι κοιμόντουσαν και ένας που ήταν ξύπνιος είχε φύγει με την μητέρα του για ψώνια. Φτάνοντας στο φάρο διαπίστωσα πως είχε μαζευτεί περίπου οι μισοί αστυνομία της Χαλκίδος. Πήγα σε ένα αστυνομικό να ρωτήσω τι είχε συμβεί αλλά κανείς δεν μου έδωσε πληροφορίες γιατί ήμουν ανήλικος. Δεν άργησα να μάθω πληροφορίες από κάτι περαστικούς που συζητούσαν για αυτό που είχε συμβεί.

Το βράδυ λίγο μετά που φύγαμε από το φάρο βρήκε τραγικό τέλος ο δασοφύλακας. Ναι αυτός ο τρομακτικός άνθρωπος με το γυάλινο μάτι ήταν πλέον νεκρός. Θεέ μου… Εγώ είμαι σίγουρος ότι έχει να κάνει με όλη αυτήν την μυστήρια ιστορία που επικρατεί στο δάσος. Κάτι μου λέει πως αυτό που έζησα το βράδυ δεν ήταν μόνο η φαντασία μου. Λίγο αργότερα κατέφθασα στο σπίτι και αφού δεν μπορούσα να κάνω και πολλά, μπήκα στο ίντερνετ για να ψάξω για το σύμβολο που θυμόμουν αμυδρά. Δεν κατάφερα να βρω αρκετά μόνο κάτι μεσαιωνικά σύμβολα που πιστεύω δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που είχα δει.

Λίγο αργότερα άρχισα να παίρνω τους φίλους μου τηλέφωνο για να τους διηγηθώ αυτό που είχε γίνει λίγο μετά που φύγαμε εμείς από το φάρο. Και τα τρία παιδιά εκπλαγήκαν που το άκουσαν αυτό. Στην αρχή ήταν διστακτικά και δεν ήθελαν να με πιστέψουν αλλά το έκαναν. Δεν εκπλάγηκα όταν άκουσα έναν από τους τρεις να μου λέει πως πρέπει να σταματήσει αυτό το θέμα εδώ πριν γίνει άλλο κακό η βρούμε τον μπελά μας. Εκεί κατάλαβα πως ήμουν μόνος. Κανένας τους δεν ήθελε να λύσει το μυστήριο που επικρατεί στο δάσος. για κάποιες μέρες το άφησα και εγώ αυτό το θέμα αφού πιθανόν να παρακολουθούσε την περιοχή η αστυνομία.

Χωρίς καλά καλά να ξεκινήσω την έρευνα πρόσεξα ότι στο σημείο που είχε γονατίσει το κοριτσάκι υπήρχαν αποτυπώματα από παλάμες. Τελικά αποδεικνύεται ότι δεν ήταν όλα στην φαντασία μου. Κοίταξα για το σύμβολο αλλά αυτή τη φορά δεν το είδα, λες και ο χρόνος είχε σβήσει κάθε ίχνος από την πέτρα. Νομίζω εδώ τελείωσε η έρευνα μου έτσι πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Φτάνοντας στο σπίτι κάτι περίεργο είχε συμβεί, όλοι οι γονείς των φίλων μου και οι δύο φίλοι μου ήταν στο σπίτι και με περίμεναν. Για κάποιο λόγο το μυαλό μου πήγε αμέσως στο κακό αφού ένας από τους φίλους μου έλειπε. Ο ένας από τους καλύτερους μου φίλους βρήκε τραγικό θάνατο. Αν και οι γονείς του μου είπαν πως το τελευταίο καιρό είχε πέσει παρά πολύ ψυχολογικά έτσι πήδηξε από την ταράτσα του σπιτιού δεν το πίστεψα. Δεν ήταν άνθρωπος που θα έφτανε σε τέτοιο σημείο ότι και αν του συνέβαινε. Ότι δυσκολίες και να του παρουσιάζονταν σε αυτή τη ζωή πάντα έβρισκε μέσα του τη δύναμη να τις αντιμετωπίσει.

Έμεινα άφωνος όταν άκουσα αυτή την άσχημη είδηση. Ήθελα να βάλω τα κλάματα αλλά ήξερα ότι έπρεπε να φανώ δυνατός. Δεν πήγε ούτε λίγο στο μυαλό μου ότι δεν θα ξαναδώ έναν από τους καλύτερους μου φίλους, και πόσο μάλλον θα μου λείψουν οι πλάκες που κάναμε μαζί…

Ήξερα μέσα μου πως για όλα είχε σχέση η ιστορία που κυριαρχεί στο φάρο. Καλημέρη βοήθησέ με… τον άκουγα βλέποντας από μακριά το πρόσωπο του να χάνεται στο σκοτάδι… Ανοίγω τα μάτια μου και κοιτάζω γύρω μου, όλα στο δωμάτιο ήταν φυσιολογικά, μόνο ο κρύος ιδρώτας υπάρχει να λούζει το κορμί μου. Άραγε ήταν μόνο ένα όνειρο; Μήπως σημαίνει κάτι; Πρέπει να μάθω και γρήγορα… Πρέπει να τελειώσει αυτή η ιστορία πριν γίνει άλλο κακό.

Έτσι αφού ξημέρωσε, περίπου στις 10 η ώρα πήγα πάλι στο φάρο. Κάτι πρέπει να υπάρχει που δεν το έχω βρει ακόμα και είναι εκεί και με περιμένει. Το μόνο που χρειαζόταν είναι να ψάξω στο σωστό σημείο. Φτάνοντας όμως κάτι σταματάει τα σχέδια μου, η αστυνομία είναι και πάλι εκεί και φιλάει την περιοχή. Έτσι συνέχισα την πορεία μου με διακριτικό τρόπο ώστε να μην δώσω κάποια αφορμή για να με σταματήσουν και να αρχίσουν τις ερωτήσεις. Μάλιστα ένας από τους αστυνομικούς με κοίταζε επίμονα…

Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να έρθω όταν νυχτώσει και ήθελα να το αποφύγω. Ακόμα υπάρχει αυτός ο φόβος από εκείνη την νύχτα που με είχε κυριεύσει. Έτσι σαν Παρασκευή που ήταν πήρα την εφημερίδα Ευβοική Γνώμη και μάντεψε τι είχε για επικεφαλίδα: ΤΡΑΓΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΒΡΗΚΕ Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΑΙΤΙΑ.

Έμεινα λίγο σαστισμένος κοιτάζοντας συνεχώς τον τίτλο, δεν καταλαβαίνω τον λόγο όμως. Ήταν κάτι που ήδη το γνώριζα. Τώρα πήρα το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι και αφού δεν είχα να κάνω κάτι περίμενα να περάσουν οι ώρες που είχαν απομείνει ανιαρά ανοιγοκλείνοντας κάθε λίγο την τηλεόραση μήπως έχει κάτι ενδιαφέρον, πηγαίνοντας που και που στο δωμάτιο και ξάπλωνα έστω για πέντε λεπτά η ανοίγοντας το ψυγείο ψάχνοντας για καμία λιχουδιά παρόλο που δεν πεινούσα. Απλά για να φύγει η λαιμαργία η για να περάσει η ώρα.

Οι ώρες αν και δύσκολες η καλύτερα βαρετές με πολλούς αργούς ρυθμούς πέρασαν. Έτσι κατά της εννιά το βράδυ άρχισα να εφοδιάζομαι με όλα τα απαραίτητα, όχι πολλά πράγματα, ένα φακό και ένα κομποσκοίνι που μου είχαν κάνει δώρο στη γιορτή μου όπου το είχε φτιάξει ένα ασκητής στο Άγιο Όρος λέγοντας από μέσα του ΚΎΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι ξεκίνησα πάλι για το φάρο. Το φάρο της κακής κεφαλής όπου ο μύθος του πήρε άλλες δύο ψυχές. Του φαροφύλακα και του καλύτερου μου φίλου.

Στο δρόμο καθώς πήγαινα κάτι παράξενο συνέβη, κάποιος φώναξε το όνομα μου, γυρνάω και παρατηρώ από απόσταση δύο σκιές να με πλησιάζουν. Δεν αργώ όμως να καταλάβω ότι ήταν οι δύο φίλοι μου.

-εεε… Καλημέρη, περίμενε και εμάς. Φωνάζει ένας από τους δύο.

-Που πάτε βρε παιδιά τέτοια ώρα;

-Σε εσένα. Μου απαντούν.

-Φανταστήκαμε ότι θα συνέχιζες την έρευνα και είπαμε να έρθουμε και εμείς να σε βοηθήσουμε. Παίρνει τον λόγο ο Γιάννης.

-Εξάλλου… Δεν τον άφησα να τελειώσει την κουβέντα του.

-Εξάλλου τι; Τον ρώτησα με βλέμμα που καρφώνει.

-Εξάλλου από την μέρα που πέθανε ο φίλος μας, μας στοιχειώνει τα όνειρα μας σαν να θέλει να μας πει κάτι.

-Σαν να θέλει να λύσουμε το μυστήριο. Συμπληρώνει ο Δημήτρης και συνεχίζει πάλι ο Γιάννης.

-Δεν έπρεπε να σε αφήσουμε μόνο, υπάρχει ένα μυστήριο που πρέπει να λυθεί και μόνος δεν θα μπορέσεις.

-Ευχαριστώ βρε παιδιά με συγκινήσατε.

-Ας το κάνουμε για το φίλο μας και την ψυχή που είναι εγκλωβισμένη τόσα χρόνια στο φάρο.

Δώσαμε και οι τρεις μας τα χέρια και ξεκινήσαμε μαζί για το φάρο. Στο δρόμο με ρώτησε ο Γιάννης τη ανακάλυψα αυτό τον καιρό με τις έρευνες μου.

-Οχι και πολλά. Σκέφτηκα, μάλλον τίποτα.

Αλλά ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό ότι έχει να κάνει με μια ψυχή και για να υπάρχει η ψυχή κάπου πρέπει υπάρχει και ένα πτώμα. Άμα βρεθεί το πτώμα θα ησυχάσει και η ψυχή και τότε όλα θα λυθούν.

– Θα σας πω όταν φτάσουμε

Προχωρώντας παραλιακά και αυτή την φορά όχι μόνος, μια όμορφη βραδιά επικρατούσε και έτσι παραμυθένια που απλωνόταν σαν κουρτίνα με την πόρτα ανοιχτή να την κυματίζει ο αέρας το φεγγάρι πάνω στην θάλασσα ήθελα να τα ξεχάσω όλα, να πετάξω ότι ρούχο φορώ και να βουτήξω μέσα της. Αλλά όχι, είχα ένα μυστήριο να λύσω μια αποστολή να πω καλύτερα…

Για λίγο είχα μείνει να κοιτάω την θάλασσα κάνοντας διάφορες σκέψεις στο μυαλό μου. Όπως για παράδειγμα πρέπει να ήταν πέρσι που ακριβώς σε αυτό το σημείο είχαμε μαζευτεί οικογενειακά και με κάποιους φίλους για ένα νυχτερινό μπάνιο και η βραδιά ήταν το ίδιο όμορφη σαν ένα παραμύθι με αίσιο τέλος.

-Εεεεεε Καλημερη που χάθηκες; Νιώθοντας ένα χέρι να με ακουμπά στον ώμο.

Τα λόγια του Γιάννη που τόσο με ξάφνιασαν με έκαναν να επιστρέψω στην πραγματικότητα.

-Εεεεεε όχι, τίποτα, πάμε.

φτάνοντας έξω από το φάρο είδα πως είχαν βγάλει τις κίτρινες προειδοποιητικές κορδέλες της αστυνομίας και πως μεγάλη μου έκπληξη οι πόρτες ήταν ανοιχτές σαν να μας περίμεναν. Καλύτερα σκέφτηκα, δεν θα χρειαστεί να πηδήξουμε.

Αμέσως πήρα το λόγο και είπα στους δύο φίλους μου ότι ψάχνουμε για ένα πτώμα, πως πρέπει να βρίσκεται οπουδήποτε και πως πρέπει να είμαστε πολύ παρατηρητικοί μα και προσεκτικοί γιατί ο κίνδυνος παραμονεύει. Κοιταχτήκαμε στα μάτια, δώσαμε τα χέρια και χωριστήκαμε μέσα στο σκοτεινό δάσος.

=================

το πρώτο μέρος εδώ

=================

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (πρώτο μέρος).


Η ιστορία μας έχει να κάνει με τον φάρο της Χαλκίδας, θυμάμαι που ήμασταν μικρά παιδιά και παίζαμε ανέμελα μέσα στο δάσος, στις κούνιες, η τρέχαμε σαν παλαβά στα σκοτεινά μονοπάτια.

Τώρα θα μου πείτε ποιο δάσος κρύβει μέσα του έναν φάρο. Και όμως ο φάρος της Χαλκίδας βρίσκεται σε ένα δάσος και είναι ακόμα σε λειτουργία. Ο φάρος της κακής κεφαλής. Είναι ένα πολύ όμορφο μέρος για ζευγαράκια για περίπατο η ακόμα για ιστορίες τρόμου. Και ναι αυτός ο φάρος κρύβει πολλά σκοτεινά μυστικά…

Θυμάμαι που τα βράδια μαζευόμασταν στα παγκάκια και λέγαμε διάφορες ιστορίες και ο σκοπός μας ήταν ένας. Να τρομάξουμε και να φύγουμε τρέχοντας από το σκοτεινό δάσος. Υπήρχε όμως μια αληθινή ιστορία όπου μας την είχε διηγηθεί ο δασοφύλακας που δούλευε και σαν υπεύθυνος στον φάρο και για αυτό τον λόγο ποτέ δεν μας άφηνε να καθόμασταν μετά τις δύο η να ερχόμασταν τα βράδια όπου είχε πανσέληνο.

Η ιστορία του μετά από λίγα χρόνια μάθαμε πως ήταν αληθινή γιατί εμείς οι ίδιοι ήμασταν που βρήκαμε έναν τάφο ενός μικρού κοριτσιού. Και το μόνο που θέλω τώρα είναι να μοιραστώ μαζί σας την ιστορία μου.

Ξέχασα να σας αναφέρω ότι ο δασοφύλακας είχε πολύ τρομακτική όψη και τον φοβόμασταν. Είχε μεγάλη γενειάδα και το ένα μάτι ήταν γυάλινο και πάντα κρατούσε στο δεξί χέρι ένα μπαστούνι. Μάλιστα κάποιοι έλεγαν πως είχε σκοτώσει κάποιον με αυτό μια φορά…

Η ιστορία του έχει να κάνει με μια ψυχή ενός κοριτσιού που είχε εγκλωβιστεί μέσα στο δάσος στοιχειώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, μέχρι κάποιος να πάρει εκδίκηση για τον άδικο και βίαιο μα και απαίσιο θάνατο της… Πρόκειται για ένα κορίτσι 13 χρόνων που το απήγαγαν 5 παιδιά όπου το χτυπούσαν ανελέητα, την βίαζαν και την κακομεταχειρίζονταν ξανά και ξανά μέχρι τελευταίας πνοής. Kαι όλα τα στοιχεία, μαζί με το άψυχο και βασανισμένο κορμί της, θάφτηκαν κάπου στο φάρο μέσα στο δάσος. Στο φάρο της κακής κεφαλής…

Το όνομα αυτό το έχει πάρει για πόλους λόγους, έχουν γίνει παρά πολλά και συνεχίζονται να γίνονται. Από ναρκωτικά, δολοφονίες, βιασμοί, μέχρι και μαύρη μαγεία. Και μάλιστα αυτό το κορίτσι έπεσε θύμα τελετής. Αυτά τα πέντε παιδιά άνηκαν σε ένα γκρουπ σατανιστών. Ο σκοπός τους ήταν να χαρίσουν την ψυχή της στον σατανά με αντάλλαγμα λίγο πλούτο αφού πρώτα πέρασαν καλά μαζί της. Αλλά φαίνεται πως αυτός δεν την ήθελε, δεν ήταν ποια παρθένα. Έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να εγκλωβίσουν την ψυχή της ανάμεσα σε δύο κόσμους περιστοιχειώνοντας το φάρο μέσα στο δάσος…

Θυμάμαι ποιο παλιά πριν απαγορευτεί η είσοδος μετά τα μεσάνυχτα, πως είχα ακούσει κάποια ζευγαράκια να λένε πως καθώς έτυχε να απολαμβάνουν τον έρωτα τους εκείνες τις απαγορευμένες ώρες να ακούνε αμυδρά έναν ψίθυρο στο αυτί η να ακούνε κάποιον να τρέχει μέσα στο δάσος πατώντας στις πευκοβελόνες και στα ξεροκλάδια που υπήρχαν στο χώμα, η ακόμα ένα γέλιο η ένα κλάμα ενός μικρού κοριτσιού. Η ακόμα πως ένιωσαν κάτι να τους πιάνει στον ώμο η ένα μικρό σπρώξιμο. Αλλά κανένας δεν είδε τίποτα, ποτέ δεν έβλεπαν. Μόνο άκουγε. Κάπως έτσι και εγώ με την παρέα μου.

Από την μέρα που μας είπε την ιστορία ο δασοφύλακας θέλαμε να μάθουμε πόσο αλήθεια ήταν όλα αυτά. Και κάπου εδώ ξεκινάει η δίκη μου ιστορία. Η περιέργεια πάντα κέντριζε το μυαλό μας και κάθε νύχτα πηγαίναμε με την παρέα μου έξω από το δάσος. Αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειστή και μάλιστα με αλυσίδες… Εκεί συναντούσαμε συνέχεια την ησυχία και στην ατμόσφαιρα ακούγονταν μόνο οι δικές μας ομιλίες και τα γέλια μας.

Μια νύχτα σκέφτηκα να κάνω εγώ το πρώτο βήμα και είπα στους φίλους μου να πηδήξουμε την είσοδο και να περπατήσουμε μέχρι το φάρο. Τους καθησύχαζα ότι όλα επρόκειτο για μια φήμη… Ένας από την παρέα, ο Στέλιος, δεν σταμάτησε τα αστεία και τα κακόγουστα σχόλια. «Άντε Καλημέρης, πήγαινε εσύ πρώτος κι αν γυρίσεις ζωντανός, θα ακολουθήσουμε κι εμείς» μου είπε και έσκασε στα γέλια. Αν και όλοι παίζαμε τα παλικάρια, κανένας μας δεν είχε το κουράγιο να μπει στο σκοτεινό δάσος κι έτσι αποφασίσαμε να περιμένουμε έξω μήπως και ακούσουμε κάτι…. Όλα ήταν ήρεμα ώσπου ξαφνικά γύρω στις 4 τα ξημερώματα μια άγρια φωνή από το βάθος. Ποιος είναι εδώ; Τα πόδια μας κόπηκαν αλλά δεν πήρε πολύ ώρα να καταλάβουμε πως ήταν ο δασοφύλακας και το βάλαμε αμέσως στα πόδια τρέχοντας και γελώντας δυνατά.

Την επόμενη μέρα ξαναπήγαμε και όλα ήταν και πάλι ήρεμα. Αυτή τη φορά ήμασταν κι εμείς πιο ήρεμοι. Το ίδιο σκηνικό ακολούθησε για αρκετές μέρες. Πηγαίναμε και περιμέναμε έξω από το δάσος. Ώσπου ένα βράδυ Κυριακής βρήκα το θάρρος και πήδηξα μέσα. Δεν ξέρω το γιατί αλλά μόλις το έκανα, μια ανατριχίλα και κρύος ιδρώτας περιέλουσε το κορμί μου, ενώ ταυτόχρονα ένας ψυχρός αέρας με χτύπησε για λίγο στο σβέρκο. Υποψιάστηκα ότι μάλλον θα ήταν από το φόβο μου. Στα υπόλοιπα παιδιά είπα πως όλα είναι εντάξει και έτσι ακολούθησαν κι αυτοί. Στην αρχή κοιτούσαμε ο ένας στα μάτια τον άλλον και μετά με μεγάλη επιφυλακτικότητα κοιτούσαμε δεξιά και αριστερά. Όλα φαίνονταν ήρεμα μέσα στο σκοτάδι. Μόνο το θρόισμα από τα φύλλα των δέντρων υπήρχε.

Έτσι σιγά – σιγά και πάντα δειλά αρχίσαμε να περπατάμε προς το βάθος… Το σκοτάδι μας είχε περικυκλώσει. Δεν βλέπαμε ούτε τη μύτη μας. Ώσπου ξαφνικά μια λάμψη από το πουθενά εμφανίστηκε λίγα μέτρα μακριά μας. Εκεί παγώσαμε για τα καλά. Δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο φόβο. Για λίγο ήταν ακίνητο σαν να μας παρακολουθούσε… Και μετά τίποτα… Απλά εξαφανίστηκε… Δεν μείναμε άλλο εκεί… Αμέσως τρέξαμε προς την έξοδο και φύγαμε για την πλατεία στον Άγιο Ταξιάρχη. Αυτό που θέλαμε να πιστέψουμε ήταν πως αυτό που είδαμε ήταν ο δασοφύλακας που κρατούσε το φανάρι… Όμως, ήταν αυτός; Ή απλά κοροϊδεύαμε τον εαυτό μας;

Για μέρες δεν ξαναπατήσαμε το πόδι μας εκεί… Είχαμε φοβηθεί όσο ποτέ στη ζωή μας! Αλλά καταλάβαμε ότι σε αυτό το δάσος υπήρχε ένα μυστήριο που περίμενε υπομονετικά κάποιον να το λύσει. Η περιέργεια όμως μας νίκησε και αρχίσαμε τα τηλεφωνήματα μεταξύ μας για να συμφωνήσουμε να ξαναπάμε. Όπως και τις πρώτες μέρες έτσι και τώρα ήμασταν διστακτικοί αλλά τελικά αποφασίσαμε να πάμε. Το ότι υπήρχε πανσέληνος εμείς το αγνοήσαμε και είχαμε ξεχάσει και τα λόγια που μας είχε πει ο δεσμοφύλακας για τα βράδια με ολόκληρο το φεγγάρι.

Όταν φτάσαμε στο δάσος, έκανα εγώ την πρώτη κίνηση για δεύτερη φορά και ξανάνιωσα εκείνη την ανατριχίλα, τον κρύο ιδρώτα και αυτή τη φορά ένα ψίθυρο στο δεξί αυτί μου πιστεύοντας ότι αυτό που άκουσα ήταν το όνομα μου…

Ένιωσα ότι κάποιος η κάτι με καλούσε προς το βάθος του δάσους. Αυτή τη φορά δεν περίμενα τους φίλους μου. Δεν ξέρω γιατί αλλά κάτι με έσπρωχνε σαν μαγνήτης προς το απόλυτο σκοτάδι… Οι υπόλοιποί βλέποντας με, με ακολούθησαν χωρίς να υποψιάζεται κανένας μας για αυτό που θα συνέβαινε.

Ναι καλά ακούσατε, αυτό που θα μας συνέβαινε. Καθώς προχωρούσαμε προς το σκοτεινό δάσος ο ψυχρός αέρα περιέλουζε για δεύτερη φορά ολόκληρο το κορμί μου. Αμέσως αντίκρισα ξανά το ίδιο φως να βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά μου ξαφνικά όλα πάγωσαν. Τα χέρια μου κοκκάλωσαν και ένιωσα να χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Κρύος ιδρώτας να με λούζει και καθώς διακρίνω την άχνα μου να βγαίνει από το στόμα μου να νιώθω ότι θέλω να βάλω τις κραυγές και να φύγω τρέχοντας έξω από το δάσος. Κάτι όμως με σταματούσε, και κάτι με έσπρωχνε όλο και ποιο δυνατά να πάω προς το μέρος του. Οι φίλοι μου είχαν χαθεί δεν τους έβλεπα πια. Άκουγα να με φωνάζουν αλλά δεν έδινα καμία σημασία και αυτό γιατί ήμουν χαμένος. Χαμένος στο κάλεσμα του φωτός.

Ξαφνικά ένιωσα κάτι να με καθοδηγεί προς το μέρος του κι εγώ δειλά δειλά και έντρομος απλά ακολουθούσα. Λίγα μέτρα μακριά του το διακρίνω πλέον καθαρά και ήταν, είναι ότι αυτό που έβλεπα ήταν ακριβώς αυτό που μας είχε περιγράψει ο δασοφύλακας.

Και ναι ήταν το σχήμα του κοριτσιού που μας είχε περιγράψει. Κυριευμένος από το φόβο κατάφερα και πλησίασα αρκετά κοντά και διέκρινα ότι ήταν πολύ λυπημένο και έκλαιγε γονατιστό. Έτσι δεν δίστασα να το ρωτήσω άμα είναι καλά η αν χρειάζεται κάποια βοήθεια. Ξαφνικά σταματά να κλαίει, γυρίζει να με κοιτάξει, βγάζει μια κραυγή και πετώντας έρχεται κατά πάνω μου, περνάει από μέσα μου με άγριο ύφος και εξαφανίζεται. Ρίγος και ανατριχίλα κυριεύει πλέον το κορμί μου. Το αίμα μου έχει παγώσει και νιώθω την καρδιά μου να σταματά. Τα γόνατα μου και τα χέρια μου ακουμπισμένα στο χώμα να κάνω προσπάθειες να σηκωθώ, το σώμα ακίνητο παραμένει αφού εξασθένησαν όλες οι δυνάμεις μου.

Αμέσως κραυγές και ουρλιαχτά στοιχειώνουν όλο το δάσος. ώσπου νιώθω ένα χέρι από πίσω να με ακουμπά στον ώμο και μια φωνή να με ρώτα άμα είμαι καλά. Αμέσως όλα σταματάνε και απόλυτη σιωπή κυριαρχεί και πάλι στο δάσος. Οι δυνάμεις μου επέστρεψαν και πάλι στο κορμί μου, ενώ τα ρίγη και οι ανατριχίλες που κυρίευαν ποιο πριν έφυγαν και αυτά έτσι ξαφνικά. Δεν αργώ να διαπιστώσω ότι βρισκόμουν γονατισμένος στο σημείο που ήταν γονατισμένο η μορφή του κοριτσιού. Παρατήρησα πως υπήρχε ένα σύμβολο πάνω σε μια πέτρα αλλά δεν μπορούσα να το διακρίνω καθαρά μέσα στο σκοτάδι και έτσι σηκώθηκα και έφυγα με τους φίλους μου.

Στο δρόμο της επιστροφής εξηγούσα στους φίλους μου όλο το σκηνικό που είχε συμβεί αλλά κανένας δεν πίστεψε από όλα όσα είπα για το λόγο ότι για αυτούς ήταν όλα φυσιολογικά και ήρεμα. Ούτε σκιές ούτε κλάματα ούτε κραυγές και ουρλιαχτά. Το μόνο που έλεγαν ήταν πως υπήρχε πρόβλημα στον εγκέφαλο μου και πως τα έχω χάσει αλλά να μην ανησυχώ, με ένα γενικό σέρβις θα είμαι σαν καινούργιος. Χα χα δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να με πειράζουν μέχρι να πάρει ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του. Αλλά μήπως έχουν δίκιο; Μήπως όλα ήταν στο μυαλό μου και ήταν όλα στη φαντασία αφού ήμουν επηρεασμένος από το φόβο και το σκοτάδι; Όπως και να έχει θα πρέπει να πάω ξανά εκεί μα πρώτα πρέπει να μάθω για το σύμβολο που είδα τη συμβολίζει και ποια η σημασία του.

Μυστήριο: What Lies Beneath, Part 2.


-Τι λες να κάνει ο μικρός; Ρώτησε η μητέρα του Γιώργου τον πατέρα του.

-Δεν ξέρω. Πιστεύω θα κοιμάται, απάντησε.

Οι γονείς του Γιώργου, βρίσκονταν στο αμάξι και ακολουθούσαν τον δρόμο της επιστροφής. Ήταν και οι δυο γιατροί, και έπρεπε να παρακολουθήσουν μια πολύωρη και κουραστική διάλεξη για μια καινούργια ανακάλυψη. Τέλος πάντων, η διάλεξη είχε πλέον τελειώσει, και γυρνούσαν πίσω. Είχαν βάλει μουσική jazz στο αμάξι, μιας και η κατάσταση το απαιτούσε. Έξω ήταν θεοσκότεινα και φυσούσε ένας πολύ δυνατός άνεμος. Όσο πιο χαλαρωτικά ήταν μέσα στο αμάξι από την μουσική, τόσο πιο άγρια βρυχούταν ο ουρανός έξω. Αλλά δεν έδωσαν μεγάλη σημασία. Μόνο ο πατέρας του απόρησε, διότι στο ραδιόφωνο είχε ακούσει πρωτύτερα ότι αναμενόταν για το βράδυ ένας καθαρός ουρανός, και ότι θα μπορούσαν όλοι να απολαύσουν την πανέμορφη πανσέληνο. Δεν ασχολήθηκε πολύ όμως, γιατί το μυαλό του ήταν γεμάτο ένα σωρό σκέψεις και ταλαιπωρία, και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φτάσουν σπίτι.

Στο αμάξι επικράτησε ησυχία. Η μουσική φαινόταν σαν να άρχιζε να σβήνει. Ο καθένας είχε απορροφηθεί στις δικές του σκέψεις και σκοτούρες. Σκέψεις ποίκιλες, από τον χώρο της δουλειάς, την διάλεξη, και άλλα πολλά. Όσο πέρναγε η ώρα, όμως, οι σκέψεις μεταλλάσσονταν σε πιο περίεργες. Ώσπου -σαν από σύμπτωση- μια κοινή σκέψη πέρασε από το μυαλό και των δυο: τι ώρα είναι; Κοίταξαν ταυτόχρονα το ψηφιακό ρολόι. Έλεγε 00.33’.33’’. Ξαφνικά ένα ρίγος διαπέρασε την σπονδυλική τους στήλη. Ταυτόχρονα, η μουσική σταμάτησε. Από το ραδιόφωνο βγήκε ένα ουρλιαχτό. Σύντομο. Διαβολικό. Έπειτα το ραδιόφωνο έσβησε, επιτρέποντας στην απόλυτη ησυχία να κυριαρχήσει στο αμάξι.

Κοιτάχτηκαν τρομαγμένοι.

-Τι ήταν αυτό; είπε αυτή.

-Δεν ξέρω. Ίσως χάλασε. Το ένιωσες αυτό το ρίγος;

-Ναι το νιω… Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση, όταν έντρομη διαπίστωσε ότι στο ραδιόφωνο ακόμα φαινόταν η ώρα. 00.33’.33’’.

-Κάτι δεν πάει καλά. Είπε.

-Κάτι δεν πάει ΚΑΘΟΛΟΥ καλά. Επανέλαβε.

Προσπαθούσαν να καταλάβουν τι να σήμαιναν όλα αυτά. Αυτό το περίεργο ρίγος, που σαν γιατροί αδυνατούσαν να ερμηνεύσουν, αυτό το απόκοσμο ουρλιαχτό, και αυτή η περίεργη ώρα. Γιατί κόλλησε στο 00.33.33; Είχαν πλέον τρομάξει.

-Δεν ξέρω, αλλά μου φαίνεται ότι κάποιος μας ζητά βοήθεια.

Το βλέμμα τους ξανασυναντήθηκε. Η μηχανή βρυχήθηκε, και επιτάχυνε και σε λίγο χάθηκαν στο απέραντο μαύρο.

2 ώρες μετά.

Η καταιγίδα είχε σταματήσει. Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί και πλέον στον ουρανό φαινόταν πεντακάθαρα η κόκκινη πανσέληνος. Το αμάξι φρέναρε απότομα έξω από το σπίτι. Οι γονείς του, κατέβηκαν και προχώρησαν επιφυλακτικά προς την πόρτα. Απ τα παράθυρα έβγαινε έντονο φως. Παραξενεύτηκαν διότι πίσω τους κείτονταν η πεσμένη κολόνα της ΔΕΗ. Αυτό είχε υπερβεί το φυσικό. Τέλος πάντων, συνειδητοποίησαν ότι δεν υπήρχε χώρος για περαιτέρω σκέψεις και αμφιβολίες. Συνέχισαν την πορεία τους προς την πόρτα μόνο και μόνο για να την βρουν ξεκλείδωτη και λίγο ανοιχτή. Οι χειρότεροι φόβοι τους πίστεψαν ότι θα γίνονταν πραγματικότητα. Θυμούνταν ότι την είχαν κλειδώσει καλά και είχαν πάρει μαζί τους τα κλειδιά. Άνοιξαν την πόρτα. Έκανε ένα αδικαιολόγητο τρίξιμο. Αυτό που είδαν όμως δεν θα το είχαν φανταστεί. Στο πάτωμα ήταν χαραγμένες με κόκκινη μπογιά τρεις πεντάλφες γύρω από την τηλεόραση. Κατατρόμαξαν. Άρχισαν να φωνάζουν τον γιο τους… Δεν πήραν όμως απάντηση. Έτρεξαν προς το δωμάτιό τους. Αυτό που είδαν στη συνέχεια, έμεινε για πάντα μέσα τους. Ο φόβος και η ταραχή είχαν συγκλονίσει το ζευγάρι.

Είδαν στην γωνία τον γιο τους, λιπόθυμο να κρατά ένα πιστόλι στο χέρι. Μπροστά του, αποτυπώνονταν τρεις μαύρες πατημασιές από κάρβουνο στο πάτωμα. Έτρεξαν αμέσως στον γιο τους. Προσπάθησαν να τον συνεφέρουν. Έπειτα από δέκα λεπτά συνεχούς προσπάθειας, ξύπνησε. Τους κοίταξε με ένα κενό αλλά συγχρόνως τρομοκρατημένο βλέμμα, πριν πει δυο λέξεις: «έχω κυριαρχήσει»… Έπεσε ξανά λιπόθυμος. Οι γονείς του εσπευσμένα τον μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου έγινε διάγνωση. Μετατραυματικό σοκ και ελαφρά δηλητηρίαση από θειάφι.

6 μήνες μετά.

Η οικογένεια είχε επανέλθει πλέον στους ρυθμούς της. Ο Γιώργος είχε σταματήσει το σχολείο διότι πλέον ήταν οι καλοκαιρινές διακοπές. Το όλο περιστατικό είχε αποσιωπηθεί και δεν ξανάγινε αναφορά σε αυτό, κυρίως επειδή οι γονείς του φοβόντουσαν μήπως το χωριό τους κατηγορούσε ως σατανιστές και άθεους. Είχαν πετάξει την τηλεόραση και εξαφανίσει οποιοδήποτε στοιχείο. Ώσπου κάτι τελείως απόκρυφο και αινιγματικό ήρθε να τους ταράξει.

Ήταν δυο το μεσημέρι. Είχαν τελειώσει το μεσημεριανό. Ο πατέρας διάβαζε την εφημερίδα του, ενώ ο γιος έβλεπε ένα ντοκιμαντέρ. Τα πουλιά κελαηδούσαν ένα ρυθμικό τραγούδι, σε απόλυτη αρμονία με την γαληνή που επικρατούσε στη φύση. Ώσπου ξαφνικά… μια κραυγή απ την κουζίνα τους έκανε να πεταχτούν όρθιοι. Πήγαν στην κουζίνα. Αυτό που είδαν τους τρόμαξε. Κάτω στο πάτωμα είχαν εμφανιστεί πρόσωπα. Πρόσωπα με αλλόκοτο βλέμμα, συνωστισμένα το ένα δίπλα στο άλλο σε διαρκή κίνηση. Κάτι σαν ασπρόμαυρες ζωγραφιές. Από πάνω τους, η μητέρα του Γιώργου προσπαθούσε επίμονα με ένα σφουγγάρι να τις σβήσει. Είχε ξεπεράσει το αρχικό σοκ, αλλά και πάλι ο τρόμος φαινόταν στο βλέμμα της. Το περίεργο στην ιστορία ήταν ότι όσο πιο πολύ προσπαθούσε να τα σβήσει τόσο πιο πολλά εμφανίζονταν. Το πάτωμα είχε μετατραπεί κάπως σαν πίνακας ζωγραφικής. Ο πατέρας μην ξέροντας τι να πρωτοκάνει, έριξε ένα χαλί στο πάτωμα, βγήκαν όλοι και κλείδωσε γερά την πόρτα. Είπε ότι απαγορευόταν η είσοδος εκεί και ότι αύριο θα ερχόταν ένα συνεργείο καθαρισμού.

Το ίδιο βράδυ κάτι τους στοίχειωσε. Όλοι είδαν τον ίδιο μυστηριώδες εφιάλτη. Είδαν τα ίδια πρόσωπα με αυτά που είδαν στην κουζίνα να τους λένε ότι σύντομα θα έρθει εκδίκηση, και με την συνοδεία ενός σατανικού γέλιου… είπαν ότι η ώρα πλησιάζει… και σηκώθηκαν. Όλοι μυστηριωδώς παρουσίαζαν τα ίδια συμπτώματα. Ιδρώτας και πονοκέφαλος. Κανείς δεν ήξερε πλέον τι να κάνει. Κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τίποτα απολύτως. Συγκεντρώθηκαν όλοι στην κουζίνα. Ένιωθαν έναν απροσδόκητο και απροσδιόριστο φόβο για κάτι που δεν μπορούσε να ερμηνευτεί, κάτι που δεν ξαναείχαν αντιμετωπίσει. Ήταν πλέον προφανές ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση ή ασθένεια. Ήταν κάτι παραπάνω. Υπέρβαινε τα όρια της στενής αντίληψής τους. Μην μπορώντας να πάρουν απόφαση, κάλεσαν τον παπά του χωριού λέγοντας του ότι κάτι απόκοσμο στοίχειωνε το σπίτι τους. Ο παπάς δέχτηκε αλλά με δισταγμό.

Λίγο μετά έφτασε. Είχε φέρει μαζί του ένα λιβανιστήρι και μια εικόνα. Πίστεψε ότι δεν πρόκειται για τίποτα. Σύντομα θα διαψευδόταν. Προχώρησε μέσα στο σπίτι. Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Άναψε το λιβάνι. Η μυρωδιά άρχισε να διαδίδεται στον χώρο.

Τότε έγινε. Οι πολυέλαιοι κουνιόνταν τόσο γρήγορα που διαλύθηκαν. Η βιβλιοθήκη έπεσε μονή της. Τ φώτα τρεμόπαιζαν με μεγάλα κενά σκότους. Ο παπάς είχε αρχίσει να φοβάται. Σήκωσε ψηλά μπροστά του την εικόνα και άρχισε να λέει ευχές. Τότε… άρχισε όλο το σπίτι να σείεται. Σαν ένας μεγάλος σεισμός. Τα φώτα έσβησαν. Το πάτωμα ράγισε και αναδύθηκε ένα κόκκινο φως με απόκοσμα ουρλιαχτά και σατανικά γέλια. Και είπε: «θα επιστρέψω…».

Όλοι είχαν συγκλονιστεί. Κάνεις δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό που συνέβαινε. Κάλεσαν την αστυνομία, και οι ίδιοι οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Σφράγισαν αμέσως την περιοχή. Σε κανέναν δεν επιτράπηκε να πλησιάσει το σπίτι. Μόνο η οικογένεια. Μετά από μέρες έρευνας, δεν είχαν εντοπίσει τίποτα. Μέχρι που κάποιος είχε την ιδέα να σκάψουν κάτω από το ράγισμα του σαλονιού.

Οι επόμενες μέρες κυριολεκτικά χαράχτηκαν ανεξίτηλα στην μνήμη όλου του χωριού. Η ανασκαφή σταμάτησε. Είχαν ανακαλύψει ένα νεκροταφείο του μεσαίωνα. Είχαν βρει τους σκελετούς τριών ανθρώπων οι οποίοι είχαν ένα ξύλο καρφωμένο στο στήθος τους. Η χρονολόγηση τους τοποθέτησε γύρω στο 1315. Το περίεργο; Κανένας απ τους τρεις δεν είχε κεφάλι….

=================================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την πάρα πολύ καλή ιστορία του.

Το πρώτο κομμάτι της ιστορίας είναι εδώ.

=================================

Μυστήριο: What Lies Beneath.


Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε. Ο διαπεραστικός της ήχος, ακούστηκε μηδαμινά αυτή την φορά λόγω της θυελλώδους καταιγίδας που κυμαίνονταν. Κεραυνοί, που ακολουθούνταν από πανίσχυρες βροντές, σαν εκρήξεις βομβών, είχαν καθηλώσει τους κατοίκους του χωρίου στα σπίτια τους. Ένα χωριό βορειοελλαδίτικο, αρκετά παραδοσιακό που κάθε χειμώνας εκεί αποτελούσε άθλο για τους κατοίκους του, διένυε τα τέλη του φθινοπώρου, προς τις απαρχές του επόμενου αναπόφευκτου χειμώνα.

Η ώρα πλέον είχε πάει δώδεκα. Ο μικρός Γιώργος είχε μείνει μόνος στο σπίτι του. Οι γονείς του είχαν φύγει επειγόντως για μια δουλειά στην κοντινή πόλη, με την υπόσχεση ότι θα γυρίσουν γρήγορα. Αν και προσπάθησε να τους μεταπείσει ώστε να έρθει κι αυτός μαζί τους, αυτοί αρνήθηκαν λέγοντας ότι θα ήταν μια κουραστική διαδρομή γι αυτόν. Φοβισμένος, με όλα τα φώτα ανοιχτά και την τηλεόραση να δείχνει μια αδιάφορη γι αυτόν παλιά αστυνομική ταινία, στεκόταν στο παράθυρο μετρώντας τις σταγόνες τις βροχής που κυλούσαν. Είχε αγνοήσει την εντολή των γονιών του να πάει για ύπνο, αλλά αντίθετα υπομονετικά τους περίμενε, κοιτάζοντας συνέχεια έξω από το παράθυρο για οποιοδήποτε ίχνος φωτός, μέσα στην σκοτεινή άβυσσο της αδυσώπητης καταιγίδας.

Η ορατότητα ήταν πολύ περιορισμένη, ενώ ο δυνατός άνεμος και η «βαριά» βροχή απορροφούσαν οποιοδήποτε ήχο. Είχε πανσέληνο, την οποία μετά βίας μπορούσε να διακρίνει στον σκοτεινό ουρανό. Τα δέντρα κουνιόνταν ακανόνιστα και βίαια, παρασυρόμενα από τον ισχυρό άνεμο και την βροχόπτωση. Σκέψεις και φόβοι κατέκλυζαν το μυαλό του. Θυμήθηκε τους τότε θρύλους και μύθους που είχε ακούσει στην πλατεία του χωριού, από μυστηριώδεις ηλικιωμένους που μιλούσαν για λυκάνθρωπους που έρχονται με την εμφάνιση της πανσέληνου, φαντάσματα ανθρώπων που επέστρεφαν πίσω για να εκδικηθούν και άλλα πολλά τέτοια. Ήταν μικρός και η ψυχή του αδυνατούσε να ξεχωρίσει την αλήθεια απ το ψέμα, το μύθο από την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά συνέχιζε να στέκεται μπροστά στο μεγάλο παράθυρο, σαν θεατής της μεγαλομανίας της φύσης, τρέμοντας να πλησιάσει κοντά σε άλλα δωμάτια -εκτός του σαλονιού που βρισκόταν- μήπως κάνα μυστηριώδες τέρας από τα άδυτα του κόσμου καραδοκούσε γι αυτόν. Τις συνεχείς σκέψεις του τις διατάραξε μια ισχυρότατη βροντή που ήρθε δίχως προειδοποίηση.

Τρομοκρατημένος, κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα και το σκοτάδι είχαν γίνει ένα, η πανσέληνος είχε χαθεί, και αναρωτήθηκε γιατί δεν είδε τον κεραυνό, που συνήθως προηγείται. Η καταιγίδα μαίνονταν με μεγαλύτερη μανία απ ότι πριν.

Ξαφνικά τα φώτα έσβησαν… και ξανάνοιξαν μετά από λίγα δευτερόλεπτα, κοκαλώνοντας τον και μην ξέρει τι να κάνει. Να πάει να κρυφτεί στην ντουλάπα, να φύγει από σπίτι και να πάει στην γιαγιά του -η οποία έμενε αρκετά μακριά- ή να τηλεφωνήσει στους γονείς του; Τι να πρωτοκάνει; Προσπάθησε να συγκροτήσει την σκέψη του, πράγμα αρκετά δύσκολο μέσα στην ταραχή του. Σκέφτηκε ότι το πιο λογικό ήταν να καλέσει στους γονείς του. Ελαφρά ανακουφισμένος, έσπευσε προς το τηλέφωνο. Καθώς όμως είχε σηκώσει το ακουστικό και σχημάτιζε το νούμερο, μια δεύτερη πανίσχυρη βροντή χάλασε τα σχέδια του. Το ρεύμα έπεσε, και στο σπίτι επικρατούσε πλέον απόλυτο σκοτάδι. Αμέσως παρατήρησε στο παράθυρο κάτι σαν κόκκινη λάμψη φωτός.

Άφησε το τηλέφωνο και έτρεξε απεγνωσμένα στο παράθυρο ελπίζοντας ότι πλέον είχαν έρθει οι γονείς του. Αντί γι αυτό όμως είδε κάτι πολύ χειρότερο: μια κολόνα της ΔΕΗ είχε πέσει -πιθανώς από τον ισχυρό άνεμο- και κομμένα καλώδια «ξερνούσαν» σπίθες, όπως του φάνηκε, μέχρι που σταμάτησαν και τα πάντα ξαναβυθίστηκαν στο σκοτάδι. Όχι όμως όλα… Μέσα στον πανικό, αγνοούσε σχεδόν εντελώς το τι γινόταν μέσα στο σπίτι. Το ενδιαφέρον του είχε επικεντρωθεί στο παράθυρο. Μόλις λοιπόν, λίγη ηρεμία διαπέρασε το σώμα του, παραξενεύτηκε γιατί ακόμη το σαλόνι είχε λίγο φως, και ένα περίεργο ήχο. Τότε λοιπόν γυρνά πίσω του και –προς μεγάλη του έκπληξη άλλα και φόβο- διαπιστώνει ότι η τηλεόραση ήταν ακόμη ανοιχτή.

Έκανε μερικά δειλά βήματα προς το μέρος της, μόνο για να διαπιστώσει ότι έπαιζε ακόμη την ίδια παλιά αστυνομική ταινία. Αμέσως η ταινία του τράβηξε το ενδιαφέρον και παρόλο τον φόβο του κάθισε να την δει, μιας και ήταν το μόνο μέρος στο σπίτι που είχε λίγο φως. Όλο το υπόλοιπο ήταν βυθισμένο σε ένα πρωτόγνωρο γι αυτόν πέπλο σκοταδιού. Η προσοχή του επανήλθε στη ταινία. Από ότι είχε δει, όταν έτρωγε το βραδινό του, ήταν ένας ντεντέκτιβ που προσπαθούσε να βρει τι ακριβώς προκαλούσε τους θανάτους σε μια επαρχιακή πόλη, δίπλα σε αχυρώνες και καλαμποχώραφα. Τις τελευταίες μέρες η τοπική αστυνομία είχε βρει σε σακούλες είκοσι πτώματα ανθρώπων, τα οποία έφεραν πάνω τους χαραγμένα περίεργα σημάδια, σαν ιερογλυφικά. Και τότε κάλεσαν έναν φημισμένο ντεντέκτιβ για να βρει λύση στο μυστήριο. Μέχρι εκεί θυμόταν. Όμως τώρα -όπως έβλεπε- η ταινία είχε εισέρθει σε μια πιο «σκοτεινή» πλευρά. Ο ντεντέκτιβ είχε ανακαλύψει σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, σατανικά σύμβολα και τα ίδια σημάδια που ήταν χαραγμένα πάνω στα πτώματα, ενώ παράλληλα κι άλλοι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Και τότε άκουσε -στην καταιγίδα που βρισκόταν- μια φωνή να του λέει: όταν έρθει η καταιγίδα, το σκοτάδι κυριεύει… Η τηλεόραση έκανε παράσιτα και έκλεισε.

Ο μικρός είχε μπερδευτεί με την όλη κατάσταση, και αναρωτιόνταν τι να σήμαιναν αυτά που άκουσε στην ταινία, και πως είχε μείνει η τηλεόραση ανοιχτή παρόλο που είχε πέσει το ρεύμα. Πολλές ερωτήσεις που ήταν αδύνατον να απαντήσει έρρεαν στο μυαλό του. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχαν ένα φακό στο δωμάτιο των γονιών του, και ότι έπρεπε πάση θυσία να τον πάρει διότι δεν έβλεπε τίποτα πλέον. Τα ματιά του πλέον είχαν προσαρμοστεί στο σκοτάδι, και πλέον μπορούσε να διακρίνει λίγο του τοίχους και τις πόρτες. Πήρε μια βαθιά ανάσα και με όλο το κουράγιο που είχε, προχώρησε με γρήγορα βήματα προς το δωμάτιο, τρέμοντας παράλληλα για την ύπαρξη φοβέρων τεράτων στα άλλα δωμάτια. Φρόντισε να είναι γρήγορος. Με το που πήρε τον φακό έτρεξε στο σαλόνι. Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο… Βρέθηκε σε δίλημμα.  Τα γόνατα του έτρεμαν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ποιος να ήταν άραγε; Και πως στο καλό λειτουργούσε χωρίς ρεύμα; Οι ίδιες πάλι ερωτήσεις. Τότε πέρασε απ το μυαλό του ότι μπορεί να ήταν οι γονείς του. Δίχως δεύτερη σκέψη το σήκωσε. Απεγνωσμένα περίμενε να ακούσει κάποιον ήχο. Τίποτα. Απογοητευμένος πήγε να το κλείσει. Όμως τότε ακούει ένα σφύριγμα. Και μετά κάποιον με βαριά φωνή να λέει: όταν έρθει η καταιγίδα, το σκοτάδι κυριεύει…

Έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο. Έπιασε το κεφάλι του. Τι στο καλό ήταν αυτό; Αναρωτήθηκε. Η κάρδια του χτυπούσε πολύ γρήγορα. Από το μυαλό του περνούσαν χιλιάδες σκέψεις. Όχι για πολύ όμως. Από το δωμάτιο του ακούστηκε ένας δυνατός ήχος. Σαν κάποιος να κοπανούσε το παντζούρι και να προσπαθούσε να μπει μέσα. Αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην κατάσταση, έβαλε τα κλάματα και ζητούσε τους γονείς του. Από την άλλη, στο δωμάτιο του ο θόρυβος δυνάμωνε. Έκλεισε τα ματιά του, και τότε είδε ένα όραμα. Είδε τον προπάππου του και αυτόν, να πηγαίνουν μαζί για κυνήγι. Και να του λέει: «να είσαι δυνατός παιδί μου. Σήκω, και θυμήσου ότι σου είχα πει. Άνοιξε τα ματιά σου».

Αυτό τον βύθισε σε σκέψεις. Τον προπάππου του δεν τον θυμόταν καλά. Είχαν πάει μόνο δυο φορές για κυνήγι. Θυμήθηκε ότι του είχε πει να είναι γενναίος, του είχε μιλήσει για τη φύση αλλά και πως να χειρίζεται ένα όπλο. Το βρήκε! Αυτό ήταν! έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο των γονιών του. Με τη βοήθεια του φακού, βρήκε ένα πιστόλι. Δεν ήξερε αν είχαν και που ήταν, αλλά ένα προαίσθημα τον οδήγησε σ αυτό. Παράλληλα το παντζούρι είχε διαλυθεί και αυτό που ήταν εκεί θα έμπαινε σε λίγο μέσα. Ξαφνικά ένιωσε περίεργα. Ένιωθε πιο δυνατός, πιο σίγουρος και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Στα αυτιά του αντήχησε μια φωνή. «είμαι μαζί σου παιδί μου»…

Το παντζούρι είχε διαλυθεί. Το τελευταίο εμπόδιο για αυτή την «οντότητα» ήταν μια συρομένη γυάλινη πόρτα. Ευτυχώς οι γονείς του είχαν αγοράσει μια καλή και ανθεκτική, και έτσι θα άντεχε αρκετά χτυπήματα πριν διαλυθεί. Ο Γιώργος κατάλαβε τώρα ότι πρέπει πραγματικά να κάνει γρήγορα…! Πήρε το όπλο στα χεριά του. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Λογικό για την ηλικία του, δεκατριών χρονών. Μπουμ. Το πρώτο ισχυρό χτύπημα του ξένου στην πόρτα. Τα χεριά του έτρεμαν. Και τότε ξαφνικά νιώθει πάλι το ίδιο προηγούμενο περίεργο αίσθημα. Αρπάζει το πιστόλι, τον γεμιστήρα, τον τοποθετεί, το οπλίζει και όλα αυτά δίχως καθόλου προηγούμενη πείρα. Απλώς τα έκανε. Δεν ήξερε πως ή γιατί. Κάτι σαν κάποιος να τον καθοδηγούσε. Μπουμ. Δεύτερο χτύπημα. Η πόρτα δεν άντεξε. Είχε γίνει θρύψαλα. Πήρε το όπλο και κάθισε σε μια γωνιά. Και περίμενε. Ο ξένος είχε μπει μέσα. Προχωρούσε προς το μέρος του. Ήταν ζήτημα λίγων δευτερόλεπτων προτού να συναντηθούν. Τότε τον άκουσε να λέει με μια μυστηριώδη, ανατριχιαστική φωνή: «έχω κυριαρχήσει»…

Η αγωνία του είχε κορυφωθεί. Τα δάχτυλα του έτρεμαν. Όλο του το σώμα έτρεμε. Περίμενε να φανερωθεί για να του ρίξει. Και τότε διέκρινε μια μαύρη σκιά με ματιά που ανέδυαν μπλε φως. Έκλεισε τα μάτια και με όλο το θάρρος και κουράγιο που είχε, πίεσε την σκανδάλη…

Η συνέχεια σύντομα…

=================================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την πάρα πολύ καλή ιστορία του.

=================================

Μυστηρίου:  Το Σπίτι Της Γιαγιάς Μου.


Γεια σας, με λένε Χριστίνα και θα σας διηγηθώ κάτι που έγινε στο σπίτι της γιαγιάς μου της Χριστίνας!

Το  πρώτο βράδυ που πήγα να κοιμηθώ  δεν με έπαιρνε ύπνος γιατί αισθανόμουν κάτι, τελικά με έπιασε ύπνος στις 1.12 τα μεσάνυχτα.  Ξαφνικά ξύπνησα , και είδα την ώρα  που είχε σταματήσει στις 3.07, εκείνη την ώρα θυμήθηκα ένα θρίλερ που είχα δει με την μεγάλη μου αδελφή, την Βασιλεία, το  «The Conjuring». Και έτσι όπως έβλεπα την ώρα, το μάτι μου έπιασε στον καθρέπτη ένα πράγμα να με κοιτάει έχοντας ένα σατανικό χαμόγελο. Εγώ ξάπλωσα σαν να μην συνέβη τίποτα και δεν γύρισα καν στην μεριά του πράγματος.

Το πρωί δεν έβγαλα τσιμουδιά, η γιαγιά με ρωτούσε τι έχεις κοπέλα μου και της έλεγα τίποτα, θέλεις το λάπτοπ για να μπεις ίντερνετ; όχι της έλεγα (ξέρετε η γιαγιά μου έχει ένα λάπτοπ για να μιλά με τον θείο μου γιατί είναι παπάς και βρίσκετε στην Νότια Αφρική)  μπα όχι της έλεγα. Ήρθε το μεσημέρι και εγώ ήθελα να μπω ίντερνετ. Ανοίγω το λάπτοπ μου  και πάω να βάλω κωδικό και ακούω βαριά βήματα  που ερχόταν προς το δωμάτιο που ήμουν. Εγώ νόμιζα ότι ήταν η γιαγιά μου και γυρίζω το κεφάλι μου και σταμάτησαν τα βήματα, πάω στο δωμάτιο της γιαγιάς και την βλέπω να κοιμάται .Το απόγευμα την ρωτάω:

  • Γιαγιά ο παππούς ο Κώστας όταν ζούσε, τα βήματα του ήταν βαριά;
  • Ναι παιδί μου, γιατί ρωτάς;
  • Γιατί άκουγα βαριά βήματα.
  • Α, εντάξει…

Το βράδυ που έβλεπα τηλεόραση άκουγα βήματα στο ταβάνι και γάβγιζαν τα σκυλιά. Εγώ πανικοβλήθηκα αλλά δεν έδωσα σημασία… Τις άλλες μέρες δεν άκουγα τίποτα εκτός από τα γαβγίσματα των σκύλων.

Αυτή ήταν η ιστορία μου. Ελπίζω  να σας άρεσε!!!

==========================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

==========================================

Αρέσει σε %d bloggers: