Category Archives: Νεκροταφεία

Νεκροταφεία: Βρυκόλακας;;;;;;;;;


Σε ένα χωριό της Κρήτης, στο νεκροταφείο της συγκεκριμένα, όταν πήγαν να ξεθάψουν τα οστά από έναν τάφο, μια καθόλα συνηθισμένη διαδικασία, τους περίμενε μια… τρομακτική έκπληξη. Ο νεκρός βρέθηκε ξαπλωμένος από την άλλη μεριά του φέρετρου, είχε μαύρα μακριά μαλλιά και μουστάκι, μακριά νύχια, δεν φαινόταν παραπάνω από 40 χρονών και ήταν φυσικά αναλλοίωτος!!! Όταν σκοτώθηκε σε βεντέτα ο εν λόγω, σε ηλικία 58 χρόνων είχε κοντά λευκά μαλλιά και μουστάκι επίσης λευκό. Όλοι περίμεναν ότι μετά από 6 χρόνια ταφής το πτώμα θα είχε λειώσει. Ο παπάς είπε ότι βρικολάκιασε και άρχισε τις λιτανείες επί μήνες…

Νεκροταφεία: Ο πονηρός.


Την περίοδο που ακόμα κυκλοφορούσαμε με φουστανέλες, σε ένα καφενείο κάπου στην Κρήτη, 6 άνδρες βάλανε ένα στοίχημα.

Ο ένας από αυτούς θα πήγαινε στο νεκροταφείο και θα άφηνε απλώς λίγα λουλούδια σε ένα συγκεκριμένο τάφο στο βάθος του νεκροταφείου.

Λίγο πριν το "κορόιδο" φτάσει στο νεκροταφείο, τον πλησιάζει μια γιαγιά και του λέει τα εξής: "Μην πας κοπέλι μου, πήγαν πρώτα κάτι άλλοι και χασκαν και αγλακούσαν σαν τρελοί. Θα σε κοροϊδέψουν".

Θυμωμένος αυτός, μπήκε από την πίσω μεριά του νεκροταφείου ουρλιάζοντας "σηκωθήκαν οι αποθαμένοι". Οι άλλοι 5 εκτός του ότι έχασαν το στοίχημα, ακόμα και σήμερα τρέχουν…

Νεκτροταφεία: Ο παπάς του χωριού μου.


Το μόνο θετικό του να σε αναγκάζουν οι γονείς σου να μετακομίζεις σε χωριό είναι όλα αυτά τα τρελά που μαθαίνεις, που ειλικρινά μόνο στα χωριά συμβαίνουν.

Συγκεντρωνόμασταν όλα τα παιδιά και λέγαμε ιστορίες που είχαμε ακούσει από τους γονείς μας όπως το γιατί αλλάξαμε παπά.

Λοιπόν όπως όλοι γνωρίζουμε μετά την δύση του ηλίου τα νεκροταφεία κλειδώνουν τις πόρτες, έτσι και ο πρώην παπάς του χωριού είχε πάει να κλειδώσει μια καθημερινή, μέχρι που άκουσε ομιλίες μέσα και μπήκε να δει αν είχε μπει κανένας. Ο δύστυχος παπάς περνούσε ανάμεσα από τα τζαμάκια που έτριζαν με την βουή του ανέμου και κοιτούσε αριστερά δεξιά να βρει από που ερχόντουσαν οι ομιλίες. Καταλήγει λοιπόν στην μεριά που υπήρχαν οι τάφοι που είχαν ανοιχτεί πρόσφατα (αν δεν έχεις λεφτά να συνεχίσεις να νοικιάζεις έναν τάφο τον ανοίγουν και πετούν τα κόκαλα…). Εκεί βλέπει μια αντρική φιγούρα ξαπλωμένη μέσα στον τάφο . Ξαφνικά η φιγούρα ανοίγει τα μάτια και σηκώνεται. Ο παπάς ουρλιάζοντας αφήνει να του πέσουν ότι κρατούσε και τρέχει ο καημένος να γλιτώσει από τον βρικόλακα που του έτυχε…

Ο δύστυχος παπάς πρόλαβε να φτάσει μέχρι την πόρτα του νεκροταφείου, εκεί σωριάστηκε από καρδιακή προσβολή.

Η ανδρική φιγούρα τελικά ήταν ο τρελός του χωριού που συνήθιζε μάλλον να συχνάζει εκεί, απλά κανείς δεν τον είχε πάρει χαμπάρι… μέχρι εκείνη την στιγμή.

Τώρα θα μου πείτε πως και δεν τον γνώρισε ο παπάς , λίγο το ημίφως, λίγο ο φόβος μάλλον τρελαίνουν τους ανθρώπους. Ο τρελός βέβαια μετά από λίγο καιρό κρεμάστηκε (όπως συνηθίζετε πλέον) αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία σχεδόν χιλιοειπωμένη.

Νεκροταφεία: Το φάντασμα παπάς.


Η ιστορία αυτή διαδραματίσθηκε στο χωριό Κάρυα στην Λευκάδα. Ήταν που λέτε ένας γέροντας που έχασε την γυναίκα του. Κάθε μέρα μετά την κηδεία της γυναίκας του ζητούσε από το παπά της ενορίας να κάνει τρισάγιο στον τάφο. Ο πάτερ λοιπόν κάποια στιγμή κουράστηκε να επαναλαμβάνει το μυστήριο (είχε στο κάτω και άλλες δουλείες να κάνει.) Έτσι πρότεινε στον γέρο μεταξύ σοβαρού και αστείου να γράψει την τελετουργία σε ένα μαγνητόφωνο και να το δώσει ώστε να το βάζει ο γέρος μόνος του. Έτσι και έγινε. Πήγε ο χήρος και άφησε το μαγνητόφωνο πάνω στον τάφο της γυναίκας του. Μια άλλη χήρα όμως του χωριού πήγε να προσευχηθεί στον τάφο του άντρα της. Ακούγοντας τον παπά να ψέλνει έψαξε τριγύρω και δεν είδε τίποτα. Έτσι από την τρομάρα της άρχισε να τρέχει και δεν σταμάτησε όταν λιποθύμησε στα πρώτα σπίτια του χωριού!!!

Νεκτροταφεία: Παρτάλι στο νεκροταφείο.


Ένα απόγευμα στο χωριό μου με τον πολυπληθέστατη παρέα μου βαριόμασταν και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Έτσι βάλαμε ένα στοίχημα. Τα μεσάνυχτα έπρεπε εγώ και ο κολλητός μου να πάμε στον τελευταίο τάφο του νεκροταφείου (της προγιαγιάς μου) και να κάτσουμε για ένα τέταρτο, επειδή περηφανευόμασταν ότι δεν φοβόμαστε τίποτα περί νεκροταφείων. Έτσι κι έγινε. Πράγματι εμείς δεν φοβόμασταν καθόλου αφού είχαμε πάει αμέτρητες φορές…

Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε και φτάσαμε στο νεκροταφείο. Εμείς μπήκαμε μέσα στο βάθος μέχρι που χάσαμε την οπτική επαφή με τους άλλους που κάθονταν από έξω (από το πολύ σκοτάδι). Ξαφνικά ακούστηκε μια άγρια καφρίλα πιο δεξιά από το νεκροταφείο και στην συνέχεια ακούσαμε τα κορίτσια της παρέας μας να ουρλιάζουν αλλά εμείς επωφεληθήκαμε και αποφασίσαμε να μην απαντήσουμε για να τους τρομάξουμε, παρόλο που εμείς είχαμε ψιλοτρομάξει από την πρώτη κραυγή που ακούστηκε. Τέλος όταν ηρέμισαν τα πράγματα αποφασίσαμε να βγούμε. Τι πραγματικά είχε γίνει… ένας πιο μεγάλος φίλος μας άκουσε το στοίχημα που είχαμε βάλει και σκέφτηκε να έρθει από τον πίσω δρόμο του νεκροταφείου που ήταν πιο μεγάλη διαδρομή με ένα σεντόνι και να μας τρομάξει. Παρόλα αυτά για να μας προλάβει αφού φόρεσε το σεντόνι για να τον δούμε από μακριά (σαν φάντασμα), άρχισε να τρέχει. Βέβαια οι τρύπες που έκανε στο σεντόνι για να βλέπει ήταν πολύ μικρές. Ως αποτέλεσμα δεν πήρε καλά την στροφή για το νεκροταφείο και καρφώθηκε πάνω σε μια διπλανή μάντρα με συρματόπλεγμα. Ηδού και η κραυγή. Ήταν και 87 κιλά, όχι λίγα. Έτσι τα κορίτσια τρόμαξαν και άρχισαν και αυτά να ουρλιάζουν. Βέβαια εμείς ψοφήσαμε στο γέλιο.

Υ.Γ. Ο 87 κιλά φίλος μας κατέληξε στο πλησιέστερο νοσοκομείο με 7 ράμματα. Χάχα.

Νεκροταφεία: Ο Τρελό-Γιαννος του χωριού.


Αυτή η ιστορία είναι η επεξήγηση που χρωστώ από την περασμένη ιστορία με την εκκλησία του χωριού. Στην περιοχή που αναφέρθηκε στην προηγούμενη ιστορία, πριν από περίπου έναν αιώνα ζούσε στο συγκεκριμένο χωριό ο συνηθισμένος τρελός του, ο Γιάννος. Η εκκλησία για την οποία αναφέρθηκα στην προηγούμενη ιστορία, δεν υπήρχε τότε, αλλά στη θέση της ήταν χωράφια, από τα οποία περνούσε κάθε απόγευμα ο τρελό-Γιαννος όταν γύριζε από τα χωράφια στα οποία δούλευε όλη μέρα. Κάποιο απόγευμα, η παρέα-μάγκες του χωριού αποφάσισαν να κάνουν πλάκα στον τρελό-Γιαννο και του κρύφτηκαν στα ψηλά χόρτα του χωραφιού, εκεί που τώρα βρίσκεται η εκκλησία. Επέστρεφε λοιπόν ο Γιάννος από τα χωράφια το σούρουπο και μόλις περνούσε από το συγκεκριμένο σημείο οι πλακατζήδες πετάγονται άξαφνα μπροστά του φωνάζοντας και πηδώντας. Ο Γιάννος «αλαφρύς» ως ήταν τρόμαξε τόσο, που πέθανε επί τόπου από καρδιακή προσβολή. Κατόπιν στη συγκεκριμένη θέση χτίστηκε η εν λόγω εκκλησία και ονομάστηκε Αϊ-Γιάννης προς τιμή του συμπαθούς θανόντος. Σημειώνω και πάλι ότι η παραπάνω ιστορία μου εξιστορήθηκε από ανθρώπους που είχαν ζήσει τα παιδικά τους χρόνια στην περιοχή και την άκουσαν από τους δικούς τους γονείς.

Ευχαριστώ και πάλι για τη φιλοξενία.

Γ.Τ.

Νεκτροταφεία: Στο νεκροταφείο του χωριού.


Χαιρετώ όλους τους φίλους

Η ιστορία που θα διαβάσετε παρακάτω συνέβη σε εμένα και τα ξαδέρφια μου πριν από περίπου 18-20 χρόνια.

Στη διάρκεια διακοπών που περνούσαμε στη Βόρεια Εύβοια, τόπο καταγωγής του πατέρα μου, κάποιο βράδυ μετά από επίσκεψη σε ένα απομονωμένο χωριό της περιοχής για "καλό φαί" αποφασίσαμε με τα ξαδέρφια μου και την αδερφή μου να πάμε βόλτα στη γύρω περιοχή. Η ώρα ήταν περίπου 23:00 και οι γύρω δρόμοι φωτίζονταν ελλιπώς. Ξεκινήσαμε λοιπόν τη βόλτα μας στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στην έξοδο του χωριού και περπατήσαμε για περίπου 1,5 χιλιόμετρο μέχρι που είδαμε μία εκκλησία στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Εγώ κι ο ξάδερφός μου κοιταχτήκαμε και η δεύτερη κίνηση ήταν να κατευθυνθούμε προς την είσοδο της εκκλησίας. Τα κορίτσια άρχισαν να προβάλλουν τις αντιρρήσεις τους αλλά τελικά αποφάσισαν να ακολουθήσουν στο εσωτερικό της εκκλησίας. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη αλλά στη μαρκίζα πάνω από αυτή υπήρχε (όπως συνήθως) το κλειδί της εξώπορτάς της. Αμέσως το πήραμε, ανοίξαμε και βρεθήκαμε στο χώρο του ναού. Ο διακόπτης για τα φώτα του εσωτερικού ήταν μπαίνοντας στην πόρτα αριστερά, τα οποία ανάψαμε και περιηγηθήκαμε λιγάκι στο χώρο. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο και σε απόσταση περίπου 6-8 μέτρων υπήρχε ένα από τα παράθυρα της εκκλησίας και ακριβώς δίπλα ένας διακόπτης που άναβε τα εξωτερικά φώτα της εκκλησίας, τα οποία και ανάψαμε για να δούμε τι υπάρχει στην πίσω πλευρά του ναού. Έκπληκτοι είδαμε το φωτισμένο πια χώρο ο οποίος δεν ήταν άλλος από το… νεκροταφείο του χωριού! Σχετικά "αγριεμένοι" από το θέαμα, σβήσαμε γρήγορα τα εξωτερικά φώτα, πήραμε τις κοπέλες της παρέας, σβήσαμε και τα εσωτερικά φώτα του ναού φεύγοντας, κλειδώσαμε την πόρτα με το κλειδί που είχαμε αφήσει στον "αφαλό" της πόρτας, το βάλαμε γρήγορα επάνω στη μαρκίζα και φύγαμε γοργά κλείνοντας πίσω μας την εξωτερική σιδερόπορτα της εκκλησίας και ξεκινήσαμε για την επιστροφή στην ταβέρνα που περίμεναν οι γονείς μας. Αφού είχαμε διανύσει περίπου 100-150 μέτρα και βρισκόμενοι στην απέναντι πλευρά του δρόμου, εγώ και ο ξάδερφός μου γυρίσαμε τα κεφάλια μας να δούμε πίσω. Ξάφνου και κοιτάζοντας προς το ναό, είδαμε έκπληκτοι τα εξωτερικά φώτα της εκκλησίας να αναβοσβήνουν σαν τρελά εναλλάξ με τα εσωτερικά φώτα του ναού. Σαστισμένοι κολλήσαμε να τα κοιτάζουμε για περίπου 10-15 δευτερόλεπτα οπότε και σταμάτησαν έτσι ξαφνικά όσο είχαν αρχίσει…

Φυσικά μιμηθήκαμε το βήμα των αθλητών του βάδην, και φτάσαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε στον προορισμό μας, όπου και διηγηθήκαμε την ιστορία στους γονείς μας, οι οποίοι με τη σειρά τους μα εξιστόρησαν μία ιστορία που κυκλοφορούσε για τη συγκεκριμένη εκκλησία και την οποία θα καταγράψω ξεχωριστά σε επόμενο θέμα.

Έτσι, αν κάποιος δεν μας έκανε πλάκα (ποιός όμως θα μπορούσε να αναβοσβήσει με τέτοια ταχύτητα και συντονισμό διακόπτες που απέχουν 6-8 μέτρα μεταξύ τους και εκ διαμέτρου αντίθετα; κι αν ήταν δύο οι πλακατζήδες πώς θα μπορούσαν να συντονιστούν σε τέτοιο εναλλακτικό ρυθμό; και ποιός τέλος θα πήγαινε στην εκκλησία στις 23:30 περίπου για να κάνει πλάκα σε τέσσερα 18-χρονα παιδιά;) κάτι συνέβη, σίγουρα εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ.

Διαβάστε το θέμα "Ο τρελό-Γιαννος του χωριού" για την επεξήγηση της παλαιότερης ιστορίας της εκκλησίας.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία.

Γ. Τ.

Νεκροταφεία: Το τσιγάρο του νεκρού.


Σε ένα χωριό της Καλαμάτας ήταν ένα αγόρι που είχε χάσει τον πατέρα του από μικρός. Ένα βράδυ λοιπόν ήμουν εγώ, το παιδί αυτό και άλλοι δύο, και μας είπε να πάμε στο νεκροταφείο να μας δείξει κάτι. Εμείς γεμάτοι περιέργεια και επειδή το παίζαμε μάγκες πήγαμε. Μεσάνυχτα σχεδόν, το αγόρι μας είπε ότι θα βάλει ένα τσιγάρο στον τάφο του πατέρα του και αυτός θα το καπνίσει. Και πράγματι το είδαμε μέσα σε ένα πεντάλεπτο να το είχε καπνίσει επειδή πάνω στον τάφο είχε γίνει λίγο ποιο φωτεινό από τριγύρω μας. Ήταν μια αρκετά καλή αίσθηση και πολύ ωραία.

Νεκροταφεία: Η ψυχή των μνημάτων.


Αυτή η ιστορία έχει διηγηθεί ανάμεσα σε συγχωριανούς και είναι αληθινή.

Μια γυναίκα επισκέφτηκε βράδυ ένα νεκροταφείο για να πάει στον τάφο ενός νεκρού γνωστού της. Επειδή ήταν αργά και ο ήλιος έχει πέσει δυσκολευόταν να βρει το συγκεκριμένο μνήμα ανάμεσα σε τόσα πολλά. Εκεί που έψαχνε λοιπόν, ένα σκυλί ξεπετάχτηκε πίσω από τα μνήματα και σηκώθηκε στα δύο πίσω πόδια ακουμπώντας τα δυο μπροστά του στους ώμους της γυναίκας (όπως κάνουν τα σκυλιά σε κάποιον που συμπαθούν) και άρχισε να περπατάει προς τα πίσω, οδηγώντας την στον τάφο που έψαχνε.

Ενώ η γυναίκα τελούσε τις συνηθισμένες τιμές το σκυλί χαρούμενο (με σηκωμένη ουρά) γύριζε γύρω από το μνήμα, μα όταν η γυναίκα τελείωσε και σηκώθηκε να φύγει εκείνο την εμπόδιζε. Τότε εκείνη ενώ είχε κατάλαβε γιατί επρόκειτο λέει στο ζωντανό: »Άσε με να φύγω και ξέρεις ότι θα ξαναέρθω να σου ανάψω το καντήλι». Μόλις είπε αυτό το σκυλί την οδήγησε έως την πόρτα του νεκροταφείου και την άφησε να φύγει.

Τα συμπεράσματα δικά σας.

Αρέσει σε %d bloggers: