Category Archives: Στοιχειωμένα Σπίτια

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Στοιχειωμένο Σπίτι.


Μια μέρα εγώ και οι φίλοι μου αποφασίσαμε να συναντηθούμε στο πάρκο του χωριού μας. Καθώς μιλούσαμε μας ήρθε μια ιδέα. Μιας και ήταν βράδυ όλοι θέλαμε να πάμε σε ένα μικρό παλιό στοιχειωμένο σπίτι. Όταν φτάσαμε στο σπίτι ακούσαμε κάποιες περίεργες φωνές. Όταν μπήκαμε μέσα οι φωνές άρχισαν να δυναμώνουν. Ξαφνικά οι φωνές σταμάτησαν. Ένα κλάμα μωρού ακούστηκε από το υπόγειο. Τρομάξαμε πάρα πολύ αλλά η αγωνία μας δεν μας άφηνε να φύγουμε. Στη συνέχεια κατεβήκαμε κάτω στο υπόγειο. Καθώς κατεβαίναμε τις σκάλες μια σκιά εμφανίστηκε μπροστά μας και μας είπε «φύγετε από εδώ».

Με το που πήγαμε να φύγουμε η πόρτα κλείδωσε. Μια φωνή μας είπε το κλειδί είναι στο υπόγειο. Κατευθείαν τρέξαμε στο υπόγειο. Τότε μπροστά μας είδαμε μια κούνια που είχε ένα αποκεφαλισμένο μωρό. Μέσα στο στόμα του ήταν το κλειδί. Το πήραμε γρήγορα, πήγαμε στην έξοδο και  βγήκαμε γρήγορα έξω. Τότε καταλάβαμε ότι δύο από τους φίλους μας δεν ήταν μαζί μας. Πήγαμε στο πάρκο του χωριού (ήταν νύχτα) και είδαμε τα δύο παιδιά κρεμασμένα σε ένα δέντρο. Πάνω στην κοιλιά τους, γραμμένο με αίμα έγραφε: «Οι επόμενοι θα είστε εσείς». Τότε πήγαμε τρέχοντας στο σπίτι μου. Ρωτήσαμε την γιαγιά μου για αυτό το σπίτι. Μας είπε πως αυτό το σπίτι είχε καταστραφεί πριν από 200 χρόνια!

Ακόμα προσπαθούμε να ξεχάσουμε αυτή την ανατριχιαστική εμπειρία.

========================

Ευχαριστούμε τους Master Nick και Master Jim για την ιστορία τους.

========================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Παλιό – Παλιό Νοσοκομείο Της Αλεξανδρούπολης.


Το παλιό νοσοκομείο στην πόλη μου έχει κλείσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Μια μέρα αποφασίσαμε να το εξερευνήσουμε. Εγώ εντωμεταξύ, ανέλαβα να πάρω σταυρούς και κομποσκοίνια σε περίπτωση που έρθουμε σε επαφή με κάτι παραφυσικό! Αποφασίσαμε να μπούμε στο νοσοκομείο την νύχτα!

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν μία απαίσια μυρωδιά. Προχωρήσαμε μέσα σε ένα δωμάτιο και ακούσαμε ένα ψίθυρο, και παγώσαμε όταν τον ακούσαμε να λέει τα ονόματα μας! Αρχίσαμε να τρέχουμε όλοι προς την έξοδο αλλά, ήταν ΚΛΕΙΔΑΜΠΑΡΩΜΕΝΗ! Τότε ξανακούσαμε την ίδια φωνή μόνο που δεν ψιθύριζε αλλά ούρλιαζε κι έλεγε «Γιάννη, Ιορδάνη και Χρήστο θα πεθάνετε’». Ο Χρήστος (που ήταν κι ο μικρότερος) άρχισε να κλέει. Και με αυτό που αντικρίσαμε αρχίσαμε να κλαίμε κι εμείς…

Μια γυναίκα με χιλιοσκισμένο ρούχο (απ’ αυτά που φοράνε στα νοσοκομεία) και κατάμαυρα μαλλιά κατευθυνόταν προς το μέρος μας. Το πρόσωπο της ήταν κάτασπρο σαν αυτό ενός πτώματος. Τότε θυμήθηκα τους σταυρούς και τα κομποσκοίνια που είχα πάρει μαζί μου. Κατευθείαν τράβηξα έναν σταυρό και τον πέταξα στην γυναίκα-φάντασμα. Αυτή άρχισε να ουρλιάζει και η πόρτα από πίσω μας ξεφράκαρε. Ο Γιάννης έσπρωξε την πόρτα και με ένα σάλτο βρεθήκαμε έξω απ’ το νοσοκομείο. Την επομένη όταν περάσαμε απ’ έξω στο παράθυρο κρέμονταν ο σταυρός μου. Και το χειρότερο είναι πως κρέμονταν από μια τούφα κατάμαυρα μαλλιά…

Ακολουθεί ένα power point που έκανα για τις ανάγκες της ιστορίας:

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Παλιό Σπίτι Στην Σαμοθράκη.


Είναι ένα σπίτι στην Σαμοθράκη, για το οποίο έχουν ακουστεί αρκετές φήμες!!

Λοιπόν, κατά την δεκαετία του 1925, ζούσε σε εκείνο το σπίτι μια 4μέλη οικογένεια! Λένε πως ο πατέρας είχε βιάσει τις 2 κόρες του που είχε! Η μητέρα έκανε απόπειρα να τον δολοφονήσει όταν το έμαθε, όμως δεν τα κατάφερε και αυτή πέθανε από τα χέρια του άντρα της!

Ο πατέρας, δεν είχε πει σε κανέναν πως ήταν ναρκομανής! Ένα διάστημα, μετά την δολοφονία της γυναίκας του, ξεκίνησε να παίρνει μεγαλύτερες δόσεις μέχρι που τρελάθηκε τελείως, με αποτέλεσμα να δολοφονήσει τις 2 κόρες του και μετά να αυτοκτονήσει!!

Λένε πως αν πας σε αυτό το σπίτι, θα ακούσεις 2 κοριτσίστικες φωνές να φωνάζουν και έναν άντρα με 1 μαχαίρι στο αριστερό του χέρι και μια σύριγγα στο δεξί του χέρι να τριγυρνάει μέσα στο σπίτι! Όσοι έχουν επιχειρήσει να μείνουν εκεί, έφυγαν τρέχοντας από το σπίτι την επόμενη μέρα και οι περισσότεροι νύχτα!

===========================

Από την φίλη Τσαμπίκα

===========================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Σπίτι Των Πνευμάτων.


Ήμουνα εγώ μαζί με μια φίλη μου στην Αθήνα. Μια μέρα πηγαίναμε βόλτα και περάσαμε μπροστά από μια μονοκατοικία, που ήταν αρκετά παράξενη και είχε αρκετή ομίχλη γύρω της. Η φίλη μου ήθελε να μπούμε μέσα. Εγώ δέχτηκα. Φτάσαμε στην κεντρική πόρτα και αυτή άνοιξε από μόνη της. Εμείς μπήκαμε και είδαμε πως το σπίτι είχε αρκετό φως μέσα, σαν να ήταν μέρα και το φώτιζε! Η διάφορα όμως είναι πως ήταν νύχτα!

Απότομα ακούστηκε μέσα από κάποιο δωμάτιο ένα κοριτσάκι που ζητούσε βοήθεια! Εμείς πήγαμε τρέχοντας στο δωμάτιο για να δούμε αν όντως υπήρχε το κοριτσάκι και να βρίσκαμε έναν τρόπο για να το βοηθήσουμε.

Μόλις μπήκαμε η πόρτα από πίσω μας έκλεισε! Δεν υπήρχε κανένα κοριτσάκι! Μέσα στο δωμάτιο ακούγονταν βήματα. Πήγαμε να βγούμε από το δωμάτιο, αλλά η πόρτα δεν άνοιγε! Ξαφνικά ακούστηκε η φωνή μιας γυναίκας και ενός άνδρα που μαλώνανε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα! Από το πουθενά εμφανίστηκε μια γυναικεία μορφή να μας πλησιάζει! Το σώμα της κοπέλας ήταν μέσα στα αίματα, ενώ το κεφάλι της ήταν κομμένο και το κρατούσε στην αγκαλιά της!

Μας πλησίαζε με αργό βήμα. Όταν πλέον είχε έρθει αρκετά κοντά μας, εξαφανίστηκε και η πόρτα άνοιξε! Βγήκαμε και συνεχίσαμε να περπατάμε προς τα μέσα. Βρήκαμε μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο! Τις κατεβήκαμε και βρεθήκαμε στο υπόγειο. Ακούγονταν από πιο μέσα κλάματα και φωνές παιδιών αλλά και μεγάλων ανθρώπων! Εμείς πήγαμε πιο μέσα για να δούμε τι γίνεται.

Όταν φτάσαμε στο σημείο που ακούγονταν οι φωνές, εμφανίστηκαν διάφορες μαύρες και άσπρες σκιές να κόβουν βόλτες από τοίχο σε τοίχο και φωνάζανε! Εμείς αρχίσαμε να τσιρίζουμε και να τρέχουμε για να βγούμε από το σπίτι! Όταν φτάσαμε στην κεντρική πόρτα είδαμε διάφορες λευκές φιγούρες να αιωρούνται στο ταβάνι!

Βγήκαμε όπως κι όπως από το σπίτι και δεν είπαμε σε κανέναν αυτό που έγινε! Μόνο μια φορά το είπα σε κάτι άλλες φίλες μου και μου είπαν ότι κατά την κατοχή έμενε μια μεγάλη οικογένεια εκεί. Μια μέρα όμως μπήκαν μέσα οι Γερμανοί και τους σκότωσαν όλους!

===========================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

===========================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Παλιό Μικρό Σπιτάκι.


Ήμασταν στο Πανεπιστήμιο και κάναμε μάθημα. Όταν σχολάσαμε εγώ, η Νίκη, ο Κώστας, η Άντρε, η Ρόζι, η Άνι, ο Νικήτας και ο Γιάννης κανονίσαμε να βρεθούμε όλοι μαζί μπροστά από ένα παλιό σπιτάκι στις 9:00 το βράδυ. Είχαμε ακούσει ότι σε αυτό το σπιτάκι είχε μπει μέσα ένα κορίτσι που λεγόταν Σαμπρίνα και δεν ξαναβγήκε ποτέ!! Κάνεις δεν ξέρει τι απέγινε! Για αυτό και θέλαμε να εξερευνήσουμε το σπιτάκι, για να ανακαλύψουμε τι απέγινε η Σαμπρίνα.

Ανοίξαμε τους φακούς μας και μπήκαμε μέσα! Όλοι φορούσαμε ένα κομποσχοίνι στο χέρι και ένα σταυρό στον λαιμό μας! Πιστεύαμε ότι κάτι μεταφυσικό γινόταν εκεί μέσα! Η Άντρε και η Νίκη μετά από λίγα δευτερόλεπτα μας είπαν πως είδαν αίμα στο πάτωμα και οδηγούσε μέσα σε ένα δωμάτιο! Η Άνι επεξεργάστηκε το αίμα και μας είπε ότι ήταν φρέσκο! Αυτό μας έκανε να ανατριχιάσουμε αλλά και να απορήσουμε ταυτόχρονα, γιατί η Σαμπρίνα είχε μπει πριν 2 χρόνια εδώ! Το αίμα, πως γίνεται να είναι φρέσκο;;

Ο Γιάννης και ο Κώστας μπήκαν πρώτοι στο δωμάτιο. Λίγο πριν μπούμε κι εμείς, η Ρόζι μας είπε ότι δεν ήθελε να μπει μέσα γιατί φοβόταν. Ο Νικήτας και η Νίκη έκατσαν μαζί της. Μέσα στο δωμάτιο η Άντρε είδε μια παλιά σκονισμένη ξύλινη ντουλάπα. Την άνοιξε και βρήκε μέσα ένα παλιό album! Μας φώναξε για να το δούμε. Η Άντρε το άνοιξε και ήταν κενό!! Μόνο στο τέλος είχε την φωτογραφία μιας γυναίκας που κρατούσε ένα τσεκούρι! Μας έκανε εντύπωση το γιατί να υπάρχει μόνο αυτή η συγκεκριμένη φωτογραφία αυτής της γυναίκας μέσα στο album!

Ξαφνικά ακούσαμε μια τσιρίδα από έξω! Ήταν της Ρόζι!! Βγήκαμε και είδαμε τον Νικήτα με την Νίκη να είναι κάτασπροι από τον φόβο τους! Η Ρόζι έλειπε!! Τους Ρωτήσαμε που πήγε η Ρόζι και μας είπαν πως εμφανίστηκε μια γυναίκα με μαύρα ρούχα, αίματα παντού και να κρατάει ένα τσεκούρι στο αριστερό χέρι με ξεραμένο αίμα επάνω του να αρπάζει την Ρόζι και να εξαφανίζεται μέσα σε δευτερόλεπτα!! Καταλάβαμε πως αυτή ήταν η γυναίκα που είχαμε δει στην φωτογραφία του album! Αρχίσαμε να ψάχνουμε για ίχνη της γυναίκας και να βρούμε που πήγε την Ρόζι! Είδαμε μερικές κηλίδες αίματος στο πάτωμα! Οι κηλίδες οδηγούσαν προς την κουζίνα! Μπήκαμε μέσα. Πάνω στο ταβάνι κρεμόντουσαν άνθρωποι από τα χέρια και τα κεφάλια τους ήταν πάνω σε ένα πολύ μεγάλο έπιπλο! Όλοι αρχίσαμε να τσιρίζουμε από τον τρόμο!

Ξαφνικά εμφανίστηκε από το πουθενά μια ψηλή κοπέλα με καστανόξανθα μαλλιά, γαλάζια μάτια και με ένα λευκό φόρεμα να τρέχει πάρα πολύ γρήγορα μέσα στο δωμάτιο και να φωνάζει «Πρέπει να φύγετε από εδώ!!». Μετά από λίγο εξαφανίστηκε ξαφνικά και απότομα! Ξαφνικά αρχίσαμε να ακούμε μία γυναικεία φωνή να φωνάζει τα ονόματα μας και η πόρτα έκλεισε! Από το ταβάνι άρχισε να στάζει αίμα μέχρι που το δωμάτιο άρχισε να πλημμυρίζει σιγά σιγά! Ο Κώστας μαζί με τον Νικήτα κατάφεραν να σπάσουν την πόρτα και βγήκαμε! Όταν βγήκαμε είδαμε στον απέναντι τοίχο γραμμένο με αίμα «Όποιος μπαίνει εδώ ΔΕΝ ΞΑΝΑΒΓΑΙΝΕΙ». Βγήκαμε τρεχάτοι από το σπίτι και δεν το ξαναπλησιάσαμε ποτέ!

Μετά από 1 μήνα μια παρέα 4 ατόμων, 2 κορίτσια και 2 αγόρια, μπήκαν σε εκείνο το μικρό σπιτάκι και δεν ξαναγύρισαν πότε! Κάνεις δεν ξέρει τι απέγιναν… Μπορεί να βρήκαν το ίδιο τέλος όπως της Σαμπρίνας!!

 

==========================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

==========================================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Στοιχειωμένο Σπίτι.


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι 100% αληθινή! Ήμασταν διακοπές στην Αθήνα εγώ, η Νίκη, η Άντρε, η Νάσια, η Κρίστα, η Δέσποινα και η Ελίνα. Η ζωή μας ήταν φυσιολογική. Μια μέρα που είχαμε βγει και οι 7 βόλτα, ακούσαμε από έναν νέο άντρα να μιλάει στο τηλέφωνο και να λέει για ένα στοιχειωμένο σπίτι, το οποίο ήταν λίγα μέτρα πιο μακριά από το ξενοδοχείο που μέναμε. Εμείς συμφωνήσαμε την επόμενη μέρα να το εξερευνήσουμε.

Όταν ήρθε η επόμενη μέρα, περιμέναμε πότε θα νυχτώσει. Αφού νύχτωσε, πήραμε τα κατάλληλα χρήσιμα αντικείμενα που πιστεύαμε πως θα μας χρειαζόντουσαν (Π.χ φακός, κομποσχοίνια κ.λ.π) και φύγαμε για εκείνο το στοιχειωμένο σπίτι. Όταν φτάσαμε, ανοίξαμε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Στην αρχή μας χτύπησε ένα πολύ κρύο ρεύμα, αλλά είδαμε από δίπλα ένα σπασμένο παράθυρο και πιστεύαμε οτι ερχόταν από εκεί! Για αυτό το θέμα δεν δώσαμε σημασία. Συνεχίσαμε να περπατάμε προς τα μέσα. Η πόρτα από πίσω μας έκλεισε απότομα! Τότε βγάλαμε του φακούς και τους ανοίξαμε. Είδαμε πως το σπίτι ήταν γεμάτο με έπιπλα, τα οποία είχαν πάνω τους από ένα βάζο με ανθισμένα λουλούδια! Μας έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση αυτό, μιας και δεν έμενε κάνεις μέσα στο σπίτι!

Τότε εμφανίζεται μια κοπέλα με μαύρα ρούχα να πηγαίνει προς τα λουλούδια! Άρχισε να μιλάει σε αυτά σε μια γλώσσα που δεν ξέραμε! Εμείς ήμασταν έτοιμες να πάμε να την ρωτήσουμε αν έμενε εδώ. Όμως με το που φτάνουμε ακριβώς από πίσω της, δεν γύρισε ολόκληρη προς τα εμάς, αλλά μόνο το κεφάλι της! Εμείς φυσικά χεστήκαμε από τον φόβο μας! Είδαμε πως η κοπέλα είχε κόκκινα μάτια και αυτό μας έκανε να τρομάξουμε ακόμα περισσότερο!! Η Κρίστα άρχιζε να τσιρίζει και το φάντασμα πέρασε από μέσα της! Μόλις το φάντασμα βγήκε, η Κρίστα άρχισε να μας παραπονιέται οτι την πονούσε η κοιλιά της και είχε φριχτό πονοκέφαλο. Μετά από λίγο, ακούσαμε από ένα δωμάτιο το κλάμα ενός μωρού! Τρέμαμε από τον φόβο μας! Τελικά καταφέραμε να μπούμε μέσα! Όταν μπήκαμε αντικρίσαμε ένα ψεύτικο μωρό που έκλαιγε! Εγώ την γύρισα από πίσω για να δω αν είχε μπαταρίες, όμως η κούκλα δεν είχε και συνέχισε να κλαίει! Αυτό μας έκανε περισσότερη εντύπωση! Τότε όλες μας βάλαμε από ένα κομποσχοίνι στο χέρι μας!

Σε εκείνο το δωμάτιο υπήρχε ένας καθρέπτης και από μπροστά του είχε 3 αναμμένα κεριά! Τότε εμφανίζεται μια μαύρη σκιά, πηγαίνει στον καθρέπτη από μπροστά και άρχισε να λέει το Bloody Mary 5 συνεχόμενες φορές! Αρχίσαμε να τρέχουμε για να βγούμε από εκείνο το δωμάτιο, αλλά η πόρτα έκλεισε από μόνη της! Γυρίσαμε να δούμε αν η σκιά ήταν ακόμα εκεί! Η σκιά είχε εξαφανιστεί, όμως υπήρχε μια κοπέλα μέσα στον καθρέπτη! Η Ελίνα μας είπε πως αυτή είναι η Bloody Mary και για να την ξεφορτωθούμε έπρεπε να σπάσουμε τον καθρέπτη! Βρήκα ένα σφυρί στο πάτωμα, το πήρα και τον έσπασα! Η πόρτα άνοιξε από μόνη της και βγήκαμε! Το παράθυρο από το οποίο θα βγαίναμε ήταν κλειστό! Η Άντρε μας έδειξε ότι το παράθυρο από σαλόνι ήταν σπασμένο! Πήγαμε εκεί!

Όταν φτάσαμε, ακούσαμε βήματα από δεξιά και από αριστερά! Εμφανίστηκαν άνθρωποι με σκισμένα ρούχα και πληγές σε όλο τους το σώμα να μας λένε <<μείνετε μαζί μας!>> Βγήκαμε γρήγορα από το παράθυρο και πήγαμε στο ξενοδοχείο! Όλες μείναμε στο δωμάτιο της Νάσιας! Την επόμενη μέρα το πρωί τα μαζέψαμε όλα και γυρίσαμε Θεσσαλονίκη!

==========================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

==========================================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Paranormal Activity… Στο Σπίτι Μου.


Γεια σας παιδιά, με λένε Νίκο και τον τελευταίο καιρό στην ζωή μου συμβαίνουν πολλά περίεργα πράγματα τα οποία δεν μπορώ να εξηγήσω και θα ήθελα να τα μοιραστώ μαζί σας για να μου πείτε την γνώμη σας. Τα πράγματα που θα διηγηθώ παρακάτω τα έχω πραγματικά ζήσει και δεν τα έχω βγάλει από το μυαλό μου για τον οποιοδήποτε λόγο.

Όλα ξεκίνησαν πριν από περίπου τρεις μήνες. Είχαμε ακόμη σχολείο και έκανα ακόμη παρέα με κάποια παιδιά που δεν κάνω παρέα τώρα πια.

Εκείνη τη νύχτα είχαμε όλοι πέσει για ύπνο (εγώ, η αδελφή μου και οι γονείς μου) όμως εγώ όπως πάντα έκανα περισσότερη ώρα να κοιμηθώ από τους άλλους. Είχα λοιπόν ξαπλώσει στο κρεβάτι μου και προσπαθούσα να κοιμηθώ. Μετά από λίγη ώρα με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα από έναν πολύ δυνατό μεταλλικό ήχο που μου φάνηκε πως ήρθε από το διπλανό δωμάτιο, την κουζίνα. Ξύπνησα πολύ απότομα οπότε με είχε πιάσει ταχυπαλμία, έτρεμα και ανέπνεα πολύ γρήγορα. Είχα τρομάξει και κουκουλωμένος με τα σκεπάσματα μου προσπαθούσα να ηρεμήσω.

Λοιπόν εδώ πρέπει να πω πως το πάτωμα του σπιτιού μου είναι ξύλινο και για αυτόν τον λόγο μπορείς να ακούσεις με ευκολία κάποιον να περπατάει ακόμη κι αν είναι στην άλλη μεριά του σπιτιού.

Μόλις λοιπόν κατάφερα να ηρεμήσω και άρχισε πάλι να με παίρνει ο ύπνος άκουσα ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι μου στο ξύλινο πάτωμα ένα σούρσιμο σαν κάποιος να έσερνε να πόδια του. Μόλις το άκουσα αυτό ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΘΗΚΑ! Άρχισα να ιδρώνω και να αναπνέω πάλι πολύ γρήγορα. Για τα επόμενα 10 περίπου λεπτά δεν κουνήθηκα καθόλου από τον τρόμο μου ώσπου απελπιστικά και αποφάσισα  να γυρίσω να κοιτάξω και ότι και να είναι να το αντιμετωπίσω. Έτσι ξαφνικά πετάχτηκα και κοίταξα προς το μέρος από όπου ακούστηκε ο θόρυβος… Τίποτα δεν υπήρχε εκεί.

Την επόμενη μέρα έτυχε να αναφέρω τον δυνατό ήχο που είχα ακούσει το βράδυ στην μητέρα μου και μου είπε πως και εκείνη το είχε ακούσει και δεν μπορούσε να καταλάβει τι τον προκάλεσε μιας και όταν σηκώθηκε το πρωί τίποτα δεν είχε κουνηθεί από την θέση του.

Τις επόμενες δύο μέρες τίποτα παράξενο δεν είχε συμβεί και είχα ηρεμήσει. Όμως το τρίτο βράδυ κάτι συνέβη πάλι.

Είχα ξυπνήσει πρώτος από όλους κατά τις 5 η ώρα και δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ οπότε είχα κάτσει καθιστός πάνω στο κρεβάτι μου και κοίταζα το ελάχιστα φωτισμένο εκείνη την ώρα δωμάτιο μου. Και έτσι όπως κοίταζα άκουσα τον ίδιο ακριβώς θόρυβο να έρχεται από το σημείο που κοίταζα και το οποίο φυσικά ήταν κενό. Τρόμαξα πάλι και αμέσως πήρα το κινητό μου και άρχισα να ακούω μουσική μέχρι να ξυπνήσουν και οι υπόλοιποι.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, την επόμενη μέρα ενώ έτρωγα πρωινό μόνος μου στην κουζίνα του σπιτιού μου, κάποια πλαστικά λουλούδια που ήταν ακουμπισμένα στο τραπέζι ακριβώς μπροστά μου εκσφενδονιστήκαν και βρέθηκαν στο πάτωμα χωρίς να υπάρχει κάποιο ανοιχτό παράθυρο τριγύρω ή κάτι τέτοιο.

Τα μόνα άτομα που αποφάσισα να το πω ήταν οι 2 ξαδέρφες μου που μου είπαν πως ίσως με βοηθήσει να ακούω μουσική όταν κοιμάμαι. Έτσι κι έκανα. Οπότε μέχρι πριν λίγο καιρό δεν είχα κανένα πρόβλημα. Όμως αποφάσισα να σταματήσω να κοιμάμαι με ακουστικά γιατί δεν έκανα τόσο καλό ύπνο οπότε σταμάτησα. Και δεν είχα κανένα πρόβλημα μέχρι προχθές…

Άκουγα μουσική ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου ώσπου ένοιωσα την εξωτερική μεριά του κρεβατιού μου να βαθουλώνετε σαν κάποιος να έκατσε δίπλα μου στο κρεβάτι. Νόμιζα πως ήταν η αδελφή μου οπότε το αγνόησα και δεν άνοιξα τα μάτια μου για νομίζει πως κοιμάμαι και να με αφήσει ήσυχο. Μετά από λίγο το βάρος έφυγε αλλά μετά από λίγο επέστρεψε κι έτσι εγώ άνοιξα τα μάτια μου περιμένοντας να δω την αδελφή μου όμως προς έκπληξη μου δεν είδα κανέναν να κάθετε στο κρεβάτι μου.

Λοιπόν τι νομίζετε; Δεν μπορεί κατά την γνώμη μου όλα αυτά να ήταν συμπτώσεις και επίσης δεν βρήκα κάποια λογική εξήγηση για κανένα από αυτά όσο και να σκέφτηκα δεν υπήρχε καμία λύση σε αυτά τα μυστήρια. Παρακαλώ πείτε μου την γνώμη σας.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το φάντασμα Του Γέρου.


Κατάγομαι από μία από τις πιο πλούσιες οικογένειες της Θεσσαλονίκης,  ο πατέρας μου είναι στρατιωτικός και πήρε μετάθεση για Αθήνα. Αγοράσαμε  ένα σπίτι και τις πρώτες τρείς εβδομάδες τα πράγματα ήταν φυσιολογικά

Την τέταρτη εβδομάδα όλοι οι γείτονες άρχισαν να μας λένε να φύγουμε από το σπίτι γιατί ήταν στοιχειωμένο και ότι κανείς δεν είχε ζήσει σε αυτό το σπίτι για ένα μήνα, εμείς δεν τους πιστεύαμε γιατί κανένας από την οικογένεια μου δεν τα πιστεύει αυτά.

Μόλις νύχτωσε οι γονείς μου βγήκαν έξω για να φάνε (Είχαν επέτειο γάμου) και έκατσα εγώ μόνος στο σπίτι. Μόλις έφτασαν μεσάνυχτα ένιωσα ένα κρύο να με περιτριγυρίζει και νόμιζα ότι κάποιος με παρακολουθεί (Χέστηκα πάνω μου). Βγήκα στο μπαλκόνι να δω αν είναι κανείς έξω κανένας. Πήρα τηλέφωνο την θεία μου και ήρθε. Η θεία μου δεν θα μου χαλούσε ποτέ χατίρι. Περνούσαμε πολύ καλά και εγώ δεν φοβόμουν, βλέπαμε ταινία, και σε κάποια φάση δίψασα (η κουζίνα είναι στον επάνω όροφο). Ανέβηκα τα σκαλιά πήρα νερό και κατέβηκα πάλι κάτω, και τι να δω η θεία μου μέσα στα αίματα αποκεφαλισμένη. Πήρα τηλέφωνο τους γονείς μου να έρθουν, όμως είδα ότι  αργούσαν, βγήκα στο μπαλκόνι και είδα ότι το αμάξι ήταν κάτω αλλά όχι μέσα στο γκαράζ. Περίεργο, κατέβηκα στο γκαράζ και είδα τους γονείς μου….. νεκρούς.

Είχα πανικοβληθεί τόσο πολύ ήμουν στο σπίτι με τρία πτώματα και ακούγοντας μια φωνή «είσαι ο επόμενος», πήρα τηλέφωνο την αστυνομία και το ΕΚΑΒ. Μετά από δύο μέρες έγινε η κηδεία και των τριών.

Εκείνο το βράδυ δεν φοβόμουν τίποτα, ήμουν χάλια ψυχολογικά, γύρισα στο σπίτι και έκατσα εκεί το βράδυ. Δεν είχα ύπνο και άρχισα να ψάχνω διάφορα συρτάρια που δεν είχα ανοίξει καθόλου όσο έμενα σε αυτό το σπίτι, έτσι και αλλιώς θα έφευγα την άλλη μέρα για ένα άλλο σπίτι. Βρήκα ένα ημερολόγιο από το 1858 που έγραφε «Άννα αφού πέθανες εσύ μέσα σε αυτό το σπίτι δεν θα ζήσει κανένας, δεν θα το επιτρέψω, όποιος το διαβάσει θα πεθάνει». Εκείνη την ώρα είδα έναν γέρο γύρω στα 80 να μου λέει «έλα μαζί μου και άσε κάτω το ημερολόγιο μου». Ξύπνησα στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.

Μετά από ένα μήνα το παιδί αυτό πέθανε από μια άγνωστη αιτία μέσα στο νοσοκομείο……. Κάτω στο πάτωμα βρήκαν ένα ημερολόγιο που ξεκινούσε κάπως έτσι  «Άννα αφού πέθανες εσύ………»

==============================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

==============================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Η Αόρατη Φίλη Της Χάνα.


Στα μέσα του 2011 ζούσε μια οικογένεια στο Ρίο Ντε Τζανέιρο στη Βραζιλία.

Ήταν μια 3μελης οικογένεια, η μικρή 5 χρονών Χάνα και οι γονείς της. Στο κέντρο του Ρίο είχε πολύ φασαρία και η οικογένεια δεν μπορούσε να βρει ησυχία ούτε μια μέρα.

Τότε μια μέρα αποφάσισαν να μετακομίσουν κάπου ήρεμα, σε ένα μικρό χωριό που λεγόταν Χουάν Κάρλος με ελάχιστους κατοίκους, όπου εκεί θα έβρισκαν λίγη ηρεμία.

Την άλλη μέρα το πρωί μάζεψαν τα πράγματά τους, πήραν το αυτοκίνητο και ξεκίνησαν το μικρό ταξίδι με προορισμό το μικρό χωριό.

Σε 2 ώρες είχαν φτάσει λίγο πιο έξω από αυτό το χωριό. Πάρκαραν το αμάξι, βγήκαν έξω και άρχισαν να ψάχνουν ένα σπίτι για να μείνουν. Καθώς έψαχναν παρατήρησαν ότι σε αυτό το μικρό χωριό υπήρχαν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας με παράξενη εμφάνιση. Η μικρή Χάνα είχε αρχίσει και φοβόταν και έλεγε συνεχώς στους γονείς της ότι θέλει να φύγει. Η μαμά της η Ρεμπέκα την καθησύχαζε λέγοντας της ότι όλα θα πάνε καλά.

Η οικογένεια δεν έβρισκε σπίτι και αποφάσισαν να ρωτήσουν κάποιον της περιοχής για το αν υπάρχει κάποιο σπίτι για να μείνουν. Οι περισσότεροι δεν μιλούσαν μέχρι που βρέθηκε μια μυστήρια γυναίκα και τους είπε ότι υπάρχει ένα σπίτι στην άκρη του χωριού. Τους έδειξε τον δρόμο και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί.

Όταν έφτασαν σε εκείνο το σπίτι είδαν ότι το σπίτι ήταν του 17ου αιώνα.

Η Χάνα μόλις είδε αυτό το σπίτι τρομοκρατήθηκε και έλεγε στους γονείς της ότι θέλει να γυρίσει πίσω στο Ρίο. Εκείνοι της είπαν ότι θα περάσουν καλά και ήσυχα και ότι θα της αρέσει πολύ έστω και αν είναι το σπίτι λίγο παράξενο.

Αυτό το σπίτι είχε να κατοικηθεί 200 χρόνια και οι τελευταίοι άνθρωποι που έζησαν σε αυτό ήταν η οικογένεια Γκίλμπερντ. Και μάλιστα υπάρχει ένας θρύλος για αυτή την οικογένεια. Ο θρύλος λέει ότι ο πατέρας της 3μελους οικογένειας Γκίλμπερντ βίαζε την μικρή του κόρη επί 3 χρόνια. Μια μέρα παρανόησε και σκότωσε την γυναίκα του και την κόρη του και έπειτα αυτοκτόνησε με ένα δίκαννο. Ένας γείτονας άκουσε τους πυροβολισμούς και κάλεσε την αστυνομία. Μόλις έφτασαν, πήγαν οι αστυνόμοι στο σπίτι που ακούστηκε ο πυροβολισμός, σπάσανε την πόρτα και είδαν τα δυο πτώματα μέσα στα αίματα. Η κόρη τους δεν βρέθηκε ποτέ, και από τότε λένε ότι το πνεύμα της Σαμάνθας ζει σε αυτό το στοιχειωμένο πλέον σπίτι. Η οικογένεια από το Ρίο δεν ήξερε τίποτα για αυτόν το θρύλο, και η γυναίκα που τους οδήγησε σε αυτό το σπίτι ήξερε αλλά δεν τους είπε τίποτα.

Τελικά αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε αυτό το σπίτι, και την επόμενη μέρα άρχιζαν να μετακομίζουν από την παλιά τους κατοικία. Η μικρή Χάνα δεν συμφωνούσε καθόλου με την απόφαση των γονιών της και επέμενε να γυρίσουν στο παλιό σπίτι τους αλλά μάταια, οι γονείς της είχαν πάρει την απόφαση τους. Σε δυο μέρες είχαν φύγει οριστικά από το παλιό τους σπίτι και έμεναν κανονικά στο χωριό Χουάν Κάρλος. Οι γονείς της Χάνα βρήκαν μια νέα δουλειά λίγο έξω από το χωριό και ήδη είχαν αρχίσει μια καινούργια ζωή. Τις πρώτες μέρες τα πράγματα ήταν ήρεμα και ήσυχα, η Χάνα είχε αρχίσει να μη φοβάται άλλο και αυτό έδινε χαρά στους γονείς της. Μια μέρα που έλειπαν για δουλειά, στο σπίτι ήταν μόνο η Χάνα και η μπεϊμπισίτερ που είχαν στείλει οι γονείς της Χάνα για να είναι ασφαλής και να μην είναι μόνη της. Καθώς η Χάνα έπαιζε με τις κούκλες της και η μπεϊμπισίτερ χαλάρωνε, ξαφνικά η Χάνα ακούει μια κοριτσίστική φωνή να λέει: «Θέλεις να παίξουμε;»

Η Χάνα γυρνάει φοβισμένη και βλέπει ένα ταλαιπωρημένο κοριτσάκι με σκισμένα και ματωμένα ρούχα με πολλές πληγές στο πρόσωπο και κρατούσε στο ένα χέρι της μια κούκλα.

Η Χάνα είχε τρομοκρατηθεί και έτρεμε από τον φόβο της. Το μυστήριο κοριτσάκι δεν έδειχνε ότι ήθελε να της κάνει κακό. Σε μια στιγμή πάει κοντά στην Χάνα και της λέει: «Μη φοβάσαι, δεν θα σε πειράξω. Είμαι η Σαμάνθα. Εσένα πως σε λένε;» Η Χάνα ηρέμησε και έπαψε να φοβάται.

– Με λένε Χάνα

– Έχεις πολύ ωραίο όνομα, θες να γίνουμε φίλες;

Η Χάνα δέχτηκε και άρχισαν να παίζουν με τις κούκλες τους.

Η μπεϊμπισίτερ άκουσε φωνές και πήγε στο δωμάτιο της Χάνα να δει τι γίνετε. Μπαίνει μέσα και βλέπει την Χάνα να παίζει με την κούκλα της και να μιλά στον αέρα. Η μπεϊμπισίτερ απορημένη ρωτά την Χάνα σε ποιον μιλά. Η Χάνα γυρνά και της λέει: «Είναι η φίλη μου η Σαμάνθα, μόλις γίναμε φίλες και τώρα παίζουμε με τις κούκλες μας. Θες να παίξεις μαζί μας;».

H μπεϊμπισίτερ ανησύχησε για λίγο και παίρνει την Χάνα στο σαλόνι για να δώσει εξηγήσεις.

Στην Σαμάνθα δεν άρεσε καθόλου αυτή η κίνηση της μπεϊμπισίτερ και την έβλεπε με κακό μάτι. H μπεϊμπισίτερ έλεγε θυμωμένα πως δεν υπήρχε κανένα κοριτσάκι και ότι μιλούσε παρά μόνο στον αέρα! H Χάνα δεν συμφωνούσε, και επέμενε ότι μιλούσε στην φίλη της την Σαμάνθα.

H μπεϊμπισίτερ ήταν μια αυστηρή και νευρική γυναίκα, και ξαφνικά ενώ η Χάνα εξηγούσε, η Babysitter της κλείνει το στόμα και της βαράει ένα χαστούκι.

Η Σαμάνθα που ήταν πάντα δίπλα στην Χάνα, εξοργίστηκε με αυτό που είδε και αποφάσισε να αντιδράσει.

Η Χάνα έκλαιγε από το χαστούκι, ενώ παράλληλα η μπεϊμπισίτερ της φώναζε ακόμα.

Ξαφνικά τα φώτα άρχιζαν να τρεμοπαίζουν και η μπεϊμπισίτερ κοιτούσε γύρω της και απορούσε.

Σε μια στιγμή, ένα αρκετά βαρύ βάζο αρχίζει και αιωρείται. Το βλέπει η μπεϊμπισίτερ και ξαφνικά με μεγάλη ταχύτητα το βάζο σπάει στο κεφάλι της.

Η μπεϊμπισίτερ πέφτει ζαλισμένη στο πάτωμα με αιμορραγία στο κεφάλι. Η Σαμάνθα δεν είχε τελειώσει ακόμα. Εκεί που ήταν ζαλισμένη η μπεϊμπισίτερ, ακριβώς από πάνω της κρεμόταν ένας τεράστιος πολυέλαιος που κρεμόταν επί 500 χρόνια σε αυτό το σπίτι. Ξαφνικά άρχισε και έτρεμε, η μπεϊμπισίτερ ζαλισμένη, κοιτάζει ψηλά και τότε ο πολυέλαιος ξεριζώνεται από το ταβάνι και πέφτει πάνω της και την σκοτώνει ακαριαία λιώνοντας όλο της το σώμα και γεμίζοντας παντού αίματα.

Η Χάνα βλέποντας όλο αυτό δεν πανικοβλήθηκε, κάθε άλλο, ένιωσε ότι πήρε μια μικρή εκδίκηση και ήξερε ότι όλο αυτό το προκάλεσε η «πνευματική» της φίλη, Σαμάνθα.  Σε μια στιγμή η Χάνα πάει και στέκεται πάνω από το πτώμα και λέει: «Στο είπα ότι υπάρχει», εννοώντας ότι η Σαμάνθα υπάρχει και δεν μιλούσε στον αέρα.

Εκείνη την στιγμή φτάνουν οι γονείς της Χάνα στο σπίτι, ανοίγουν την πόρτα, μπαίνουν μέσα (εντωμεταξύ υπήρχε απόλυτη ησυχία) και κατευθύνθηκαν προς το σαλόνι. Καθώς πήγαιναν να δουν αν όλα είναι καλά, η μανά της Χάνα, η Ρεμπέκα, είδε ότι υπήρχαν αίματα προς το σαλόνι. Έτρεξε προς τα εκεί μαζί με τον πατέρα της Χάνα, τον Τζακ, και είδαν την μπεϊμπισίτερ να την έχει καταπλακώσει ένας τεράστιος πολυέλαιος, και την Χάνα να στέκεται από πάνω της σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

Η Ρεμπέκα ξαφνικά λιποθύμησε και σωριάστηκε στο πάτωμα, ο Τζακ πήρε γρήγορα την Χάνα από το πτώμα και την κλείδωσε στο δωμάτιό της. Αμέσως μετά κάλυψε το πτώμα με ένα σεντόνι και έφερε νερό στην Ρεμπέκα για να την συνεφέρει αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε, και έτσι την πήγε στο κρεβάτι της για να ηρεμήσει.

Ο Τζακ μετά από όλα αυτά είχε μπερδευτεί εντελώς και δεν ήξερε τι να κάνει.

Μετά από λίγη ώρα ο Τζακ πήγε στο δωμάτιο της Χάνα για να του πει τι ακριβώς συνέβη. Ξεκλειδώνει την πόρτα του δωματίου της και την βλέπει να έχει γονατίσει στο πάτωμα και να κοιτάζει τον τοίχο. ο Τζακ πάει κοντά της και μόλις της αγγίζει τον ώμο η Χάνα γυρνά ξαφνικά με παραλλαγμένο πρόσωπο και βγάζει μια κραυγή τρομάζοντας τον Τζακ. Η Χάνα συνέχισε να ουρλιάζει και σε ένα σημείο σταματά και αρχίζει να κοιτάζει υπομονετικά τον Τζακ που είχε κολλήσει στον τοίχο τρομαγμένος από όλο αυτό το θέαμα. Η Χάνα ενώ είχε μια παράξενη συμπεριφορά πλησίαζε γονατιστή αργά αργά τον Τζακ και άρχισε να του λέει χαρακτηριστικά: «η κόρη σου είναι δική μου, η κόρη σου είναι δική μου». Ο Τζακ κατάλαβε ότι κάποιο πνεύμα ελέγχει το σώμα της Χάνα και ξαφνικά με μια απότομη κίνηση πάει να την πιάσει στα χέρια του, αλλά λίγο πριν την πλησιάσει μια αόρατη δύναμη τον απωθεί και τον πετά με δύναμη στον τοίχο. Το σπίτι άρχισε να τρέμει και τα φώτα να τρεμοπαίζουν. Ο Τζακ ζαλισμένος ξανασηκώνεται και παρακαλάει το πνεύμα να αφήσει ήσυχο το σώμα της Χάνα και την οικογένεια του.

Η Σαμάνθα μόλις το ακούει αυτό εξοργίζεται περισσότερο λέγοντας πως εκείνη δεν είχε ποτέ πραγματική οικογένεια, και ξαφνικά εκεί που στεκόταν ο Τζακ από πίσω του βρισκόταν μια τεράστια ντουλάπα, και πριν προλάβει να δει από πίσω του, τον καταπλακώνει και τον λιώνει με αποτέλεσμα να χάσει και αυτός την ζωή του.

Στο άλλο δωμάτιο η Ρεμπέκα που είχε λιποθυμήσει συνέρχεται και σηκώνεται από το κρεβάτι. Μη έχοντας συνειδητοποιήσει το τι έχει γίνει βγαίνει στο σαλόνι και βλέπει το σεντόνι που είχε σκεπάσει ο Τζακ την μπεϊμπισίτερ και τότε η Ρεμπέκα άρχισε πάλι να χάνει τα λογικά της. Μόνη και τρομαγμένη πια φώναζε Τζακ, Χάνα, αλλά τίποτα. Και ενώ φώναζε και έψαχνε τον άντρα της και την κόρη της, πάει στο δωμάτιο της Χάνα και βλέπει τον Τζακ να τον έχει καταπλακώσει μια τεράστια ντουλάπα και να έχει βρει ακαριαίο θάνατο. Η Ρεμπέκα πέφτει στα γόνατα κλαίγοντας και φωνάζοντας γιατί και γιατί, και ενώ έκλεγε έβλεπε ότι από πάνω της έσταζαν σταγόνες αίματος, η Ρεμπέκα σηκώνει το κεφάλι της και βλέπει πάνω στο ταβάνι την Χάνα να την έχει διαπεράσει στην κοιλιά ένα τεράστιο δόρυ και δίπλα της μια αναγραφή όπου έλεγε: «είναι δική μου πια» . Η Ρεμπέκα χάνει τις αισθήσεις της και σωριάζεται στο πάτωμα.

Μετά από ώρες ξυπνάει στο νοσοκομείο και αρχίζει να ουρλιάζει λέγοντας: «θέλω την κόρη μου και θέλω την κόρη μου», και να χτυπιέται. Οι γιατροί την ακούνε και της δίνουν μια ηρεμιστική ένεση.

Την Ρεμπέκα την έκλεισαν σε ψυχιατρική κλινική και παρατήρησαν να μιλά μόνη της στον τοίχο και ανά διαστήματα να φωνάζει το όνομα της κόρης της. Ο θάνατος του Τζακ παραμένει ανεξήγητος και η Χάνα δεν βρέθηκε ποτέ.

================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την πάρα πολύ καλή ιστορία του.

================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Στοιχειωμένο Σπίτι.


Γεια είμαι η Βάγια και έχω να σας πω μια ιστορία. Μια μέρα δύο αδελφές γυρνούσαν από ένα εστιατόριο και συνάντησαν μια φίλη τους και της είπαν να τις επισπευτεί στο σπίτι τους. Αυτή δέχτηκε και αποφάσισε να πάει αργότερα το βράδυ. Καθώς ξεκίνησε από το σπίτι, στον δόμο συνάντησε μία κύρια. Παραξενεμένη τη ρώτησε:

Κυρία: Μήπως χάθηκες; Που πας τέτοια ώρα;

Κορίτσι: Δεν χάθηκα. Πάω στις φίλες μου που μένουν εδώ πιο κάτω.

Κυρία: Εννοείς αυτό το σπίτι; Δεν ξέρεις ότι είναι στοιχειωμένο;

Κορίτσι: Όχι δεν το ήξερα. Αλλά θα γυρίσω σπίτι μου και θα πάρω ένα μαχαίρι για κακό και για καλό.

Η κοπέλα συνέχισε τον δρόμο της όμως τώρα ήταν υπνωτισμένη. Πήγε στο σπίτι των φίλων της αλλά βρήκε μόνο τη μία επειδή η άλλη ήταν στο μπάνιο νεκρή. Τελικά η κυρία που συνάντησε το κορίτσι στο δρόμο ήταν φάντασμα και είχε στοιχειώσει το σπίτι. Η κυρία σκότωσε τη μία κοπέλα στο μπάνιο και μετά την άφησέ στο κρεβάτι. Η κυρία γύρισε στο σπίτι τους και είπε στο υπνωτισμένο κορίτσι να πάει να κρύψει το νεκρό κορίτσι κάτω από το κρεβάτι.

Εν τω μεταξύ η κυρία είπε στο άλλο κορίτσι να πάρει ένα μαχαίρι για να κόψει μια ντομάτα. Το μαχαίρι όμως ήταν μαγεμένο και της έκοψε το δάχτυλο. Έτσι πέθανε και αυτή. Έβαλαν και τις δύο νεκρές κοπέλες πάνω στο κρεβάτι και τις έβγαλαν τα μάτια. Η κυρία  έπλυνε τα μάτια από το αίμα, τα έβαψε με το ζουμί από την ντομάτα και τα πούλησε, όμως εξαφανίστηκε και πότε δεν την ξαναείδαν ποτέ.

Τελικά όμως την επόμενη μέρα, μια άλλη φίλη των κοριτσιών η οποία ήταν μάγισσα, έμαθε ότι πέθαναν, έτσι πήγε σπίτι τους και έκανε ένα ξόρκι για να ξαναζωντανέψουν.

================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

================

Αρέσει σε %d bloggers: