Category Archives: Στοιχειωμένα Σπίτια

Στοιχειωμένα Σπίτια: Η Αόρατη Φίλη Της Χάνα.


Στα μέσα του 2011 ζούσε μια οικογένεια στο Ρίο Ντε Τζανέιρο στη Βραζιλία.

Ήταν μια 3μελης οικογένεια, η μικρή 5 χρονών Χάνα και οι γονείς της. Στο κέντρο του Ρίο είχε πολύ φασαρία και η οικογένεια δεν μπορούσε να βρει ησυχία ούτε μια μέρα.

Τότε μια μέρα αποφάσισαν να μετακομίσουν κάπου ήρεμα, σε ένα μικρό χωριό που λεγόταν Χουάν Κάρλος με ελάχιστους κατοίκους, όπου εκεί θα έβρισκαν λίγη ηρεμία.

Την άλλη μέρα το πρωί μάζεψαν τα πράγματά τους, πήραν το αυτοκίνητο και ξεκίνησαν το μικρό ταξίδι με προορισμό το μικρό χωριό.

Σε 2 ώρες είχαν φτάσει λίγο πιο έξω από αυτό το χωριό. Πάρκαραν το αμάξι, βγήκαν έξω και άρχισαν να ψάχνουν ένα σπίτι για να μείνουν. Καθώς έψαχναν παρατήρησαν ότι σε αυτό το μικρό χωριό υπήρχαν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας με παράξενη εμφάνιση. Η μικρή Χάνα είχε αρχίσει και φοβόταν και έλεγε συνεχώς στους γονείς της ότι θέλει να φύγει. Η μαμά της η Ρεμπέκα την καθησύχαζε λέγοντας της ότι όλα θα πάνε καλά.

Η οικογένεια δεν έβρισκε σπίτι και αποφάσισαν να ρωτήσουν κάποιον της περιοχής για το αν υπάρχει κάποιο σπίτι για να μείνουν. Οι περισσότεροι δεν μιλούσαν μέχρι που βρέθηκε μια μυστήρια γυναίκα και τους είπε ότι υπάρχει ένα σπίτι στην άκρη του χωριού. Τους έδειξε τον δρόμο και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί.

Όταν έφτασαν σε εκείνο το σπίτι είδαν ότι το σπίτι ήταν του 17ου αιώνα.

Η Χάνα μόλις είδε αυτό το σπίτι τρομοκρατήθηκε και έλεγε στους γονείς της ότι θέλει να γυρίσει πίσω στο Ρίο. Εκείνοι της είπαν ότι θα περάσουν καλά και ήσυχα και ότι θα της αρέσει πολύ έστω και αν είναι το σπίτι λίγο παράξενο.

Αυτό το σπίτι είχε να κατοικηθεί 200 χρόνια και οι τελευταίοι άνθρωποι που έζησαν σε αυτό ήταν η οικογένεια Γκίλμπερντ. Και μάλιστα υπάρχει ένας θρύλος για αυτή την οικογένεια. Ο θρύλος λέει ότι ο πατέρας της 3μελους οικογένειας Γκίλμπερντ βίαζε την μικρή του κόρη επί 3 χρόνια. Μια μέρα παρανόησε και σκότωσε την γυναίκα του και την κόρη του και έπειτα αυτοκτόνησε με ένα δίκαννο. Ένας γείτονας άκουσε τους πυροβολισμούς και κάλεσε την αστυνομία. Μόλις έφτασαν, πήγαν οι αστυνόμοι στο σπίτι που ακούστηκε ο πυροβολισμός, σπάσανε την πόρτα και είδαν τα δυο πτώματα μέσα στα αίματα. Η κόρη τους δεν βρέθηκε ποτέ, και από τότε λένε ότι το πνεύμα της Σαμάνθας ζει σε αυτό το στοιχειωμένο πλέον σπίτι. Η οικογένεια από το Ρίο δεν ήξερε τίποτα για αυτόν το θρύλο, και η γυναίκα που τους οδήγησε σε αυτό το σπίτι ήξερε αλλά δεν τους είπε τίποτα.

Τελικά αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε αυτό το σπίτι, και την επόμενη μέρα άρχιζαν να μετακομίζουν από την παλιά τους κατοικία. Η μικρή Χάνα δεν συμφωνούσε καθόλου με την απόφαση των γονιών της και επέμενε να γυρίσουν στο παλιό σπίτι τους αλλά μάταια, οι γονείς της είχαν πάρει την απόφαση τους. Σε δυο μέρες είχαν φύγει οριστικά από το παλιό τους σπίτι και έμεναν κανονικά στο χωριό Χουάν Κάρλος. Οι γονείς της Χάνα βρήκαν μια νέα δουλειά λίγο έξω από το χωριό και ήδη είχαν αρχίσει μια καινούργια ζωή. Τις πρώτες μέρες τα πράγματα ήταν ήρεμα και ήσυχα, η Χάνα είχε αρχίσει να μη φοβάται άλλο και αυτό έδινε χαρά στους γονείς της. Μια μέρα που έλειπαν για δουλειά, στο σπίτι ήταν μόνο η Χάνα και η μπεϊμπισίτερ που είχαν στείλει οι γονείς της Χάνα για να είναι ασφαλής και να μην είναι μόνη της. Καθώς η Χάνα έπαιζε με τις κούκλες της και η μπεϊμπισίτερ χαλάρωνε, ξαφνικά η Χάνα ακούει μια κοριτσίστική φωνή να λέει: «Θέλεις να παίξουμε;»

Η Χάνα γυρνάει φοβισμένη και βλέπει ένα ταλαιπωρημένο κοριτσάκι με σκισμένα και ματωμένα ρούχα με πολλές πληγές στο πρόσωπο και κρατούσε στο ένα χέρι της μια κούκλα.

Η Χάνα είχε τρομοκρατηθεί και έτρεμε από τον φόβο της. Το μυστήριο κοριτσάκι δεν έδειχνε ότι ήθελε να της κάνει κακό. Σε μια στιγμή πάει κοντά στην Χάνα και της λέει: «Μη φοβάσαι, δεν θα σε πειράξω. Είμαι η Σαμάνθα. Εσένα πως σε λένε;» Η Χάνα ηρέμησε και έπαψε να φοβάται.

– Με λένε Χάνα

– Έχεις πολύ ωραίο όνομα, θες να γίνουμε φίλες;

Η Χάνα δέχτηκε και άρχισαν να παίζουν με τις κούκλες τους.

Η μπεϊμπισίτερ άκουσε φωνές και πήγε στο δωμάτιο της Χάνα να δει τι γίνετε. Μπαίνει μέσα και βλέπει την Χάνα να παίζει με την κούκλα της και να μιλά στον αέρα. Η μπεϊμπισίτερ απορημένη ρωτά την Χάνα σε ποιον μιλά. Η Χάνα γυρνά και της λέει: «Είναι η φίλη μου η Σαμάνθα, μόλις γίναμε φίλες και τώρα παίζουμε με τις κούκλες μας. Θες να παίξεις μαζί μας;».

H μπεϊμπισίτερ ανησύχησε για λίγο και παίρνει την Χάνα στο σαλόνι για να δώσει εξηγήσεις.

Στην Σαμάνθα δεν άρεσε καθόλου αυτή η κίνηση της μπεϊμπισίτερ και την έβλεπε με κακό μάτι. H μπεϊμπισίτερ έλεγε θυμωμένα πως δεν υπήρχε κανένα κοριτσάκι και ότι μιλούσε παρά μόνο στον αέρα! H Χάνα δεν συμφωνούσε, και επέμενε ότι μιλούσε στην φίλη της την Σαμάνθα.

H μπεϊμπισίτερ ήταν μια αυστηρή και νευρική γυναίκα, και ξαφνικά ενώ η Χάνα εξηγούσε, η Babysitter της κλείνει το στόμα και της βαράει ένα χαστούκι.

Η Σαμάνθα που ήταν πάντα δίπλα στην Χάνα, εξοργίστηκε με αυτό που είδε και αποφάσισε να αντιδράσει.

Η Χάνα έκλαιγε από το χαστούκι, ενώ παράλληλα η μπεϊμπισίτερ της φώναζε ακόμα.

Ξαφνικά τα φώτα άρχιζαν να τρεμοπαίζουν και η μπεϊμπισίτερ κοιτούσε γύρω της και απορούσε.

Σε μια στιγμή, ένα αρκετά βαρύ βάζο αρχίζει και αιωρείται. Το βλέπει η μπεϊμπισίτερ και ξαφνικά με μεγάλη ταχύτητα το βάζο σπάει στο κεφάλι της.

Η μπεϊμπισίτερ πέφτει ζαλισμένη στο πάτωμα με αιμορραγία στο κεφάλι. Η Σαμάνθα δεν είχε τελειώσει ακόμα. Εκεί που ήταν ζαλισμένη η μπεϊμπισίτερ, ακριβώς από πάνω της κρεμόταν ένας τεράστιος πολυέλαιος που κρεμόταν επί 500 χρόνια σε αυτό το σπίτι. Ξαφνικά άρχισε και έτρεμε, η μπεϊμπισίτερ ζαλισμένη, κοιτάζει ψηλά και τότε ο πολυέλαιος ξεριζώνεται από το ταβάνι και πέφτει πάνω της και την σκοτώνει ακαριαία λιώνοντας όλο της το σώμα και γεμίζοντας παντού αίματα.

Η Χάνα βλέποντας όλο αυτό δεν πανικοβλήθηκε, κάθε άλλο, ένιωσε ότι πήρε μια μικρή εκδίκηση και ήξερε ότι όλο αυτό το προκάλεσε η «πνευματική» της φίλη, Σαμάνθα.  Σε μια στιγμή η Χάνα πάει και στέκεται πάνω από το πτώμα και λέει: «Στο είπα ότι υπάρχει», εννοώντας ότι η Σαμάνθα υπάρχει και δεν μιλούσε στον αέρα.

Εκείνη την στιγμή φτάνουν οι γονείς της Χάνα στο σπίτι, ανοίγουν την πόρτα, μπαίνουν μέσα (εντωμεταξύ υπήρχε απόλυτη ησυχία) και κατευθύνθηκαν προς το σαλόνι. Καθώς πήγαιναν να δουν αν όλα είναι καλά, η μανά της Χάνα, η Ρεμπέκα, είδε ότι υπήρχαν αίματα προς το σαλόνι. Έτρεξε προς τα εκεί μαζί με τον πατέρα της Χάνα, τον Τζακ, και είδαν την μπεϊμπισίτερ να την έχει καταπλακώσει ένας τεράστιος πολυέλαιος, και την Χάνα να στέκεται από πάνω της σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

Η Ρεμπέκα ξαφνικά λιποθύμησε και σωριάστηκε στο πάτωμα, ο Τζακ πήρε γρήγορα την Χάνα από το πτώμα και την κλείδωσε στο δωμάτιό της. Αμέσως μετά κάλυψε το πτώμα με ένα σεντόνι και έφερε νερό στην Ρεμπέκα για να την συνεφέρει αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε, και έτσι την πήγε στο κρεβάτι της για να ηρεμήσει.

Ο Τζακ μετά από όλα αυτά είχε μπερδευτεί εντελώς και δεν ήξερε τι να κάνει.

Μετά από λίγη ώρα ο Τζακ πήγε στο δωμάτιο της Χάνα για να του πει τι ακριβώς συνέβη. Ξεκλειδώνει την πόρτα του δωματίου της και την βλέπει να έχει γονατίσει στο πάτωμα και να κοιτάζει τον τοίχο. ο Τζακ πάει κοντά της και μόλις της αγγίζει τον ώμο η Χάνα γυρνά ξαφνικά με παραλλαγμένο πρόσωπο και βγάζει μια κραυγή τρομάζοντας τον Τζακ. Η Χάνα συνέχισε να ουρλιάζει και σε ένα σημείο σταματά και αρχίζει να κοιτάζει υπομονετικά τον Τζακ που είχε κολλήσει στον τοίχο τρομαγμένος από όλο αυτό το θέαμα. Η Χάνα ενώ είχε μια παράξενη συμπεριφορά πλησίαζε γονατιστή αργά αργά τον Τζακ και άρχισε να του λέει χαρακτηριστικά: «η κόρη σου είναι δική μου, η κόρη σου είναι δική μου». Ο Τζακ κατάλαβε ότι κάποιο πνεύμα ελέγχει το σώμα της Χάνα και ξαφνικά με μια απότομη κίνηση πάει να την πιάσει στα χέρια του, αλλά λίγο πριν την πλησιάσει μια αόρατη δύναμη τον απωθεί και τον πετά με δύναμη στον τοίχο. Το σπίτι άρχισε να τρέμει και τα φώτα να τρεμοπαίζουν. Ο Τζακ ζαλισμένος ξανασηκώνεται και παρακαλάει το πνεύμα να αφήσει ήσυχο το σώμα της Χάνα και την οικογένεια του.

Η Σαμάνθα μόλις το ακούει αυτό εξοργίζεται περισσότερο λέγοντας πως εκείνη δεν είχε ποτέ πραγματική οικογένεια, και ξαφνικά εκεί που στεκόταν ο Τζακ από πίσω του βρισκόταν μια τεράστια ντουλάπα, και πριν προλάβει να δει από πίσω του, τον καταπλακώνει και τον λιώνει με αποτέλεσμα να χάσει και αυτός την ζωή του.

Στο άλλο δωμάτιο η Ρεμπέκα που είχε λιποθυμήσει συνέρχεται και σηκώνεται από το κρεβάτι. Μη έχοντας συνειδητοποιήσει το τι έχει γίνει βγαίνει στο σαλόνι και βλέπει το σεντόνι που είχε σκεπάσει ο Τζακ την μπεϊμπισίτερ και τότε η Ρεμπέκα άρχισε πάλι να χάνει τα λογικά της. Μόνη και τρομαγμένη πια φώναζε Τζακ, Χάνα, αλλά τίποτα. Και ενώ φώναζε και έψαχνε τον άντρα της και την κόρη της, πάει στο δωμάτιο της Χάνα και βλέπει τον Τζακ να τον έχει καταπλακώσει μια τεράστια ντουλάπα και να έχει βρει ακαριαίο θάνατο. Η Ρεμπέκα πέφτει στα γόνατα κλαίγοντας και φωνάζοντας γιατί και γιατί, και ενώ έκλεγε έβλεπε ότι από πάνω της έσταζαν σταγόνες αίματος, η Ρεμπέκα σηκώνει το κεφάλι της και βλέπει πάνω στο ταβάνι την Χάνα να την έχει διαπεράσει στην κοιλιά ένα τεράστιο δόρυ και δίπλα της μια αναγραφή όπου έλεγε: «είναι δική μου πια» . Η Ρεμπέκα χάνει τις αισθήσεις της και σωριάζεται στο πάτωμα.

Μετά από ώρες ξυπνάει στο νοσοκομείο και αρχίζει να ουρλιάζει λέγοντας: «θέλω την κόρη μου και θέλω την κόρη μου», και να χτυπιέται. Οι γιατροί την ακούνε και της δίνουν μια ηρεμιστική ένεση.

Την Ρεμπέκα την έκλεισαν σε ψυχιατρική κλινική και παρατήρησαν να μιλά μόνη της στον τοίχο και ανά διαστήματα να φωνάζει το όνομα της κόρης της. Ο θάνατος του Τζακ παραμένει ανεξήγητος και η Χάνα δεν βρέθηκε ποτέ.

================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την πάρα πολύ καλή ιστορία του.

================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Στοιχειωμένο Σπίτι.


Γεια είμαι η Βάγια και έχω να σας πω μια ιστορία. Μια μέρα δύο αδελφές γυρνούσαν από ένα εστιατόριο και συνάντησαν μια φίλη τους και της είπαν να τις επισπευτεί στο σπίτι τους. Αυτή δέχτηκε και αποφάσισε να πάει αργότερα το βράδυ. Καθώς ξεκίνησε από το σπίτι, στον δόμο συνάντησε μία κύρια. Παραξενεμένη τη ρώτησε:

Κυρία: Μήπως χάθηκες; Που πας τέτοια ώρα;

Κορίτσι: Δεν χάθηκα. Πάω στις φίλες μου που μένουν εδώ πιο κάτω.

Κυρία: Εννοείς αυτό το σπίτι; Δεν ξέρεις ότι είναι στοιχειωμένο;

Κορίτσι: Όχι δεν το ήξερα. Αλλά θα γυρίσω σπίτι μου και θα πάρω ένα μαχαίρι για κακό και για καλό.

Η κοπέλα συνέχισε τον δρόμο της όμως τώρα ήταν υπνωτισμένη. Πήγε στο σπίτι των φίλων της αλλά βρήκε μόνο τη μία επειδή η άλλη ήταν στο μπάνιο νεκρή. Τελικά η κυρία που συνάντησε το κορίτσι στο δρόμο ήταν φάντασμα και είχε στοιχειώσει το σπίτι. Η κυρία σκότωσε τη μία κοπέλα στο μπάνιο και μετά την άφησέ στο κρεβάτι. Η κυρία γύρισε στο σπίτι τους και είπε στο υπνωτισμένο κορίτσι να πάει να κρύψει το νεκρό κορίτσι κάτω από το κρεβάτι.

Εν τω μεταξύ η κυρία είπε στο άλλο κορίτσι να πάρει ένα μαχαίρι για να κόψει μια ντομάτα. Το μαχαίρι όμως ήταν μαγεμένο και της έκοψε το δάχτυλο. Έτσι πέθανε και αυτή. Έβαλαν και τις δύο νεκρές κοπέλες πάνω στο κρεβάτι και τις έβγαλαν τα μάτια. Η κυρία  έπλυνε τα μάτια από το αίμα, τα έβαψε με το ζουμί από την ντομάτα και τα πούλησε, όμως εξαφανίστηκε και πότε δεν την ξαναείδαν ποτέ.

Τελικά όμως την επόμενη μέρα, μια άλλη φίλη των κοριτσιών η οποία ήταν μάγισσα, έμαθε ότι πέθαναν, έτσι πήγε σπίτι τους και έκανε ένα ξόρκι για να ξαναζωντανέψουν.

================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

================

Στοιχειωμένα Σπίτια. Ημιδιαφανής Μορφή.


Γεια σας! Πριν πολύ καιρό μου συνέβη ένα πολύ περίεργο περιστατικό και θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας!

Παλιά είχα μια φίλη μεγαλύτερη από εμένα, φοιτήτρια, που ήταν πολύ καλή κοπέλα. Πέρασε κανένας χρόνος και από το πουθενά άρχισε να φέρεται πάρα πολύ παράξενα (μόνο εγώ το ήξερα γιατί άρχισε να μου λέει ότι δεν υπάρχει Θεός και τέτοια, αλλά ήμουν και μικρή, λέω θα της περάσει).

Τέλος πάντων, η μαμά μου δεν ήξερε για αυτή την αλλαγή στη συμπεριφορά της και με πήγε μια μέρα σπίτι της και με άφησε εκεί για λίγο γιατί έπρεπε να δει μια ασθενή στο ιατρείο της επείγοντος. Παίζαμε επιτραπέζιο μιλούσαμε και γελούσαμε, ώσπου θέλησα να πάω στην τουαλέτα. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη και είδα μία γυναικεία μορφή να μου λέει με την αέρινη φωνή της να σηκωθώ και να φύγω αμέσως από το σπίτι. Δεν ξέρω αλλά κάτι μου έλεγε να την ακούσω (έμεινα και κάγκελο δεν ήξερα τι να κάνω). Έτσι σκέφτηκα τι θα έκανα, θα πήγαινα κοντά στην τσάντα μου, θα πατούσα την αναπαραγωγή μουσικής και θα προσποιούμουν πως χτυπάει το κινητό, έτσι θα έλεγα στη φίλη μου ότι η μαμά με περιμένει κάτω και θα έφευγα. Έλα όμως που δεν πρόλαβα, μόλις βγήκα όλα τα φώτα ήταν κλειστά, μια πεντάλφα στο πάτωμα και η κοπέλα με ρώτησε αν έχω σκοτώσει ποτέ άνθρωπο.

Ήμουν έτοιμη να το βάλω στα πόδια ή να φωνάξω βοήθεια. Τότε έβγαλε από την τσέπη της ένα μαχαίρι που από το λιγοστό φως των κεριών κατάλαβα ότι ήταν κάπως σκουριασμένο. Μετά σε κλάσματα δευτερολέπτου πετάχτηκε η ημιδιαφανής μορφή του καθρέπτη, με προστάτεψε και το μαχαίρι τραυμάτισε την φοιτήτρια ελαφρά. Εγώ πήρα τα πράγματά μου και έφυγα κατευθείαν. Συνάντησα τη μαμά στην είσοδο της πολυκατοικίας, της είπα τί συνέβη και φυσικά δεν με πίστεψε, όμως κοκαλώσαμε και οι δύο μόλις η φίλη μου μας είπε, αφού ζήτησε συγγνώμη και μας είπε ότι δεν ήταν ο εαυτός της εκείνη την άτυχη στιγμή.

Μα είπε πως δεν πλήρωνε ενοίκιο για το σπίτι γιατί είχε χρόνια να κατοικηθεί και θεωρούταν από πολλούς στοιχειωμένο. Η φίλη μου φυσικά πήγε εκεί για οικονομικούς λόγους και αφού δεν πίστευε σε δεισιδαιμονίες και τέτοια. Μετά από λίγο καιρό μετακόμισε και αυτή και εμείς και μάθαμε από γείτονες ότι το σπίτι άνηκε σε μία γυναίκα που ήθελε απελπισμένα να γίνει δισεκατομμυριούχος, τρελαμένη. Λένε πως λόγο αυτής της φιλοδοξίας της όχι απλώς δεν την αγαπούσε κανένας και δεν της έχτισε τάφο αλλά ούτε καν την έθαψαν και το νεκρό κορμί της έλιωσε σε κάποιο μέρος του σπιτιού. Επίσης μάθαμε ότι ακόμα έστω και νεκρή προσπαθεί να επεκτείνει την περιουσία της, δηλαδή το παλιό μας σπίτι από το οποίο φύγαμε μετά το περιστατικό τώρα πιθανότατα είναι στοιχειωμένο! Τώρα η μορφή στον καθρέπτη ή ήταν κοπέλα που σκότωσε για να της πάρει την περιουσία ή φύλακας άγγελος.

Νιώθω μεγάλη ανακούφιση που μοιράστηκα την ιστορία μου μαζί σας, ευχαριστώ!

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Στοιχειωμένο Σπίτι;


Γεια σας. Με λένε Αργυρώ και νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σας διηγηθώ την δικιά μου ιστορία. Πέρυσι στις 21 Απριλίου η γιαγιά μου πέθανε. Ξέρετε, το παράξενο είναι ότι ήξερε πως θα ψυχομαχούσε Παρασκευή, Σάββατο θα πέθαινε και Κυριακή θα την  θάβαμε.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό παράξενο. Παράξενο είναι ότι 8,5 μήνες μετά, δηλαδή την ημέρα που άρχισαν τα σχολεία ο παππούς μου πέθανε στον ύπνο του χωρίς να υπάρχει μία λογική εξήγηση. Βέβαια εμένα μου λένε ότι πέθανε από ανακοπή καρδιάς, αλλά μία εβδομάδα πριν πεθάνει η γιαγιά μου του έλεγε ότι δεν θα αργήσει ο θάνατός του.

Το πιο περίεργο όμως απ’ όλα είναι ότι μετά τον θάνατο του παππού ο θείος και η θεία μου που μένουν στο ακριβώς δίπλα σπίτι, κάθε βράδυ μέχρι την ημέρα που κάναμε το ετήσιο μνημόσυνο της γιαγιάς άκουγαν βήματα στις σκάλες, ντουλάπια να ανοιγοκλείνουν, τραπέζια να σέρνονται (τα γράφω και ανατριχιάζω) και πολλά άλλα που δεν θυμάμαι τώρα. Εγώ σκοπεύω να εξερευνήσω το σπίτι για να δω αν ακόμα υπάρχει μέσα το πνεύμα τους.

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Στοιχειωμένο Ξενοδοχείο Των Oscar.


Το ξενοδοχείο Roosevelt βρίσκεται στον αριθμό 7000 της Hollywood Boulevard στο Hollywood και κάθε χρόνο περνούν από τα υπερπολυτελή δωμάτιά του εκατοντάδες σταρ.

Λόγω της θέσης του, το Roosevelt αποτελεί μία από τις πρώτες επιλογές για εκείνους που θέλουν να παρακολουθήσουν από τα δωμάτιά τους την παρέλαση των αστέρων προς το Kodak Theatre. Κι όμως! Το Roosevelt Hotel, δεν είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται.

Το ξενοδοχείο Roosevelt θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο γνωστά στοιχειωμένα κτίρια του Los Angeles! Οι ένοικοί του μιλούν για φαντάσματα παιδιών που παίζουν στους διαδρόμους, για τον νεκρό πιανίστα με το λευκό κοστούμι που παίζει στο πιάνο του ημιώροφου, αλλά κυρίως για δύο διάσημα «φαντάσματα»: αυτό της Marilyn Monroe και του Montgomery Clift.

  • Ο στοιχειωμένος καθρέφτης της Marilyn.

Η Marilyn Monroe έμενε στο ξενοδοχείο Roosevelt τόσο συχνά που είχε αγοράσει ακόμη και διακοσμητικά για να κάνει την αγαπημένη της σουίτα με τον αριθμό 246, πιο οικεία. Ανάμεσα σε αυτά ήταν ένας ολόσωμος καθρέφτης που ήταν πάντα κρεμασμένος απέναντι από το κρεβάτι της.

Μετά τον αιφνίδιο θάνατό της οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου, έκρυψαν τον καθρέφτη στην αποθήκη μέχρι που σε κάποια ανακαίνιση ένας διακοσμητής πρότεινε να τον κρεμάσουν στο λόμπυ. Από τη στιγμή εκείνη μέχρι και σήμερα, δεν έχουν τελειωμό οι μαρτυρίες για εμφανίσεις της Marilyn στον καθρέφτη, άλλοτε να βάζει το κραγιόν της και άλλοτε να χτενίζει τα ξανθά μαλλιά της!

  • Το… ανήσυχο πνεύμα του Montgomery Clift.

O Montgomery Clift είναι ένα ακόμη διάσημο «πνεύμα» που στοιχειώνει το ξενοδοχείο Roosevelt. Έμενε σε αυτό το 1952, κατά τη διάρκεια των πολύμηνων γυρισμάτων της ταινίας «Από εδώ ως την αιωνιότητα». Σήμερα άνθρωποι από όλον τον κόσμο ζητούν να μείνουν στη σουίτα με τον αριθμό 928 με την… ελπίδα να εμφανιστεί και σε αυτούς το φάντασμά του.

Πολλοί ένοικοι υποστηρίζουν πως τον «βλέπουν» στο δωμάτιο να κάνει πάντα τα ίδια πράγματα: άλλοτε δυναμώνει τη θερμοκρασία του air condition κάνοντας τη ζέστη αφόρητη κι άλλοτε παίζει με την ένταση του ραδιοφώνου! Κάποιοι άλλοι ορκίζονται πως τον νιώθουν να κολλάει πάνω τους καθώς περπατούν στο διάδρομο του 8ου ορόφου!

  • Η παγωμένη γωνιά στην Αίθουσα Χορού.

Αλλά και στο Blossom Room, εκεί που έγινε η πρώτη άτυπη απονομή των βραβείων Όσκαρ το 1929, δεκάδες αυτόπτες μάρτυρες μιλούν για ένα σημείο στη βόρεια πλευρά της αίθουσας, μια περιοχή περίπου 4 τετραγωνικών μέτρων, όπου όλο το χρόνο η θερμοκρασία είναι τουλάχιστον 10 βαθμούς κάτω από ότι στο υπόλοιπο δωμάτιο!

Όποιος τολμάει να πλησιάσει στη «στοιχειωμένη γωνιά» αισθάνεται ένα κρύο ρεύμα αέρα να τον τυλίγει. Μέντιουμ που έχουν επισκεφτεί την αίθουσα υποστηρίζουν ότι «βλέπουν» έναν άντρα με μαύρο φράκο να περιμένει με αγωνία κάτι. Ίσως να ακούσει το όνομα του για ένα βραβείο που δεν ήρθε ποτέ;

Στοιχειωμένα Σπίτια: Βαριά Βήματα.


Γεια σας, θα ήθελα να σας διηγηθώ μια ιστορία που αφορά ένα στοιχειωμένο σπίτι ή αλλιώς το «Σπίτι των Βημάτων» όπως το αποκαλούν πολλοί…

Η ιστορία μας ξεκινά τον 19ο αιώνα, όταν σ’αυτό το σπίτι ζούσε μια τετραμελής οικογένεια. Τα παιδιά της οικογένειας ήταν 2, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, ας τα ονομάσουμε Γιάννη και Μαρία. Δεν ήταν πολύ μεγάλα, ο Γιάννης ήταν γύρω στα 15 και Μαρία ήταν λίγα χρόνια μικρότερη. Ο θρύλος λέει ότι η Μαρία έβλεπε κάθε βράδυ διάφορα όνειρα με φαντάσματα δαίμονες κλπ. ΟΜΩΣ υπήρχε ένα όνειρο (κάποιοι υποστηρίζουν ότι όλα γίνονταν στην πραγματικότητα) που το έβλεπε κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα.  Ήταν ένας άνδρας ή μια σκιά, δεν φαίνονταν πολύ καθαρά, ο οποίος κάθε βραδύ τέτοια ώρα έμπαινε μέσα στο σπίτι τους. Η Μαρία άκουγε τα βαριά βήματα του προς το υπνοδωμάτιο, επειδή όλοι οι άλλοι κοιμόντουσαν. Όταν έμπαινε η σκιά του άνδρα στο υπνοδωμάτιο πήγαινε πάνω από το κρεβάτι του αδερφού της και τον παρακολουθούσε για λίγα λεπτά και μετά πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα των γονιών της. Ο μύθος λέει ότι αν έβλεπε κάποιον που δεν κοιμόνταν τον έβαζε μέσα σε μια σακούλα και τον σκότωνε. Όποτε η Μαρία άπλα έκανε ότι κοιμόνταν άλλα άκουγε τα πάντα.  Όμως η σκιά δεν την πλησίαζε. Το ίδιο όνειρο το έβλεπε κάθε βράδυ για πολύ καιρό…

Ώσπου μια φορά είδε τον αδερφό της ξύπνιο εκείνη την ώρα και άκουγε και τους γονείς της που μιλούσαν… Στις 12 άρχισε να ακούει τα βήματα όλο και πιο κοντά στο υπνοδωμάτιο. Εκείνο το βράδυ ο αδερφός της εξαφανίστηκε, το ίδιο και οι γονείς της! Και στο όνειρο και στην πραγματικότητα… Το κορίτσι αφού είχε αφηγηθεί σε πολλούς το όνειρο και φυσικά κανένας δεν την πίστευε αποφάσισε να μείνει στο σπίτι όλη μέρα. Όλη μέρα έκλαιγε… ώσπου η ώρα πήγε 12 το βράδυ αλλά δεν ήθελε να κάνει ότι κοιμάται, ήθελε να την πάρει η σκιά μαζί του καθώς ήθελε να συναντήσει την οικογένεια της με όποιο κόστος, ακόμα και με την ίδια της την ζωή. Στις 12 τα βήματα ξανάρχισαν να ακούγονται αλλά αυτή τη φορά δεν πήγαινε στο υπνοδωμάτιο, ήταν σε να περπατούσε απλά στο σπίτι, όμως η Μαρία ήταν αποφασισμένη να δώσει ένα τέλος σε αυτήν την κατάσταση και άρχιζε να φωνάζει και να ουρλιάζει… ΤΟΤΕ… τα βήματα άρχιζαν να γίνονται πιο γρήγορα, πιο δυνατά, πιο βαριά… Μόλις η σκιά έφτασε στο δωμάτιο της Μαρίας την πλησίασε και άρχισε να την κοιτά επίμονα, η Μαρία όμως είχε χάσει όλο το θάρρος της… Έτσι την παίρνει και την σκοτώνει.  Αυτό όμως ήταν φαινομενικά ένας απλός εφιάλτης αλλά το πρωί το σπίτι είχε αδειάζει. Κανένας δεν έμαθε τι απέγινε η οικογένεια…

Σήμερα φυσικά δεν κατοικείται το σπίτι και λέγεται ότι όποιος πηγαίνει μέσα ακούει βαριά βήματα να τον πλησιάζουν και τις τσιρίδες ενός κοριτσιού αλλά δεν βλέπει τίποτα, άλλοι λένε ότι έχουν δει μια μαύρη φιγούρα να τους πλησιάζει… Το πιο τρομακτικό είναι ότι λίγα χρόνια μετά την εξαφάνιση της οικογένειας και αφού η ιστορία είχε γίνει γνώστη στις γειτονιές της περιοχής, μια παρέα 4 ατόμων μπήκαν στο ερημωμένο σπίτι τα μεσάνυχτα κανείς όμως δεν ξαναβγήκε και ούτε βρέθηκαν τα πτώματα τους πουθενά. Τέλος λέγεται ότι αν επισκεφτείς αυτό το σπίτι θα υποφέρεις από τον ίδιο εφιάλτη…

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη του μπλογκ για την ιστορία του.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Ο Άντρας Δίχως Πρόσωπο.


Θα σας πω μια ιστορία, που την έχω ζήσει… Έχω και μάρτυρες τους φίλους μου, που εκείνη την μέρα ήταν και αυτοί μαζί μου.

Μια ηλιόλουστη μέρα, θυμάμαι ήταν Σάββατο, ξεκινήσαμε μια παρέα έξι ατόμων να εξερευνήσουμε ένα παλιό κάστρο που φήμες έλεγαν ότι ήταν στοιχειωμένο. Φτάσαμε, λοιπόν στο κάστρο αλλά κανείς, μα κανείς δεν έδωσε σημασία στις φήμες που ακούγονταν… Αποφασίσαμε να χωριστούμε σε ομάδες των τριών, πηγαίνοντας η πρώτη ομάδα στον πρώτο και πιο ψηλό όροφο του κτηρίου και όλοι οι υπόλοιποι στο υπόγειο. Η ομάδα μου (για να λέμε την αλήθεια) το έπαιζε λίγο ατρόμητη, γενναία, κτλ. κτλ… Κατεβήκαμε στο υπόγειο όπου μας περίμενε μια έκπληξη. Εγώ, από την περιέργεια που είχα, άνοιξα μια ντουλάπα ενώ μίλαγα με τους άλλους δυο και συζητάγαμε για το πού θα πάμε μετά. Όπως καταλαβαίνετε άνοιξα αυτή την ντουλάπα χωρίς να την κοιτάζω… Η κολλητή μου άρχισε να τσιρίζει και ο κολλητός μου είχε ασπρίσει από τον φόβο του και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα…

Τους ρώτησα τι έπαθαν και μου απάντησαν ταυτόχρονα με μια βραχνή φωνή να κοιτάξω πίσω μου. Εγώ μόλις κοίταξα μέσα στην ντουλάπα είδα έναν «άντρα» με μαύρο κουστούμι, χωρίς μαλλιά και με ένα άσπρο κεφάλι χωρίς πρόσωπο! Άκουσα μια στριγκλιά αλλά δεν ήταν κανενός από εμάς. Αμέσως, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, φτάσαμε τρέχοντας στον πρώτο όροφο και ειδοποιήσαμε και τους άλλους. Μας είπαν ότι και αυτοί άκουσαν φωνές και τσιρίδες. Πριν το καταλάβουμε καλά-καλά, είδαμε κάτι άσπρο να αιωρείται στον αέρα! Δεν ξέραμε τι ήταν και ούτε θέλαμε να μάθουμε… Ευτυχώς τρέξαμε πολύ γρήγορα, (τόσο γρήγορα δεν είχαμε ξανατρέξει στην ζωή μας) και προλάβαμε να φύγουμε από εκεί. Όποιος πλέον μας ρωτάει αν πιστεύουμε στα φαντάσματα, απλώς δεν απαντάμε και προσπαθούμε να μην μιλάμε πλέον για αυτό…

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη του μπλογκ για την ιστορία του.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Ο Αποκεφαλισμός.


Την ιστορία που θα σας διηγηθώ την έχω ζήσει. Λοιπόν εγώ και οι φίλοι μου βρήκαμε ένα πέτρινο σπίτι και μάθαμε ότι δεν ζούσε κανένας μέσα και θέλαμε να το εξερευνήσουμε. Όταν αποφασίσαμε να μπούμε μέσα βγήκε μια γριούλα από το γειτονικό σπίτι και μας είπε την ιστορία του σπιτιού.

«Κάποτε ένα κορίτσι ερωτεύτηκε έναν φτωχό άντρα και θέλησε να τον παντρευτεί  αλλά οι γονείς της κοπέλας είχαν αντίρρηση για τον γάμο. Η κοπέλα κλέφτικε με το παλικάρι και αγόρασαν αυτό το σπίτι. Στην πρώτη νύχτα του γάμου η μητέρα της κοπέλας αποκεφάλισε τον άντρα με ένα τσεκούρι και κλείδωσε την κοπέλα στο υπόγειο του σπιτιού».

 Εμείς τρομοκρατημένοι αποφασίσαμε να αφήσουμε τις έρευνες για εκείνη την μέρα. Κάποιο βράδυ αργότερα δεν θυμάμαι τι ώρα πέρασα από το σπίτι και ακούγονταν διάφορες φωνές. Λίγο καιρό αργότερα ξεκινήσαμε τις έρευνες και ανακαλύψαμε ότι η πόρτα του υπογείου είναι σφραγισμένη με τσιμέντο από μέσα.  Κάποια παιδιά μπήκαν στο υπόγειο από ένα ξύλινο παράθυρο το οποίο άνοιξαν με μεγάλη δυσκολία. Μέσα βρήκαν βιβλία του σατανά με αίματα στις σελίδες τους και μια βέρα πάνω σε έναν πάγκο. Επίσης βρήκαμε ένα κλειδί το οποίο δεν άνοιγε καμία πόρτα.

 Μάθαμε ότι η μητέρα της κοπέλας γύρισε στο σπίτι στο σπίτι κλαίγοντας πολλά χρόνια αργότερα. Να επισημάνω ότι η μητέρα πότε δεν καταδικάστηκε και έχει καταφύγει στην Αθήνα. Μια πόρτα καταφέραμε να την ανοίξουμε δύο φορές και το πρωί την βρίσκαμε κλειστή.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Σχολείο.


Αυτή η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα! Μια μέρα στο γυμνάσιο που πηγαίναμε μικροί είχαμε κενό και συζητούσαμε για τρομακτικές ταινίες. Τότε ενώ συζητούσαμε, τα αγόρια της τάξης μας μας είπαν ότι γνώριζαν ένα μέρος όπου μπορούσαμε να συναντηθούμε το βράδυ και να μπούμε μέσα. Στην αρχή τα κορίτσια και εγώ φοβηθήκαμε για το τι μπορεί να μα ς συμβεί, αλλά δεν πιστεύαμε στα φαντάσματα! Είπαμε στις 9 η ώρα την Κυριακή έξω από το γυμνάσιο μας και θα μας έλεγαν μετά τι θα γινόταν.

Αυτή η μέρα έφτασε. Είπα στις φίλες μου να μην πάμε γιατί φοβόμουν και δεν είχα καλό προαίσθημα, αλλά εκείνες επέμεναν γιατί έλεγαν ότι τα αγόρια θα μας κορόιδευαν! Έτσι τελικά πήγαμε. Πήρα το χοντρό μου μπουφάν και αφού είπα στην μαμά μου ότι θα κάναμε ένα βραδινό πάρτι έφυγα με έναν φακό κρυμμένο στο μπουφάν μου! Τα αγόρια μας περίμεναν σε ένα παγκάκι έξω από το σχολείο και μας είπαν ότι θα πηγαίναμε σε ένα παλιό δημοτικό σχολείο. Η αλήθεια είναι ότι τρομάξαμε γιατί δεν θέλαμε να πάμε βράδυ σε ένα κτίριο με σκοτεινούς και στενούς διάδρομους που δεν είχε μπει κανείς για 50 χρόνια! Ένα από τα αγόρια επειδή η γιαγιά του ήταν δασκάλα εκεί, της είχε πάρει κρυφά τα κλειδιά! Εμείς τρομοκρατηθήκαμε αλλά πιστεύαμε ότι ήμασταν έτοιμες για μια περιπέτεια!

Όταν φτάσαμε σε αυτό σχολείο είδαμε ότι είχε ζωγραφιστεί από πολλά γκράφιτι, τα περισσότερα ήταν κόκκινα και μαύρα! Η αυλή ήταν τεράστια και είχε πολλά φύλλα γιατί ήταν φθινόπωρο! Τα αγόρια αμέσως έτρεξαν μέσα και εμείς μπήκαμε με φόρα αλλά μια φίλη μου έπεσε κάτω και χτύπησε. Τα αγόρια έτρεξαν να βοηθήσουν όμως το αγόρι που είχε το κλειδί καταλάθος του έπεσε από την τσέπη. Εγώ έχασα το χρώμα μου και άρχισα να ψάχνω για το κλειδί. Όλοι μαζί προσπαθήσαμε να το ψάξουμε αλλά δεν τα καταφέραμε και ανεβήκαμε επάνω! Όλες οι τάξεις ήταν κλειδωμένες. Κάθε αγόρι είχε πάρει μαζί του ένα κορίτσι. Δεν μπορούσαμε να κατέβουμε κάτω γιατί ήταν πολύ σκοτεινά. Ο φακός μου σταμάτησε να λειτουργεί πια. Τότε όλοι φοβηθήκαμε και αρχίσαμε να τρέχουμε για να βρούμε έξοδο. Και όμως δεν μπορούσαμε να βρούμε την έξοδο και βρεθήκαμε πάλι από εκεί που ήμασταν.

Η ώρα είχε πάει 11 και πίστευα ότι ποτέ δεν θα έβλεπα τους συγγενείς μου! Ξαφνικά βρεθήκαμε σε μια τάξη που …ήταν ανοιχτή! Όμως ο πινάκας είχε πάνω αριθμούς. Οι άφησες αφού είχαν περάσει 50 χρόνια ήταν σκισμένες. Η έδρα είχε πολύ σκόνη επάνω και τα αγόρια μας είχαν πει ότι το σχολείο ήταν εγκαταλειμμένο επειδή έλεγαν φήμες ότι κάποιος είχε σκοτωθεί εκεί μέσα. Όταν το άκουσα αυτό ήθελα να φύγω από εκεί μέσα. Βρήκαμε γυαλιά κάτω στο πάτωμα και μια μπάλα η οποία δίπλα της είχε σταγόνες αίματος. Για καλή μας τύχη το αγόρι βρήκε δίπλα το κλειδί. Έτσι γρήγορα γρήγορα βγήκαμε έξω από το σχολείο.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Σπίτι.


Λοιπόν δεν ξέρω αν και κατά πόσο πιστεύετε στα φαντάσματα αλλά αυτό που θα σας πω είναι πραγματικό! Οι φίλοι μου και εγώ είχαμε πάει μια βόλτα ένα απόγευμα προς βράδυ στο κέντρο της Αθήνας. Έξω δεν υπήρχε ψυχή επειδή έκανε και πολύ τσουχτερό κρύο. Λοιπόν, ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος, δεν βλέπαμε και κατουρηθήκαμε από τον φόβο μας (συγνώμη την έκφραση). Χτυπήσαμε την πόρτα ενός σπιτιού επειδή τα σπίτια μας ήταν πολύ μακριά. Μια γριά κυρία μας άνοιξε και μας είπε «θέλετε κάτι;». Εγώ είπα «μπορούμε ναι καθίσουμε λίγο εδώ επειδή τα σπίτια μας είναι πολύ μακριά;». «Φυσικά», είπε η καλοσυνάτη κυρία.

Εμείς περάσαμε μέσα, μας είπε να βολευτούμε και εμείς καθίσαμε σε ένα καναπέ. Η κυρία άναψε ένα μικρό κεράκι. Εμάς μας πήρε ο ύπνος από την ωραία μουσική που μας έπαιζε η κυρία με ένα φλάουτο. Το άλλο πρωί ευχαριστήσαμε την κυρία και φύγαμε, πήγαμε να πιούμε πορτοκαλάδες τέλος πάντων. Να μην σας τα πολυλογώ εκεί στο καφέ ο σερβιτόρος μας ρώτησε περίεργος, ίσως του φανήκαμε τουρίστες, σε ποιο ξενοδοχείο κοιμηθήκαμε. Εμείς είπαμε ότι κοιμηθήκαμε σε εκείνο το σπίτι στην γωνία. Αυτός είπε «το σπίτι στην γωνία; Το σπίτι στην γωνία κάηκε πριν 3 χρόνια, να πάμε να σας το δείξω κιόλας». Πήγαμε και είδαμε ένα καμένο σπίτι, μπήκαμε μέσα και είδαμε κάτω ένα καμένο φλάουτο και ένα κεράκι σε ένα σημείο του σπιτιού που δεν είχε καεί.

Αρέσει σε %d bloggers: