Category Archives: Τρόμου

Τρόμου: Η Τελετή.


Το 1990 στα Χανιά, σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι λίγο πιο έξω, ισχυρίζονται οι κάτοικοι ότι τα βράδια ακούν διάφορες φωνές. Μάλιστα, αρκετές φορές, το σπίτι είχε αναμμένα τα φώτα και είπαν ότι έβλεπαν σκιές να περπατάν μέσα.

Ένα βράδυ του Οκτωβρίου, ένα ζευγάρι εφήβων, αποφάσισαν να εξερευνήσουν το σπίτι και να δουν τι έγινε εκεί μέσα. Άνοιξαν τους φακούς και μπήκαν από την ξεκλείδωτη πόρτα. Ό,τι αντικείμενο υπήρχε μέσα ήταν σπασμένο. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό του σπιτιού, είδαν έναν τοίχο με έξι μεγάλους ανάποδους σταυρούς και ακριβώς πάνω από αυτούς τον αριθμό 666.

Η κοπέλα ήθελε να φύγουν, αλλά ο φίλος της είπε πως έπρεπε να βρουν τι ακριβώς συνέβη εκεί. Πήγαν στο υπόγειο για να βρουν κι άλλα στοιχεία. Είδαν στο πάτωμα μία μεγάλη πεντάλφα και στις 5 άκρες της είχε πολύ ξεραμένο αίμα. Μπροστά από την πεντάλφα είχε 5 αναποδογυρισμένους κουβάδες.

Κοιτούσαν παρατηρητικά την πεντάλφα όταν άκουσαν από την μπροστινή πόρτα φωνές να καλούν τα ονόματα τους. Μπήκαν στο δωμάτιο και η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Πάνω σε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι βρήκαν ένα μαύρο άλμπουμ, το πήραν και οι φωτογραφίες που είχε μέσα ήταν από μία τελετή που έγινε εκεί.

Πήραν μαζί τους το άλμπουμ και πήγαν να βγουν από την πόρτα. Την άνοιξαν και είδαν 5 σκιές με κουκούλες να κρατούν 5 ανάποδους σταυρούς και έψαλαν κάποιον ύμνο. Βγήκαν τρέχοντας από το σπασμένο παράθυρο που είχαν πίσω τους και πήγαν στο σπίτι της κοπέλας. Την επόμενη μέρα παρέδωσαν το άλμπουμ στην αστυνομία να εξιχνιάσει την υπόθεση και το ζευγάρι δεν ασχολήθηκε ποτέ με το σπίτι και ότι είχε σχέση με αυτό.

=====================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=====================

Advertisements

Τρόμου: Μια Παλιά Φίλη.


Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, με ένα ανοιξιάτικο αεράκι. Ότι πρέπει για ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή. Πριν μια εβδομάδα, όταν με πήρε τηλέφωνο η παλιά μου συμμαθήτρια η Γωγώ, πραγματικά ένιωσα μεγάλη χαρά αν και ποτέ δεν ήμασταν ιδιαίτερα κολλητές. πιο πολύ, την είχαμε στην παρέα γιατί ήταν λίγο μυστήριο κορίτσι έως τρομακτικό θα έλεγα αλλά εμείς δεν είχαμε πρόβλημα, έτσι και αλλιώς δεν ενοχλούσε, μιας και ήταν λιγομίλητη.

Μετά το σχολείο χάσαμε τα ίχνη της και δεν την ξαναείδαμε ποτέ, ούτε και ξανά ασχοληθήκαμε πολύ να μάθουμε να πω την αλήθεια. Προερχόταν από μια μυστήρια οικογένεια, το σπίτι της ήταν κοντά σε ένα ποτάμι, βαθιά στο δάσος. Ποτέ δεν είχαμε δει τους γονείς της, δεν τους άρεσε να βγαίνουν και πολύ από το σπίτι, μόνο τον αδερφό της τον μεγάλο βλέπαμε που και που, όταν ερχόταν να την πάρει από το σχολείο. Ακόμα πιο μυστήριος από την αδερφή του και με ένα βλέμμα που σου πάγωνε το αίμα.

Έτσι λοιπόν μετά από τόσα χρόνια να που θα την ξαναδώ. Έχω πολύ περιέργεια η αλήθεια είναι. Στο τηλέφωνο την άκουσα πολύ ευχάριστη, αυτό και αν είναι περίεργο. Μου είπε ότι ήταν Αθήνα για δουλειές και έτυχε να δει την μητέρα μου στον δρόμο και της ζήτησε το τηλέφωνο μου. Με πήρε λοιπόν και μου έκανε την πρόταση να περάσω ένα Σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι. Μου είπε δεν έφυγε ποτέ από εκεί και αυτό μου ακούστηκε περίεργο μιας και δεν είχαμε ποτέ νέα της για το τι κάνει.

Μόλις έφτασα στο ποτάμι, κοντά στο σπίτι της, σταμάτησα για λίγο να απολαύσω το μέρος. Είχα δέκα χρόνια να πατήσω το πόδι μου στην Καλαμάτα. Εγώ και τα άλλα δύο μέλη της παλιοπαρέας, η Μαρία και η Μαριάννα, μόλις φύγαμε από την Καλαμάτα πιάσαμε αμέσως δουλειά. Εγώ Αθήνα, η Μαρία Γιάννενα και η Μαριάννα Θεσσαλονίκη. Μόνο η Γωγώ έμεινε πίσω στο χωριό της. Ένα πολύ μικρό χωριό λίγο έξω από την Πόλη. Μου είχε λείψει η άγρια φύση που είδα μπροστά μου. Το ποταμάκι με το πεντακάθαρο νερό, ο βαρύς ίσκιος των δέντρων και το βαθύ πράσινο τους. Τελικά νομίζω ότι η Γωγώ έκανε το πιο σωστό απ’ όλες που έμεινε πίσω.

Γυρίζοντας για να πάω στο αμάξι άκουσα ένα θόρυβο, σαν κάποιος να είναι πίσω μου. Γύρισα και δεν ήταν κανείς. Ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά μου ένα πλάσμα σαν από ταινία τρόμου. Χριστέ μου, πάγωσα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο ξανά. Ήταν σαν ένας άντρας ψιλός, με πολύ ξανθά μαλλιά, μάτια μαύρα σαν του νεκρού και το δέρμα του σαπισμένο σαν κάτι να βγήκε απευθείας από τον τάφο ή από την κόλαση καλύτερα. Με πλησίασε πολύ κοντά μέχρι που άρχισα να μυρίζω τα σαπισμένα σωθικά του.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι να με τυλίγει το σκοτάδι. Δεν έχω ιδέα τι έγινε μετέπειτα. Όταν βρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με δροσερά σεντόνια. Το δωμάτιο είχε μία αύρα σαν κάτι  από παλιά. Λευκές δαντελωτές κουρτίνες ανέμιζαν απαλά σε ένα ξύλινο παράθυρο. Τα έπιπλα όλα βαριά και αντίκες και πίνακες, είχε πάρα πολλούς μικρούς πίνακες.

Κατάλαβα ότι δίπλα μου κάποιος καθόταν και ξαφνικά θυμήθηκα όλα όσα έγιναν στο ποτάμι. Έσφιξα τα μάτια μου μέχρι που έτσουξαν και προσευχήθηκα να μην ήταν δίπλα μου το πλάσμα, μέχρι που ένιωσα δύο  απαλά ζεστά χέρια να μου αγγίζουν το πρόσωπο. Άνοιξα αργά τα μάτια μου μέχρι που την είδα, ήταν η Γωγώ, χαμογελαστή, με μακριά ξανθά μαλλιά και μεγάλα διαπεραστικά μάτια, ακριβώς όπως πριν δέκα χρόνια.

Τι συνέβη, την ρώτησα; Δεν ξέρω ακριβώς αλλά πριν λίγο σε βρήκαμε λιπόθυμη με τον αδερφό μου στο ποτάμι και σε φέραμε σπίτι. Ακούσαμε το αμάξι σου και όταν είδαμε ότι καθυστερούσες να έρθεις, ήρθαμε εμείς να σε βρούμε.

Την κοίταζα για λίγο αμίλητη και ύστερα την ρώτησα αν είδαν το πλάσμα. Δεν είδαμε τίποτα, μου είπε παραξενευμένη. Όταν της εξήγησα τι είχε συμβεί μου είπε ότι ίσως θα έπρεπε να ξεκουραστώ και μετά να φάω κάτι. Πίστεψε ότι είχα παραισθήσεις αλλά εγώ ήξερα τι είδα. Με άφησε να ξεκουραστώ και έφυγε κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Είχα την ευκαιρία εκείνη την ώρα να περιεργαστώ με την ησυχία μου το δωμάτιο. Δίπλα από μια τουαλέτα με έναν καθρέφτη αντίκα, ήταν ακουμπισμένο το σακ βουαγιάζ μου. Κοίταξα προσεκτικά τους πίνακες και είδα ότι κάποιοι ήταν κενοί χωρίς τίποτα μέσα και όσοι είχαν κάτι, ήταν εικόνες, εικόνες ανθρώπων βασανισμένων. Πάντα ήξερα ότι ήταν μυστήρια η Γωγώ και η οικογένειά της αλλά τώρα σιγουρεύτηκα.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν κατέβηκα στον κάτω όροφο να βρω την Γωγώ. Ήταν στην κουζίνα και  είχε ετοιμάσει το βραδινό. Ο αδερφός της είχε πάει για λίγο στην πόλη και θα γύριζε αργά την νύχτα. Τρώγοντας παρέα μιλήσαμε λίγο για τα παλιά, τι κάναμε στην ζωή μας. Μου είπε ότι δεν έφυγε ποτέ από το πατρικό της, έμενε με τον αδερφό της και οι γονείς της είχαν μετακομίσει, πολύ καιρό τώρα, σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Το χόμπι της ήταν η ζωγραφική γι’ αυτό και το σπίτι ήταν γεμάτο με πίνακες. Της άρεσε πάντα το μυστήριο γι’ αυτό το θέμα  ήταν πάντα, ο ανθρώπινος πόνος, όπως μου είπε. Χριστέ μου, τι τρομακτικό κορίτσι.

Με ξενάγησε για λίγο στο σπίτι και μου έδειξε τους πίνακες της. Στον έναν ήταν ένας άντρας στο δάσος, τρομοκρατημένος, σαν κάτι να τον κυνηγούσε. Σε έναν άλλο, ένα ζευγάρι σφιχτά αγκαλιασμένο και τρομοκρατημένο σε ένα κρεβάτι. Δεν άντεχα άλλο να δω. Της είπα ότι ήμουν κουρασμένη και ότι έπρεπε να πάω στο δωμάτιο.

Μόλις μπήκα και κλείδωσα πίσω μου την πόρτα το είχα πάρει απόφαση, θα έβρισκα μια δικαιολογία και θα έφευγα αμέσως από εκεί. Πήρα την μητέρα μου τηλέφωνο, μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να με πάρει σε πέντε λεπτά αυτή. Είχα σκοπό να ακούσει το τηλεφώνημα η Γωγώ και να της πω ότι τάχα, έτυχε κάτι στην οικογένεια μου και έπρεπε να φύγω.

Μόλις χτύπησε το τηλέφωνο το άφησα λίγο και μετά το σήκωσα, χωρίς πολλά πολλά, εξήγησα στα γρήγορα στην μητέρα μου τι είχε συμβεί. Για το πλάσμα στο δάσος, για την Γωγώ και τους πίνακες. Μα ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Γωγώ, μου είπε. Της είπα μια παλιά συμμαθήτρια από ένα χωριό έξω από την Πόλη. Αυτή που την έδωσες το τηλέφωνο μου πριν μια εβδομάδα. Εγώ, μου είπε, δεν είδα καμία φίλη σου την προηγούμενη εβδομάδα και ούτε  έδωσα σε κανέναν το τηλέφωνο σου.

Έχασα την γη κάτω απ’ τα πόδια μου, δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, η μητέρα μου φώναζε αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα. Ένιωσα να σβήνω για δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα και όλα σκοτείνιασαν. Αρκετή ώρα μετά, άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα σκοτάδι. Τι είχε συμβεί, που βρισκόμουν; Ήμουν πάλι στο κρεβάτι ξαπλωμένη και όλα τα θυμόμουν θολά. Το τηλεφώνημα στην μητέρα μου ήταν σαν να έγινε σε κάποιο όνειρο, εφιάλτη να λες καλύτερα. Το κινητό μου ήταν στο κομοδίνο, το πήρα γρήγορα και ξανά τηλεφώνησα στην μητέρα μου. Μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να μου πει αν ήταν όλα ένα όνειρο. Αν όντως της τηλεφώνησα πιο πριν. Λάθος κάνετε μου είπε η φωνή στην άλλη γραμμή, δεν έχω κόρη. Ήμουν σίγουρη ότι η φωνή ήταν της μητέρας μου, κοίταξα την οθόνη και είδα ότι δεν έκανα λάθος. Μαμά σε παρακαλώ μην κάνεις πλάκα τέτοια ώρα την είπα. Σας παρακαλώ δεσποινίς μου, είπε, σας είπα ότι κάνετε κάποιο λάθος, δεν έχω καθόλου παιδιά και μετά τίποτα, μου το είχε κλείσει. Ο τρόμος και το σοκ με είχαν παραλύσει, δεν μπορούσα να κλάψω, να μιλήσω, να φωνάξω. Νόμιζα ότι έχανα το μυαλό μου.

Άκουσα την πόρτα σιγά σιγά να ανοίγει και τότε κουκουλώθηκα αμέσως κάτω από τα σκεπάσματα. Όποιος και να μπήκε στο δωμάτιο ερχόταν προς το κρεβάτι. Έτρεμα πολύ και δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω και περίμενα, ίσως ήταν η Γωγώ ή ο αδερφό της. Κάποιος ξάπλωσε δίπλα μου και με πλησίασε πολύ κοντά. άκουγα την βαριά αναπνοή του και την αισθανόμουν στον αυχένα μου, Είχε μπει κάτω από τα σκεπάσματα. Ξαφνικά μου ξαναήρθε αυτή η άσχημη μυρωδιά όπως στο ποτάμι, η μυρωδιά ενός ψόφιου ζώου. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς.

Ένα χέρι με αγκάλιασε και το σκέπασμα σιγά σιγά υποχώρησε. Είδα την Γωγώ από πάνω μου, να μου χαμογελάει και να μου λέει. Τον αδερφό μου τον έχεις γνωρίσει φαντάζομαι ε; Κοίταξε πίσω μου και γύρισα σιγά σιγά μέχρι που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια την κόλαση. Το νεκρό σαπισμένο πλάσμα με κοίταξε και μου χαμογέλασε, σκουλήκια έβγαιναν μέσα από το στόμα του.

Τι πλάσματα είσαστε εσείς; Ούρλιαξα και τότε η Γωγώ μου είπε «είμαστε καλλιτέχνες εδώ και αιώνες», και μου έδειξε τους πίνακες «εσύ όμως δεν ήσουν τίποτα ποτέ, δεν υπήρξες ποτέ», ήταν τα τελευταία λόγια της Γωγώς.

Δύο μέρες μετά , ένα όμορφο πρωινό, η Γωγώ ξεναγούσε ένα κορίτσι στο σπίτι της . Αυτό θα είναι το δωμάτιο σου, της είπε, ξεκουράσου και θα σε περιμένω κάτω στην κουζίνα και έκλεισε πίσω της απαλά την πόρτα καθώς έφευγε. Μόνη της τώρα η Μαρία, περιεργαζόταν το δωμάτιο και τους πίνακες. Πω πω, πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Μαριάννα και να της πω για όλα αυτά, σκέφτηκε.

Της έκανε εντύπωση ένας πίνακας με ένα μελαχρινό κορίτσι, σε ένα κρεβάτι σε στάση εμβρύου, τρομοκρατημένο, να κρατά ένα κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Έμοιαζε να την κοιτά κατάματα και κάτι της θύμιζαν αυτά τα μάτια. Δίπλα από αυτόν τον πίνακα ήταν άλλοι δύο λευκοί πίνακες.

=====================

ΡΟΗ ΛΕΜΠΕΣΗ

=====================

Τρόμου: Ο Καθρέφτης.


Πριν από ένα μήνα είχα μετακομίσει, είχα πάει στο χωριό μου με την οικογένειά μου. Αφού βάλαμε τις κούτες με τα πράγματα μέσα στο σπίτι, αρχίσαμε να βλέπουμε τα δωμάτια και λοιπά. Εγώ είχα μπει σε ένα δωμάτιο και εκεί είδα ένα μεγάλο αντικείμενο καλυμμένο με ένα λευκό σεντόνι ακουμπισμένο στον τοίχο. Υπέθεσα ότι ήταν κάτι που έφεραν οι γονείς μου, γι’ αυτό και δεν ρώτησα ούτε είδα τι ήταν.

Πέρασαν κάποιες μέρες και όλα κυλούσαν ομαλά, μέχρι που μια εβδομάδα αργότερα, την ώρα που ήμουν ξαπλωμένη άκουσα έναν θόρυβο! Έμοιαζε με σύρσιμο! Την πρώτη και δεύτερη φορά τον αγνόησα γιατί νόμιζα πως ήταν από την φαντασία μου. Την τρίτη φορά όμως είδα ότι συνεχιζόταν γι’ αυτό σηκώθηκα και βγήκα από το δωμάτιο μου, για να δω από που ερχόταν ο θόρυβος! Πήγα προς το δωμάτιο που είχα δει το μεγάλο παράξενο αντικείμενο. Από εκεί μέσα ερχόταν ο ήχος!

Άνοιξα την πόρτα και βρήκα το αντικείμενο να βρίσκεται σε άλλη θέση! Τρόμαξα και έτρεξα πίσω στο δωμάτιο μου! Όλο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ! Λοιπόν, το επόμενο βράδυ πήγα στο δωμάτιο μου ελπίζοντας να μην ακουστεί πάλι ο ίδιος ήχος!

Όταν πήγε δώδεκα τα μεσάνυχτα, άρχισε πάλι. Σηκώθηκα και πήγα πάλι σε εκείνο το δωμάτιο! Βρήκα πάλι το παράξενο αντικείμενο σε άλλη θέση! Για να δω τι ήταν αυτό το πράγμα, τράβηξα το σεντόνι. Ήταν ένας μεγάλος καθρέφτης!

Κοίταξα σε αυτόν και αντί να δω εμένα, είδα ένα κοριτσάκι που φορούσε ένα άσπρο μακρύ φόρεμα και το πρόσωπο του ήταν καλυμμένο από τα μαλλιά της. Έτριψα τα μάτια μου γιατί νόμιζα πως ήταν από την φαντασία μου, αλλά έκανα λάθος!

Τότε ο καθρέφτης έσπασε και το κορίτσι βγήκε από αυτόν! Πήγα να φύγω αλλά η πόρτα έκλεισε! Γύρισα και το κορίτσι ήταν πίσω μου! Είδα ότι στο ένα χέρι της κρατούσε ένα αρκουδάκι. Με το χέρι μου έκανα λίγο πιο κει τα μαλλιά της για να δω το πρόσωπο της. Ήταν σαπισμένο και τα μάτια της μαύρα! Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να λέω το Πάτερ ημών!

Όταν τα άνοιξα πάλι το κοριτσάκι δεν ήταν εκεί, αλλά υπήρχε ένα γράμμα κάτω που έγραφε «Θα επιστρέψω»! Το επόμενο πρωί ζήτησα από τους γονείς να φύγουμε γρήγορα από εκεί, όμως αυτοί μου έδωσαν αρνητική απάντηση…

Λίγο αργότερα ένας κύριος χτύπησε την πόρτα και μας είπε να φύγουμε γρήγορα από εκεί γιατί υπήρχε ένας θρύλος που έλεγε ότι ήταν ένα κοριτσάκι εκεί το οποίο το σκότωσε ο πατέρας της! Και τώρα για να πάρει εκδίκηση, σκοτώνει όποιον έρχεται να μείνει σε αυτό το σπίτι! Έτσι οι γονείς τα μάζεψαν και πήγαμε να μείνουμε στην θεία μου.

=======================================

Ευχαριστούμε την Νάσια για την ιστορία της

=======================================

Τρόμου: Bloody Mary.


Θα σας πω μια ιστορία για μία 15χρονη κοπέλα της οποίας της άρεσαν τα εξωπραγματικά! Η Μαρία λοιπόν, ζούσε στην Αθήνα, ήταν Τρίτη Γυμνασίου.

Ένα απόγευμα, κατά την περίοδο των εξετάσεων, πήγε μαζί με την παρέα της σε ένα παρκάκι. Κάθισαν σε ένα παγκάκι και άρχισαν να μιλάνε για τρομαχτικούς θρύλους και ιστορίες! Το ένα από τα τέσσερα παιδιά, ο Χρίστος, άρχισε να μιλάει για τον θρύλο της Bloody Mary, και όταν τελείωσε είπε πως είναι 100% αληθινός! Η Μαρία δεν τον πίστεψε, και για να του αποδείξει πως ήταν ψεύτικος ο θρύλος, θα το έκανε το ίδιο βράδυ στο σπίτι της. Ο Χρίστος τότε της είπε πως θα βάλει σε κίνδυνο την ζωή της, όμως αυτή γέλασε ειρωνικά και γύρισε πλάτη για να φύγει.

Μόλις πήγε 12 τα μεσάνυχτα, η Μαρία άναψε 6 κεριά μπροστά από τον καθρέφτη του δωματίου της και άρχισε να διαβάζει τον ύμνο! Πέρασαν 2 λεπτά χωρίς να συμβεί κάτι και τότε άρχισε να γελάει, πιστεύοντας πως είχε κερδίσει. Την στιγμή όμως που κοιτούσε το είδωλο της στον καθρέφτη τα κεριά έσβησαν! Η Μαρία τρόμαξε.

Ένα λεπτό πιο μετά, τα κεριά άναψαν από μόνα τους! Η Μαρία κοίταξε πάλι στον καθρέφτη, αλλά αντί να δει τον εαυτό της, είδε μια γυναίκα με ματωμένο νυφικό και το πρόσωπο της ήταν καλυμμένο με ένα σκισμένο πέπλο. Η Μαρία τσιρίζοντας πήγε να βγει από τον δωμάτιο, αλλά η πόρτα έκλεισε!

Τότε η Μαρία κλαίγοντας έπεσε στα γόνατα και η γυναίκα ήρθε από πίσω της. Άρχισε να την σέρνει προς τον τοίχο τραβώντας την από τα μαλλιά! Η Μαρία προσπαθούσε να φωνάξει αλλά δεν μπορούσε! Η γυναίκα πήγε να την καρφώσει με ένα μαχαίρι, αλλά η Μαρία έβγαλε έναν σταυρό από την τσέπη της και τον έβαλε στο πρόσωπο της!

Η γυναίκα άρχισε να τσιρίζει και να τυλίγεται στις φλόγες! Η Μαρία κλαίγοντας έκλεισε τα μάτια της, και όταν τα άνοιξε η γυναίκα δεν υπήρχε εκεί! Από τότε η Μαρία σταμάτησε να ασχολείται με τέτοιου είδους θέματα και όταν έβγαινε με τους φίλους της, τους ζητούσε να μιλήσουν για αλλά θέματα εκτός των θρύλων.

===============

Ευχαριστούμε την Νάσια για την ιστορία της

===============

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 4ο.


16

 «Πρέπει να γυρίσεις σπίτι!» φώναξε η Δάφνη στο τηλέφωνο. «Νίκο δεν μπορώ άλλο, θα τρελαθώ, μα τω Θεώ είμαι ήδη τρελή για δέσιμο, το ξέρω. Έχω χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν ξέρω πια τι είναι αληθινό!» Κλάματα.
«Δάφνη…» Βαρύς αναστεναγμός. «Έρχομαι, μείνε εκεί που είσαι».
Η Δάφνη πήγε αμέσως στο μπάνιο καλώντας από τον ασύρματο στο σπίτι της μητέρας της. Κανείς δεν το σήκωνε. Ήταν πράγματι νεκρή; Οι νεκροί σταματούν να καλούν στον αριθμό του σπιτιού σου μα εξακολουθούσαν να καλούν κάπου μεταξύ του υποσυνείδητου και της ανθρώπινης συνείδησης, μέσα στο κεφάλι σου.
Η Δάφνη σηκώθηκε και κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Δεν υπήρχε πια πρήξιμο, ούτε φλεγμονή. Έξαφνα ο καθρέφτης άρχισε να τρέμει, σαν να ήταν επιφάνεια από ζελέ, και την ρούφηξε μέσα.
Τώρα έβλεπε τον εαυτό της από την άλλη μεριά του καθρέφτη. Οι βολβοί των ματιών της είχαν γυρίσει εντελώς ανάποδα· μόνο το ασπράδι φαινόταν από τις κόγχες. Το κεφάλι της άρχισε να φουσκώνει και να μελανιάζει, το ασπράδι γέμιζε σπασμένες φλεβίτσες. Είδε τον Νίκο πλάι της, επέστρεψε, ήταν ήρεμος, ενώ το κεφάλι της υπερμέγεθες, παλλόταν στρογγυλό, έτοιμο να εκραγεί. Αυτή η Δάφνη είχε κάτι το κακό… κάτι που ο Νίκος δεν μπορούσε να δει.
Τα πάντα γέμισαν με ένα δυνατό, εκτυφλωτικό φως. Η Δάφνη προσπαθούσε να θυμηθεί τι συνέβη εκείνη τη μέρα. Και κάνοντάς το η μητέρα της πλησίαζε από πίσω της…  Ήταν στον κόσμο του καθρέφτη.
«Θα σε προσέχει η γλυκιά μανούλα». Ένα φρικτό γέλιο αντήχησε στα αυτιά της. «Έλα δω μαζί μου. Ζήσε για πάντα δίπλα στη μανούλα σου, μέσα στο κεφάλι σου. Αυτή σε αγαπάει και ο Νίκος όχι. Σε θέλει μόνο επειδή μπορεί να σου επιβληθεί, σε θέλει μόνο επειδή είσαι αδύναμη. Σε θέλει μόνο για να ασκεί πάνω σου τα θελήματά του».
Η Δάφνη έτρεξε μακριά από το πουδραρισμένο πρόσωπο της μητέρας της. Κοίταξε πίσω της· η άλλη πλευρά του καθρέφτη φαινόταν σαν ένα παραθυράκι σε όλο το πυκνό σκοτάδι, σαν ένα παραθυράκι που όσο πιο μακριά απ’ αυτό έτρεχε τόσο πιο πολύ συρρικνωνόταν. Έφτασε τόσο μακριά που τα πάντα έμοιαζαν σαν το σκοτάδι των κλειστών βλεφάρων. Πήρε την απόφαση να καθίσει οκλαδόν όπως έκανε στα μαθήματα γιόγκα, ήξερε πως ο μόνος τρόπος να γεμίσει το σκοτάδι της με λίγο φως, ήταν να προσπαθήσει να θυμηθεί. Πίεσε τους κροτάφους της και το εκτυφλωτικό φως επανήλθε, διαλύοντας το σκοτάδι.

17

Βρισκόταν στο καθιστικό· όχι του σπιτιού της, αλλά της μητέρας της. Ήταν στη μέση ενός καβγά.
«Ξέρω ότι σε ενοχλεί, Δάφνη, ωστόσο παραμένεις κόρη μου και δεν μπορώ να σε αφήσω να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου. Με ακούς που σου μιλάω ή ταξιδεύεις;»
«Σ’ ακούω μητέρα, για όνομα, δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα», παραπονέθηκε η Δάφνη. «Δεν καταλαβαίνω γιατί σ’ ενοχλεί που είμαι με τον Νίκο. Πραγματικά δεν το καταλαβαίνω. Δεν επηρεάζει τη ζωή σου και εξάλλου… είμαι ευτυχισμένη μαζί του».
Η μητέρα της έμοιαζε να βράζει στο ζουμί της. Συνέχισε να πίνει το τσάι της με επίμονο και βλοσυρό βλέμμα.
Η Δάφνη σηκώθηκε πάνω. «Πρέπει να φύγω».
«Κιόλας;»
«Δεν νομίζω πως έχουμε να πούμε κάτι άλλο».
«Καλώς» είπε. «Είσαι ελεύθερη να φύγεις. Αλλά αν νομίζεις πως θα σας αφήσω ήσυχους, τότε είσαι πολύ γελασμένη».
«Τι… τι εννοείς;»
«Δεν πρόκειται να δείτε άσπρη μέρα ωσότου να διαλυθεί αυτός ο γάμος». Η μητέρα της σηκώθηκε πάνω, αφήνοντας το φλιτζάνι πάνω στο τραπεζάκι. «Ακόμα κι όταν πεθάνω, δεν θα ησυχάσετε, να είσαι σίγουρη γι’ αυτό».
«Είσαι άρρωστη».
Η παλάμη της χαστούκισε το αριστερό μάγουλο της Δάφνης. «Ύστερα απ’ όσα έχω κάνει για σένα τολμάς να με αποκαλείς έτσι; Είναι δυνατόν να με πουλάς γι’ αυτό το… γι’ αυτό το ρεμάλι που κουβάλησες μέσα στο σπίτι μου!»
«Είσαι τρελή μητέρα!» Η Δάφνη άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
«Βλέπεις τι εννοώ; Γι’ αυτό σε θέλει, επειδή είσαι αδύναμη. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς ούτε τον εαυτό σου. Ο κόσμος είναι ακόμα σκληρός για ένα κουτάβι σαν εσένα, Δάφνη».
«Βούλωσε το!»
Η Δάφνη ρίχτηκε με φοβερή οργή. Το χέρι της βρέθηκε να τραβάει τα μαλλιά της μητέρας της. Η πενηντάχρονη γυναίκα αφέθηκε και έσπρωξε την κόρη της· η Δάφνη προσγειώθηκε με την πλάτη στο τραπεζάκι από πίσω· η γυάλινη επιφάνεια έγινε θρύψαλα· ένα κομμάτι γυαλί διαπέρασε το δεξί της βλέφαρο. Σηκώθηκε πάνω με κομμένη ανάσα. Αίμα έτρεξε στο ζυγωματικό της και η Δάφνη θυμωμένη, της έριξε κλωτσιά στο στομάχι. Η μητέρα της βόγκηξε και διπλώθηκε στα δυο –πιθανότατα έσπασε κάτι μέσα της από το εσωτερικό κρακ που άκουσε στα αυτιά της. Άρχισε να βήχει και να σφαδάζει. Η κόρη της την έπιασε πάλι από το μαλλί και την ανάγκασε να βαδίσει μέχρι το μπάνιο. Φίμωσε το στόμα της με μια κάλτσα από τα άπλυτα. Η μητέρα της δεν μπορούσε να κινηθεί, με σιγουριά είχε σπάσει κάτι. Βογκούσε και έκλαιγε πεσμένη στα πλακάκια του μπάνιου, μα η Δάφνη, δεν είχε κανένα οίκτο.
«Δεν σε μπορώ άλλο, με ‘χεις τρελάνει. Αρκετά πια! Η μόνη που ελέγχει τη ζωή μου είμαι εγώ και μόνο εγώ. Κανένας άλλος δεν έχει αυτό το δικαίωμα. Σταμάτα να παραβιάζεις τη σχέση μου με τον Νίκο. Σταμάτα να καλείς στο σπίτι. Σταμάτα να χώνεις τη μύτη σου εκεί που δεν σε σπέρνουν, παλιόγρια… είσαι μια παλιόγρια, αυτό είσαι, και θα μείνεις μόνη σου. Ή μάλλον, αυτό είναι που φοβάσαι… δεν μας αφήνεις ήσυχους γιατί φοβάσαι πως θα μείνεις μόνη σου και θα σαπίσεις και δεν θα βρει κανένας το κουφάρι σου, γιατί κανένας δεν θα νοιαστεί για μια βρόμα σαν εσένα!»
Η Δάφνη κρατούσε μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών, όταν έκλεισε την πόρτα του μπάνιου πίσω της και μόνο πνιχτά βογκητά ακούστηκαν πέρα από την πόρτα.

18

Η Δάφνη επέστρεψε σπίτι με το αυτοκίνητο. Πάρκαρε στην άκρη του πεζοδρομίου με τα χέρια να τρέμουν πάνω στο τιμόνι. Ήταν όλη μούσκεμα από τον ιδρώτα. Μπήκε στο σπίτι βάζοντας με δυσκολία το κλειδί στην κλειδαριά. Πήγε στο μπάνιο, έπλυνε τα χέρια της και έριξε νερό στο πρόσωπό της. Θεούλη μου, δεν είναι αλήθεια, κάνε να μην είναι αλήθεια. Στο δωμάτιο άλλαξε ρούχα και έβγαλε τα παπούτσια της. Κατέβηκε πάλι κάτω, άνοιξε το κλιματιστικό για να στεγνώσει ο ιδρώτας και έβαλε νερό από τη βρύση σε ένα γυάλινο ποτήρι. Το τηλέφωνο χτύπησε ξαφνικά, τινάχτηκε τρομαγμένη και το ποτήρι έγινε θρύψαλα. Ήταν ξυπόλυτη και γυαλιά σκόρπισαν στο πάτωμα. Για να περάσει να σηκώσει το τηλέφωνο, τα πόδια της μάτωσαν και άφησε πίσω της ίχνη από φρέσκο αίμα. Έτρεξε λίγο, φοβόταν μήπως δεν προλάβαινε το τηλέφωνο, ήταν σίγουρα ο Νίκος. Λίγο πριν το σηκώσει, γλίστρησε στο ίδιο της το αίμα και χτύπησε το κεφάλι της στην άκρη του πάγκου· ο δυνατός γδούπος θαρρείς κι ακούστηκε σαν το κλείσιμο της εξώπορτας. Το κόψιμο στο βλέφαρο χειροτέρεψε.
Ήταν πράγματι ο Νίκος στο τηλέφωνο όταν συνήλθε, ήθελε να δει αν όλα ήταν καλά. Ανησυχούσε γιατί το πρωί ήταν κάπως ταραγμένη
Η Δάφνη, χτυπώντας το κεφάλι στον πάγκο, ξέχασε όλα όσα συνέβησαν στο σπίτι της μητέρας της. Ανέβηκε όμως πάνω και φόρεσε βιαστικά τα καθαρά σανδάλια της –σκέφτηκε πως είχε πολλή ζέστη. Έπρεπε να πάει επειγόντως στο σχολείο, να αφήσει το αυτοκίνητο στον Νίκο γιατί θα ήταν κουρασμένος από τη δουλειά και χρειαζόταν το όχημα για να γυρίσει σπίτι. Άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έφυγε τόσο βιαστική, που ξέχασε να κλείσει το κλιματιστικό.

19

Έφτασε στο σχολείο και προτού βγει από το αυτοκίνητο, ένιωσε τσούξιμο κάτω από το δεξί της φρύδι. Κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι του παρκαρισμένου αυτοκινήτου και είδε το κόψιμο. Τότε επανήλθε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Νίκος την βρήκε μισολιπόθυμη πάνω από τον νιπτήρα. Στο χέρι της κρατούσε το κουτάκι με τα αντιβιοτικά της. Μερικά βρίσκονταν πεταμένα στο σιφόνι, άλλα μέσα στο στόμα της       . «Εγώ… εγώ το έκανα», είπε μετά βίας.
«Δάφνη! Φτύσε τα, φτύσε τα αμέσως!» Την έπιασε από το σαγόνι. «Φτύσε τα σου λέω!» Βύθισε το δάχτυλό του στο λαρύγγι της. Η Δάφνη ξέρασε. «Θα καλέσω βοήθεια».
«Νίκο όχι, μη… όχι πάλι». Κατάρρευσε στο πάτωμα σαν να ήταν καμιά μεθυσμένη. Το σώμα της έτρεμε, όπως επίσης και το σαγόνι της που αδυνατούσε να προφέρει λέξεις. Σχεδόν δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν αδύναμη.
Ο Νίκος την πήρε στην αγκαλιά του και την ξάπλωσε στον καναπέ. Έβαλε ένα θερμόμετρο κάτω από τη μασχάλη της. Τα μάτια της ήταν και τα δυο θεόκλειστα, παραφουσκωμένα.
Η Δάφνη σαν άκουγε καμπανάκια να κουδουνίζουν, ενώ ενδιάμεσα άκουσε τον Νίκο να μιλάει στο τηλέφωνο. «Νομίζω… νομίζω πως είναι βαριά άρρωστη. Είναι πολύ ζεστή. Χρειάζομαι επειγόντως ένα ασθενοφόρο. Πεθαίνει!»
Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν να ξυπνάει στο νοσοκομείο. Κοιτούσε ολόγυρα· όλα ήταν λευκά πίσω από τις γάζες που κάλυπταν τα μάτια της.
«Επιτέλους ξύπνησες… Είσαι καλά, μωρό μου;» Ακούστηκε η γλυκιά φωνή του από τα αριστερά. Γύρισε το κεφάλι της –ήταν μια φιγούρα με τη φωνή του άντρα της.
«Είμαι νεκρή;»
«Είσαι όμορφη, όπως πάντα. Ο κύριος Έντμοντ σε φρόντισε. Αγωνιούσα κατά τη διάρκεια της επέμβασης, αλλά χαίρομαι που όλα πήγαν καλά».
«Ποιος… ποιος υπέγραψε;»
«Εγώ… ποιος άλλος; Δεν γινόταν αλλιώς. Ήταν κρίσιμη η κατάσταση».
«Τα μάτια μου… είναι καλά;»
«Ο γιατρός δεν είναι σίγουρος ακόμη. Η επέμβαση ήταν επιτυχής αλλά δεν ξέρει αν θα ανακτήσεις σύντομα την όρασή σου. Είπε ότι ένα βακτήριο έκανε την φλεγμονή –σαν γάγγραινα ένα πράγμα. Υπέστη μετάλλαξη στη δομή του RNA. Δεν κατάλαβα πολλά, αλλά επίσης τόνισε ότι παράγει παραισθησιογόνες τοξίνες που έχουν την τάση να μετατρέπουν τις αρνητικές σκέψεις σε πραγματικό εφιάλτη… Μη σηκώνεσαι, ο πυρετός δεν έχει πέσει ακόμη…»
«Δεν γίνεται… νιώθω λες και ζω εφιάλτη. Γιατί σ’ εμένα; Γιατί να συμβαίνει σ’ εμένα;»
«Μωρό μου, μη κλαις, σε παρακαλώ. Τα άσχημα πέρασαν τώρα».
Κάποιος μπήκε στο δωμάτιο. Η Δάφνη στράφηκε γρήγορα στα δεξιά να δει, αλλά ξέχασε πως δεν μπορούσε να διακρίνει χαρακτηριστικά, παρά μόνο αόριστες φιγούρες. «Ποιος είναι Νίκο; Ποιος μπήκε μέσα;»
«Χαλάρωσε, μωρό μου», είπε και σηκώθηκε. «Η νοσοκόμα είναι. Λέει πως χρειάζεσαι ξεκούραση. Πρέπει να φύγω».
«Όχι… όχι… σας παρακαλώ, μη τον παίρνετε μακριά μου… Νίκο… Νίκο! Δεν μπορώ να μείνω μόνη μου… μη με αφήνεις…» Τα φώτα έσβησαν. Και το φως της χάθηκε για πάντα.

Επίλογος

Επτά μήνες αργότερα
Τρίτη, 21 Απριλίου

Καθόταν στη θέση του συνοδηγού και άκουγε τον αέρα να σφυρίζει μέσα στο αυτοκίνητο από τα ανοιχτά παράθυρα. Ο Νίκος καθόταν δίπλα της, οδηγούσε και της χάιδευε τρυφερά το γόνατο. Το χέρι του το ένιωθε απαλό.
«Όχι τέτοια εδώ πονηρέ, πρέπει να προσέχεις στο δρόμο».
«Άνετα μπορώ να κάνω και τα δύο».
Χαμογέλασε. «Καλά, ό,τι πείτε κύριε καθηγητά». Η Δάφνη έτριψε τα μπράτσα της. «Μήπως μπορείς να κλείσεις λίγο το παράθυρο;»
«Γιατί μωρό μου; Κρυώνεις;»
«Έχει λίγο ψύχρα».
Ο Νίκος έκλεισε το παράθυρο.
«Ευχαριστώ…» είπε εκείνη. «Να σου πω, πού πάμε; Τελικά δεν μου είπες».
«Κάπου όμορφα», της είπε, και κατάλαβε πως χαμογελούσε. «Θα σ’ αρέσει. Θα σε κάνει να ξεχαστείς».
«Χμμ», έκανε η Δάφνη. «Υποθέτω πως πρέπει να μαντέψω».
«Σωστά υποθέτεις».
«Στην παραλία; Έχω καιρό να πάω –ήλπιζα ότι θα το θυμόσουν».
«Το έλεγες αρκετά συχνά, δεν ήταν εύκολο να το ξεχάσω». Άκουσε το γέλιο της Δάφνης. «Ώπα, κάποιος γελάει πολύ. Τι έγινε ξαφνικά;»
«Δεν ξέρω», είπε η Δάφνη, με το τελευταίο χαμόγελο να αργοσβήνει. «Νιώθω καλύτερα που όλα τελείωσαν. Ξέρεις…»
«Ξέρω».
«Ναι…»
«Ωχ, και τώρα σοβάρεψες. Τι είναι;»
«Με τη μητέρα μου…» Αναστέναξε. «Ξέχνα το, είναι αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει εδώ και πολύ καιρό. Δηλαδή να φύγω, να φύγω από εκείνη… μακριά…»
«Ήταν η σωστή επιλογή. Καμία από τις δυο σας δεν θα βλάψει η μία την άλλη».
Η Δάφνη παρέμεινε αμίλητη.
«Εννοώ ψυχικά, Δάφνη. Κατάλαβες».
«Ναι… ναι, σωστά».
«Και οι εφιάλτες σταμάτησαν, δεν είναι τυχαίο αυτό. Νιώθεις πολύ καλύτερα, φαίνεται».
«Ναι υποθέτω, είμαι… είμαι πολύ καλύτερα. Αν εξαιρέσουμε πως καμία φορά με πιάνει κατάρρευση».
«Μωρό μου… μην στεναχωριέσαι για τα μάτια σου. Ο δόκτωρ Έντμοντ ακόμη προσπαθεί να βρει τρόπο για να ανακτήσεις την όρασή σου. Είμαι βέβαιος πως στο τέλος θα τα καταφέρει. Το πολύ-πολύ να δώσουμε τις τελευταίες μας οικονομίες στη μεταμόσχευση».
«Ναι αλλά ακόμα αναλύει εκείνο το βακτήριο… και ανησυχώ μήπως δεν βρει τίποτα. Τέλος πάντων, τα πάντα, τα πάντα αρκεί να μην ξαναπεράσουμε εκείνο τον εφιάλτη».
Η Δάφνη, παρόλο που ήταν ολοκληρωτικά τυφλή, μπορούσε να καταλάβει πως ο Νίκος της χαμογελούσε ακόμα, πιάνοντάς της τρυφερά το πόδι.
«Θυμάσαι τίποτα να μου πεις;»
«Τα θυμήθηκα όλα με τον καιρό. Τα πάντα. Ό,τι συνέβη εκείνες τις μέρες. Το σπασμένο ποτήρι, τα αίματα…»
«Μιλάς για τις μέρες αφότου βγήκες από το νοσοκομείο;»
«Όχι, Νίκο. Μιλάω για τις μέρες προτού νοσηλευτώ».
Ένιωθε τα μάτια του καρφωμένα πάνω της με έναν τρόπο τόσο ανήσυχο, που ήταν σα να τον πρόσβαλε. «Τι ακριβώς θέλεις να πεις; Η εγχείρηση ήταν δύσκολη. Πήρε πολύ χρόνο. Ήσουν στο νοσοκομείο περίπου τέσσερις ημέρες. Από τις 10 μέχρι και τις 14 Σεπτεμβρίου. Πότε συνέβησαν όλα αυτά;»
Εκτός από την όρασή της για το υπόλοιπο της διαδρομής έχασε και τη  μιλιά της. Κοιτούσε σκεφτική έξω από το παράθυρο, χωρίς βέβαια να βλέπει πραγματικά κάτι, παρά μόνο αόριστα, στιγμιαία φώτα και χρώματα. Τουλάχιστον ο εφιάλτης πέρασε –εν μέρει– και τώρα πλέον, δεν υπήρχε τίποτε στο κεφάλι της που σκάλιζε το εσωτερικό του κρανίου της. Εκτός από τις σκέψεις της. Πολλά βράδια, άκουγε μια βοή και φοβόταν ότι τα μάτια της θα γυρνούσαν ανάποδα και θα έβλεπε ξανά εκείνο το στρογγυλό πράγμα να παίρνει τη μορφή της μητέρας της και να την κυνηγάει μέσα στο κεφάλι της έως ότου να αποδειχθεί μόνο η αρχή ενός ατέλειωτου εφιάλτη.

ΤΕΛΟΣ

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 3ο.


11

«Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε στα επείγοντα, το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Δεν θέλω!» Αρνήθηκε γι’ άλλη μια φορά η Δάφνη. Είχε ανέβει πάνω στον καναπέ σαν είδε ποντικό να τρέχει στα ξύλινα πατώματα. Ο Νίκος διατηρούσε ακόμη την ψυχραιμία του, προσπαθούσε να την προσεγγίσει μα δεν τα κατάφερνε.
«Δάφνη», πρόφερε ήρεμα το όνομά της. «Κάνεις σαν μικρό παιδί, σύνελθε. Νόμιζα πως είχαμε λύσει το όλο θέμα με τα νοσοκομεία… δεν το είχαμε;»
Η Δάφνη ηρέμησε και ξαφνικά στο καθιστικό απλώθηκε σιωπή.
«Άστο, τώρα κατάλαβα». Στράφηκε από την άλλη, θυμωμένος. «Όλες αυτές οι ψυχοθεραπείες… πεταμένα λεφτά». Γέλασε μόνος του. «Και εσύ τόσο καιρό-»
«Όχι, δεν έπαιζα θέατρο».
Ο Νίκος την κοίταξε κατάματα. Έβλεπε μόνο τη μία ίριδα, παρόλο που ήταν και τα δυο της μάτια ορθάνοιχτα. «Δεν σκόπευα να πω αυτό. Αλλά ότι, τόσο καιρό, τόσο καιρό έρχεσαι στο σχολείο όποτε σου συμβαίνει κάτι. Ήλπιζα πως θα σταματούσε… ότι θα σταματούσες να το κάνεις αυτό, όταν πλέον δεν θα φοβόσουν άλλο τα νοσοκομεία. Με έχουν πάρει όλοι με κακό μάτι, καταλαβαίνεις; Οι μαθητές κάνουν πλάκες εις βάρος μου. Έχουν αρχίσει να λένε κακά πράγματα μέχρι και οι συνάδελφοι… Θεέ μου». Την πλησίασε. «Κοίτα… ζητώ συγγνώμη… συγγνώμη αν σε κάνω να νιώθεις άσχημα λέγοντάς σου αυτά, αν σε κάνω να νιώθεις ντροπή».
«Μάλλον», άρχισε να λέει η Δάφνη, «αυτός που νιώθει ντροπή δεν είμαι εγώ αλλά-» Ένιωσε ένα τσίμπημα στο δεξί της χέρι· ακολούθησε ένα τσούξιμο, σαν οξύ που ρέει μέσα στις φλέβες και τότε συνειδητοποίησε άναυδη πως ο Νίκος τής είχε κάνει ηρεμιστική ένεση. Η Δάφνη διαπίστωσε κάτι: Αυτό που του είχε πέσει προηγουμένως στο μπάνιο μπορεί να ήταν η συσκευασία με τη σύριγγα, καθώς ήταν ταραγμένος και αβέβαιος. Ήθελε να βρει τρόπο να την πάει στο νοσοκομείο. Όλον αυτόν τον καιρό ήξερε, ήξερε πως η Δάφνη δεν είχε ξεπεράσει το θέμα με το φόβο της. Αλλά εκείνος ήταν προετοιμασμένος…
«Τι… τι μου έκανες…»
«Μην ανησυχείς», ψέλλισε στο αυτί της. «Όλα θα πάνε…» Το τέλος της φράσης δεν ακούστηκε ποτέ· η Δάφνη είχε κοιμηθεί.

12

Η μητέρα της βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ο εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Τι δουλειά είχε εδώ; Ποιος την έφερε στο νοσοκομείο; Μήπως ο Νίκος; Αποκλείεται. Δεν ήθελε να την βλέπει ούτε ζωγραφιστή.
Η Δάφνη δεν μπορούσε να δει. Μάλλον είχε κλειστά μάτια. Ή τα μάτια της ήταν και πάλι αντεστραμμένα. Αλλά υπήρχε πολύ σκοτάδι. Μπορούσε όμως να ακούσει τη μητέρα της να πλησιάζει. Ο εφιάλτης επέστρεψε πάλι και αυτή τη φορά ερχόταν με απειλητικές διαθέσεις. Ήταν μέσα στο κεφάλι της. Βγήκε μέσα από το σκοτάδι αποκτώντας σάρκα και οστά και φωνή. Τώρα την έβλεπε ξεκάθαρα· ήταν μια γριά γυναίκα, χλομή σαν πτώμα από την πούδρα.
Η βαριά και τραυματική φωνή αντήχησε μέσα στα τοιχώματα του κρανίου της. «Ποιος τόλμησε να πειράξει το παιδάκι μου;… Μήπως εκείνος;… Όποιος κι αν ήταν θα τον ρημάξω με τα ίδια μου τα χέρια!»
Η Δάφνη ξύπνησε σχεδόν ήρεμη. Δεξιά της κλίνης βρισκόταν ο Νίκος, με τα όμορφα καθάρια μάτια του. Το χέρι του αγκάλιαζε το δικό της. Η μητέρα της δεν ήταν πουθενά.
«Ξύπνησες;» είπε ο Νίκος ανήσυχος. «Όλα είναι εντάξει. Μη φοβάσαι, σε προσέχω».
«Νίκο… » Ένιωσε καυτά δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Το δεξί άρχισε να την τρώει, μα δεν την ένοιαζε, έπρεπε να κλάψει. «Ζει μέσα στο κεφάλι μου… δεν με αφήνει ήσυχη… κοντεύω να τρελαθώ…»
«Τι πράγμα; Ποιος μωρό μου; Δεν καταλαβαίνω τι λες».
«Η μητέρα μου!»
«Είχες πάλι εφιάλτη;»
Και τότε θυμήθηκε ότι ο Νίκος την είχε ναρκώσει. «Νίκο, ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω…» Κουνούσε το κεφάλι της. Η Δάφνη σώπασε· κάποιος βρισκόταν στα δεξιά της. Τον αντιλήφθηκε γιατί το βλέμμα του Νίκου έπεσε προς τα εκεί, σαν να ζητούσε από κάποιον τρίτο να του εξηγήσει τα ακατάληπτα λόγια της.
«Φταίει η δράση του ηρεμιστικού», είπε μια αντρική φωνή. «Τα όνειρα γίνονται πιο ζωηρά και… ζωντανά».
«Ποιος… ποιος είσαι εσύ;»
Ο Νίκος μίλησε: «Δάφνη, αυτός είναι ο δόκτωρ Έντμοντ, βρίσκεται εδώ για να μας βοηθήσει. Είναι πολύ καλός στη δουλειά του».
«Να… να βοηθήσει;»
Ο δόκτωρ Έντμοντ έβαλε την Δάφνη να ξαπλώσει. Τον κοιτούσε σαν αποβλακωμένη. «Πρέπει να ξεκουραστείς. Είσαι πολύ αδύναμη τώρα». Ο γιατρός στράφηκε στον Νίκο. «Η επέμβαση θα ξεκινήσει σε λίγο».
«Η επέμβαση;» ρώτησε ο Νίκος απορημένος. «Ποια επέμβαση;»
«Μα για να αποκαταστήσουμε τους σπασμένους ιστούς στον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή χιτώνα του ματιού. Θα επανέλθει στην φυσική του κατάσταση, μην ανησυχείτε».
«Νίκο τι συμβαίνει; Τι είναι αυτά που λέει;» τον ρώτησε, κουρασμένη ακόμη και να μιλήσει.
«Ησύχασε, μωρό μου. Όλα είναι υπό έλεγχο».
Πήρε τον δόκτωρ Έντμοντ μέχρι τη γωνιά του ολόλευκου δωματίου.  Παρόλο που δεν ήθελε να ακούσει τίποτα η Δάφνη, εκείνη μπορούσε με κάποιον τρόπο να ακούσει τα πάντα από αυτά που έλεγαν.
«Δεν είχαμε συμφωνήσει αυτό. Πώς είναι δυνατόν να παίρνετε μια τέτοια πρωτοβουλία δίχως τη συγκατάθεσή μου;»
«Κύριε, η μητέρα της ασθενούς συμπλήρωσε τα χαρτιά με τα στοιχεία της. Σαν κηδεμόνας μπορεί να το κάνει αυτό. Άλλωστε είναι κάτι που επείγει. Η κατάστασή της μπορεί να οδηγήσει σε ολική τύφλωση».
Η Δάφνη ούρλιαξε, μεταπηδώντας από τον ονειρικό κόσμο στον πραγματικό.

13

«Δάφνη, μωρό μου, ξύπνα!»
Η Δάφνη σταμάτησε επιτόπου να ουρλιάζει όταν συνειδητοποίησε πως το μέρος όπου βρισκόταν, δεν ήταν σε κάποιο όνειρο.  Κοίταξε ολόγυρα. Βρίσκονταν στο διάδρομο αναμονής και κάθονταν στα άβολα, πλαστικά καθίσματα. Μπορεί να ήταν άσχημα, ωστόσο όχι όπως το όνειρο που είχε δει. Περίμεναν την σειρά τους.
«Τι συνέβη, Νίκο;» Κοίταξε κάτω τη μελανιά στο χέρι της. «Άου! Τι μου-»
«Μωρό μου… για το καλό σου το έκανα, το ξέρεις… Είσαι ασφαλής τώρα. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει». Η Δάφνη προσπάθησε να δείξει κατανόηση, αλλά δυσκολευόταν πραγματικά πολύ. Προσπάθησε να μην το δείχνει πως ήταν λιγάκι… εκνευρισμένη.
«Πόση ώρα είμαι έτσι;»
«Όχι πολύ, περίπου μισή ώρα».
«Θεέ μου… είδα τόσους εφιάλτες. Δεν το αντέχω άλλο».
«Και ανησυχούσα να μη δούμε εκείνη την ταινία…» είπε αγανακτισμένος. «Τώρα έχεις περισσότερους εφιάλτες, αυτό ακριβώς μας έλειπε».
«Με δουλεύεις; Μου έδωσες ηρεμιστική ένεση και με έφερες στο νοσοκομείο παρά τη θέλησή μου και δεν γνωρίζω τι-»
«Δάφνη, πάψε πια!» απαίτησε κάνοντας μασάζ στους κροτάφους του. Κόντευε να χάσει την υπομονή του. «Δε φτάνει… δε φτάνει που σε έφερα εδώ». Αναστέναξε. «Ξέρεις τι; Ξέχασέ το, δεν είναι μέρος αυτό για να τσακωθούμε».
Η πόρτα μπροστά τους που έλεγε «Οφθαλμικό» άνοιξε και βγήκε ένας ηλικιωμένος άντρας με γυαλιά και την κοίταξε επίμονα. Το μάτι μου, ναι, το γαμημένο μάτι μου, το ξέρω ότι είναι τεράστιο ανάθεμα σας όλους, σχεδόν το είχα ξεχάσει…           
«Παρακαλώ, περάστε», είπε ο γιατρός πέρα από την ανοιχτή  πόρτα.

14

Στερέωσε το κεφάλι της σε ένα παράξενο μηχάνημα. Στο αριστερό μάτι έφτανε εικόνα, ένας κόκκινος ανεμόμυλος σε ένα πράσινο, ηλιόλουστο λιβάδι. Ήταν μακριά. Με το δεξί μάτι δεν υπήρχε επαφή· φουσκωμένο σαν μπαλάκι του τένις μόνο ο ερεθισμένος βολβός που είχε γυρίσει ανάποδα φαινόταν.
«Τι είναι, γιατρέ;» ρώτησε ο Νίκος ενώ στεκόταν πλάι της.
«Χμμ…» έκανε ο γιατρός από την άλλη άκρη του μηχανήματος. Εξέταζε αντικριστά από τη Δάφνη τα μάτια της, όσο εκείνη κοιτούσε το τοπίο με το λιβάδι. «Κάποια φλεγμονή, βαριά μάλιστα».
«Τ-τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Ψυχραιμία, κορίτσι μου. Θα σου γράψω μερικά αντιβιοτικά. Για καλό και για κακό θα πρέπει να πάρω λίγο δείγμα, για να είμαστε βέβαιοι πως δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Ωστόσο, όταν βλέπετε πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το μάτι σας, θα πρέπει άμεσα να απευθύνεστε σε κάποιον ειδικό. Ήταν λάθος που σας πήρε τόσο».
Ο Νίκος λοξοκοίταξε την Δάφνη. «Θα το λάβουμε υπόψιν. Ευχαριστούμε, κύριε Έντμοντ».
Η Δάφνη σάστισε ακούγοντας αυτό το όνομα: Αυτό δεν ήταν το όνομα του γιατρού στο όνειρό μου; Έντμοντ… 
«Τι ακριβώς μπορεί να είναι τελικά;» ρώτησε τώρα ο Νίκος παίρνοντας την συνταγή από τα χέρια του γιατρού.
«Δεν είμαι βέβαιος», είπε ο κύριος Έντμοντ. «Ίσως επιπεφυκίτιδα. Αλλά δεν μοιάζει σαν κάτι που έχω ξαναδεί, όχι έτσι. Σήμερα θα γίνει η ταυτοποίηση και θα σας ενημερώσω».
Είχαν φτάσει κιόλας σπίτι. Η έξοδος στο σινεμά έμοιαζε με μακρινό όνειρο. Ο Νίκος πήγε στο φαρμακείο, πήρε τα πράγματα της Δάφνης και επέστρεψε πίσω στο σπίτι. Η Δάφνη είχε όμως αποκοιμηθεί.

15

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου

Δεν είδε εφιάλτες αυτή τη φορά. Ξύπνησε νωρίς το πρωί, αλλά όχι αρκετά νωρίς για να προλάβει τον Νίκο. Ένιωθε καλύτερα σήμερα, κι ας μην είχε πάρει τα αντιβιοτικά της που ήταν στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι τους. Ψηλάφισε το μάτι της, το πρησμένο, κακάσχημο μάτι της. Δεν ήταν και τόσο άσχημα.
Πήγε κάτω να πιεί λίγο νερό. Δεν άργησε να διαπιστώσει τα ίχνη από αίμα στο γρανιτένιο πάτωμα του σπιτιού. Οδηγούσαν προς το τηλέφωνο. Έσμιξε τα φρύδια της. Ήταν περίεργο, ήταν πολύ περίεργο, γιατί ήταν τα ίδια χνάρια που είχε αφήσει χθες όταν πάτησε το σπασμένο ποτήρι… που θυμόταν πως είχε μαζέψει αλλά τελικά δεν το είχε μαζέψει… όπως και τα αίματα… μήπως δεν είχε καθαρίσει ούτε τα αίματα; Αποκλείεται, ο Νίκος θα τα είχε δει, άρα δεν υπήρχαν εκεί τα αίματα, τα είχε όντως καθαρίσει.
Η Δάφνη πήγε προς την εξώπορτα, περιμένοντας να την ακούσει πάλι να κλείνει, αλλά δεν ήταν κανείς απέξω. Κοίταξε πίσω της· ούτε μέσα ήταν κανείς. Το σπίτι ήταν άδειο. Έκλεισε την πόρτα και με τρόμο είδε πως τα αίματα βρίσκονταν ακόμα εκεί. Αλλά το ποτήρι… δεν υπήρχε το σπασμένο ποτήρι. Κοίταξε την ουλή στο πέλμα της. Η πληγή είχε ανοίξει και έσταζε αίμα… Το καθάρισε γρήγορα με ένα πανάκι. Έβαλε ένα τσιρότο και σφουγγάρισε τα αίματα.
Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή:
«Δάφνη… Δάφνη εγώ είμαι, η κυρία Φου. Δεν κάλεσες πίσω που σου ζήτησα. Αλλά λογικό, κι εγώ αν έχανα κάποιον δικό μου έτσι θα ήμουν τώρα, απομονωμένη». Αναστεναγμός. «Πάρε με τηλέφωνο όταν μπορέσεις, ανησυχώ για σένα».
Η Δάφνη έτρεξε προς το τηλέφωνο και κάλεσε την Κυρία Φου. Χτυπούσε και…
«Εμπρός; Δάφνη;» Το σήκωσε. «Είδα την αναγνώριση. Πες μου ότι είσαι καλά…»
«Καλημέρα, κυρία Φου», είπε η Δάφνη τάχα πως ήταν ψύχραιμη. «Γιατί τέτοια αναστάτωση; Είστε καλά;»
«Εγώ… Ναι. Μια χαρά είμαι, γλυκιά μου. Όμως έμαθα για την μητέρα σου και… λυπάμαι τόσο πολύ. Θα πρέπει να είναι δύσκολο για σένα. Γι’ αυτό ήσουν έτσι τελικά; Έπρεπε να μου το είχες πει».
«Μισό λεπτό… τι εννοείτε;»
«Προχτές… πέθανε; Δεν το ήξερες;»
Η Δάφνη έκλεισε το τηλέφωνο, αβέβαιη αν πρόκειται για πραγματικότητα. Μπορεί να ήταν πάλι κάποιο όνειρο, ναι, αυτό ήταν, κάποιο κακό όνειρο. Σύντομα θα ξυπνούσε, ουρλιάζοντας όπως πάντα.

Τέλος 3ου μέρους. Το επόμενο και τελευταίο μέρος στις 31 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 2ο.


6

Η Δάφνη δεν είχε άλλο ύπνο. Λογικό μετά το όνειρο, εκείνο με τα αντεστραμμένα μάτια στις κόγχες. Φοβόταν να πέσει να κοιμηθεί. Τι στο καλό ήταν αυτό το όνειρο;
Κατέβηκε να φτιάξει καφέ φίλτρου στην καφετιέρα. Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή.
«Όλα καλά, Δάφνη; Έφυγες ταραγμένη από το τελευταίο μάθημα και ανησύχησα. Ο Νίκος καλά; Μπορείς να λείψεις όσο θέλεις, αρκεί να μου στείλεις πίσω».
Στεκόταν σκεφτική πάνω από το μηχάνημα, προσπαθώντας για άλλη μια φορά να θυμηθεί. Εξέτασε το μήνυμα: ταραγμένη, ήταν η λέξη που συγκράτησε. Γιατί ήταν ταραγμένη; Το πρησμένο μάτι πάντως τής έφερνε πονοκέφαλο όποτε προσπαθούσε να θυμηθεί, λες και κάποιος σκάλιζε με σφήνα το κρανίο της. Δεν ήθελε να πει καμιά βλακεία στην κυριά Φου. Αποφάσισε να μην απαντήσει ακόμη. Ήπιε μια γουλιά καφέ από το φλιτζάνι –ζεστός, ηρεμιστικός. Βοηθούσε κάπως στον πόνο, κανένας λόγος  να πάρει παυσίπονα.
Πλησίασε το νεροχύτη να πάρει ένα κουταλάκι, όταν ξαφνικά πάτησε σκόρπια θρύψαλα.
«Άου, άου!» φώναξε με ψιλή φωνή. Σήκωσε αντανακλαστικά το πόδι της και κοίταξε κάτω. Έντονο κόκκινο αίμα πότισε το δάπεδο.  Άφησε το φλιτζανάκι στον πάγκο, απορώντας ακόμη πώς δεν της είχε πέσει κάτω. Κοίταξε τα θρύψαλα. Συνοφρυώθηκε. Στο δάπεδο ήταν τα θραύσματα του σπασμένου ποτηριού που έσπασε χθες. Αλλά θα ορκιζόταν πως τα είχε μαζέψει. Προσπαθούσε να θυμηθεί αν πράγματι τα είχε μαζέψει, μα δεν μπορούσε.
Τότε άκουσε το κλείσιμο της εξώπορτας. Από το δεξί της μάτι, το πρησμένο, δεν είδε ποιος ήταν εκεί. Δεν μπόρεσε να δει αν κάποιος ήταν στην πόρτα. Γύρισε και κοίταξε με το αριστερό. Τίποτα, κανένας. Ίσως ο άνεμος να είχε τραντάξει το τζάμι. Πλησίασε και άνοιξε την εξώπορτα. Σήμερα δεν είχε καθόλου αέρα. Μόνο ήλιο και πολλή ζέστη. Ούτε ένα αυτοκίνητο δεν περνούσε από την οδό. Κανείς. Κανείς δεν ήταν έξω.
Κοίταξε να ελέγξει μέσα στο σπίτι. Το βλέμμα της σάρωσε το μικρό σαλόνι. Ησυχία. Ένιωσε την παρόρμηση να φωνάξει τη μητέρα της, μα θα ήταν τρελό μιας και πλέον δεν ζούσε μαζί της.
Όταν βεβαιώθηκε ότι κανένας δεν ήταν στο σπίτι, κούνησε το κεφάλι θαρρείς πως έδιωχνε μια ανόητη σκέψη. Αυτή τη φορά φρόντισε να μαζέψει τα γυαλιά. Ο καφές είχε κρυώσει πάνω στον πάγκο ωσότου να σφουγγαρίσει τα ίχνη από το αίμα της. Εφιάλτης. Η θέα ακόμη και του δικού της αίματος ήταν εφιάλτης. Διόλου τυχαίο που φοβόταν τα νοσοκομεία.

7

«Τι λες να βγούμε σήμερα;» είπε ο Νίκος. «Σε κάνα εστιατόριο, ίσως». Η Δάφνη διάβαζε ένα βιβλίο. Ο Νίκος διόρθωνε γραπτά. «Εσύ διαλέγεις».
Σήκωσε το βλέμμα της να τον κοιτάξει. Πόσος καιρός πήγαινε πού να της πρότεινε κάτι τέτοιο; Δύο μήνες; Τρεις μήνες; «Χμμ, τελευταία σκεφτόμουν πόσο πολύ θέλω να πάμε σινεμά. Ξέρεις, με πιάνει κάπου κάπου. Αλλά δεν μπορώ να βγω έτσι, όχι με τέτοιο μάτι».
«Έλα τώρα Δάφνη, γίνεσαι υπερβολική… Σινεμά ε;» Χτυπούσε το στυλό απαλά στα χείλη του. «Καθόλου κακή ιδέα. Έχεις στο μυαλό σου κάποια καλή ταινία;»
Η Δάφνη έβαλε το βιβλίο στην άκρη. «Είναι μία, αλλά δεν ξέρω αν θα σου αρέσει».
«Αν έχει τίποτα ρομαντικά και τέτοια να μου λείπει», είπε και χαμογέλασε. «Πλάκα κάνω… θα δούμε ό,τι θέλεις εσύ, αρκεί να βγούμε να ξεσκάσουμε λίγο».
«Ξέρεις πόσο μου αρέσουν τα θρίλερ».
«Α, έχουμε ζήσει αρκετό απ’ αυτό με τη μάνα σου, πίστεψέ με».
Η Δάφνη τον κοίταξε έντονα, αλλά ήταν αδύνατο να μη γελάσει.

8

Έξω είχε σκοτεινιάσει, η ψύχρα δεν άργησε πολύ να έρθει φέτος το Σεπτέμβριο.
«Φόρα το, κάνει κρύο».
«Είσαι… πολύ γλυκός».
«Ναι καλά, τα έχουμε ξανακούσει αυτά».
Την τράβηξε κοντά του. Περπατούσαν καθοδόν για το σινεμά, δεν ήταν μακριά από το σπίτι τους οπότε δε χρειάστηκε να πάρουν το αυτοκίνητο.
Είχε μεγάλη ουρά στα εκδοτήρια. Πήγαν πρώτα να πάρουν το φαγητό.
«Τι θες να πιείς;»
«Κόκα Κόλα», είπε η Δάφνη. «Πάρε την προσφορά με το μεγάλο ποπ-κορν».
«Θέλεις να τα πάρεις εσύ κι εγώ να πάω για τα εισιτήρια; Δε παίζει να προλάβουμε πριν αρχίσει η ταινία».
«Εντάξει, καλή ιδέα. Θα σε περιμένω εδώ».
Ο Νίκος έφυγε για τα εισιτήρια και η Δάφνη άνοιξε το πορτοφόλι της και πήρε πέντε ευρώ.
«Τι θα θέλατε παρακαλώ;» ρώτησε η νεαρή κοπέλα πίσω από το ταμείο.
«Ένα μεγάλο ποπ-κορν και –τι συμβαίνει;» Κοιτούσε το πρησμένο της μάτι, ήταν σίγουρη.
«Ε… τίποτα, τίποτα». Πήρε ένα χαρτονένιο κύπελλο. «Μεγάλο είπατε, έτσι;»
«Ναι…»
Το γέμισε ποπ-κορν. «Κάτι άλλο;» ρώτησε εύθυμη.
«Όχι… αυτό μόνο». Ήθελε να φύγει από κει, αισθανόταν άβολα, αισθανόταν ότι ήταν το μεγάλο θέαμα, το επίκεντρο, η αναμενόμενη προβολή των Box Office. Ο κόσμος την κοιτούσε και ένιωθε πως θα κλάψει.
«Μωρό μου, είμαστε έτοιμοι;» Ήταν ο Νίκος. Εμφανίστηκε πάλι από τα δεξιά της. Δεν ήξερε πόση ώρα ήταν εκεί. Λογικά τώρα ήρθε. Λογικά.
«Ναι… ναι, πάμε».
«Η Κόκα Κόλα;»
«Σωστά».
«Και μια Κόκα Κόλα, παρακαλώ», ζήτησε ο Νίκος για κείνη. Ήξερε, αλλά ήταν εντάξει.
Προτού μπουν στην αίθουσα προβολής, ο Νίκος της έπιασε την κουβέντα: «Ανησυχώ λίγο».
Η Δάφνη απόρησε. «Για ποιο πράγμα;»
«Σκέφτομαι μήπως σου προκαλέσει εφιάλτες η ταινία».
«Μη γίνεσαι γελοίος».
«Γιατί αμφιβάλλεις;»
«Γιατί δεν θα κάνει καμία απολύτως διαφορά».

9

Ο άντρας σύρθηκε μέσα από το σκοτάδι, η ανάσα του λυσσασμένη, οι προθέσεις του άγριες και ανελέητες. Είχε σπάσει το παράθυρο, είχαν πιαστεί στα χέρια, δεν κατάλαβε για πότε συνέβη· η γυναίκα με το ξεχειλωμένο μπλουζάκι και το πρόσωπο κομμένο, έτρεξε να σωθεί από τον άντρα, γιατί δεν μπορούσε με τίποτα να αντιμετωπίσει την κτηνώδη φύση του. Ήταν ψηλότερος και δυνατότερος.
Έκοψε τα πόδια της στα σπασμένα γυαλιά, αλλά κατάφερε να του ξεφύγει· όχι, την άφησε να ξεφύγει, έπαιζε το παιχνίδι του τώρα, ήταν πολύ αργά, σαν το ποντίκι με τη γάτα, σαν τη γάτα με το ποντίκι. Ήθελε να δει τι θα κάνει, παγιδευμένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Έπρεπε να είχε τρέξει εξαρχής, να σωθεί, το σκέφτηκε αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει, πάγωσε, λειτουργούσε ενστικτωδώς.
Ο άντρας δεν ήταν άνθρωπος. Αποκλείεται να ήταν. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από το λαιμό της καθώς την σήκωνε πάνω με τα πόδια να απέχουν. Κλοτσούσαν ανώφελα τον αέρα. Προσπάθησε να την στραγγαλίσει. Τα αφτιά της βούιζαν. Το ένα μάτι είχε ήδη πρηστεί μαζί με το πρόσωπό της. Η ανάσα της ακουγόταν σαν γυαλόχαρτο. Ένιωθε ότι θα ξεράσει.
Το κοινό ούρλιαξε αγωνιώντας. Η Δάφνη κρύφτηκε μέσα στις παλάμες της. Ο Νίκος την πήρε αγκαλιά με το ένα χέρι έως το τέλος της ταινίας.

10

Η ταινία τελείωσε και γυρνούσαν σπίτι πιασμένοι χέρι-χέρι.
«Σ’ άρεσε η ταινία;»
«Καλή ήταν», απάντησε η Δάφνη.
«Μόνο καλή;»
«Ε… ναι. Ήταν προβλέψιμη, αλλά είχε πολλή αγωνία».
Ο Νίκος γέλασε. «Σ’ αυτό συμφωνώ. Έπρεπε να έβλεπες τα μούτρα σου».
Θυμήθηκε το περίεργο βλέμμα της κοπέλας στο ταμείο, το πώς την κοιτούσε.
Η Δάφνη προσπάθησε να χαμογελάσει. «Τι εννοείς;»
«Ότι τα ‘χες κάνει πάνω σου».
Έστριψαν στη γωνία. Το σπίτι τους ήταν μόλις δέκα μέτρα μακριά.
Άξαφνα το μάτι της άρχισε να την πονάει. «Ουχ, αχ! Νίκο-Νίκο, το μάτι μου… με πεθαίνει!»
Ο Νίκος την γύρισε προς το μέρος του. «Δάφνη σου έχω πει να μη βάζεις τα χέρια στα μάτια!  Έλα κοντά… άσε με να το δω». Το πρήξιμο, κάτω από το ελάχιστο φως των φανών του δρόμου, έμοιαζε με μεγάλο καρούμπαλο. «Τι νιώθεις; Σε πονάει ακόμα;»
«Ναι… νιώθω ένα κάψιμο, σαν να με τρυπάνε με καυτή βελόνα».
«Δεν φαίνεται καλό… μείνε ψύχραιμη… βγάζει λίγο αίμα».
«Τι!» φώναξε. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει.
«Πάμε, μη καθόμαστε άλλο».
Ο Νίκος την βοήθησε να προχωρήσει και να ανέβει τα σκαλοπάτια της πρόσοψης. Στην συνέχεια την έβαλε να καθίσει στον καναπέ, σιγά-σιγά. Η Δάφνη κάλυπτε το αριστερό της μάτι, λες και φοβόταν μήπως χάσει κι αυτό.
«Έρχομαι αμέσως», της είπε και άκουσε τα βήματά του να κατευθύνονται στο μικρό μπάνιο. Έψαχνε το ντουλαπάκι με τα φάρμακα, του έπεσε κάτι, η Δάφνη αναρωτήθηκε τι, αλλά είχε σημασία; Ερχόταν τώρα προς τα κείνη.
«Μην κουνηθείς».
«Εντάξει…»
Ο άντρας της κάτι ψαχούλευε στο κουτί πρώτων βοηθειών. Της μύρισε οινόπνευμα, εκείνη η καθαρή μυρωδιά που θύμιζε νοσοκομείο. Φοβήθηκε. Το δεξί της μάτι άρχισε πάλι να την πονάει. Εκείνη άρχισε να κλαίει. Με τα δάκρυα κυλούσε και αίμα –όχι πολύ, ήταν όμως ανησυχητικό. Ένιωσε κάτι να πιέζει την πρησμένη σάρκα, ύστερα ένα τσούξιμο, ο Νίκος έκανε σήψη· στο δεξί της χέρι ένιωσε πιτσιλιές δροσιάς, μάλλον είχε ιδρώσει. Κατάφερε να ανοίξει το δεξί μάτι. Από τη σχισμή του ματιού βγήκε πύον που βρόμαγε και σκούρο αίμα.
Ο Νίκος σταμάτησε να ανασαίνει. Δεν κουνιόταν.
«Τ-τι είναι Νίκο;»
«Δάφνη… είναι πιο σοβαρό απ’ ό,τι νόμιζα…»
«Πες μου… πες μου τι τρέχει με το μάτι μου… Δεν μπορώ να δω».
«Έχει γυρίσει ανάποδα».

Τέλος 2ου μέρους. Επόμενο μέρος στις 28 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 1ο.


1

«Το έβγαλες;»
«Μη κουνιέσαι, προσπαθώ».
«Άου, Νίκο, με πονάς!»
«Συγγνώμη, Δάφνη. Κοντεύουμε…και…βγήκε!»
Ο Νίκος έδειξε στη σύζυγό του το θραύσμα γυαλιού.
«Ω, Θεέ μου!» είπε εκείνη.
«Είσαι τυχερή που δεν τρύπησε τον κερατοειδή. Μπορεί να πάθαινες ζημιά. Θύμισέ μου, πώς ακριβώς συνέβη;»
«Δε… δεν θυμάμαι».
«Έλα τώρα, Δάφνη».
«Σοβαρολογώ». Κοιτούσε στο καθρεφτάκι το μικρό κόψιμο στο πάνω βλέφαρο. «Βγάζει ακόμα αίμα, Χριστέ μου!»
«Έλα δω». Περιποιήθηκε το τραύμα της με λίγο βαμβάκι και ιώδιο. «Καλύτερα τώρα;»
«Ναι… Είσαι πολύ γλυκός».
«Δεν μου το λες συχνά αυτό».
«Το ξέρω. Φταίνε οι συνθήκες… καταλαβαίνεις».
«Ακόμα με την μητέρα σου;»
Η Δάφνη αναστέναξε. «Ναι. Δεν σε χωνεύει».
«Χμμ… ούτε εγώ».
«Μιλάω σοβαρά».
«Κι εγώ το ίδιο, Δάφνη. Αλλά ξέρεις ποιο το καλό; Η ζωή είναι μικρή για να ασχολούμαστε με τη μάνα σου».
«Έχεις δίκιο… τι σημασία έχει άλλωστε; Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει πόσο σε αγαπώ».
«Κι εγώ σ’ αγαπάω, Δάφνη». Ο άντρας με το κοστούμι τής χαμογέλασε τρυφερά. Ύστερα σοβάρεψε και την κοίταξε μισό λεπτό. «Τελικά πώς το έπαθες;»
«Δεν ξέρω, αλήθεια. Θυμάμαι μόνο ότι έφυγα από τη γιόγκα και πήγα σπίτι και… βιαζόμουν να σε βρω. Για να σου φέρω το αυτοκίνητο, μάλλον. Δεν θυμάμαι κάτι άλλο, είναι μυστήριο».
«Πράγματι είναι». Έτριβε σκεφτικός το πιγούνι του. «Τέλος πάντων. Το σημαντικό είναι πως είσαι καλά. Πρόσεχε όμως την πληγή γιατί μπορεί να μολυνθεί». Κοίταξε το ρολόι του. «Λοιπόν, πρέπει να επιστρέψω. Έχω μια ολόκληρη τάξη να αναλάβω». Τη φίλησε στο στόμα.
«Υπομονή, δυο ώρες ακόμα», είπε η Δάφνη. «Εγώ λέω να γυρίσω κατευθείαν σπίτι».
«Καλά θα κάνεις. Πέσε να ξεκουραστείς».
«Μάλιστα, κύριε καθηγητά».

2

Η Δάφνη γύρισε σπίτι. Το σαλόνι είχε μια ζεστή αίσθηση από μπεζ τοίχους και δερμάτινους καναπέδες. Ωστόσο ήταν καλοκαίρι, στο πάτωμα δεν υπήρχαν χαλιά, και το κλιματιστικό ήταν ανοιχτό. Θα ξέχασε να το κλείσει, μάλλον. Ή μήπως όχι; Υπήρχε κάτι που έπρεπε να θυμηθεί, μα δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Δεν ασχολήθηκε, το έκλεισε από το χειριστήριο.
Έκανε ένα τηλεφώνημα, παρόλο που μετά βίας μπορούσε να δει τα πλήκτρα με το πρησμένο της μάτι –χρειάστηκε να το κλείσει, γιατί, Δόξα τω Θεώ, από το αριστερό έβλεπε μια χαρά. Δεν το σήκωνε κανείς, οπότε έπρεπε να αφήσει μήνυμα. «Κυρία Φου; Θα χρειαστεί να λείψω για κάνα δυο μέρες από τα μαθήματα. Συνέβη κάτι έκτακτο, όχι σοβαρό, μην ανησυχείτε».
Το έκλεισε και πήγε στο νεροχύτη. Έβαλε σε ένα γυάλινο ποτήρι να πιεί νερό και στάθηκε με τους γοφούς στην άκρη του πάγκου. Στεκόταν σκεφτική τρίβοντας το κάτω χείλος –μια απόπειρα να θυμηθεί. Οι σκέψεις δεν κράτησαν  πολύ· ένας φρικτός πόνος στο δεξί της μάτι την έκανε να ρίξει το ποτήρι της κάτω. «Θεέ μου, τι πόνος!» Κοίταξε τα σκόρπια θρύψαλα, η όψη τους την έκαναν να φανταστεί να διαπερνούν το βολβό του ματιού της.
Έτρεξε στο μπάνιο ζαλισμένη. Όσο όμορφη κι αν ήταν, ένα τέτοιο πρήξιμο την έκανε να μοιάζει με σάκο του μποξ. Άνοιξε το ντουλαπάκι με τα φάρμακα και πήρε ένα παυσίπονο. Ένιωθε κάπως καλύτερα, ωστόσο το πρήξιμο δεν υποχώρησε.
Αργότερα ο Νίκος γύρισε σπίτι. Βρήκε την Δάφνη ξαπλωμένη στον καναπέ. «Τι συμβαίνει;»
«Το εννοώ, Νίκο, δεν θα ξαναβγώ έτσι από το σπίτι. Είμαι σαν τέρας».
«Αυτό είναι γελοίο». Χαμογελούσε –αν η Δάφνη φοβόταν κάτι στον Νίκο, ήταν πως πάντοτε χαμογελούσε σε σημείο που δεν ήταν φυσιολογικό ώρες-ώρες. «Είσαι μια κούκλα, πώς είναι δυνατόν να αφήνεις ένα μικρό ατύχημα να σε επηρεάσει; Εξάλλου, σημασία δεν έχει το μέσα; Αυτό δεν μου λες πάντα;»
«Πάντα. Με ένα τέτοιο μοιάζω».
«Και τα πάντα είναι όμορφα, ξέρεις».
«Ναι, καλά», τον πείραξε η Δάφνη. Και μετά: «Πώς ήταν τα παιδιά;»
Ο βιολόγος με το κοστούμι της έριξε ένα ύφος απόγνωσης. «Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό, σε παρακαλώ. Γίνονται όλο και πιο ανυπόφορα, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται. Έτσι μου ‘ρχεται… μου ‘ρχεται να τα πνίξω!»
Η Δάφνη γέλασε, νιώθοντας πρησμένη σαν κωμικοτραγική μάσκα. «Ίσως εκμεταλλεύονται το γεγονός πως δεν είσαι αυστηρός καθηγητής. Πρέπει να τους δώσεις ένα μάθημα».
«Λες ε;»
Η Δάφνη έγνεψε πονηρά.
«Εγώ λέω…» Έπιασε την Δάφνη από τη μέση «…να δώσω σ’ εσένα πρώτα ένα μάθημα». Και την ξάπλωσε στον καναπέ, φιλώντας την παθιασμένα.

3

Η Δάφνη φορούσε ένα πράσινο μακό μπλουζάκι· οι θηλές της διαγράφονταν ακόμη σκληρές πάνω του. Κάπνιζε ένα Ουίστον, αλλά για κείνη πλέον ήταν θέμα συνήθειας παρά ανάγκης. Κοιτούσε τα φώτα της πόλης από το παράθυρο πάνω από το νεροχύτη, όταν στο μυαλό της ξεπετάχτηκε η μητέρα της –είχε να καλέσει στο σπίτι τους ώρες, πράγμα ασυνήθιστο. Ίσως τελικά τα παράτησε, αποδέχτηκε ότι η κόρη της ήταν ερωτευμένη, πως η ζωή της δεν κρεμόταν πια από τη μητέρα της. Έτριβε το κάτω χείλος της, προσπαθούσε να θυμηθεί πάλι τι συνέβη σήμερα και γιατί όλα αυτά τα κενά μνήμης.
Ξεφύσησε τον τελευταίο καπνό. Και πάλι τίποτα. Έσβησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο.
«Δεν κοιμάσαι;»
Η φωνή του  Νίκου ακούστηκε από τα δεξιά της και η Δάφνη τινάχτηκε πάνω. «Νίκο… μου έκοψες τη χολή».
«Συγγνώμη», είπε και πήγε στο ψυγείο. Οι τρίχες στο στήθος του τής έφερναν διέγερση. Ο Νίκος πήρε μια μπίρα και την άνοιξε.
«Δεν σε αντιλήφθηκα –ακόμα δεν μπορώ να ανοίξω το δεξί μου μάτι».
«Τόσο χάλια είναι;»
Ήπιε μια γουλιά από το γυάλινο, θολό από την παγωμένη μπίρα μπουκάλι.
«Ναι… Είναι φυσιολογικό αυτό;»
«Ποιο;»
«Να είναι τόσο άσχημο από ένα μικρό κόψιμο».
Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Σε πονάει;»
«Όχι… εκτός από-»
«Τι; Αν σε πονάει πες το μου».
«Όταν γύρισα με πονούσε λίγο. Πήρα ένα παυσίπονο, δεν πονάει τώρα…»
«Εντάξει, καλό αυτό». Πήγε κοντά και έτριψε καθησυχαστικά το μπράτσο της. «Αν αρχίσει να σε πονάει πάλι, θα πρέπει να το κοιτάξουμε».
«Μα-»
«Και δεν θέλω αντιρρήσεις. Πιστεύω πως το έχεις ξεπεράσει το όλο θέμα της φοβίας». Ήπιε άλλη μια γουλιά και πήγε στην κρεβατοκάμαρα.
«Το έχω ξεπεράσει».
Δεν έλεγε αλήθεια· φοβόταν ακόμη τα νοσοκομεία.

4

Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Δεν ήταν τυφλή. Τα πάντα έμοιαζαν εχθρικά μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άνθρωπος  (άνθρωπος δίχως μάτια)
με μάτια ανθρώπινα, μα δεν κοιτούσαν καθόλου με τρόπο ανθρώπινο. Ήταν αντεστραμμένα, γυρισμένα, κοιτούσαν το εσωτερικό του κρανίου της. Έβλεπε μια μορφή, στρογγυλή, παλλόταν, ήταν μέσα στο κεφάλι της. Η Δάφνη ούρλιαξε, ήταν όνειρο, ένα κακό όνειρο. Στάθηκε κάθιδρη, τρομαγμένη. Ο Νίκος ήταν επίσης ξύπνιος και τρομαγμένος, την κοιτούσε αλλά δεν μιλούσε. Είχε μεταβεί σε μια κατάσταση που είχε γίνει συνήθειο. Ήξερε ότι η Δάφνη είχε δει πάλι την εμμονική μητέρα της να την κυνηγά στα όνειρά της.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν εκείνη. Τα τελευταία βράδια έβλεπε κάτι άλλο, κάτι για το οποίο δεν του είχε μιλήσει ακόμα, δεν ένιωθε άνετα. Μπορεί να την περιγελούσε, παρόλο που δεν του είχε δώσει τέτοια δικαιώματα.
Φοβόταν. Δεν ήταν έτοιμη.

5

Ήταν Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου, με πρωινή λιακάδα. Ένας κούκος παραμιλούσε έξω από το παράθυρό τους. Η Δάφνη ήταν ακόμη ξαπλωμένη και παρακολουθούσε τον Νίκο που ετοιμαζόταν για το σχολείο.
«Είναι καλύτερα;» την ρώτησε ενώ φορούσε τη γραβάτα του.
«Νομίζω πως ναι». Άγγιξε την πληγή. «Άου… ή και όχι».
Ο Νίκος έκανε το γύρω του κρεβατιού και την φίλησε. «Είσαι κουτό. Πάντως στο λέω, αν δεν έχει περάσει μέχρι αύριο, θα σε πάρω να πάμε στο νοσοκομείο. Μπορεί να έχει μολυνθεί».
Η Δάφνη στριφογύρισε τα μάτια μέσα στις κόγχες της –μόνο το αριστερό φάνηκε να κάνει αυτή την κίνηση. «Καλά θα είμαι, μην ανησυχείς. Παρεμπιπτόντως, κάλεσε καθόλου η μητέρα μου; Έχει μια μέρα να φανεί».
«Όχι». Ήταν εμφανές ότι ένα τέτοιο ερώτημα τον ενοχλούσε. «Και τολμώ να παραδεχτώ πως δεν με απασχολεί. Για το δικό μας καλό, να ησυχάσουμε πια απ’ αυτή τη γυναίκα».
«Νίκο, είναι η μητέρα μου». Η Δάφνη ήξερε ότι δεν την σύμφερε να το συνεχίσει. Θα άκουγε την απάντησή του και ύστερα θα σταματούσε να σκαλίζει το θέμα.
«Σκασίλα μου!» φώναξε. «Θα την αφήνεις να έχει τον έλεγχο της ζωής σου; Δεν είσαι παιδί, Δάφνη. Οφείλει να το καταλάβει πια αυτό, για όνομα».           Έστρεψε τη ματιά του στον καθρέφτη για να ζώσει το παντελόνι του. Η Δάφνη καταλάβαινε ότι αυτή η αποστροφή ήταν μόνο και μόνο για να μη συναντήσει το θυμωμένο βλέμμα του –ένας μηχανισμός άμυνας. «Κοίτα… δεδομένης της κατάστασης, δεν θα το συζητήσω άλλο. Μιλάμε για αυτονόητα πράγματα, γι’ αυτό ας μη χαλάμε τις καρδιές μας τώρα».
«Ποιας κατάστασης; Μιλάς για το μάτι μου;»
«Όχι. Μιλάω για το γεγονός ότι δεν σε αφήνει ήσυχη ούτε και στον ύπνο σου. Σε έχει καταστρέψει». Η Δάφνη δεν το συνέχισε –ο Νίκος είχε δίκιο.
«Πρέπει να φύγω, άργησα». Έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο. Αυτό σήμαινε πως ήταν ακόμη θυμωμένος· πάντα την φιλούσε στο στόμα.

Τέλος 1ου μέρους. Επόμενο μέρος στις 25 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Τα Χριστούγεννα Του Γέροντα.


Ήταν 25 Δεκεμβρίου, όπου όλοι οι κάτοικοι του χωριού γιόρταζαν τη γιορτή των Χριστουγέννων. Στην άκρη του χωριού, όμως, ζούσε ένας γέροντας που δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί τη γιορτή αυτή, διότι έμενε μόνος του και είχε τις δικές του στενοχώριες.

Ο γέροντας Τζέισον κάθισε στην κόκκινη πολυθρόνα του τεράστιου σαλονιού του και κοιτούσε τα όμορφα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Με εξαίρεση τα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και το ζεστό τζάκι, το σπίτι ήταν σκοτεινό και επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Επίσης, ένα από τα δυο παράθυρα στο σαλόνι ήταν μισάνοιχτο, με αποτέλεσμα να «ταξιδεύει» προς τον κήπο, η μυρωδιά από τα νόστιμα μελομακάρονα και από τους νόστιμους κουραμπιέδες.

Στόχος του γέροντα Τζέισον είναι να «πιάσει» έναν καλικάντζαρο και, γι’ αυτόν το λόγο, κάθε Χριστούγεννα στήνει την ίδια παγίδα.

Η ώρα ήταν δέκα το βράδυ. Ο γέροντας, κοιτώντας την ομίχλη στον κήπο του, έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, έβαλε στο στόμα του ένα μελομακάρονο και φόρεσε τα γυαλιά του. Ξαφνικά, όμως, ακούει ένα θόρυβο από την κουζίνα που έμοιαζε περισσότερο σαν τρίξιμο παραθύρου… Ο γέροντας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, άφησε στο μικρό τραπεζάκι το δαγκωμένο και νόστιμο μελομακάρονο και κοίταξε προς την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας. Για κάποια δευτερόλεπτα,  δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε καν η ανάσα του γέροντα. Μετά από λίγο, ο φοβισμένος γέροντας πλησιάζει με αργά βήματα προς την κουζίνα. Πριν φτάσει στην κουζίνα, αρπάζει μια καραμπίνα που βρίσκει στο πίσω μέρος της πολυθρόνας και, φτάνοντας στην κουζίνα, μπαίνει μέσα και αντικρίζει έναν ξένο! Βλέπει έναν καλοντυμένο άντρα να μπουκώνει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες με ένα ανεξήγητο τρόπο. Επίσης, βλέπει το παράθυρο της κουζίνας ανοιχτό και πολλούς κουραμπιέδες, πεσμένους στο πάτωμα. Καθώς κοιτούσε τους κουραμπιέδες στο πάτωμα, παρατηρεί κάτι το ασυνήθιστο. Έξω από τα τρύπια παπούτσια του καλοντυμένου άντρα, υπήρχαν κοφτερά μαύρα νύχια! Τότε, το κατάλαβε.

– «Έι, εσύ!…»

φώναξε ο γέροντας, σηκώνοντας την καραμπίνα του και σημαδεύοντας τον καλικάντζαρο.

Ο καλικάντζαρος, με ανθρώπινη μορφή, άφησε κάτω ένα μελομακάρονο που έτρωγε και κοίταξε τον γέροντα στα μάτια. Μετά από την επαφή με τα μάτια, ο καλικάντζαρος σηκώθηκε από την καρέκλα και πήρε την απάνθρωπη μορφή του, κάνοντας τον γέροντα να φοβηθεί ακόμη περισσότερο. Ο γέροντας τον πυροβόλησε και ο καλικάντζαρος πετάχτηκε προς τα πίσω, πέφτοντας αναίσθητος στο πάτωμα!!!

–  «Και τώρα, θα σε ανακρίνω»

είπε ο γέροντας στο ψόφιο δαιμόνιο.

Ένας παράξενος και δυνατός ήχος, όμως, ακούγεται από το σαλόνι και ο γέροντας αφήνει τον καλικάντζαρο στην κουζίνα και τρέχει προς το σαλόνι. Όταν φτάνει στο σαλόνι βλέπει κάτι καταστροφικό! Δεν πίστευε στα μάτια του! Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε διαλυθεί και τα στολίδια είχαν σκορπιστεί σε ολόκληρο τον χώρο του σαλονιού!!! Κάτω, όμως, από το παράθυρο του σαλονιού είδε τη φρίκη, μπροστά στα μάτια του! Ένα μικροσκοπικό δαιμόνιο με μυτερά αυτιά και κοφτερά μαύρα νύχια στα χέρια και στα πόδια του, καταβρόχθιζε το πτώμα της νεκρής Κυρα-Φροσύνης!

Η Κυρα-Φροσύνη ήταν η γυναίκα του γέροντα Τζέισον, η οποία είχε πεθάνει πριν από 9 μήνες. Οι καλικάντζαροι είχαν καταλάβει ότι ο γέροντας Τζέισον τους έστηνε παγίδα κάθε Χριστούγεννα, και θέλησαν να ξεθάψουν την νεκρή γυναίκα του για να της δαγκώσουν το βρώμικο δέρμα της, μπροστά στα μάτια του!!! Σκέφτηκαν πως με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουν να απειλήσουν τον γέροντα, ώστε να μην ξαναστήσει παγίδα τα επόμενα Χριστούγεννα κι, έτσι, να μπορούν να τρώνε άνετα τα νόστιμα μελομακάρονα και τους νόστιμους κουραμπιέδες του.

Ο γέροντας έμεινε άναυδος!!! Κοίταξε τον μικροσκοπικό καλικάντζαρο και τον σημάδεψε με την καραμπίνα.

– «Άσε το όπλο κάτω και θα βάλουμε τη γυναίκα σου και πάλι, πίσω στον τάφο της»

του φώναξε ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος, ο οποίος είχε πασαλειμμένο βρώμικο αίμα στο στραβό σαγόνι του.

– «Αν μας δώσεις να φάμε, τότε δε θα σε ενοχλήσουμε ξανά.»

– «Εντάξει»

είπε ο γέροντας και αντιλήφθηκε ότι ο ίδιος μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.

– «Δε θα ξαναβάλω παγίδες και θα σε αφήνω να μπαίνεις στο σπίτι μου κάθε Χριστούγεννα για να τρως ότι θες, αλλά με δυο όρους. Να βάλεις ξανά τη γυναίκα μου εκεί που ανήκει και να μην ξανακάνεις τέτοιου είδους αταξίες στο δικό μου σπίτι»

του είπε, δείχνοντας το διαλυμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Όταν ο γέροντας άφησε σε μια γωνιά την καραμπίνα, ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος εξαφανίστηκε, μαζί με την Κυρα-Φροσύνη, αφήνοντας σε αυτό το σημείο καπνό. Ο γέροντας έτρεξε προς την κουζίνα και στάθηκε πάνω από το πτώμα του αναίσθητου καλικάντζαρου που είχε πυροβολήσει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, όμως, ο αναίσθητος καλικάντζαρος έγινε καπνός. Ο γέροντας, βλέποντας τον καπνό να σκορπίζεται στον χώρο της κουζίνας, πηγαίνει ξανά στο σαλόνι και αρχίζει να στολίζει ξανά το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Γύρω στις 5:00, που ακόμα στον κήπο του σπιτιού του γέροντα επικρατεί σκοτάδι, ησυχία και ομίχλη, ο γέροντας τελειώνει το στόλισμα και ανοίγει το παράθυρο του σαλονιού. Κοίταξε στο απόλυτο σκοτάδι και το μόνο που έβλεπε ήταν η κινούμενη ομίχλη. Ξαφνικά, ανατρίχιασε. Ανατρίχιασε, επειδή άκουσε, μέσα στο σκοτάδι, αόρατες και άγνωστες φωνές να λένε ένα τραγούδι.

– «Το Τραγούδι Των Καλικαντζάρων»

είπε και ανατρίχιασε όσο ποτέ άλλοτε.

Στη συνέχεια, άφησε μισάνοιχτο το παράθυρο και άραξε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, τρώγοντας τα νόστιμα μελομακάρονα και κοιτώντας μια το χριστουγεννιάτικο δέντρο και μια το ζεστό του τζάκι.

Μια συμβουλή: Να προσέχετε ποιους εμπιστεύεστε! Κάθε Χριστούγεννα, οι καλικάντζαροι παίρνουν ανθρώπινη μορφή και κυκλοφορούν τις νύχτες στους δρόμους και στα σπίτια, κάνοντας τις ζαβολιές τους και προσπαθώντας να κάνουν κακό σε οποιονδήποτε δεν τους αφήσει να κάνουν αυτό που εκείνοι θέλουν.

Τρόμου: Η Πέτρα.


Το καλοκαίρι στο εξοχικό μου που είναι πολύ παλιό, πάνω από 200 χρόνων, βρήκε η αδερφή μου μια παλιά και τρομαχτική κούκλα πίσω από ένα παλιό Ραδιόφωνο (μπορεί αυτή η κούκλα να ανήκε στην προγιαγιά μου). Θυμηθήκαμε ότι πριν από πολλά χρόνια όταν είμασταν πολύ μικρές, είχαμε αυτήν την κούκλα και παίζαμε μαζί της. Tην είχαμε ονομάσει Πέτρα. Ώσπου μια μέρα η κούκλα εξαφανίστηκε και δεν βρέθηκε για χρόνια όσο και αν την ψάξαμε και ξεχάστηκε.

Ώσπου φέτος το καλοκαίρι η πέτρα ξαναβρέθηκε πίσω από το ραδιόφωνο ενώ εκεί είχαμε ψάξει. Εγώ ανατρίχιασα με την κούκλα γιατί μου προκαλούσε φόβο, αντιθέτως η αδερφή μου έκανε κάτι που δεν το περίμενα καθόλου. Για μέρες είχε κολλήσει με την κούκλα και την είχε πάντα μαζί της όπου και αν πήγαινε. Εγώ είχα παραξενευτεί, γιατί να την θέλει αυτήν την τρομαχτική κούκλα; Στο τέλος θύμωσα πολύ γιατί ότι και αν κάναμε με την αδερφή μου η κούκλα ήταν πάντα παρούσα και με κοίταζε με τα ψυχρά της μάτια. Στεκόταν εκεί καθιστή με το άσπρο της φόρεμα. Είχε γαλάζια μάτια μόνο μου το ένα είχε βγει και είχε καφέ κοντά ίσια μαλλιά και ένα τρομαχτικό χαμόγελο.

Τότε άρχισα συχνά να βρίζω την κούκλα λέγοντας στην Νικόλ ότι η κούκλα είναι παλιά, άσχημη και τρομαχτική αλλά εκείνη δεν άλλαζε την γνώμη της για την Πέτρα.  Τέλος έπεισα την αδερφή μου να κάνουμε μια πλάκα με την κούκλα. Της είπα να πάμε στο εκκλησάκι της προγιαγιάς μου στο δάσος και να την θάψουμε για να δούμε τι θα γίνει τη άλλη μέρα… Έτσι για πλάκα…

Όμως την άλλη μέρα η αδερφή μου ήταν θυμωμένη και ήθελε πίσω την κούκλα, έτσι πήγα να της την φέρω. Προς μεγάλη μου έκπληξη η κούκλα ήταν ξεθαμμένη και μπρούμυτα. Τότε τρόμαξα και ευχήθηκα να μπορούσα να την ξεφορτωθώ την τρομαχτική και άσχημη κούκλα, αλλά την πήρα και πήγα να την επιστρέψω στην αδερφή μου γιατί θα στεναχωριόταν. Έπειτα όταν πήγα να γυρίσω είχε πολύ ήλιο και το σπίτι ήταν μακριά από το δάσος και κουράστηκα παρά πολύ για κάποιον λόγο. Όταν έφτασα σπίτι ήμουν κατακόκκινη και έτοιμη να λιποθυμήσω από την κούραση. Ενώ είχα πάει πολλές φορές σε αυτόν τον δρόμο στο δάσος πότε μου δεν ένιωσα ούτε ίχνος κούρασης μέχρι που έγινε αυτό σήμερα. Το μόνο που πίστεψα ήταν ότι η κούκλα έφταιγε για αυτό επειδή την έβριζα μου συνέβησαν άσχημα πράγματα.

Έπειτα την επόμενη μέρα η αδερφή μου έπαιζε στην αυλή με την πέτρα ώσπου με φώναξε και μου είπε ότι η Πέτρα της έπεσε μέσα στην αυλή του γειτονικού σπιτιού που ήταν  εγκαταλειμμένο και δεν μπορούσε να την πιάσει γιατί είχε συρματόπλεγμα. Έτσι σκαρφάλωσα για να πιάσω την Πέτρα παρόλο που δεν την ήθελα καθόλου, μόνο και μόνο για την αδερφή μου. Στην προσπάθεια μου  να την πιάσω χτύπησα και γρατζουνίστηκα πολύ. Για την υπόλοιπη εβδομάδα μου συνέβησαν πολύ άσχημα πράγματα. Μια μέρα λοιπόν η Πέτρα ξαφνικά ένα πρωί εξαφανίστηκε… ψάξαμε παντού να την βρούμε ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη αλλά τίποτα. Η κούκλα είχε εξαφανιστεί για άλλη μια φορά. Από τότε που εξαφανίστηκε εγώ ηρέμησα και  σταμάτησαν να μου συμβαίνουν άσχημα πράγματα.

=========================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=========================================

Αρέσει σε %d bloggers: