Category Archives: Τρόμου

Τρόμου: Το δωμάτιο 7.


Καλοκαίρι του 2018, ο Άνταμ με την αδερφή του Ελίζαμπεθ πήγαν 2 εβδομάδες για διακοπές στην Νέα Υόρκη και έκλεισαν 2 δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο. Ήταν Αύγουστος και μόνο τότε είχαν την πιο μεγάλη τους άδεια από την δουλειά.

Φτάνοντας ζήτησαν τα κλειδιά των 2 δωματίων. Η Ελίζαμπεθ έφυγε πρώτη και ο Άνταμ περίμενε να του δώσουν το δικό του κλειδί. “Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι υπάρχει ένα πορτρέτο, μην το πειράξετε σε καμιά περίπτωση!”, του είπε ο ρεσεψιονίστ. Ο Άνταμ έγνεψε απλώς καταφατικά χωρίς να καταλάβει τίποτα και πήρε το κλειδί του δωματίου του.

Τακτοποίησε βιαστικά τα πράγματα του και πήγε στο δωμάτιο 4 που ήταν η αδερφή του, να την πάρει να κάνουν μία βόλτα στην πόλη. Γυρνώντας το βράδυ, ο Άνταμ πήγε για μπάνιο και όταν έκατσε στο κρεβάτι, τότε παρατήρησε το πορτρέτο. Ήταν αρκετά μεγάλο.

Είχε ζωγραφισμένο το πρόσωπο μίας κοπέλας με στοιχεία της εποχής του 1850. Τα μάτια της κοιτούσαν ευθεία, νόμιζες ότι κοιτούσε εσένα, έμοιαζε σαν να είχε ζωή. Ο Άνταμ το επεξεργάστηκε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι το ξεχωριστό είχε αυτό το πορτρέτο που δεν έπρεπε να το αγγίξει ή γενικά να το πειράξει.

23:30 σβήνει τα φώτα και πάει για ύπνο. Μια μαύρη φιγούρα ήταν μπροστά από το κρεβάτι και τον κοιτούσε. Ξύπνησε τρομαγμένος. Ευτυχώς ήταν απλά ένα όνειρο. Ή μήπως όχι; Ώρα 2:00. Το βλέμμα του πήγε στο πορτρέτο. Ήταν σαν να τον κοιτούσε με θυμό! Ενστικτωδώς πήρε ένα σεντόνι και τo σκέπασε. Ηρέμησε λίγο και κοιμήθηκε πάλι. Tο πρωί ξύπνησε πιο ήρεμος.

Το σεντόνι που είχε βάλει στο πορτρέτο ήταν πεσμένο στο πάτωμα. “Μάλλον δεν θα το έβαλα καλά. Σίγουρα ότι είδα χθες ήταν από την κούραση μου, τίποτα δεν ήταν αληθινό.”

Πέρασαν 3 μέρες κανονικά. Το βράδυ της 4ης νύχτας, όσο ο Άνταμ ήταν στο μπάνιο, άκουσε θορύβους από μέσα. Σαν κάποιος να έριχνε πράγματα! Βγαίνοντας είδε το κρεβάτι άνω-κάτω, τα μαξιλάρια πεταμένα στο πάτωμα μαζί με τα σκεπάσματα και το βάζο από το κομοδίνο σπασμένο κάτω από το πορτρέτο!

Κατέβηκε στην ρεσεψιόν να ρωτήσει αν μπήκε κάποια καμαριέρα και άθελά της έκανε αυτή τη ζημιά. “Οι καμαριέρες σχόλασαν πριν 1 ώρα, τι εννοείτε;” Σάστησε… Κοιτούσε τον ρεσεψιονίστ παγωμένος. “Ίσως είμαι αρκετά κουρασμένος, χρειάζομαι ύπνο…”

Η πόρτα του δωματίου δεν άνοιγε. “Κάτι την έχει κάνει να κολλήσει;” Λίγο σπρώξιμο και άνοιξε. Συμμάζεψε την ακαταστασία και ξάπλωσε. Τα φώτα σβηστά. Μόνο το φως του φεγγαριού φώτιζε λίγο το δωμάτιο.

Ώρα 2:30. Ακούγεται ένας ήχος, σαν κάποιος να προσπαθούσε να κλάψει. Κάτι σέρνεται. Ο Άνταμ έκατσε στο κρεβάτι και προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό. Πίσω από τον τοίχο εμφανίζεται μία κοπέλα που έκλαιγε και έσερνε αργά τα πόδια της στο πάτωμα. Ανάβει βιαστικά το φως και η κοπέλα δεν ήταν πια εκεί.

Το πορτρέτο κοιτούσε προς την μεριά που ερχόταν η κοπέλα! Πήγε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο του να συνέλθει. Βγαίνοντας το φως στο δωμάτιο έσβησε. Μια γυναικεία φιγούρα βγήκε μέσα από το πορτρέτο και έμεινε στάσιμη για λίγο. Άρχισε να κλαίει και κατευθύνεται αργά προς τον Άνταμ.

Βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στην αδερφή του, αλλά από την ταραχή του δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα του είπαν στην ρεσεψιόν πως το δωμάτιο 3 “άδειασε” σήμερα το πρωί.

Μεταφέροντας τα πράγματα του από το ένα δωμάτιο στο άλλο, σκεφτόταν αυτά που έγιναν το προηγούμενο βράδυ. Με φόβο να μην γελάσουν μαζί του, μίλησε στους ανθρώπους της ρεσεψιόν.

“Δεν είσαι ο πρώτος που αναφέρει το ίδιο πράγμα.” Ανακούφιση και άγχος μαζί τον κατέβαλαν. “Τι εννοείτε πως δεν είμαι ο πρώτοw;” Ήθελε να μάθει τι ήταν μαζί του μέσα στο δωμάτιο. “Κ. Άνταμ, κρύβεται μια ιστορία πίσω από αυτό το δωμάτιο… Ήταν γύρω στο 1850 και αυτό το ξενοδοχείο τότε ήταν μια μεγάλη έπαυλη. Ζούσε μια κοπέλα εδώ τότε με την οικογένειά της. Ήταν ερωτευμένη με έναν νεαρό που της υποσχέθηκε πως μια μέρα θα την παντρευόταν.

Ύστερα από ένα χρονικό διάστημα δεν λάμβανε πια γράμματα από αυτόν και δεν εμφανιζόταν. Μια μέρα της ήρθε ένα γράμμα που την προσκαλούσε στον γάμο του αγαπημένου της μαζί με μια άλλη. Εκείνη από την στεναχώρια της δεν άντεξε και έκοψε τις φλέβες της. Την βρήκαν νεκρή μέσα στο δωμάτιο που μένετε και είχαν φτιάξει αυτό το πορτρέτο για να την θυμούνται.

Πριν από εσάς είχαν έρθει και άλλοι και έκαναν τα ίδια παράπονα. Τα μάζευαν και πήγαιναν να μείνουν σε άλλα ξενοδοχεία…” Όντως δεν ήταν η φαντασία του. Όντως κάτι άλλο υπήρχε μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. “Ίσως θα ήταν καλύτερα αν το κλείνατε. Να μην αφήνετε κανέναν να μένει εκεί.” Ο Άνταμ άλλαξε δωμάτιο και το δωμάτιο 7 το κλείδωσαν. Από τότε δεν ακούστηκαν άλλα παράπονα από κανέναν.

/* Από την φίλη Τσαμπίκα */

Τρόμου: Η Γριά Με Το Δαχτυλίδι.


Τα βράδια του καλοκαιριού όταν είμαστε μικροί, μας άρεσε που λέγαμε παράξενες και τρομακτικές ιστορίες. Τις λέγαμε στα μικρότερα παιδιά και στα κορίτσια —ιδίως στα κορίτσια. Οι ιστορίες αυτές με την σχετικά υποβλητική αφήγηση μας γοήτευαν. Δεν θα έλεγα ότι μας τρόμαζαν, ωστόσο κέντριζαν τη σκέψη μας και την οδηγούσαν στα σύνορα του παράλογου και του μεταφυσικού, τόποι ανεξερεύνητοι σε εκείνη την ηλικία.

Και η κάθε ιστορία, αν και προϊόν φαντασίας χωρίς κανένα λογοτεχνικό βάθος, μας συνάρπαζε και θέλαμε να την ακούσουμε ξανά και ξανά. Και αν το επόμενο βράδυ τύχαινε και έμπαινε στην παρέα κάποιο νέο παιδί, κάποιος που έλειπε από την προηγούμενη βραδινή αφήγηση, λέγαμε ξανά τις ιστορίες, από την αρχή. Μάλιστα σε κάποιες πολύ ιδιαίτερες, ζητούσε να τις αφηγηθεί εκείνος που είχε φοβηθεί περισσότερο την προηγούμενη νύχτα —γοητευτεί θα λέγαμε πιο ψύχραιμα σήμερα. Και ο νέος ακροατής συνταυτιζόταν από την αρχή, όταν όλοι μαζί φωνάζαμε, ο ένας από ’δω ο άλλος από ’κει, αυτή να πεις, με την μαυροφορεμένη γυναίκα που δεν φαινόταν το πρόσωπό της. Όχι… όχι… την άλλη, εκείνη με την παιδική κοριτσίστικη φωνή που έβγαινε από το πηγάδι του Φραγκούλα! Ναι… ναι… αυτή να πούμε…   

Και κάθε καλοκαίρι οι αφηγήσεις αυτές έμεναν ίδιες, δεν εμπλουτίζονταν με καινούργιες. Ίδιες έμεναν μόνο που είχαν πλέον ωριμάσει. Και παρά τις έντονες ομοιότητες, τα στοιχεία τους είχαν αυτονομηθεί και έφτιαχναν μια νέα ιστορία ή, έστω, την άλλαζαν ελαφρώς, αναλόγως με ποιους απαρτιζόταν η ομάδα —περισσότερα κορίτσια; περισσότεροι μικροί;— ώστε να δώσουν τελικά μιαν άλλην αίσθηση τελείως, νέα ερεθίσματα, καινούργια αύρα, πάντα δυνατή.

Η πιο γνωστή και αγαπημένη από αυτές τις τρομακτικές ιστορίες ήταν «η γριά και το δαχτυλίδι». Και η ιστορία αυτή σήμερα, τριάντα πέντε και πλέον χρόνια από την πρώτη της αφήγηση, υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές, αλλοιωμένη από το χρόνο, αναλόγως τη χρονιά που την άκουσε ο καθένας και το στίγμα που άφησε μέσα μας. 

Η ιστορία είναι τούτη:

Κάποτε ένας νέος σκαρφάλωσε στον πιο ψηλό βράχο που είχε το Γαλάζιο Όρος για να εντυπωσιάσει τους υπόλοιπους. Γλίστρησε όμως και έπεσε σε μια μεγάλη τρύπα, σκοτεινή. Στο κάτω μέρος της τρύπας, βαθιά μέσα σε μια σήραγγα του οποίου τις διαστάσεις δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια, ζούσε μια γριά. Η γριά αυτή φορούσε διάφορα παλιά δαχτυλίδια, μάλλον άνευ σημασίας, μα στο μεσαίο της δάχτυλο, το μεγάλο, ίσως για να μην της φύγει, φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι, ολόχρυσο. Η γριά όταν είδε ξαφνικά τον νέο φοβήθηκε. Τρόμαξε περισσότερο από τον απρόσκλητο επισκέπτη και με το χέρι της σκέπασε το πρόσωπό της. Ο νέος παρατήρησε ότι το χρυσό δαχτυλίδι έφεγγε με χαμηλό φωτισμό όλο το σκοτεινό λαγούμι, κάθε κοιλότητα της τρύπας, έφεγγε κάθε γωνία της υπόγειας φωλιάς, κάθε απόληξη αυτής. 

Η γριά κατέβασε το χέρι της και προσπάθησε να μιλήσει, μα η φωνή της δεν έβγαινε, παρά μόνο κάποιες χαμηλές συχνότητες από ακατάληπτα λόγια.Ο νέος συμπέρανε ότι η γριά θα ήταν χωμένη εκεί για δεκαετίες, μόνη της, ώσπου είχε ξεχάσει πια να μιλάει ή, πάλι, δεν μίλαγε ποτέ, από γεννησιμιού της, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να ζητήσει βοήθεια από όσους ήταν πάνω, στην κανονική τη γη, έξω απ’ το λαγούμι. 

Και βλέποντας τον κρύο φόβο της γριάς, ο νέος έπαψε να ανησυχεί και την άφησε εκεί, μόνη της, στο βάθος. Αυτήν και τα δαχτυλίδια της, προσπαθώντας ο ίδιος να βρει μια έξοδο διαφυγής, να ανταμώσει πάλι με τον έξω κόσμο, με την ελευθερία.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά και μετά από πολύ αγώνα, ο νεαρός κατάφερε να βγει στον λαμπερό τον ήλιο και ν’ αφήσει πίσω του το κακό όνειρο που μόλις είχε ζήσει. Μα μόλις έφυγε από το φανταστικό τον επισκέφτηκε η λογική —και τον κυρίευσε! Μαύρες σκέψεις τού τριβέλιζαν το νου: Γιατί να μην ξαναγυρίσει πίσω και να πάρει το δαχτυλίδι της γριάς; Κανείς δεν ήξερε το μέρος, μόνον αυτός! Δεν είχαν ακούσει ούτε μια φορά την ιστορία, κανένα θρύλο του χωριού για τη γιαγιά εκείνη, το γεγονός της ύπαρξής της. Κανένας δεν μίλαγε γι’ αυτήν, κανείς δεν ήξερε. 

Σκεφτόταν να προχωρήσει στην επόμενη μέρα. Τον τριβέλιζε η σκέψη να έπαιρνε το χρυσό το δαχτυλίδι και να το πουλούσε στη Χώρα. Θα έβγαζε καλά λεφτά. Θα πραγματοποιούσε ό,τι είχε φανταστεί ή θα μπορούσε πλέον να φανταστεί με τα λεφτά στην τσέπη. Γιατί όλοι ξέρουμε ότι η φαντασία δουλεύει καλύτερα όταν οι τσέπες είναι γεμάτες. Και μαγεμένος από το δαχτυλίδι, κάποιο βράδυ, νύχτα βαριά που το χωριό κοιμόταν, τράβηξε κατά το Γαλάζιο Όρος, ανέβηκε για ακόμη μια φορά και έψαξε γονατιστός να βρει την τρύπα, να μπει ακόμη μια φορά εντός της. 

Κάποια στιγμή τα κατάφερε, βρήκε την τρύπα και κατέβηκε χαμηλά. Στο βάθος ξαναείδε τη γριά, πάντα φοβισμένη, με τα χέρια στο πρόσωπο κοντά. Με το χρυσό δαχτυλίδι στο μεσαίο δάχτυλο ανοιγόκλεινε το στόμα της και ο ήχος που έβγαινε ήταν σχεδόν ανύπαρκτος, μια υπόκωφη βουή, ένας ήχος χαμηλός που δύσκολα θα μπορούσε να ανιχνευτεί από κάποιον άνθρωπο, ένα βούισμα πραγματικά αλλόκοτο. Ο νέος έτρεμε, μα και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί σε μια τόσο ήσυχη νύχτα δεν ήθελε να ακουστεί κανένας θόρυβος, να μη γίνει τίποτα αισθητό στον οικισμό γι’ αυτό που θ’ ακολουθούσε. 

Η γριά σα να κατάλαβε το επόμενο βήμα του νεαρού, προσπάθησε να κρύψει το δεξί της χέρι από πίσω, αλλά ο νέος της το έπιασε με βία και έβαλε όλη τη δύναμή του για να τραβήξει και να της βγάλει το χρυσό το δαχτυλίδι. Και η γριά που μέχρι τότε μόνον έναν υπόκωφο ήχο είχε καταφέρει να βγάλει από το στόμα, ένα μουρμουρητό ασήμαντο, ένα τίποτα, ούρλιαξε τόσο δυνατά… [Εδώ ο αφηγητής διακόπτει απότομα την υπνωτική του αφήγηση και ουρλιάζει όσο πιο δυνατά μπορεί. Αααααα! Σε λίγο, κοιτώντας στα μάτια τους εμβρόντητους ακροατές, συνεχίζει:] Η ανάσα του νεαρού κόπηκε. Η φωνή συνέχισε. Αααααα! Και το ουρλιαχτό μέσα από τις δαιδαλώδεις τρύπες έγινε πάταγος μεγάλος, κοσμοχαλασιά, και ο νέος έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μήπως γλυτώσει. 

Χτύπαγε τους ώμους του στο λαγούμι σαν να μίκραινε αυτό, σαν να μαζευόταν. Έτσι ένιωθε από τον τρόμο. Πληγωνόταν ο νέος τρέχοντας προς τα πάνω, πληγωνόταν και φώναζε. Περισσότερο από φόβο φώναζε, όχι απ’ τα γδαρσίματα στους ώμους και τα χτυπήματα στα γόνατα και το κεφάλι…  Έτρεχε προς τα έξω, ένιωθε ότι η καρδιά του πάει να σπάσει. Κάποια στιγμή έφτασε στην επιφάνεια μα συνέχισε να τρέχει. Σιωπηλός πια, εξαντλημένος. Έτρεχε κι έτρεχε μέχρι που λιποθύμησε στο Άπλωμα. [Εδώ ο αφηγητής βάζει το σημείο στο οποίο αφηγείται ο ίδιος την ιστορία. Συνήθως τις λέγαμε στο Άπλωμα —εκεί συμβαίνουν όλα…] Και όταν ο νέος ησύχασε, όταν ξανάρθε στα καλά του, πρόσεξε ότι δεν κράταγε το δαχτυλίδι μόνο, μα και το γέρικο δάχτυλο μαζί, το μεσαίο δάχτυλο της γριάς με τους ροζιασμένους κόμπους, που ξεριζώθηκε κι αυτό μαζί με το δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι το χρυσό, το αρχαίο, αυτό που φταίει για όλα…


Και την ιστορία αυτή τη λέγαμε με πολλές παραλλαγές μέσα στα χρόνια. Σε κάποια από αυτές ο νέος έπαιρνε τη θέση της γριάς και εκείνη απελευθερώνεται και όλοι φανταζόμαστε ότι ο νέος θα γινόταν κι αυτός με τη σειρά του γέρος, με ροζιασμένα χέρια και περίεργα δαχτυλίδια, ένα από τα οποία θα ήταν χρυσό και θα περίμενε το επόμενο θύμα. Και η ιστορία τελείωνε με συμβουλή: Μην πάει κανείς κατά το Γαλάζιο Όρος! Τόσο χώρο έχει το χωριό να παίξετε. Παίξτε οπουδήποτε, αλλά προσοχή, όχι στο Γαλάζιο Όρος, σας ικετεύω! 

Μια άλλη παραλλαγή που τη θυμάται η αδερφή μου είναι αυτή όπου η γριά ήταν νεκρή στην κάσα, μέσα στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου. Γύρω της γυναίκες του χωριού να διαβάζουν όλη τη νύχτα ψαλμούς για την ψυχή της. Κάποια στιγμή που πάει ένας νέος να φωνάξει τη μητέρα του, κουνιέται το καπάκι, βλέπει τα δαχτυλίδια της γριάς και θέλει να τα κλέψει. Βρίσκει διάφορους τρόπους, κυρίως με ήχους από ζώα που υπάρχουν απ’ έξω από το κενοτάφιο, ώστε να παρασύρει τις γυναίκες και να βρεθεί μόνος με τη γριά, να καταφέρει να τις πάρει τα δαχτυλίδια. Έτσι και γίνεται. Μα μόλις ανοίγει το καπάκι και πάει να τραβήξει το μεσαίο δαχτυλίδι, αυτή σηκώνεται μέσα από την κάσα, ανοίγει τα μάτια της, υψώνει το αδύναμο χέρι της και τον δείχνει φωνάζοντας, εσύ… εσύυυυ… εσύυυυ! Και ο αφηγητής με ορθάνοιχτα τα μάτια σηκώνει το χέρι του, το πλησιάζει στο πρόσωπο ενός από τα παιδιά της ομάδας, και λέει με βαθιά φωνή σαν να μην είναι δικιά του, εσύ… εσύυυυ!

/* Ευχαριστούμε τον Λεοπόλδο για την ιστορία του */

Τρόμου: Μέρα έβδομη.


Μέρα 1η: Ξέρω πως στο σπίτι μου δεν είμαι μόνη μου. Εδώ και καιρό…

Μέρα 2: Διάφορα πράγματα κινούνται μόνα τους, χωρίς εγώ να τα ακουμπήσω.

Μέρα 3η: Σταδιακά τα φώτα στο σπίτι μου τρεμοπαίζουν.

Μέρα 4η: Κάποιος είναι εδώ φωνάζοντας βοήθεια. Δεν μπορώ να τον βρω…

Μέρα 5η: Ένα παιδάκι τρέχει γελώντας μέσα στο σπίτι. Είναι ωραίο να ακούς το γέλιο του παιδιού σου, εκτός αν δεν έχεις…

Μέρα 6η: Βράδυ. Στο μπαλκόνι μου κάθεται ένας γοητευτικός άντρας και με κοιτάει χαμογελώντας. Πρέπει να κλειδώσω τα πάντα!

Μέρα 7η: Αισθάνομαι τα νύχια του και την καυτή ανάσα του πάνω μου. Πλέον δεν μπορώ να κάνω τίποτα…

/* Από την φίλη Τσαμπίκα */

Τρόμου: Στο σχολείο.


Θυμάμαι ήμουν 17 χρονών από τότε που έγινε εκείνο το σοβαρό ατύχημα στο λύκειο που πήγαινα. Ήμουν σε επαγγελματικό λύκειο στο τμήμα των οδοντοτεχνιτών. Η Μαίρη έκατσε να γυαλίσει την οδοντοστοιχία της στον μεγάλο τροχό χωρίς να μαζέψει τα μαλλιά της. Ο τροχός της τράβηξε τα μαλλιά και της άνοιξε το κεφάλι. Ένα ατύχημα δευτερολέπτων… Κανείς μας δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα…

Μετά από αυτό, το σχολείο έκλεισε οπότε αναγκάστηκα να πάω σε άλλο επαγγελματικό λύκειο. Εκεί γνώρισα την Αθηνά, που μέχρι σήμερα είμαστε φίλες. Όταν αποφοιτήσαμε της είπα για το ατύχημα στο πλέον εγκαταλελειμμένο σχολείο. Είχαμε ακούσει αργότερα φήμες πως στην αίθουσα της οδοντοτεχνικής υπήρχε παραφυσική δραστηριότητα. Ίσως για αυτό έκλεισαν το σχολείο…

Με την Αθηνά πήραμε το θάρρος και την απόφαση να εξερευνήσουμε την αίθουσα του σχολείου. Τέλη Ιουνίου μπήκαμε στο κτήριο κρυφά, φυσικά όσο ήταν μέρα ακόμα. Είδα τις παλιές μου κατασκευές και ήθελα να τις δω. Μας αποπήρε η ώρα με τις κατασκευές, που άρχισε να νυχτώνει.

Έπρεπε όμως να μάθουμε τι γίνεται μέσα στην αίθουσα και να δούμε αν οι φήμες ήταν αληθινές! Δεν πήραμε φακούς όμως, για καλή μας τύχη, λειτουργούσε ακόμα ο ηλεκτρισμός! Υπήρχαν ακόμα τα αίματα από το κεφάλι της Μαίρης πάνω στον τροχό… Στο πάτωμα βρέθηκε η σπασμένη οδοντοστοιχία της…

Έσπασε; Πως γίνεται αυτό; Αφού η κοπέλα δεν πρόλαβε να την πιάσει στα χέρια της και να την γυαλίσει! Και κανείς άλλος δεν την είχε ρίξει! Πριν προλάβω να την μαζέψω από κάτω, με φωνάζει η Αθηνά λέγοντας ότι, έξω σε ένα παγκάκι της αυλής, κάθεται μια κοπέλα.

Πήγα κι εγώ στο παράθυρο δίπλα της να την δω, όμως δεν μπορούσα να την δω καθαρά! Το αγνόησα και πήγα να μαζέψω την σπασμένη οδοντοστοιχία. Ύστερα από λίγα λεπτά ησυχίας η Αθηνά τσίριξε λέγοντας τρομαγμένη πως είδε έξω από το παράθυρο μια μαυροφορεμένη κοπέλα με το μισό κεφάλι φαλακρό και όλο της το πρόσωπο γεμάτο αίματα!

Την φώναξα να φύγουμε γιατί ότι και να ήταν εδώ μάλλον δεν μας ήθελε! Η πόρτα όμως ήταν κλειδωμένη, και το χειρότερο ήταν πως δεν την είχαμε κλειδώσει εμείς! Η Αθήνα πήρε ένα σίδερο από την έδρα και άρχισε να χτυπάει το παράθυρο μήπως και καταφέρει να το σπάσει ώστε να μπορέσουμε να φύγουμε.

Ήμουν δίπλα της γιατί φοβόμουν να μείνω έστω και για λίγο μόνη μου ή να μείνει η Αθηνά μόνη της. Ακούστηκε ένα κλάμα από μέσα! Δεν ήταν ούτε η Αθηνά, ούτε εγώ! Τότε ποιος ήταν; Από το πουθενά εμφανίστηκε η ίδια κοπέλα μπροστά στον τροχό κλαίγοντας! Σίγουρα ήταν η Μαίρη…

Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν και η κοπέλα γύρισε προς το μέρος μας! Όντως το μισό κεφάλι της ήταν φαλακρό και ήταν μέσα στα αίματα… Της έλειπαν τα μαλλιά που της είχε τραβήξει ο τροχός… Ερχόταν πριν το μέρος μας κουτσαίνοντας γεμάτη θυμό και κόκκινα μάτια!

Πήρα το σίδερο από την Αθηνά γεμάτη πανικό και άρχισα να χτυπάω το τζάμι με όλη μου τη δύναμη! Πλέον ήταν η μόνη μας διέξοδος! Ο τροχός άρχισε να δουλεύει κάνοντας έναν ανατριχιαστικό και απόκοσμο θόρυβο και, ο πλέον δαίμονας και όχι κοπέλα, ερχόταν προς το μέρος μου!

Γεμάτη πανικό κατάφερα να σπάσω το παράθυρο! Τράβηξα την Αθηνά απ’ το χέρι για να βγει μαζί μου. Η λάμπα της αίθουσας έσπασε, και τα φώτα της αυλής δεν λειτουργούσαν! Σαν να έριξε κάποιος την ασφάλεια του ηλεκτρισμού!

Τρέξαμε στα τυφλά ψάχνοντας για την έξοδο όσο ο δαίμονας μας κυνηγούσε και γελούσε σατανικά με ένα τρομαχτικό και μη ανθρώπινο γέλιο! Κατάφερε να πιάσει τα μαλλιά της Αθηνάς τραβώντας το κεφάλι της προς τα πίσω! Λίγο ακόμα και θα της έσπαγε τον λαιμό όταν για καλή μας τύχη περνούσαν 2 παιδιά έξω από την είσοδο του σχολείου!

Μόλις έριξαν το φως από τους φακούς των κινητών τους πάνω μας, ο δαίμονας άφησε τα μαλλιά της Αθηνάς και εξαφανίστηκε. Βγήκαμε χάρη σε αυτούς τους 2 και πήγα την Αθηνά στο νοσοκομείο να την εξετάσουν για τυχόν τραυματισμούς. Ευτυχώς δεν είχε τίποτα…

Έμεινα μαζί της εκείνο το βράδυ. Στο σχολείο δεν ξαναπήγαμε ποτέ μετά από αυτή την τρομαχτική εμπειρία. Η κοπέλα που είδαμε εκεί ήταν σίγουρα η Μαίρη… Ίσως να έμεινε εκεί γιατί έχασε άδικα την ζωή της και ίσως να μας επιτέθηκε επειδή την ενοχλήσαμε…

Μερικές μέρες μετά πήγα να αφήσω ένα λουλούδι στο μνήμα της και να ζητήσω συγνώμη που την ενοχλήσαμε. Ελπίζω η ψυχή της να βρει την γαλήνη και να αναπαυθεί…

/* Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της */

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 3ο.


Όσο μιλούσε ο Ανδρέας εγώ είχα γίνει κατάχλομος. «γιατί σε εμένα;», «γιατί να βρεθώ εγώ σε τέτοια κατάσταση;». Αυτά σκεφτόμουν όσο ο Ανδρέας συνέχιζε να μιλάει για τον Γιάννη και όσα του είχε ομολογήσει, όμως είχα ακούσει αρκετά το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και το κεφάλι μου είχε αρχίσει να πονά αφόρητα. Κάποια στιγμή ο Ανδρέας βλέποντας τον πανικό που άρχιζε να με καταβάλει, σταμάτησε την αφήγηση του και με κοίταξε στα μάτια.

Α- είσαι καλά; φαίνεσαι κατάχλομος , θα πάω να σου φέρω λίγο νερό.

Ε- ναι

πήγε λοιπόν στο ψυγείο του μαγαζιού αγόρασε ένα μπουκάλι με νερό και μου το έφερε. Το άδειασα σχεδόν αμέσως. Περιμέναμε λίγο μέχρι να συνέλθω και μόλις φάνηκα να συνέρχομαι, αυτός συνέχισε.

Α- σε μια άλλη συζήτηση που είχα με το Γιάννη, μου είπε πως πίστευε ότι η κούκλα ήταν πράγματι υπαρκτή και ότι μέσα της ήταν παγιδευμένη η ψυχή του αδικοχαμένου συζύγου. Την τελευταία φορά που τον είδα του ζήτησα να φύγει από εκείνο το μέρος όσο ακόμα προλαβαίνει γιατί τα πράγματα δεν φαινόντουσαν καθόλου καλά. Αυτός όμως παρά τις παρακλήσεις μου δεν άκουσε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να λάβει απαντήσεις σχετικά με τον άνδρα, τη γυναίκα, την κούκλα. Είχε αποφασίσει να πάει στη γριά και να πάρει από αυτήν, με τη βία, το κλειδί του δωματίου μέσα στο οποίο πίστευε ότι θα έβρισκε την μαύρη κούκλα. Δεν στάθηκα ικανός να τον μεταπείσω, αν απλώς τα παρατούσε όλα και έφευγε εκείνη τη μέρα από εκεί…

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα. Το τι του συνέβη μετά δεν το ξέρω.

Μόλις σταμάτησε να μιλά με κοίταξε κατάματα με ένα ύφος σοβαρό και συνάμα ανήσυχο που δεν μου είχε ξαναδείξει ως τότε.

Α- άκουσε με και φύγε από το διαμέρισμα , φύγε σήμερα και ξέχνα τα όλα, ξέχνα τη γριά, ξέχνα τον μακαρίτη, ξέχνα την κούκλα, αυτοί έχουν βρει τη μοίρα τους, άκουσε με και φύγε από εκεί όσο προλαβαίνεις.

Εγώ έγνεψα καταφατικά.

Επέστρεψα λοιπόν γύρω στις μια το βράδυ στο διαμέρισμα, μάζεψα τα λίγα υπάρχοντα μου και ήμουν έτοιμος να φύγω εκείνη τη στιγμή. Προτού φύγω όμως έπρεπε να ανοίξω εκείνη την πόρτα, ΕΠΡΕΠΕ να δω τι βρισκόταν πραγματικά εκεί μέσα, δεν είχα το κλειδί, όμως ίσως η γριά να την είχε ξεχάσει ανοικτή, ίσως να την έβρισκα ξεκλείδωτη, ίσως…

αισθανόμουν μια ακαταμάχητη έλξη προς την πόρτα, έτσι πλησίασα κι έστριψα αργά και με βαριές ανάσες το πόμολο και η πόρτα άνοιξε μπρος τα έκπληκτα μάτια μου. Δεν το πίστευα, η πόρτα ήταν ανοικτή.

Μέσα στο δωμάτιο έλπιζα ότι θα έβρισκα τα πράγματα που θα αντίκριζε κανείς σε μια παλιά αποθήκη, εργαλεία, καρφιά, υλικά και διάφορα τέτοια πράγματα. Δυστυχώς για εμένα η ελπίδες μου δεν πραγματοποιηθήκαν, μέσα στο δωμάτιο το οποίο φαινόταν υπερβολικά καθαρό για μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη υπήρχαν παντού πεταμένα γυναικεία ρούχα, φούστες παντελόνια τζιν ζακέτες και ένα σορό άλλα είδη ενδυμασίας που θα μου έπαιρνε όλη τη σελίδα για να τα απαριθμήσω και στη μέση του δωματίου υπήρχε ΑΥΤΗ η κούκλα καθισμένη σε μια καρέκλα. Ήταν ακριβώς όπως την είχα δει στο όνειρο μου, είχε το πρόσωπο της στραμμένο προς την είσοδο του δωματίου όπου βρισκόμουν εγώ και το ένα χέρι της ήταν όρθιο σαν να με χαιρετούσε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι μετά από αυτή τη σκηνή της φρίκης είναι εμένα να τρέχω έξω από το διαμέρισμα ουρλιάζοντας μέχρι να φτάσω τελικά σε ένα πολυσύχναστο δρόμο όπου και λιποθύμησα.

Ξύπνησα την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. Μου πείρε αρκετές ημέρες για να συνέλθω από όσα είδα και βίωσα στο διαμέρισμα εκείνο αλλά και από όσα άκουσα από τον Ανδρέα. Όταν τελικά έχοντας βρει ένα νέο διαμέρισμα για να μείνω αποφάσισα να επιστρέψω στο πανεπιστήμιο και να συνεχίσω να παρακολουθώ τα μαθήματα, διαπίστωσα πως ο Ανδρέας είχε γίνει άφαντος. Δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά και όποτε καλούσα το νούμερο ακουγόταν μήνυμα που έλεγε ότι το νούμερο αυτό δεν αντιστοιχούσε σε κανένα συνδρομητή. Στην προσπάθεια μου να μάθω τι απέγινε ο φίλος μου, μίλησα με φοιτητές του τρίτου εξαμήνου στο οποίο και μου είχε πει ότι βρισκόταν ο Ανδρέας, όμως κανείς δεν έδειχνε να τον ήξερε. Τότε ήταν που με χτύπησε σαν κεραυνός εκείνη η σκέψη η μάλλον διαπίστωση που έμελλε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη ευαίσθητη ψυχολογική μου κατάσταση. Θυμήθηκα ότι όσο ανάρρωνα στο νοσοκομείο είχα την ευκαιρία να συζητήσω με μια νοσοκόμα και ένα γιατρό οι οποίοι τύχαινε να γνώριζαν από παλιά τη γριά Μαργαρίτα και τον μακαρίτη άνδρα της. Αυτό που θυμήθηκα από τις συζητήσεις μας ήταν ότι τον άνδρα της τον λέγαν Ανδρέα.


Με μια μικρή καθυστέρηση ανέβηκε το 3ο και τελευταίο μέρος της ιστορίας.

Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 2ο.


Στο πανεπιστήμιο γνώρισα ένα νεαρό λίγο μεγαλύτερο από εμένα ο οποίος επίσης φοιτούσε στο φυσικό τμήμα, τον έλεγαν Ανδρέα και ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος μου. Εκείνη την στιγμή διένυε το τρίτο εξάμηνο των σπουδών του ενώ εγώ βρισκόμουν στο πρώτο, όμως αυτή η μικρή διαφορά δεν μας εμπόδισε από το να κάνουμε παρέα. Έτσι μόλις τελείωσαν οι διαλέξεις για την ημέρα πήγαμε μαζί μια βόλτα στην περιοχή. Ο Ανδρέας ήταν ντόπιος και προθυμοποιήθηκε να μου δείξει τα κατατόπια, εγώ από την άλλη θέλοντας να μείνω στο διαμέρισμα όσο το δυνατόν λιγότερο δέχτηκα την πρόταση.

Είχε πάει δέκα το βράδυ όταν εγώ και ο νέος μου φίλος βρισκόμασταν σε μια δημοφιλή καφετερία λίγα χιλιόμετρα μακριά από το πανεπιστήμιο, ξεκουραζόμασταν καθώς περπατήσαμε πάνω από τρεις ώρες. Κάπου εκεί στη συζήτηση ο φίλος μου με ρώτησε αν είχα ενοικιάσει κάποιο διαμέρισμα.

Α- βρήκες διαμέρισμα;

Ε- ναι, μου πείρε λίγες ημέρες όμως τελικά μου το νοίκιασε μια γιαγιά σε πολύ καλή τιμή.

Α- είναι όμως σε καλή κατάσταση το σπίτι; να προσέχεις αυτές τις «χαμηλές» τιμές γιατί μπορούν να κρύβουν παγίδες. Έλεγξες μήπως έχει κάποιο θέμα το διαμέρισμα;

Ε- το έλεγξα και είναι σε αρκετά καλή κατάσταση, όσον αφορά αυτό το ζήτημα είμαι ικανοποιημένος και είναι και κοντά στο πανεπιστήμιο λιγότερο από τριάντα λεπτά με τα πόδια όμως …

Α- τι;

Ε- αισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά από την στιγμή που πάτησα εκεί.

Α-τι δεν πάει καλά; βρήκες τίποτα κατσαρίδες ή μήπως κανένα σπασμένο σωλήνα;

Ε- πρώτα από όλα υπάρχει μέσα στο διαμέρισμα ένα δωμάτιο το οποίο είναι κλειδωμένο και τα κλειδιά τα έχει μόνο η γιαγιά, εκτός από αυτό τα δυο βράδια που κοιμήθηκα εκεί είδα τρομερά όνειρα με αποτέλεσμα να έχω πολύ ανήσυχο ύπνο. Υπάρχει μια πολύ σκοτεινή αύρα στο μέρος την οποία αρχίζω όλο και περισσότερο να αντιλαμβάνομαι.

-Τώρα τα μάτια του Ανδρέα είχαν γίνει ορθάνοικτα με τον τρόμο να αντικατοπτρίζεται πάνω τους.-

Α- τη γριά μήπως τη λένε Μαργαρίτα;

Ε- ναι πως το ξέρεις;

Α- μήπως στα όνειρα σου πρόσεξες μια μαύρη κούκλα; ξέρεις, σαν αυτές που έχουν στις βιτρίνες των μαγαζιών.

-άνοιξα το στόμα μου να απαντήσω, όμως η φρίκη που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο μου έδωσε από μόνη της την απάντηση –

Ε- την είδα που να πάρει ο διάβολος όμως εσύ πως τα ξέρεις αυτά; τι συμβαίνει;

– ο φίλος μου τώρα φαινόταν τρομοκρατημένος όμως προσπαθούσε να κρύψει αυτό το συναίσθημα οπότε μετά από μερικά δευτερόλεπτα ησυχίας και με μια φωνή που προσπαθήσει να περάσει για ήρεμη, μου απάντησε-

Α- μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε από εκείνο το μέρος όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αν μπορείς καν’ το και σήμερα, όσο μένεις εκεί θα κινδυνεύει η ζωή σου.

Ε- γιατί το λες αυτό; σε παρακαλώ πες μου ότι γνωρίζεις, γιατί κινδυνεύει η ζωή μου και τι είναι αυτή η κούκλα;

Α- πέρυσι, είχα γνωρίσει ένα νεαρό που τον λέγανε Γιάννη, ήταν και αυτός δεκαοκτώ ετών και είχε έρθει από ένα χωρίο μερικές ώρες μακριά, για να σπουδάσει ιατρική. Τον γνώρισα κατά τύχη, το πως ακριβώς δεν έχει και πολύ σημασία τώρα, ήταν καλό παιδί όμως είχε το ίδιο πρόβλημα με εσένα, είχε πολύ λίγα χρήματα, οι γονείς του ήταν φτωχοί και τα χρήματα που του είχανε δώσει δεν θα αρκούσαν για πολύ, οπότε έπρεπε να βρει ένα διαμέρισμα με πολύ φτηνό ενοίκιο και μάλιστα γρήγορα, δυστυχώς είχε αργήσει να έρθει στην πόλη και έτσι δεν υπήρχαν διαθέσιμα διαμερίσματα ούτε από την εστία του πανεπιστήμιου. Καταλαβαίνεις ότι παρόλο που υπήρχαν μερικά συμπαθητικά διαμερίσματα διαθέσιμα προς ενοικίαση, κανένα από αυτά δεν είχε αρκετά χαμηλό ενοίκιο και έτσι ο Γιάννης δεν μπορούσε να ενοικιάσει κανένα. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι που συνάντησε τη κυρία Μαργαρίτα και τελικά νοίκιασε το ίδιο διαμέρισμα που έχεις εσύ τώρα. Ο φίλος μου λοιπόν, από το πρώτο κιόλας βράδυ σε εκείνο το διαμέρισμα είχε τους ίδιους εφιάλτες με εσένα και στις περιγραφές των ονείρων του έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην κούκλα που είδες και εσύ. Αυτή η κούκλα τον πλησίαζε καρφώνοντας όπως μου είπε, τα αόρατα της μάτια πάνω του και έμενε έτσι μέχρι να τελειώσει το όνειρο και να ξυπνήσει. Όμως, όλη κατάσταση έφτασε στο αποκορύφωμα όταν την τέταρτη, αν δεν κάνω λάθος, νύχτα του Γιάννη εκεί, η κούκλα άρχισε να του μιλά τηλεπαθητικά, κανενός τα χείλη δεν κουνιόταν όμως ο φίλος μου μπορούσε να ακούσει ξεκάθαρα τη φωνή της μαύρης κούκλας μέσα στο κεφάλι του. Του είπε ότι η γυναίκα αυτή παλιά διατηρούσε ένα κατάστημα ρούχων, εκεί όπως θα έχεις δει τοποθετούν παρόμοιες κούκλες στις βιτρίνες έτσι ώστε να αναδείξουν καινούργιες συλλογές ενδυμάτων και να προσελκύσουν κόσμο. Όμως η γυναίκα αυτή είχε περισσότερα σχέδια για μια από αυτές τις κούκλες. Μια μέρα λοιπόν όταν ο άνδρας της είχε πάει να πληρώσει μερικούς λογαριασμούς και θα αργούσε να γυρίσει, η γυναίκα πήρε μια από τις κούκλες που είχαν φυλαγμένες στην αποθήκη και τη μετέφερε στο σπίτι της. Εκεί την έντυνε την έγδυνε τις έβαφε τα νύχια και γενικά της φερόταν σα να ήταν άνθρωπος. Είχε πάθει ένα είδος ψύχωσης με την κούκλα. περιττό να πω ότι στο μαγαζί δεν ξαναπάτησε ήταν φαίνεται πολύ απασχολημένη στο σπίτι… Μια μέρα είπε στον άνδρα της ότι μέσα στην κούκλα ήταν φυλακισμένη η ψυχή της κόρης τους, την οποία είχαν χάσει πριν από μερικά χρόνια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο σύζυγος της είχε καταφέρει να ξεπεράσει αυτή την απώλεια η τουλάχιστον είχε μάθει να ζει με τον πόνο, ξέρεις άλλωστε ότι ο χρόνος θεραπεύει τις πληγές της ψυχής. Η γυναίκα όμως δεν ξεπέρασε ποτέ αυτή την απώλεια, ίσως να μην ήθελε και η ίδια να την ξεπεράσει και έτσι κατέληξε να ντύνει και να περιποιείται μια άψυχη μαύρη κούκλα πιστεύοντας πως μέσα της υπήρχε το χαμένο της παιδί. Ο άνδρας της έχοντας μείνει μόνος στο μαγαζί προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα προς το ζην και έχοντας να υποστεί αυτή την παράνοια στο σπίτι έκανε υπομονή για εβδομάδες όμως τελικά ξέσπασε κι άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του η οποία σε αυτό το σημείο φαινόταν εντελώς φρενοβλαβής, αποκομμένη από τον έξω κόσμο και παγιδευμένη στο δικό της μικρό παρανοϊκό σύμπαν, τις είπε ουρλιάζοντας πως η κόρη τους ήταν ΝΕΚΡΉ και αυτό δεν άλλαζε με κανένα τρόπο και πάνω στην οργή του έδωσε μια ισχυρή σπρωξιά στη κούκλα ρίχνοντας την κάτω μπροστά στα έντρομα μάτια της γυναίκας. Μόλις η γυναίκα αντίκρισε την κούκλα πεσμένη κάτω και πιστεύοντας ότι είχε πονέσει το παιδί της, επιτέθηκε στον άνδρα της όταν αυτός έχοντας ηρεμήσει (όσο ήταν δυνατόν σε αυτή την κατάσταση) γύρισε την πλάτη του και έκανε να φύγει από το δωμάτιο, σπρώχνοντας τον με αρκετή δύναμη ώστε αυτός να πέσει με το κεφάλι πάνω στη γωνία μιας συρταριέρας. Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος. Η γυναίκα όμως στάθηκε τυχερή αφού φορώντας το προσωπείο της συντετριμμένης από το θάνατο του αγαπημένου της συζύγου γυναίκας κατάφερε να απομακρύνει όλες τις υποψίες από πάνω της και να καταχωρηθεί στα πρακτικά ο θάνατος ως ατύχημα στο οποίο η γυναίκα δεν είχε καμία ανάμειξη. Μάλιστα για να μην κεντρίσει αδιάκριτα βλέμματα προτού καλέσει το ασθενοφόρο υποκρινόμενη την σοκαρισμένη, φρόντισε ώστε να μεταφέρει την κούκλα μαζί με τα ρούχα και τα στολίδια που της φορούσε στο πάνω διαμέρισμα και να τα κλειδώσει σε ένα δωμάτιο. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις ποιο ήταν αυτό το διαμέρισμα. Μέσα σε όλα αυτά, η κούκλα στο όνειρο ανέφερε στο Γιάννη ότι από τη μέρα αυτή η γυναίκα άρχισε να έχει δολοφονικές σκέψεις τις οποίες κατάφερνε με μαεστρία να κρύψει από τον έξω κόσμο με αποτέλεσμα όποιος εισέρχονταν στην πολυκατοικία της να διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο. Επίσης, η κούκλα του ζήτησε να φύγει από το σπίτι όσο ποιο γρήγορα γινόταν γιατί η γριά είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος του και έτσι μπορούσε να μπει μέσα όποτε επιθυμούσε.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Τετάρτη.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 1ο.


Αγαπητέ αναγνώστη, όποιος κι αν είσαι και για όποιον λόγο κι αν διαβάζεις αυτή την ιστορία, σου γνωρίζω ότι αυτά τα οποία θα περιγράψω στο παρακάτω κείμενο, είναι πράγματα που μπορούν να οδηγήσουν στην τρέλα ακόμα και τον ποιο λογικό και ισχυρό νου. Πρόκειται για πράγματα εξωφρενικά, πέρα από κάθε λογική που κανείς δεν θα έπρεπε ποτέ να βιώσει. Ας είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου προειδοποίηση, αν συνεχίσεις να διαβάζεις, το λογικό σου θα δοκιμαστεί και ίσως μεγάλο κακό να σε βρει.

Αν λοιπόν αποφάσισες να διαβάσεις την τραγική μου ιστορία έχε καλώς, αν πάλι όχι, δε μπορώ να σε κατηγορήσω. Όμως για να μην περιττολογώ, θα ξεκινήσω να αφηγούμαι την φρικτή αυτή ιστορία και τα γεγονότα που με στιγμάτισαν για πάντα.

Είμαι μόλις δεκαοκτώ ετών και πρόσφατα έγινα δεκτός σε ένα σεβαστό πανεπιστήμιο της χώρας. Εγώ φυσικά, αποφάσισα να πάω και να φοιτήσω στο φυσικό τμήμα μιας και αυτό είναι κάτι που επιθυμούσα εδώ και πολλά χρόνια μιας και από μικρό με χαρακτήριζε μια έμφυτη περιέργεια για τον κόσμο, τον τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος, το διάστημα κτλ, ενώ επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν, ο φον Νιούμαν και ο Νεύτωνας, τους θεωρούσα ως πρόσωπα προς μίμηση. Έτσι ήλπιζα πως με σκληρή δουλειά θα κατάφερνα και εγώ να συνεισφέρω στην επιστήμη. Για να γίνω λοιπόν ένας καλός επιστήμονας, έπρεπε προφανώς να φοιτήσω σε ένα τμήμα φυσικής, όμως πρώτα ήταν αναγκαίο να βρω ένα διαμέρισμα για να ζήσω αφού το πανεπιστήμιο βρισκόταν πολύ μακριά από το χωριό μου, οπότε έπρεπε να ενοικιάσω ένα σπίτι όπως κάνουν τόσοι και τόσοι φοιτητές.

Αφού έψαξα μερικές ημέρες, τελικά εντόπισα ένα διαμέρισμα που απείχε όχι πάνω από τριάντα λεπτά με τα πόδια από το πανεπιστήμιο. Σπιτονοικοκυρά ήταν μια γριά χήρα ευγενική και με πολύ καλούς τρόπους η οποία συμφώνησε να μου νοικιάσει το σπίτι σε μια απροσδόκητα χαμηλή τιμή. Επρόκειτο για την ποιο χαμηλή τιμή που είχα βρει ως τότε και πέρα από αυτό, το διαμέρισμα αν και παλιό ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση, δεν είχε πουθενά διαρροές, σπασμένους σωλήνες η κάποια σοβαρή βλάβη.

Λαμβάνοντας αυτά υπόψιν, σε δυο ημέρες επικοινώνησα ξανά με τη γιαγιά και της ανακοίνωσα ότι θα νοίκιαζα εν τέλει το διαμέρισμα. Στην απόφαση μου αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι μου τελείωναν τα χρήματα και έτσι δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να κοιμάμαι στο ξενοδοχείο όπου έμενα αυτές τις ημέρες που αναζητούσα σπίτι. Την ίδια μέρα κιόλας, πήγα να συναντήσω τη γιαγιά και αφού συμφωνήσαμε και υπέγραψα τα απαραίτητα έγγραφα, επέστρεψα στο ξενοδοχείο, μάζεψα τα λίγα πράγματα μου, πλήρωσα για την τελευταία μου διαμονή και έφυγα με σκοπό να πάω επιτέλους στο νέο μου διαμέρισμα και να τακτοποιηθώ.

Την ώρα που βρισκόμουν στο κατώφλι του διαμερίσματος που βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτηρίου, η γιαγιά η οποία και ζούσε στο ισόγειο, ανέβηκε λαχανιασμένη τα σκαλιά και ζήτησε συγγνώμη διότι είχε ξεχάσει να μου πει ότι υπήρχε ένα δωμάτιο στο σπίτι, τα κλειδιά του οποίου κατείχε μόνο εκείνη και πως απαγορευόταν να έχω πρόσβαση εκεί. Το εν λόγο δωμάτιο το είχα παρατηρήσει και την πρώτη φορά που μου έδειχνε το διαμέρισμα η γιαγιά, όμως η ίδια απέφευγε να απαντήσει στις αδιάκριτες ερωτήσεις μου, υπέθεσα ότι δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία και θα μάθαινα αργά η γρήγορα, άλλωστε δεν είναι μυστικό ότι οι ηλικιωμένοι έχουν τις παραξενιές τους. Τώρα όταν τη ρώτησα, εμφανώς ανήσυχος, για τον λόγο που αυτό το δωμάτιο ήταν κλειδωμένο, εκείνη απάντησε πως ο χώρος εκείνος χρησιμοποιούνταν για χρόνια ως αποθήκη από τον μακαρίτη τον άνδρα της , ο οποίος όμως ποτέ δεν το καθάρισε με αποτέλεσμα τώρα το δωμάτιο εκείνο να είναι γεμάτο πεταμένα στο πάτωμα καρφιά, κατσαβίδια, διάφορα εργαλεία, σύρματα, για να μην αναφέρουμε τη βρομιά και τις κατσαρίδες που πρέπει να είχαν μαζευτεί εκεί πέρα μέσα στα χρόνια, μάλιστα η γιαγιά ανέφερε ότι μερικές φορές που είχε ανοίξει το δωμάτιο, είχε βρει μέσα ακόμα και ποντίκια τα οποία προφανώς ακολούθησαν τη διαδρομή μέσα από κάποιο σπασμένο σωλήνα που δεν επισκεύασε ποτέ κανείς. Όλα λοιπόν έδειχναν ότι όσο και αν με έτρωγε η περιέργεια να μπω μέσα δεν θα το κατάφερνα αυτό σύντομα, ομολογώ όμως ότι ξαφνιάστηκα με αυτά που μου είπε η γριά και αηδίασα στην ιδέα ότι κάποιος αρουραίος θα μπορούσε να βρεθεί μέσα στο σπίτι μου, όμως συνειδητοποίησα ότι το δωμάτιο ήταν καλά σφραγισμένο και το υπόλοιπο διαμέρισμα βρισκόταν σε αρκετά ικανοποιητική κατάσταση οπότε κατέληξα στο ότι το ενδεχόμενο αυτό ήταν σχεδόν απίθανο. Τελικά συμφώνησα να μην επιχειρήσω να μπω μέσα στο δωμάτιο με κανένα τρόπο και η γιαγιά επέστρεψε στο διαμέρισμα της.

Η πρώτη νύχτα στο διαμέρισμα αυτό δεν ήταν καθόλου καλή, ο ύπνος μου ήταν εξαιρετικά διαταραγμένος με εφιάλτες στους οποίους μπορούσα να δω νεκροταφεία, δυο θολές μορφές οι οποίες φαινόταν να λογομαχούν έντονα, κραυγές οργής έσκισαν τα τύμπανα των αυτιών μου ουκ ολίγες φορές το χειρότερο όμως από όλα ήταν οι αρουραίοι οι οποίοι εμφανιζόταν ξαφνικά σε κάθε σημείο που κοιτούσα. Το αποκορύφωμα αυτής της κόλασης ήρθε όταν έκανα να στηριχτώ στον τοίχο πίσω μου μόνο για να αισθανθώ κάτι τριχωτό να κινείται στην πλάτη μου και γυρίζοντας το βλέμμα μου προς τον τοίχο, να τον δω καλυμμένο μαύρους τριχωτούς τεράστιους αρουραίους οι οποίοι όντας τόσο στρυμωγμένοι έκαναν τον τοίχο να μοιάζει με ένα μαύρο αρρωστημένο χαλί βρομιάς και αηδίας. Μετά από αυτό, οι φωνές έπαψαν και οι μόνες κραυγές που ακούγονταν ερχόντουσαν από εμένα. Ξύπνησα τελικά στο κρεβάτι του νέου μου διαμερίσματος ιδρωμένος και κατάχλομος.

Αυτή ήταν αδιαμφισβήτητα μια απαίσια εμπειρία, όμως τα χειρότερα έμελλε να έρθουν το επόμενο βράδυ. Όλα ξεκίνησαν όταν όντας ακόμα ανήσυχος από τους εφιάλτες της προηγούμενης νύχτας αποφάσισα να ξαπλώσω γύρω στις δέκα το βράδυ. Σε αυτή την απόφαση συνέβαλε και το γεγονός ότι το πρωί της επόμενης ημέρας ξεκινούσαν τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο οπότε ήθελα να είμαι όσο ποιο ξεκούραστος μπορούσα. Δεν άργησα να αποκοιμηθώ όμως και πάλι ο ύπνος μου μαστίζονταν από ακατονόμαστους εφιάλτες, σκοτεινές φιγούρες, τεράστιες σαρανταποδαρούσες, σκοτεινές σιλουέτες και φυσικά αρουραίους. Κάποια στιγμή λοιπόν μέσα στο όνειρο παρατήρησα μια μαύρη γυναικεία κούκλα σαν αυτές που τοποθετούν στις βιτρίνες των καταστημάτων ρούχων, η κούκλα δεν επενέβαινε καθόλου στο όνειρο και στεκόταν όρθια στο παρασκήνιο με τέτοιο τρόπο που μου έδινε την εντύπωση ότι με παρακολουθούσε διακριτικά με τα αόρατα μάτια της. Μάλιστα την ίδια κούκλα είχα δει και στο προηγούμενο όνειρο όμως δεν της έδωσα σημασία και τότε όμως για μια στιγμή πίστεψα ότι είχε καρφωμένα τα μάτια της πάνω μου. Τι ανόητη σκέψη σωστά; άλλωστε η κούκλα όπως είπα δεν είχε μάτια και ήταν εντελώς ακίνητη άρα δεν είχα κανένα λόγο να πιστεύω ότι ήταν ζωντανή. Και όμως, το ένστικτο μου αυτό ακριβώς μου έλεγε.

Οι εφιάλτες μου αυτή τη νύχτα ήταν πολύ ποιο έντονοι, όπως άφησα να εννοηθεί και πριν όμως ο πραγματικός τρόμος άρχισε όταν ξύπνησα. Τότε ήταν που το είδα. Είδα ΑΥΤΗ την κούκλα να στέκεται πάνω από το κεφάλι μου έχοντας τα ανύπαρκτα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Αυτό το κενό, στερούμενο οποιασδήποτε έκφρασης βλέμμα που είχε δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Εκείνη τη στιγμή απλώς τα έχασα, όλα έγιναν σκούρα και λιποθύμησα.

Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι συνήλθα ακριβώς δυο ώρες προτού ξεκινήσει το πρώτο μάθημα στο τμήμα μου. Είναι προφανές ότι δεν είχα καμία διάθεση να πάω, εδώ που το σκέφτομαι δεν είχα διάθεση ούτε καν για να σηκωθώ από το κρεβάτι. Εν τέλει όμως αποφάσισα να πάω στο πανεπιστήμιο με την ελπίδα ότι θα σκότωνα λίγο χρόνο με συνομήλικους μου και ίσως να έκανα κανένα νέο φίλο για να μην αναφέρω ότι ήθελα να λείπω από το καταραμένο διαμέρισμα όσο το δυνατόν περισσότερο. Ας ξεκαθαρίσω σε αυτό το σημείο ότι αφότου ξύπνησα η μάλλον συνήλθα, θεωρούσα ότι η κούκλα που είχα δει πριν μερικές ώρες ανήκε στο όνειρο και όχι στην πραγματικότητα.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Δευτέρα.


 

Τρόμου: Το Μονοπάτι.


Το περσινό καλοκαίρι, η Δανάη είχε πάει διακοπές στην Πάρο με 2 συμφοιτήτριες της. Το σπιτάκι που έμεναν το είχε αγορασμένο ο παππούς της για αυτήν για οπότε πήγαινε διακοπές εκεί. Ήταν χτισμένο μακριά από τα άλλα σπίτια! Έλεγαν για έναν μύθο για μία μητέρα με την κόρη της που τις σκότωσε ο άντρας της μέσα στο σπίτι, και μετά αυτοκτόνησε σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα!

Φυσικά οι τρεις κοπέλες δεν πίστευαν στον μύθο. Ένα βράδυ λοιπόν όταν γυρνούσαν από την απογευματινή τους βόλτα, είδαν στο μονοπάτι μπροστά από το σπίτι να περπατάει ένας άντρας αλλόκοτος, έμοιαζε ζαλισμένος με ένα σχοινί στον λαιμό του! Οι τρεις κοπέλες έμειναν να τον κοιτάζουν, όταν αυτός άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους!

Μπήκαν κάτασπρες απ’ τον φόβο τους στο σπίτι προσπαθώντας να πείσουν τους εαυτούς τους ότι ήταν απλώς οι σκιές των δέντρων… Καταφέρνοντας αυτό, πήγαν να κοιμηθούν.

Η Δανάη όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί! Βγήκε απτό δωμάτιο να κάνει μία βόλτα, μήπως και την πιάσει ο ύπνος, όταν στο τέλος του διαδρόμου είδε ένα κοριτσάκι με γυρισμένη πλάτη! Της είπε κλαίγοντας «Σε παρακαλώ βοήθησέ με….» και η Δανάη της απάντησε τρομαγμένη «Πες μου τι θα ήθελες;».

Η μικρή γύρισε και την κοίταξε! Τα μάτια της ήταν μαύρα και το πρόσωπο της σαπισμένο! Η Δανάη τσιρίζοντας έτρεξε προς το δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα! Οι άλλες δύο κοπέλες την άκουσαν και της είπαν πως θα ήταν καλό να ηρεμήσει λίγο.

Χωρίς να πει λέξη έπεσε να κοιμηθεί. Το όνειρο που είδε όμως δεν της άρεσε καθόλου! Είδε στο ίδιο μονοπάτι μία οικογένεια, και οι τρεις την κοίταζαν! Ακριβώς σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα είδε τον ίδιο άντρα που έβλεπε μπροστά της κρεμασμένο! Της έδειξαν το σπιτάκι. Μπήκε και είδε την μητέρα αποκεφαλισμένη και την κόρη της νεκρή στο πάτωμα!

Ξύπνησε απότομα και είδε στον απέναντι τοίχο γραμμένο με κόκκινα γράμματα «ΦΥΓΕΤΕ»! Ξύπνησε τα δύο κορίτσια και τους έδειξε κλαίγοντας τα γράμματα στον τοίχο! Πήγε να ανοίξει την πόρτα αλλά το κλειδί είχε εξαφανιστεί! Μία γυναικεία και μία παιδική φωνή άρχισαν να φωνάζουν πίσω από την πόρτα και άκουσαν γυαλιά να σπάνε!

Η Δανάη προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συνέβη αλλά δεν πρόλαβε! Χτύποι ακούστηκαν απ’ την πόρτα όταν άνοιξε και ξέσπασε μία ανεξήγητη φωτιά. Πήδηξαν απ’ το παράθυρο και είδαν στο μονοπάτι μία οικογένεια να περπατάει προς το μέρος τους! Ήταν γεμάτοι με αίμα και η γυναίκα κρατούσε το κεφάλι της στην αγκαλιά της! Αρχίσαν να τρέχουν προς το χωριό τόσο τρομαγμένες που κλείστηκαν μέσα σε ψυχιατρείο και δεν ξανά μίλησαν ποτέ!


Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της.


 

Τρόμου: Η Τελετή.


Το 1990 στα Χανιά, σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι λίγο πιο έξω, ισχυρίζονται οι κάτοικοι ότι τα βράδια ακούν διάφορες φωνές. Μάλιστα, αρκετές φορές, το σπίτι είχε αναμμένα τα φώτα και είπαν ότι έβλεπαν σκιές να περπατάν μέσα.

Ένα βράδυ του Οκτωβρίου, ένα ζευγάρι εφήβων, αποφάσισαν να εξερευνήσουν το σπίτι και να δουν τι έγινε εκεί μέσα. Άνοιξαν τους φακούς και μπήκαν από την ξεκλείδωτη πόρτα. Ό,τι αντικείμενο υπήρχε μέσα ήταν σπασμένο. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό του σπιτιού, είδαν έναν τοίχο με έξι μεγάλους ανάποδους σταυρούς και ακριβώς πάνω από αυτούς τον αριθμό 666.

Η κοπέλα ήθελε να φύγουν, αλλά ο φίλος της είπε πως έπρεπε να βρουν τι ακριβώς συνέβη εκεί. Πήγαν στο υπόγειο για να βρουν κι άλλα στοιχεία. Είδαν στο πάτωμα μία μεγάλη πεντάλφα και στις 5 άκρες της είχε πολύ ξεραμένο αίμα. Μπροστά από την πεντάλφα είχε 5 αναποδογυρισμένους κουβάδες.

Κοιτούσαν παρατηρητικά την πεντάλφα όταν άκουσαν από την μπροστινή πόρτα φωνές να καλούν τα ονόματα τους. Μπήκαν στο δωμάτιο και η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Πάνω σε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι βρήκαν ένα μαύρο άλμπουμ, το πήραν και οι φωτογραφίες που είχε μέσα ήταν από μία τελετή που έγινε εκεί.

Πήραν μαζί τους το άλμπουμ και πήγαν να βγουν από την πόρτα. Την άνοιξαν και είδαν 5 σκιές με κουκούλες να κρατούν 5 ανάποδους σταυρούς και έψαλαν κάποιον ύμνο. Βγήκαν τρέχοντας από το σπασμένο παράθυρο που είχαν πίσω τους και πήγαν στο σπίτι της κοπέλας. Την επόμενη μέρα παρέδωσαν το άλμπουμ στην αστυνομία να εξιχνιάσει την υπόθεση και το ζευγάρι δεν ασχολήθηκε ποτέ με το σπίτι και ότι είχε σχέση με αυτό.

=====================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=====================

Τρόμου: Μια Παλιά Φίλη.


Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, με ένα ανοιξιάτικο αεράκι. Ότι πρέπει για ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή. Πριν μια εβδομάδα, όταν με πήρε τηλέφωνο η παλιά μου συμμαθήτρια η Γωγώ, πραγματικά ένιωσα μεγάλη χαρά αν και ποτέ δεν ήμασταν ιδιαίτερα κολλητές. πιο πολύ, την είχαμε στην παρέα γιατί ήταν λίγο μυστήριο κορίτσι έως τρομακτικό θα έλεγα αλλά εμείς δεν είχαμε πρόβλημα, έτσι και αλλιώς δεν ενοχλούσε, μιας και ήταν λιγομίλητη.

Μετά το σχολείο χάσαμε τα ίχνη της και δεν την ξαναείδαμε ποτέ, ούτε και ξανά ασχοληθήκαμε πολύ να μάθουμε να πω την αλήθεια. Προερχόταν από μια μυστήρια οικογένεια, το σπίτι της ήταν κοντά σε ένα ποτάμι, βαθιά στο δάσος. Ποτέ δεν είχαμε δει τους γονείς της, δεν τους άρεσε να βγαίνουν και πολύ από το σπίτι, μόνο τον αδερφό της τον μεγάλο βλέπαμε που και που, όταν ερχόταν να την πάρει από το σχολείο. Ακόμα πιο μυστήριος από την αδερφή του και με ένα βλέμμα που σου πάγωνε το αίμα.

Έτσι λοιπόν μετά από τόσα χρόνια να που θα την ξαναδώ. Έχω πολύ περιέργεια η αλήθεια είναι. Στο τηλέφωνο την άκουσα πολύ ευχάριστη, αυτό και αν είναι περίεργο. Μου είπε ότι ήταν Αθήνα για δουλειές και έτυχε να δει την μητέρα μου στον δρόμο και της ζήτησε το τηλέφωνο μου. Με πήρε λοιπόν και μου έκανε την πρόταση να περάσω ένα Σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι. Μου είπε δεν έφυγε ποτέ από εκεί και αυτό μου ακούστηκε περίεργο μιας και δεν είχαμε ποτέ νέα της για το τι κάνει.

Μόλις έφτασα στο ποτάμι, κοντά στο σπίτι της, σταμάτησα για λίγο να απολαύσω το μέρος. Είχα δέκα χρόνια να πατήσω το πόδι μου στην Καλαμάτα. Εγώ και τα άλλα δύο μέλη της παλιοπαρέας, η Μαρία και η Μαριάννα, μόλις φύγαμε από την Καλαμάτα πιάσαμε αμέσως δουλειά. Εγώ Αθήνα, η Μαρία Γιάννενα και η Μαριάννα Θεσσαλονίκη. Μόνο η Γωγώ έμεινε πίσω στο χωριό της. Ένα πολύ μικρό χωριό λίγο έξω από την Πόλη. Μου είχε λείψει η άγρια φύση που είδα μπροστά μου. Το ποταμάκι με το πεντακάθαρο νερό, ο βαρύς ίσκιος των δέντρων και το βαθύ πράσινο τους. Τελικά νομίζω ότι η Γωγώ έκανε το πιο σωστό απ’ όλες που έμεινε πίσω.

Γυρίζοντας για να πάω στο αμάξι άκουσα ένα θόρυβο, σαν κάποιος να είναι πίσω μου. Γύρισα και δεν ήταν κανείς. Ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά μου ένα πλάσμα σαν από ταινία τρόμου. Χριστέ μου, πάγωσα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο ξανά. Ήταν σαν ένας άντρας ψιλός, με πολύ ξανθά μαλλιά, μάτια μαύρα σαν του νεκρού και το δέρμα του σαπισμένο σαν κάτι να βγήκε απευθείας από τον τάφο ή από την κόλαση καλύτερα. Με πλησίασε πολύ κοντά μέχρι που άρχισα να μυρίζω τα σαπισμένα σωθικά του.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι να με τυλίγει το σκοτάδι. Δεν έχω ιδέα τι έγινε μετέπειτα. Όταν βρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με δροσερά σεντόνια. Το δωμάτιο είχε μία αύρα σαν κάτι  από παλιά. Λευκές δαντελωτές κουρτίνες ανέμιζαν απαλά σε ένα ξύλινο παράθυρο. Τα έπιπλα όλα βαριά και αντίκες και πίνακες, είχε πάρα πολλούς μικρούς πίνακες.

Κατάλαβα ότι δίπλα μου κάποιος καθόταν και ξαφνικά θυμήθηκα όλα όσα έγιναν στο ποτάμι. Έσφιξα τα μάτια μου μέχρι που έτσουξαν και προσευχήθηκα να μην ήταν δίπλα μου το πλάσμα, μέχρι που ένιωσα δύο  απαλά ζεστά χέρια να μου αγγίζουν το πρόσωπο. Άνοιξα αργά τα μάτια μου μέχρι που την είδα, ήταν η Γωγώ, χαμογελαστή, με μακριά ξανθά μαλλιά και μεγάλα διαπεραστικά μάτια, ακριβώς όπως πριν δέκα χρόνια.

Τι συνέβη, την ρώτησα; Δεν ξέρω ακριβώς αλλά πριν λίγο σε βρήκαμε λιπόθυμη με τον αδερφό μου στο ποτάμι και σε φέραμε σπίτι. Ακούσαμε το αμάξι σου και όταν είδαμε ότι καθυστερούσες να έρθεις, ήρθαμε εμείς να σε βρούμε.

Την κοίταζα για λίγο αμίλητη και ύστερα την ρώτησα αν είδαν το πλάσμα. Δεν είδαμε τίποτα, μου είπε παραξενευμένη. Όταν της εξήγησα τι είχε συμβεί μου είπε ότι ίσως θα έπρεπε να ξεκουραστώ και μετά να φάω κάτι. Πίστεψε ότι είχα παραισθήσεις αλλά εγώ ήξερα τι είδα. Με άφησε να ξεκουραστώ και έφυγε κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Είχα την ευκαιρία εκείνη την ώρα να περιεργαστώ με την ησυχία μου το δωμάτιο. Δίπλα από μια τουαλέτα με έναν καθρέφτη αντίκα, ήταν ακουμπισμένο το σακ βουαγιάζ μου. Κοίταξα προσεκτικά τους πίνακες και είδα ότι κάποιοι ήταν κενοί χωρίς τίποτα μέσα και όσοι είχαν κάτι, ήταν εικόνες, εικόνες ανθρώπων βασανισμένων. Πάντα ήξερα ότι ήταν μυστήρια η Γωγώ και η οικογένειά της αλλά τώρα σιγουρεύτηκα.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν κατέβηκα στον κάτω όροφο να βρω την Γωγώ. Ήταν στην κουζίνα και  είχε ετοιμάσει το βραδινό. Ο αδερφός της είχε πάει για λίγο στην πόλη και θα γύριζε αργά την νύχτα. Τρώγοντας παρέα μιλήσαμε λίγο για τα παλιά, τι κάναμε στην ζωή μας. Μου είπε ότι δεν έφυγε ποτέ από το πατρικό της, έμενε με τον αδερφό της και οι γονείς της είχαν μετακομίσει, πολύ καιρό τώρα, σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Το χόμπι της ήταν η ζωγραφική γι’ αυτό και το σπίτι ήταν γεμάτο με πίνακες. Της άρεσε πάντα το μυστήριο γι’ αυτό το θέμα  ήταν πάντα, ο ανθρώπινος πόνος, όπως μου είπε. Χριστέ μου, τι τρομακτικό κορίτσι.

Με ξενάγησε για λίγο στο σπίτι και μου έδειξε τους πίνακες της. Στον έναν ήταν ένας άντρας στο δάσος, τρομοκρατημένος, σαν κάτι να τον κυνηγούσε. Σε έναν άλλο, ένα ζευγάρι σφιχτά αγκαλιασμένο και τρομοκρατημένο σε ένα κρεβάτι. Δεν άντεχα άλλο να δω. Της είπα ότι ήμουν κουρασμένη και ότι έπρεπε να πάω στο δωμάτιο.

Μόλις μπήκα και κλείδωσα πίσω μου την πόρτα το είχα πάρει απόφαση, θα έβρισκα μια δικαιολογία και θα έφευγα αμέσως από εκεί. Πήρα την μητέρα μου τηλέφωνο, μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να με πάρει σε πέντε λεπτά αυτή. Είχα σκοπό να ακούσει το τηλεφώνημα η Γωγώ και να της πω ότι τάχα, έτυχε κάτι στην οικογένεια μου και έπρεπε να φύγω.

Μόλις χτύπησε το τηλέφωνο το άφησα λίγο και μετά το σήκωσα, χωρίς πολλά πολλά, εξήγησα στα γρήγορα στην μητέρα μου τι είχε συμβεί. Για το πλάσμα στο δάσος, για την Γωγώ και τους πίνακες. Μα ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Γωγώ, μου είπε. Της είπα μια παλιά συμμαθήτρια από ένα χωριό έξω από την Πόλη. Αυτή που την έδωσες το τηλέφωνο μου πριν μια εβδομάδα. Εγώ, μου είπε, δεν είδα καμία φίλη σου την προηγούμενη εβδομάδα και ούτε  έδωσα σε κανέναν το τηλέφωνο σου.

Έχασα την γη κάτω απ’ τα πόδια μου, δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, η μητέρα μου φώναζε αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα. Ένιωσα να σβήνω για δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα και όλα σκοτείνιασαν. Αρκετή ώρα μετά, άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα σκοτάδι. Τι είχε συμβεί, που βρισκόμουν; Ήμουν πάλι στο κρεβάτι ξαπλωμένη και όλα τα θυμόμουν θολά. Το τηλεφώνημα στην μητέρα μου ήταν σαν να έγινε σε κάποιο όνειρο, εφιάλτη να λες καλύτερα. Το κινητό μου ήταν στο κομοδίνο, το πήρα γρήγορα και ξανά τηλεφώνησα στην μητέρα μου. Μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να μου πει αν ήταν όλα ένα όνειρο. Αν όντως της τηλεφώνησα πιο πριν. Λάθος κάνετε μου είπε η φωνή στην άλλη γραμμή, δεν έχω κόρη. Ήμουν σίγουρη ότι η φωνή ήταν της μητέρας μου, κοίταξα την οθόνη και είδα ότι δεν έκανα λάθος. Μαμά σε παρακαλώ μην κάνεις πλάκα τέτοια ώρα την είπα. Σας παρακαλώ δεσποινίς μου, είπε, σας είπα ότι κάνετε κάποιο λάθος, δεν έχω καθόλου παιδιά και μετά τίποτα, μου το είχε κλείσει. Ο τρόμος και το σοκ με είχαν παραλύσει, δεν μπορούσα να κλάψω, να μιλήσω, να φωνάξω. Νόμιζα ότι έχανα το μυαλό μου.

Άκουσα την πόρτα σιγά σιγά να ανοίγει και τότε κουκουλώθηκα αμέσως κάτω από τα σκεπάσματα. Όποιος και να μπήκε στο δωμάτιο ερχόταν προς το κρεβάτι. Έτρεμα πολύ και δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω και περίμενα, ίσως ήταν η Γωγώ ή ο αδερφό της. Κάποιος ξάπλωσε δίπλα μου και με πλησίασε πολύ κοντά. άκουγα την βαριά αναπνοή του και την αισθανόμουν στον αυχένα μου, Είχε μπει κάτω από τα σκεπάσματα. Ξαφνικά μου ξαναήρθε αυτή η άσχημη μυρωδιά όπως στο ποτάμι, η μυρωδιά ενός ψόφιου ζώου. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς.

Ένα χέρι με αγκάλιασε και το σκέπασμα σιγά σιγά υποχώρησε. Είδα την Γωγώ από πάνω μου, να μου χαμογελάει και να μου λέει. Τον αδερφό μου τον έχεις γνωρίσει φαντάζομαι ε; Κοίταξε πίσω μου και γύρισα σιγά σιγά μέχρι που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια την κόλαση. Το νεκρό σαπισμένο πλάσμα με κοίταξε και μου χαμογέλασε, σκουλήκια έβγαιναν μέσα από το στόμα του.

Τι πλάσματα είσαστε εσείς; Ούρλιαξα και τότε η Γωγώ μου είπε «είμαστε καλλιτέχνες εδώ και αιώνες», και μου έδειξε τους πίνακες «εσύ όμως δεν ήσουν τίποτα ποτέ, δεν υπήρξες ποτέ», ήταν τα τελευταία λόγια της Γωγώς.

Δύο μέρες μετά , ένα όμορφο πρωινό, η Γωγώ ξεναγούσε ένα κορίτσι στο σπίτι της . Αυτό θα είναι το δωμάτιο σου, της είπε, ξεκουράσου και θα σε περιμένω κάτω στην κουζίνα και έκλεισε πίσω της απαλά την πόρτα καθώς έφευγε. Μόνη της τώρα η Μαρία, περιεργαζόταν το δωμάτιο και τους πίνακες. Πω πω, πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Μαριάννα και να της πω για όλα αυτά, σκέφτηκε.

Της έκανε εντύπωση ένας πίνακας με ένα μελαχρινό κορίτσι, σε ένα κρεβάτι σε στάση εμβρύου, τρομοκρατημένο, να κρατά ένα κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Έμοιαζε να την κοιτά κατάματα και κάτι της θύμιζαν αυτά τα μάτια. Δίπλα από αυτόν τον πίνακα ήταν άλλοι δύο λευκοί πίνακες.

=====================

ΡΟΗ ΛΕΜΠΕΣΗ

=====================

Αρέσει σε %d bloggers: