Category Archives: Τρόμου

Τρόμου: Ο Καθρέφτης.


Πριν από ένα μήνα είχα μετακομίσει, είχα πάει στο χωριό μου με την οικογένειά μου. Αφού βάλαμε τις κούτες με τα πράγματα μέσα στο σπίτι, αρχίσαμε να βλέπουμε τα δωμάτια και λοιπά. Εγώ είχα μπει σε ένα δωμάτιο και εκεί είδα ένα μεγάλο αντικείμενο καλυμμένο με ένα λευκό σεντόνι ακουμπισμένο στον τοίχο. Υπέθεσα ότι ήταν κάτι που έφεραν οι γονείς μου, γι’ αυτό και δεν ρώτησα ούτε είδα τι ήταν.

Πέρασαν κάποιες μέρες και όλα κυλούσαν ομαλά, μέχρι που μια εβδομάδα αργότερα, την ώρα που ήμουν ξαπλωμένη άκουσα έναν θόρυβο! Έμοιαζε με σύρσιμο! Την πρώτη και δεύτερη φορά τον αγνόησα γιατί νόμιζα πως ήταν από την φαντασία μου. Την τρίτη φορά όμως είδα ότι συνεχιζόταν γι’ αυτό σηκώθηκα και βγήκα από το δωμάτιο μου, για να δω από που ερχόταν ο θόρυβος! Πήγα προς το δωμάτιο που είχα δει το μεγάλο παράξενο αντικείμενο. Από εκεί μέσα ερχόταν ο ήχος!

Άνοιξα την πόρτα και βρήκα το αντικείμενο να βρίσκεται σε άλλη θέση! Τρόμαξα και έτρεξα πίσω στο δωμάτιο μου! Όλο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ! Λοιπόν, το επόμενο βράδυ πήγα στο δωμάτιο μου ελπίζοντας να μην ακουστεί πάλι ο ίδιος ήχος!

Όταν πήγε δώδεκα τα μεσάνυχτα, άρχισε πάλι. Σηκώθηκα και πήγα πάλι σε εκείνο το δωμάτιο! Βρήκα πάλι το παράξενο αντικείμενο σε άλλη θέση! Για να δω τι ήταν αυτό το πράγμα, τράβηξα το σεντόνι. Ήταν ένας μεγάλος καθρέφτης!

Κοίταξα σε αυτόν και αντί να δω εμένα, είδα ένα κοριτσάκι που φορούσε ένα άσπρο μακρύ φόρεμα και το πρόσωπο του ήταν καλυμμένο από τα μαλλιά της. Έτριψα τα μάτια μου γιατί νόμιζα πως ήταν από την φαντασία μου, αλλά έκανα λάθος!

Τότε ο καθρέφτης έσπασε και το κορίτσι βγήκε από αυτόν! Πήγα να φύγω αλλά η πόρτα έκλεισε! Γύρισα και το κορίτσι ήταν πίσω μου! Είδα ότι στο ένα χέρι της κρατούσε ένα αρκουδάκι. Με το χέρι μου έκανα λίγο πιο κει τα μαλλιά της για να δω το πρόσωπο της. Ήταν σαπισμένο και τα μάτια της μαύρα! Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να λέω το Πάτερ ημών!

Όταν τα άνοιξα πάλι το κοριτσάκι δεν ήταν εκεί, αλλά υπήρχε ένα γράμμα κάτω που έγραφε «Θα επιστρέψω»! Το επόμενο πρωί ζήτησα από τους γονείς να φύγουμε γρήγορα από εκεί, όμως αυτοί μου έδωσαν αρνητική απάντηση…

Λίγο αργότερα ένας κύριος χτύπησε την πόρτα και μας είπε να φύγουμε γρήγορα από εκεί γιατί υπήρχε ένας θρύλος που έλεγε ότι ήταν ένα κοριτσάκι εκεί το οποίο το σκότωσε ο πατέρας της! Και τώρα για να πάρει εκδίκηση, σκοτώνει όποιον έρχεται να μείνει σε αυτό το σπίτι! Έτσι οι γονείς τα μάζεψαν και πήγαμε να μείνουμε στην θεία μου.

=======================================

Ευχαριστούμε την Νάσια για την ιστορία της

=======================================

Advertisements

Τρόμου: Bloody Mary.


Θα σας πω μια ιστορία για μία 15χρονη κοπέλα της οποίας της άρεσαν τα εξωπραγματικά! Η Μαρία λοιπόν, ζούσε στην Αθήνα, ήταν Τρίτη Γυμνασίου.

Ένα απόγευμα, κατά την περίοδο των εξετάσεων, πήγε μαζί με την παρέα της σε ένα παρκάκι. Κάθισαν σε ένα παγκάκι και άρχισαν να μιλάνε για τρομαχτικούς θρύλους και ιστορίες! Το ένα από τα τέσσερα παιδιά, ο Χρίστος, άρχισε να μιλάει για τον θρύλο της Bloody Mary, και όταν τελείωσε είπε πως είναι 100% αληθινός! Η Μαρία δεν τον πίστεψε, και για να του αποδείξει πως ήταν ψεύτικος ο θρύλος, θα το έκανε το ίδιο βράδυ στο σπίτι της. Ο Χρίστος τότε της είπε πως θα βάλει σε κίνδυνο την ζωή της, όμως αυτή γέλασε ειρωνικά και γύρισε πλάτη για να φύγει.

Μόλις πήγε 12 τα μεσάνυχτα, η Μαρία άναψε 6 κεριά μπροστά από τον καθρέφτη του δωματίου της και άρχισε να διαβάζει τον ύμνο! Πέρασαν 2 λεπτά χωρίς να συμβεί κάτι και τότε άρχισε να γελάει, πιστεύοντας πως είχε κερδίσει. Την στιγμή όμως που κοιτούσε το είδωλο της στον καθρέφτη τα κεριά έσβησαν! Η Μαρία τρόμαξε.

Ένα λεπτό πιο μετά, τα κεριά άναψαν από μόνα τους! Η Μαρία κοίταξε πάλι στον καθρέφτη, αλλά αντί να δει τον εαυτό της, είδε μια γυναίκα με ματωμένο νυφικό και το πρόσωπο της ήταν καλυμμένο με ένα σκισμένο πέπλο. Η Μαρία τσιρίζοντας πήγε να βγει από τον δωμάτιο, αλλά η πόρτα έκλεισε!

Τότε η Μαρία κλαίγοντας έπεσε στα γόνατα και η γυναίκα ήρθε από πίσω της. Άρχισε να την σέρνει προς τον τοίχο τραβώντας την από τα μαλλιά! Η Μαρία προσπαθούσε να φωνάξει αλλά δεν μπορούσε! Η γυναίκα πήγε να την καρφώσει με ένα μαχαίρι, αλλά η Μαρία έβγαλε έναν σταυρό από την τσέπη της και τον έβαλε στο πρόσωπο της!

Η γυναίκα άρχισε να τσιρίζει και να τυλίγεται στις φλόγες! Η Μαρία κλαίγοντας έκλεισε τα μάτια της, και όταν τα άνοιξε η γυναίκα δεν υπήρχε εκεί! Από τότε η Μαρία σταμάτησε να ασχολείται με τέτοιου είδους θέματα και όταν έβγαινε με τους φίλους της, τους ζητούσε να μιλήσουν για αλλά θέματα εκτός των θρύλων.

===============

Ευχαριστούμε την Νάσια για την ιστορία της

===============

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 4ο.


16

 «Πρέπει να γυρίσεις σπίτι!» φώναξε η Δάφνη στο τηλέφωνο. «Νίκο δεν μπορώ άλλο, θα τρελαθώ, μα τω Θεώ είμαι ήδη τρελή για δέσιμο, το ξέρω. Έχω χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν ξέρω πια τι είναι αληθινό!» Κλάματα.
«Δάφνη…» Βαρύς αναστεναγμός. «Έρχομαι, μείνε εκεί που είσαι».
Η Δάφνη πήγε αμέσως στο μπάνιο καλώντας από τον ασύρματο στο σπίτι της μητέρας της. Κανείς δεν το σήκωνε. Ήταν πράγματι νεκρή; Οι νεκροί σταματούν να καλούν στον αριθμό του σπιτιού σου μα εξακολουθούσαν να καλούν κάπου μεταξύ του υποσυνείδητου και της ανθρώπινης συνείδησης, μέσα στο κεφάλι σου.
Η Δάφνη σηκώθηκε και κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Δεν υπήρχε πια πρήξιμο, ούτε φλεγμονή. Έξαφνα ο καθρέφτης άρχισε να τρέμει, σαν να ήταν επιφάνεια από ζελέ, και την ρούφηξε μέσα.
Τώρα έβλεπε τον εαυτό της από την άλλη μεριά του καθρέφτη. Οι βολβοί των ματιών της είχαν γυρίσει εντελώς ανάποδα· μόνο το ασπράδι φαινόταν από τις κόγχες. Το κεφάλι της άρχισε να φουσκώνει και να μελανιάζει, το ασπράδι γέμιζε σπασμένες φλεβίτσες. Είδε τον Νίκο πλάι της, επέστρεψε, ήταν ήρεμος, ενώ το κεφάλι της υπερμέγεθες, παλλόταν στρογγυλό, έτοιμο να εκραγεί. Αυτή η Δάφνη είχε κάτι το κακό… κάτι που ο Νίκος δεν μπορούσε να δει.
Τα πάντα γέμισαν με ένα δυνατό, εκτυφλωτικό φως. Η Δάφνη προσπαθούσε να θυμηθεί τι συνέβη εκείνη τη μέρα. Και κάνοντάς το η μητέρα της πλησίαζε από πίσω της…  Ήταν στον κόσμο του καθρέφτη.
«Θα σε προσέχει η γλυκιά μανούλα». Ένα φρικτό γέλιο αντήχησε στα αυτιά της. «Έλα δω μαζί μου. Ζήσε για πάντα δίπλα στη μανούλα σου, μέσα στο κεφάλι σου. Αυτή σε αγαπάει και ο Νίκος όχι. Σε θέλει μόνο επειδή μπορεί να σου επιβληθεί, σε θέλει μόνο επειδή είσαι αδύναμη. Σε θέλει μόνο για να ασκεί πάνω σου τα θελήματά του».
Η Δάφνη έτρεξε μακριά από το πουδραρισμένο πρόσωπο της μητέρας της. Κοίταξε πίσω της· η άλλη πλευρά του καθρέφτη φαινόταν σαν ένα παραθυράκι σε όλο το πυκνό σκοτάδι, σαν ένα παραθυράκι που όσο πιο μακριά απ’ αυτό έτρεχε τόσο πιο πολύ συρρικνωνόταν. Έφτασε τόσο μακριά που τα πάντα έμοιαζαν σαν το σκοτάδι των κλειστών βλεφάρων. Πήρε την απόφαση να καθίσει οκλαδόν όπως έκανε στα μαθήματα γιόγκα, ήξερε πως ο μόνος τρόπος να γεμίσει το σκοτάδι της με λίγο φως, ήταν να προσπαθήσει να θυμηθεί. Πίεσε τους κροτάφους της και το εκτυφλωτικό φως επανήλθε, διαλύοντας το σκοτάδι.

17

Βρισκόταν στο καθιστικό· όχι του σπιτιού της, αλλά της μητέρας της. Ήταν στη μέση ενός καβγά.
«Ξέρω ότι σε ενοχλεί, Δάφνη, ωστόσο παραμένεις κόρη μου και δεν μπορώ να σε αφήσω να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου. Με ακούς που σου μιλάω ή ταξιδεύεις;»
«Σ’ ακούω μητέρα, για όνομα, δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα», παραπονέθηκε η Δάφνη. «Δεν καταλαβαίνω γιατί σ’ ενοχλεί που είμαι με τον Νίκο. Πραγματικά δεν το καταλαβαίνω. Δεν επηρεάζει τη ζωή σου και εξάλλου… είμαι ευτυχισμένη μαζί του».
Η μητέρα της έμοιαζε να βράζει στο ζουμί της. Συνέχισε να πίνει το τσάι της με επίμονο και βλοσυρό βλέμμα.
Η Δάφνη σηκώθηκε πάνω. «Πρέπει να φύγω».
«Κιόλας;»
«Δεν νομίζω πως έχουμε να πούμε κάτι άλλο».
«Καλώς» είπε. «Είσαι ελεύθερη να φύγεις. Αλλά αν νομίζεις πως θα σας αφήσω ήσυχους, τότε είσαι πολύ γελασμένη».
«Τι… τι εννοείς;»
«Δεν πρόκειται να δείτε άσπρη μέρα ωσότου να διαλυθεί αυτός ο γάμος». Η μητέρα της σηκώθηκε πάνω, αφήνοντας το φλιτζάνι πάνω στο τραπεζάκι. «Ακόμα κι όταν πεθάνω, δεν θα ησυχάσετε, να είσαι σίγουρη γι’ αυτό».
«Είσαι άρρωστη».
Η παλάμη της χαστούκισε το αριστερό μάγουλο της Δάφνης. «Ύστερα απ’ όσα έχω κάνει για σένα τολμάς να με αποκαλείς έτσι; Είναι δυνατόν να με πουλάς γι’ αυτό το… γι’ αυτό το ρεμάλι που κουβάλησες μέσα στο σπίτι μου!»
«Είσαι τρελή μητέρα!» Η Δάφνη άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
«Βλέπεις τι εννοώ; Γι’ αυτό σε θέλει, επειδή είσαι αδύναμη. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς ούτε τον εαυτό σου. Ο κόσμος είναι ακόμα σκληρός για ένα κουτάβι σαν εσένα, Δάφνη».
«Βούλωσε το!»
Η Δάφνη ρίχτηκε με φοβερή οργή. Το χέρι της βρέθηκε να τραβάει τα μαλλιά της μητέρας της. Η πενηντάχρονη γυναίκα αφέθηκε και έσπρωξε την κόρη της· η Δάφνη προσγειώθηκε με την πλάτη στο τραπεζάκι από πίσω· η γυάλινη επιφάνεια έγινε θρύψαλα· ένα κομμάτι γυαλί διαπέρασε το δεξί της βλέφαρο. Σηκώθηκε πάνω με κομμένη ανάσα. Αίμα έτρεξε στο ζυγωματικό της και η Δάφνη θυμωμένη, της έριξε κλωτσιά στο στομάχι. Η μητέρα της βόγκηξε και διπλώθηκε στα δυο –πιθανότατα έσπασε κάτι μέσα της από το εσωτερικό κρακ που άκουσε στα αυτιά της. Άρχισε να βήχει και να σφαδάζει. Η κόρη της την έπιασε πάλι από το μαλλί και την ανάγκασε να βαδίσει μέχρι το μπάνιο. Φίμωσε το στόμα της με μια κάλτσα από τα άπλυτα. Η μητέρα της δεν μπορούσε να κινηθεί, με σιγουριά είχε σπάσει κάτι. Βογκούσε και έκλαιγε πεσμένη στα πλακάκια του μπάνιου, μα η Δάφνη, δεν είχε κανένα οίκτο.
«Δεν σε μπορώ άλλο, με ‘χεις τρελάνει. Αρκετά πια! Η μόνη που ελέγχει τη ζωή μου είμαι εγώ και μόνο εγώ. Κανένας άλλος δεν έχει αυτό το δικαίωμα. Σταμάτα να παραβιάζεις τη σχέση μου με τον Νίκο. Σταμάτα να καλείς στο σπίτι. Σταμάτα να χώνεις τη μύτη σου εκεί που δεν σε σπέρνουν, παλιόγρια… είσαι μια παλιόγρια, αυτό είσαι, και θα μείνεις μόνη σου. Ή μάλλον, αυτό είναι που φοβάσαι… δεν μας αφήνεις ήσυχους γιατί φοβάσαι πως θα μείνεις μόνη σου και θα σαπίσεις και δεν θα βρει κανένας το κουφάρι σου, γιατί κανένας δεν θα νοιαστεί για μια βρόμα σαν εσένα!»
Η Δάφνη κρατούσε μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών, όταν έκλεισε την πόρτα του μπάνιου πίσω της και μόνο πνιχτά βογκητά ακούστηκαν πέρα από την πόρτα.

18

Η Δάφνη επέστρεψε σπίτι με το αυτοκίνητο. Πάρκαρε στην άκρη του πεζοδρομίου με τα χέρια να τρέμουν πάνω στο τιμόνι. Ήταν όλη μούσκεμα από τον ιδρώτα. Μπήκε στο σπίτι βάζοντας με δυσκολία το κλειδί στην κλειδαριά. Πήγε στο μπάνιο, έπλυνε τα χέρια της και έριξε νερό στο πρόσωπό της. Θεούλη μου, δεν είναι αλήθεια, κάνε να μην είναι αλήθεια. Στο δωμάτιο άλλαξε ρούχα και έβγαλε τα παπούτσια της. Κατέβηκε πάλι κάτω, άνοιξε το κλιματιστικό για να στεγνώσει ο ιδρώτας και έβαλε νερό από τη βρύση σε ένα γυάλινο ποτήρι. Το τηλέφωνο χτύπησε ξαφνικά, τινάχτηκε τρομαγμένη και το ποτήρι έγινε θρύψαλα. Ήταν ξυπόλυτη και γυαλιά σκόρπισαν στο πάτωμα. Για να περάσει να σηκώσει το τηλέφωνο, τα πόδια της μάτωσαν και άφησε πίσω της ίχνη από φρέσκο αίμα. Έτρεξε λίγο, φοβόταν μήπως δεν προλάβαινε το τηλέφωνο, ήταν σίγουρα ο Νίκος. Λίγο πριν το σηκώσει, γλίστρησε στο ίδιο της το αίμα και χτύπησε το κεφάλι της στην άκρη του πάγκου· ο δυνατός γδούπος θαρρείς κι ακούστηκε σαν το κλείσιμο της εξώπορτας. Το κόψιμο στο βλέφαρο χειροτέρεψε.
Ήταν πράγματι ο Νίκος στο τηλέφωνο όταν συνήλθε, ήθελε να δει αν όλα ήταν καλά. Ανησυχούσε γιατί το πρωί ήταν κάπως ταραγμένη
Η Δάφνη, χτυπώντας το κεφάλι στον πάγκο, ξέχασε όλα όσα συνέβησαν στο σπίτι της μητέρας της. Ανέβηκε όμως πάνω και φόρεσε βιαστικά τα καθαρά σανδάλια της –σκέφτηκε πως είχε πολλή ζέστη. Έπρεπε να πάει επειγόντως στο σχολείο, να αφήσει το αυτοκίνητο στον Νίκο γιατί θα ήταν κουρασμένος από τη δουλειά και χρειαζόταν το όχημα για να γυρίσει σπίτι. Άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έφυγε τόσο βιαστική, που ξέχασε να κλείσει το κλιματιστικό.

19

Έφτασε στο σχολείο και προτού βγει από το αυτοκίνητο, ένιωσε τσούξιμο κάτω από το δεξί της φρύδι. Κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι του παρκαρισμένου αυτοκινήτου και είδε το κόψιμο. Τότε επανήλθε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Νίκος την βρήκε μισολιπόθυμη πάνω από τον νιπτήρα. Στο χέρι της κρατούσε το κουτάκι με τα αντιβιοτικά της. Μερικά βρίσκονταν πεταμένα στο σιφόνι, άλλα μέσα στο στόμα της       . «Εγώ… εγώ το έκανα», είπε μετά βίας.
«Δάφνη! Φτύσε τα, φτύσε τα αμέσως!» Την έπιασε από το σαγόνι. «Φτύσε τα σου λέω!» Βύθισε το δάχτυλό του στο λαρύγγι της. Η Δάφνη ξέρασε. «Θα καλέσω βοήθεια».
«Νίκο όχι, μη… όχι πάλι». Κατάρρευσε στο πάτωμα σαν να ήταν καμιά μεθυσμένη. Το σώμα της έτρεμε, όπως επίσης και το σαγόνι της που αδυνατούσε να προφέρει λέξεις. Σχεδόν δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν αδύναμη.
Ο Νίκος την πήρε στην αγκαλιά του και την ξάπλωσε στον καναπέ. Έβαλε ένα θερμόμετρο κάτω από τη μασχάλη της. Τα μάτια της ήταν και τα δυο θεόκλειστα, παραφουσκωμένα.
Η Δάφνη σαν άκουγε καμπανάκια να κουδουνίζουν, ενώ ενδιάμεσα άκουσε τον Νίκο να μιλάει στο τηλέφωνο. «Νομίζω… νομίζω πως είναι βαριά άρρωστη. Είναι πολύ ζεστή. Χρειάζομαι επειγόντως ένα ασθενοφόρο. Πεθαίνει!»
Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν να ξυπνάει στο νοσοκομείο. Κοιτούσε ολόγυρα· όλα ήταν λευκά πίσω από τις γάζες που κάλυπταν τα μάτια της.
«Επιτέλους ξύπνησες… Είσαι καλά, μωρό μου;» Ακούστηκε η γλυκιά φωνή του από τα αριστερά. Γύρισε το κεφάλι της –ήταν μια φιγούρα με τη φωνή του άντρα της.
«Είμαι νεκρή;»
«Είσαι όμορφη, όπως πάντα. Ο κύριος Έντμοντ σε φρόντισε. Αγωνιούσα κατά τη διάρκεια της επέμβασης, αλλά χαίρομαι που όλα πήγαν καλά».
«Ποιος… ποιος υπέγραψε;»
«Εγώ… ποιος άλλος; Δεν γινόταν αλλιώς. Ήταν κρίσιμη η κατάσταση».
«Τα μάτια μου… είναι καλά;»
«Ο γιατρός δεν είναι σίγουρος ακόμη. Η επέμβαση ήταν επιτυχής αλλά δεν ξέρει αν θα ανακτήσεις σύντομα την όρασή σου. Είπε ότι ένα βακτήριο έκανε την φλεγμονή –σαν γάγγραινα ένα πράγμα. Υπέστη μετάλλαξη στη δομή του RNA. Δεν κατάλαβα πολλά, αλλά επίσης τόνισε ότι παράγει παραισθησιογόνες τοξίνες που έχουν την τάση να μετατρέπουν τις αρνητικές σκέψεις σε πραγματικό εφιάλτη… Μη σηκώνεσαι, ο πυρετός δεν έχει πέσει ακόμη…»
«Δεν γίνεται… νιώθω λες και ζω εφιάλτη. Γιατί σ’ εμένα; Γιατί να συμβαίνει σ’ εμένα;»
«Μωρό μου, μη κλαις, σε παρακαλώ. Τα άσχημα πέρασαν τώρα».
Κάποιος μπήκε στο δωμάτιο. Η Δάφνη στράφηκε γρήγορα στα δεξιά να δει, αλλά ξέχασε πως δεν μπορούσε να διακρίνει χαρακτηριστικά, παρά μόνο αόριστες φιγούρες. «Ποιος είναι Νίκο; Ποιος μπήκε μέσα;»
«Χαλάρωσε, μωρό μου», είπε και σηκώθηκε. «Η νοσοκόμα είναι. Λέει πως χρειάζεσαι ξεκούραση. Πρέπει να φύγω».
«Όχι… όχι… σας παρακαλώ, μη τον παίρνετε μακριά μου… Νίκο… Νίκο! Δεν μπορώ να μείνω μόνη μου… μη με αφήνεις…» Τα φώτα έσβησαν. Και το φως της χάθηκε για πάντα.

Επίλογος

Επτά μήνες αργότερα
Τρίτη, 21 Απριλίου

Καθόταν στη θέση του συνοδηγού και άκουγε τον αέρα να σφυρίζει μέσα στο αυτοκίνητο από τα ανοιχτά παράθυρα. Ο Νίκος καθόταν δίπλα της, οδηγούσε και της χάιδευε τρυφερά το γόνατο. Το χέρι του το ένιωθε απαλό.
«Όχι τέτοια εδώ πονηρέ, πρέπει να προσέχεις στο δρόμο».
«Άνετα μπορώ να κάνω και τα δύο».
Χαμογέλασε. «Καλά, ό,τι πείτε κύριε καθηγητά». Η Δάφνη έτριψε τα μπράτσα της. «Μήπως μπορείς να κλείσεις λίγο το παράθυρο;»
«Γιατί μωρό μου; Κρυώνεις;»
«Έχει λίγο ψύχρα».
Ο Νίκος έκλεισε το παράθυρο.
«Ευχαριστώ…» είπε εκείνη. «Να σου πω, πού πάμε; Τελικά δεν μου είπες».
«Κάπου όμορφα», της είπε, και κατάλαβε πως χαμογελούσε. «Θα σ’ αρέσει. Θα σε κάνει να ξεχαστείς».
«Χμμ», έκανε η Δάφνη. «Υποθέτω πως πρέπει να μαντέψω».
«Σωστά υποθέτεις».
«Στην παραλία; Έχω καιρό να πάω –ήλπιζα ότι θα το θυμόσουν».
«Το έλεγες αρκετά συχνά, δεν ήταν εύκολο να το ξεχάσω». Άκουσε το γέλιο της Δάφνης. «Ώπα, κάποιος γελάει πολύ. Τι έγινε ξαφνικά;»
«Δεν ξέρω», είπε η Δάφνη, με το τελευταίο χαμόγελο να αργοσβήνει. «Νιώθω καλύτερα που όλα τελείωσαν. Ξέρεις…»
«Ξέρω».
«Ναι…»
«Ωχ, και τώρα σοβάρεψες. Τι είναι;»
«Με τη μητέρα μου…» Αναστέναξε. «Ξέχνα το, είναι αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει εδώ και πολύ καιρό. Δηλαδή να φύγω, να φύγω από εκείνη… μακριά…»
«Ήταν η σωστή επιλογή. Καμία από τις δυο σας δεν θα βλάψει η μία την άλλη».
Η Δάφνη παρέμεινε αμίλητη.
«Εννοώ ψυχικά, Δάφνη. Κατάλαβες».
«Ναι… ναι, σωστά».
«Και οι εφιάλτες σταμάτησαν, δεν είναι τυχαίο αυτό. Νιώθεις πολύ καλύτερα, φαίνεται».
«Ναι υποθέτω, είμαι… είμαι πολύ καλύτερα. Αν εξαιρέσουμε πως καμία φορά με πιάνει κατάρρευση».
«Μωρό μου… μην στεναχωριέσαι για τα μάτια σου. Ο δόκτωρ Έντμοντ ακόμη προσπαθεί να βρει τρόπο για να ανακτήσεις την όρασή σου. Είμαι βέβαιος πως στο τέλος θα τα καταφέρει. Το πολύ-πολύ να δώσουμε τις τελευταίες μας οικονομίες στη μεταμόσχευση».
«Ναι αλλά ακόμα αναλύει εκείνο το βακτήριο… και ανησυχώ μήπως δεν βρει τίποτα. Τέλος πάντων, τα πάντα, τα πάντα αρκεί να μην ξαναπεράσουμε εκείνο τον εφιάλτη».
Η Δάφνη, παρόλο που ήταν ολοκληρωτικά τυφλή, μπορούσε να καταλάβει πως ο Νίκος της χαμογελούσε ακόμα, πιάνοντάς της τρυφερά το πόδι.
«Θυμάσαι τίποτα να μου πεις;»
«Τα θυμήθηκα όλα με τον καιρό. Τα πάντα. Ό,τι συνέβη εκείνες τις μέρες. Το σπασμένο ποτήρι, τα αίματα…»
«Μιλάς για τις μέρες αφότου βγήκες από το νοσοκομείο;»
«Όχι, Νίκο. Μιλάω για τις μέρες προτού νοσηλευτώ».
Ένιωθε τα μάτια του καρφωμένα πάνω της με έναν τρόπο τόσο ανήσυχο, που ήταν σα να τον πρόσβαλε. «Τι ακριβώς θέλεις να πεις; Η εγχείρηση ήταν δύσκολη. Πήρε πολύ χρόνο. Ήσουν στο νοσοκομείο περίπου τέσσερις ημέρες. Από τις 10 μέχρι και τις 14 Σεπτεμβρίου. Πότε συνέβησαν όλα αυτά;»
Εκτός από την όρασή της για το υπόλοιπο της διαδρομής έχασε και τη  μιλιά της. Κοιτούσε σκεφτική έξω από το παράθυρο, χωρίς βέβαια να βλέπει πραγματικά κάτι, παρά μόνο αόριστα, στιγμιαία φώτα και χρώματα. Τουλάχιστον ο εφιάλτης πέρασε –εν μέρει– και τώρα πλέον, δεν υπήρχε τίποτε στο κεφάλι της που σκάλιζε το εσωτερικό του κρανίου της. Εκτός από τις σκέψεις της. Πολλά βράδια, άκουγε μια βοή και φοβόταν ότι τα μάτια της θα γυρνούσαν ανάποδα και θα έβλεπε ξανά εκείνο το στρογγυλό πράγμα να παίρνει τη μορφή της μητέρας της και να την κυνηγάει μέσα στο κεφάλι της έως ότου να αποδειχθεί μόνο η αρχή ενός ατέλειωτου εφιάλτη.

ΤΕΛΟΣ

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 3ο.


11

«Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε στα επείγοντα, το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Δεν θέλω!» Αρνήθηκε γι’ άλλη μια φορά η Δάφνη. Είχε ανέβει πάνω στον καναπέ σαν είδε ποντικό να τρέχει στα ξύλινα πατώματα. Ο Νίκος διατηρούσε ακόμη την ψυχραιμία του, προσπαθούσε να την προσεγγίσει μα δεν τα κατάφερνε.
«Δάφνη», πρόφερε ήρεμα το όνομά της. «Κάνεις σαν μικρό παιδί, σύνελθε. Νόμιζα πως είχαμε λύσει το όλο θέμα με τα νοσοκομεία… δεν το είχαμε;»
Η Δάφνη ηρέμησε και ξαφνικά στο καθιστικό απλώθηκε σιωπή.
«Άστο, τώρα κατάλαβα». Στράφηκε από την άλλη, θυμωμένος. «Όλες αυτές οι ψυχοθεραπείες… πεταμένα λεφτά». Γέλασε μόνος του. «Και εσύ τόσο καιρό-»
«Όχι, δεν έπαιζα θέατρο».
Ο Νίκος την κοίταξε κατάματα. Έβλεπε μόνο τη μία ίριδα, παρόλο που ήταν και τα δυο της μάτια ορθάνοιχτα. «Δεν σκόπευα να πω αυτό. Αλλά ότι, τόσο καιρό, τόσο καιρό έρχεσαι στο σχολείο όποτε σου συμβαίνει κάτι. Ήλπιζα πως θα σταματούσε… ότι θα σταματούσες να το κάνεις αυτό, όταν πλέον δεν θα φοβόσουν άλλο τα νοσοκομεία. Με έχουν πάρει όλοι με κακό μάτι, καταλαβαίνεις; Οι μαθητές κάνουν πλάκες εις βάρος μου. Έχουν αρχίσει να λένε κακά πράγματα μέχρι και οι συνάδελφοι… Θεέ μου». Την πλησίασε. «Κοίτα… ζητώ συγγνώμη… συγγνώμη αν σε κάνω να νιώθεις άσχημα λέγοντάς σου αυτά, αν σε κάνω να νιώθεις ντροπή».
«Μάλλον», άρχισε να λέει η Δάφνη, «αυτός που νιώθει ντροπή δεν είμαι εγώ αλλά-» Ένιωσε ένα τσίμπημα στο δεξί της χέρι· ακολούθησε ένα τσούξιμο, σαν οξύ που ρέει μέσα στις φλέβες και τότε συνειδητοποίησε άναυδη πως ο Νίκος τής είχε κάνει ηρεμιστική ένεση. Η Δάφνη διαπίστωσε κάτι: Αυτό που του είχε πέσει προηγουμένως στο μπάνιο μπορεί να ήταν η συσκευασία με τη σύριγγα, καθώς ήταν ταραγμένος και αβέβαιος. Ήθελε να βρει τρόπο να την πάει στο νοσοκομείο. Όλον αυτόν τον καιρό ήξερε, ήξερε πως η Δάφνη δεν είχε ξεπεράσει το θέμα με το φόβο της. Αλλά εκείνος ήταν προετοιμασμένος…
«Τι… τι μου έκανες…»
«Μην ανησυχείς», ψέλλισε στο αυτί της. «Όλα θα πάνε…» Το τέλος της φράσης δεν ακούστηκε ποτέ· η Δάφνη είχε κοιμηθεί.

12

Η μητέρα της βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ο εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Τι δουλειά είχε εδώ; Ποιος την έφερε στο νοσοκομείο; Μήπως ο Νίκος; Αποκλείεται. Δεν ήθελε να την βλέπει ούτε ζωγραφιστή.
Η Δάφνη δεν μπορούσε να δει. Μάλλον είχε κλειστά μάτια. Ή τα μάτια της ήταν και πάλι αντεστραμμένα. Αλλά υπήρχε πολύ σκοτάδι. Μπορούσε όμως να ακούσει τη μητέρα της να πλησιάζει. Ο εφιάλτης επέστρεψε πάλι και αυτή τη φορά ερχόταν με απειλητικές διαθέσεις. Ήταν μέσα στο κεφάλι της. Βγήκε μέσα από το σκοτάδι αποκτώντας σάρκα και οστά και φωνή. Τώρα την έβλεπε ξεκάθαρα· ήταν μια γριά γυναίκα, χλομή σαν πτώμα από την πούδρα.
Η βαριά και τραυματική φωνή αντήχησε μέσα στα τοιχώματα του κρανίου της. «Ποιος τόλμησε να πειράξει το παιδάκι μου;… Μήπως εκείνος;… Όποιος κι αν ήταν θα τον ρημάξω με τα ίδια μου τα χέρια!»
Η Δάφνη ξύπνησε σχεδόν ήρεμη. Δεξιά της κλίνης βρισκόταν ο Νίκος, με τα όμορφα καθάρια μάτια του. Το χέρι του αγκάλιαζε το δικό της. Η μητέρα της δεν ήταν πουθενά.
«Ξύπνησες;» είπε ο Νίκος ανήσυχος. «Όλα είναι εντάξει. Μη φοβάσαι, σε προσέχω».
«Νίκο… » Ένιωσε καυτά δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Το δεξί άρχισε να την τρώει, μα δεν την ένοιαζε, έπρεπε να κλάψει. «Ζει μέσα στο κεφάλι μου… δεν με αφήνει ήσυχη… κοντεύω να τρελαθώ…»
«Τι πράγμα; Ποιος μωρό μου; Δεν καταλαβαίνω τι λες».
«Η μητέρα μου!»
«Είχες πάλι εφιάλτη;»
Και τότε θυμήθηκε ότι ο Νίκος την είχε ναρκώσει. «Νίκο, ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω…» Κουνούσε το κεφάλι της. Η Δάφνη σώπασε· κάποιος βρισκόταν στα δεξιά της. Τον αντιλήφθηκε γιατί το βλέμμα του Νίκου έπεσε προς τα εκεί, σαν να ζητούσε από κάποιον τρίτο να του εξηγήσει τα ακατάληπτα λόγια της.
«Φταίει η δράση του ηρεμιστικού», είπε μια αντρική φωνή. «Τα όνειρα γίνονται πιο ζωηρά και… ζωντανά».
«Ποιος… ποιος είσαι εσύ;»
Ο Νίκος μίλησε: «Δάφνη, αυτός είναι ο δόκτωρ Έντμοντ, βρίσκεται εδώ για να μας βοηθήσει. Είναι πολύ καλός στη δουλειά του».
«Να… να βοηθήσει;»
Ο δόκτωρ Έντμοντ έβαλε την Δάφνη να ξαπλώσει. Τον κοιτούσε σαν αποβλακωμένη. «Πρέπει να ξεκουραστείς. Είσαι πολύ αδύναμη τώρα». Ο γιατρός στράφηκε στον Νίκο. «Η επέμβαση θα ξεκινήσει σε λίγο».
«Η επέμβαση;» ρώτησε ο Νίκος απορημένος. «Ποια επέμβαση;»
«Μα για να αποκαταστήσουμε τους σπασμένους ιστούς στον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή χιτώνα του ματιού. Θα επανέλθει στην φυσική του κατάσταση, μην ανησυχείτε».
«Νίκο τι συμβαίνει; Τι είναι αυτά που λέει;» τον ρώτησε, κουρασμένη ακόμη και να μιλήσει.
«Ησύχασε, μωρό μου. Όλα είναι υπό έλεγχο».
Πήρε τον δόκτωρ Έντμοντ μέχρι τη γωνιά του ολόλευκου δωματίου.  Παρόλο που δεν ήθελε να ακούσει τίποτα η Δάφνη, εκείνη μπορούσε με κάποιον τρόπο να ακούσει τα πάντα από αυτά που έλεγαν.
«Δεν είχαμε συμφωνήσει αυτό. Πώς είναι δυνατόν να παίρνετε μια τέτοια πρωτοβουλία δίχως τη συγκατάθεσή μου;»
«Κύριε, η μητέρα της ασθενούς συμπλήρωσε τα χαρτιά με τα στοιχεία της. Σαν κηδεμόνας μπορεί να το κάνει αυτό. Άλλωστε είναι κάτι που επείγει. Η κατάστασή της μπορεί να οδηγήσει σε ολική τύφλωση».
Η Δάφνη ούρλιαξε, μεταπηδώντας από τον ονειρικό κόσμο στον πραγματικό.

13

«Δάφνη, μωρό μου, ξύπνα!»
Η Δάφνη σταμάτησε επιτόπου να ουρλιάζει όταν συνειδητοποίησε πως το μέρος όπου βρισκόταν, δεν ήταν σε κάποιο όνειρο.  Κοίταξε ολόγυρα. Βρίσκονταν στο διάδρομο αναμονής και κάθονταν στα άβολα, πλαστικά καθίσματα. Μπορεί να ήταν άσχημα, ωστόσο όχι όπως το όνειρο που είχε δει. Περίμεναν την σειρά τους.
«Τι συνέβη, Νίκο;» Κοίταξε κάτω τη μελανιά στο χέρι της. «Άου! Τι μου-»
«Μωρό μου… για το καλό σου το έκανα, το ξέρεις… Είσαι ασφαλής τώρα. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει». Η Δάφνη προσπάθησε να δείξει κατανόηση, αλλά δυσκολευόταν πραγματικά πολύ. Προσπάθησε να μην το δείχνει πως ήταν λιγάκι… εκνευρισμένη.
«Πόση ώρα είμαι έτσι;»
«Όχι πολύ, περίπου μισή ώρα».
«Θεέ μου… είδα τόσους εφιάλτες. Δεν το αντέχω άλλο».
«Και ανησυχούσα να μη δούμε εκείνη την ταινία…» είπε αγανακτισμένος. «Τώρα έχεις περισσότερους εφιάλτες, αυτό ακριβώς μας έλειπε».
«Με δουλεύεις; Μου έδωσες ηρεμιστική ένεση και με έφερες στο νοσοκομείο παρά τη θέλησή μου και δεν γνωρίζω τι-»
«Δάφνη, πάψε πια!» απαίτησε κάνοντας μασάζ στους κροτάφους του. Κόντευε να χάσει την υπομονή του. «Δε φτάνει… δε φτάνει που σε έφερα εδώ». Αναστέναξε. «Ξέρεις τι; Ξέχασέ το, δεν είναι μέρος αυτό για να τσακωθούμε».
Η πόρτα μπροστά τους που έλεγε «Οφθαλμικό» άνοιξε και βγήκε ένας ηλικιωμένος άντρας με γυαλιά και την κοίταξε επίμονα. Το μάτι μου, ναι, το γαμημένο μάτι μου, το ξέρω ότι είναι τεράστιο ανάθεμα σας όλους, σχεδόν το είχα ξεχάσει…           
«Παρακαλώ, περάστε», είπε ο γιατρός πέρα από την ανοιχτή  πόρτα.

14

Στερέωσε το κεφάλι της σε ένα παράξενο μηχάνημα. Στο αριστερό μάτι έφτανε εικόνα, ένας κόκκινος ανεμόμυλος σε ένα πράσινο, ηλιόλουστο λιβάδι. Ήταν μακριά. Με το δεξί μάτι δεν υπήρχε επαφή· φουσκωμένο σαν μπαλάκι του τένις μόνο ο ερεθισμένος βολβός που είχε γυρίσει ανάποδα φαινόταν.
«Τι είναι, γιατρέ;» ρώτησε ο Νίκος ενώ στεκόταν πλάι της.
«Χμμ…» έκανε ο γιατρός από την άλλη άκρη του μηχανήματος. Εξέταζε αντικριστά από τη Δάφνη τα μάτια της, όσο εκείνη κοιτούσε το τοπίο με το λιβάδι. «Κάποια φλεγμονή, βαριά μάλιστα».
«Τ-τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Ψυχραιμία, κορίτσι μου. Θα σου γράψω μερικά αντιβιοτικά. Για καλό και για κακό θα πρέπει να πάρω λίγο δείγμα, για να είμαστε βέβαιοι πως δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Ωστόσο, όταν βλέπετε πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το μάτι σας, θα πρέπει άμεσα να απευθύνεστε σε κάποιον ειδικό. Ήταν λάθος που σας πήρε τόσο».
Ο Νίκος λοξοκοίταξε την Δάφνη. «Θα το λάβουμε υπόψιν. Ευχαριστούμε, κύριε Έντμοντ».
Η Δάφνη σάστισε ακούγοντας αυτό το όνομα: Αυτό δεν ήταν το όνομα του γιατρού στο όνειρό μου; Έντμοντ… 
«Τι ακριβώς μπορεί να είναι τελικά;» ρώτησε τώρα ο Νίκος παίρνοντας την συνταγή από τα χέρια του γιατρού.
«Δεν είμαι βέβαιος», είπε ο κύριος Έντμοντ. «Ίσως επιπεφυκίτιδα. Αλλά δεν μοιάζει σαν κάτι που έχω ξαναδεί, όχι έτσι. Σήμερα θα γίνει η ταυτοποίηση και θα σας ενημερώσω».
Είχαν φτάσει κιόλας σπίτι. Η έξοδος στο σινεμά έμοιαζε με μακρινό όνειρο. Ο Νίκος πήγε στο φαρμακείο, πήρε τα πράγματα της Δάφνης και επέστρεψε πίσω στο σπίτι. Η Δάφνη είχε όμως αποκοιμηθεί.

15

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου

Δεν είδε εφιάλτες αυτή τη φορά. Ξύπνησε νωρίς το πρωί, αλλά όχι αρκετά νωρίς για να προλάβει τον Νίκο. Ένιωθε καλύτερα σήμερα, κι ας μην είχε πάρει τα αντιβιοτικά της που ήταν στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι τους. Ψηλάφισε το μάτι της, το πρησμένο, κακάσχημο μάτι της. Δεν ήταν και τόσο άσχημα.
Πήγε κάτω να πιεί λίγο νερό. Δεν άργησε να διαπιστώσει τα ίχνη από αίμα στο γρανιτένιο πάτωμα του σπιτιού. Οδηγούσαν προς το τηλέφωνο. Έσμιξε τα φρύδια της. Ήταν περίεργο, ήταν πολύ περίεργο, γιατί ήταν τα ίδια χνάρια που είχε αφήσει χθες όταν πάτησε το σπασμένο ποτήρι… που θυμόταν πως είχε μαζέψει αλλά τελικά δεν το είχε μαζέψει… όπως και τα αίματα… μήπως δεν είχε καθαρίσει ούτε τα αίματα; Αποκλείεται, ο Νίκος θα τα είχε δει, άρα δεν υπήρχαν εκεί τα αίματα, τα είχε όντως καθαρίσει.
Η Δάφνη πήγε προς την εξώπορτα, περιμένοντας να την ακούσει πάλι να κλείνει, αλλά δεν ήταν κανείς απέξω. Κοίταξε πίσω της· ούτε μέσα ήταν κανείς. Το σπίτι ήταν άδειο. Έκλεισε την πόρτα και με τρόμο είδε πως τα αίματα βρίσκονταν ακόμα εκεί. Αλλά το ποτήρι… δεν υπήρχε το σπασμένο ποτήρι. Κοίταξε την ουλή στο πέλμα της. Η πληγή είχε ανοίξει και έσταζε αίμα… Το καθάρισε γρήγορα με ένα πανάκι. Έβαλε ένα τσιρότο και σφουγγάρισε τα αίματα.
Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή:
«Δάφνη… Δάφνη εγώ είμαι, η κυρία Φου. Δεν κάλεσες πίσω που σου ζήτησα. Αλλά λογικό, κι εγώ αν έχανα κάποιον δικό μου έτσι θα ήμουν τώρα, απομονωμένη». Αναστεναγμός. «Πάρε με τηλέφωνο όταν μπορέσεις, ανησυχώ για σένα».
Η Δάφνη έτρεξε προς το τηλέφωνο και κάλεσε την Κυρία Φου. Χτυπούσε και…
«Εμπρός; Δάφνη;» Το σήκωσε. «Είδα την αναγνώριση. Πες μου ότι είσαι καλά…»
«Καλημέρα, κυρία Φου», είπε η Δάφνη τάχα πως ήταν ψύχραιμη. «Γιατί τέτοια αναστάτωση; Είστε καλά;»
«Εγώ… Ναι. Μια χαρά είμαι, γλυκιά μου. Όμως έμαθα για την μητέρα σου και… λυπάμαι τόσο πολύ. Θα πρέπει να είναι δύσκολο για σένα. Γι’ αυτό ήσουν έτσι τελικά; Έπρεπε να μου το είχες πει».
«Μισό λεπτό… τι εννοείτε;»
«Προχτές… πέθανε; Δεν το ήξερες;»
Η Δάφνη έκλεισε το τηλέφωνο, αβέβαιη αν πρόκειται για πραγματικότητα. Μπορεί να ήταν πάλι κάποιο όνειρο, ναι, αυτό ήταν, κάποιο κακό όνειρο. Σύντομα θα ξυπνούσε, ουρλιάζοντας όπως πάντα.

Τέλος 3ου μέρους. Το επόμενο και τελευταίο μέρος στις 31 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 2ο.


6

Η Δάφνη δεν είχε άλλο ύπνο. Λογικό μετά το όνειρο, εκείνο με τα αντεστραμμένα μάτια στις κόγχες. Φοβόταν να πέσει να κοιμηθεί. Τι στο καλό ήταν αυτό το όνειρο;
Κατέβηκε να φτιάξει καφέ φίλτρου στην καφετιέρα. Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή.
«Όλα καλά, Δάφνη; Έφυγες ταραγμένη από το τελευταίο μάθημα και ανησύχησα. Ο Νίκος καλά; Μπορείς να λείψεις όσο θέλεις, αρκεί να μου στείλεις πίσω».
Στεκόταν σκεφτική πάνω από το μηχάνημα, προσπαθώντας για άλλη μια φορά να θυμηθεί. Εξέτασε το μήνυμα: ταραγμένη, ήταν η λέξη που συγκράτησε. Γιατί ήταν ταραγμένη; Το πρησμένο μάτι πάντως τής έφερνε πονοκέφαλο όποτε προσπαθούσε να θυμηθεί, λες και κάποιος σκάλιζε με σφήνα το κρανίο της. Δεν ήθελε να πει καμιά βλακεία στην κυριά Φου. Αποφάσισε να μην απαντήσει ακόμη. Ήπιε μια γουλιά καφέ από το φλιτζάνι –ζεστός, ηρεμιστικός. Βοηθούσε κάπως στον πόνο, κανένας λόγος  να πάρει παυσίπονα.
Πλησίασε το νεροχύτη να πάρει ένα κουταλάκι, όταν ξαφνικά πάτησε σκόρπια θρύψαλα.
«Άου, άου!» φώναξε με ψιλή φωνή. Σήκωσε αντανακλαστικά το πόδι της και κοίταξε κάτω. Έντονο κόκκινο αίμα πότισε το δάπεδο.  Άφησε το φλιτζανάκι στον πάγκο, απορώντας ακόμη πώς δεν της είχε πέσει κάτω. Κοίταξε τα θρύψαλα. Συνοφρυώθηκε. Στο δάπεδο ήταν τα θραύσματα του σπασμένου ποτηριού που έσπασε χθες. Αλλά θα ορκιζόταν πως τα είχε μαζέψει. Προσπαθούσε να θυμηθεί αν πράγματι τα είχε μαζέψει, μα δεν μπορούσε.
Τότε άκουσε το κλείσιμο της εξώπορτας. Από το δεξί της μάτι, το πρησμένο, δεν είδε ποιος ήταν εκεί. Δεν μπόρεσε να δει αν κάποιος ήταν στην πόρτα. Γύρισε και κοίταξε με το αριστερό. Τίποτα, κανένας. Ίσως ο άνεμος να είχε τραντάξει το τζάμι. Πλησίασε και άνοιξε την εξώπορτα. Σήμερα δεν είχε καθόλου αέρα. Μόνο ήλιο και πολλή ζέστη. Ούτε ένα αυτοκίνητο δεν περνούσε από την οδό. Κανείς. Κανείς δεν ήταν έξω.
Κοίταξε να ελέγξει μέσα στο σπίτι. Το βλέμμα της σάρωσε το μικρό σαλόνι. Ησυχία. Ένιωσε την παρόρμηση να φωνάξει τη μητέρα της, μα θα ήταν τρελό μιας και πλέον δεν ζούσε μαζί της.
Όταν βεβαιώθηκε ότι κανένας δεν ήταν στο σπίτι, κούνησε το κεφάλι θαρρείς πως έδιωχνε μια ανόητη σκέψη. Αυτή τη φορά φρόντισε να μαζέψει τα γυαλιά. Ο καφές είχε κρυώσει πάνω στον πάγκο ωσότου να σφουγγαρίσει τα ίχνη από το αίμα της. Εφιάλτης. Η θέα ακόμη και του δικού της αίματος ήταν εφιάλτης. Διόλου τυχαίο που φοβόταν τα νοσοκομεία.

7

«Τι λες να βγούμε σήμερα;» είπε ο Νίκος. «Σε κάνα εστιατόριο, ίσως». Η Δάφνη διάβαζε ένα βιβλίο. Ο Νίκος διόρθωνε γραπτά. «Εσύ διαλέγεις».
Σήκωσε το βλέμμα της να τον κοιτάξει. Πόσος καιρός πήγαινε πού να της πρότεινε κάτι τέτοιο; Δύο μήνες; Τρεις μήνες; «Χμμ, τελευταία σκεφτόμουν πόσο πολύ θέλω να πάμε σινεμά. Ξέρεις, με πιάνει κάπου κάπου. Αλλά δεν μπορώ να βγω έτσι, όχι με τέτοιο μάτι».
«Έλα τώρα Δάφνη, γίνεσαι υπερβολική… Σινεμά ε;» Χτυπούσε το στυλό απαλά στα χείλη του. «Καθόλου κακή ιδέα. Έχεις στο μυαλό σου κάποια καλή ταινία;»
Η Δάφνη έβαλε το βιβλίο στην άκρη. «Είναι μία, αλλά δεν ξέρω αν θα σου αρέσει».
«Αν έχει τίποτα ρομαντικά και τέτοια να μου λείπει», είπε και χαμογέλασε. «Πλάκα κάνω… θα δούμε ό,τι θέλεις εσύ, αρκεί να βγούμε να ξεσκάσουμε λίγο».
«Ξέρεις πόσο μου αρέσουν τα θρίλερ».
«Α, έχουμε ζήσει αρκετό απ’ αυτό με τη μάνα σου, πίστεψέ με».
Η Δάφνη τον κοίταξε έντονα, αλλά ήταν αδύνατο να μη γελάσει.

8

Έξω είχε σκοτεινιάσει, η ψύχρα δεν άργησε πολύ να έρθει φέτος το Σεπτέμβριο.
«Φόρα το, κάνει κρύο».
«Είσαι… πολύ γλυκός».
«Ναι καλά, τα έχουμε ξανακούσει αυτά».
Την τράβηξε κοντά του. Περπατούσαν καθοδόν για το σινεμά, δεν ήταν μακριά από το σπίτι τους οπότε δε χρειάστηκε να πάρουν το αυτοκίνητο.
Είχε μεγάλη ουρά στα εκδοτήρια. Πήγαν πρώτα να πάρουν το φαγητό.
«Τι θες να πιείς;»
«Κόκα Κόλα», είπε η Δάφνη. «Πάρε την προσφορά με το μεγάλο ποπ-κορν».
«Θέλεις να τα πάρεις εσύ κι εγώ να πάω για τα εισιτήρια; Δε παίζει να προλάβουμε πριν αρχίσει η ταινία».
«Εντάξει, καλή ιδέα. Θα σε περιμένω εδώ».
Ο Νίκος έφυγε για τα εισιτήρια και η Δάφνη άνοιξε το πορτοφόλι της και πήρε πέντε ευρώ.
«Τι θα θέλατε παρακαλώ;» ρώτησε η νεαρή κοπέλα πίσω από το ταμείο.
«Ένα μεγάλο ποπ-κορν και –τι συμβαίνει;» Κοιτούσε το πρησμένο της μάτι, ήταν σίγουρη.
«Ε… τίποτα, τίποτα». Πήρε ένα χαρτονένιο κύπελλο. «Μεγάλο είπατε, έτσι;»
«Ναι…»
Το γέμισε ποπ-κορν. «Κάτι άλλο;» ρώτησε εύθυμη.
«Όχι… αυτό μόνο». Ήθελε να φύγει από κει, αισθανόταν άβολα, αισθανόταν ότι ήταν το μεγάλο θέαμα, το επίκεντρο, η αναμενόμενη προβολή των Box Office. Ο κόσμος την κοιτούσε και ένιωθε πως θα κλάψει.
«Μωρό μου, είμαστε έτοιμοι;» Ήταν ο Νίκος. Εμφανίστηκε πάλι από τα δεξιά της. Δεν ήξερε πόση ώρα ήταν εκεί. Λογικά τώρα ήρθε. Λογικά.
«Ναι… ναι, πάμε».
«Η Κόκα Κόλα;»
«Σωστά».
«Και μια Κόκα Κόλα, παρακαλώ», ζήτησε ο Νίκος για κείνη. Ήξερε, αλλά ήταν εντάξει.
Προτού μπουν στην αίθουσα προβολής, ο Νίκος της έπιασε την κουβέντα: «Ανησυχώ λίγο».
Η Δάφνη απόρησε. «Για ποιο πράγμα;»
«Σκέφτομαι μήπως σου προκαλέσει εφιάλτες η ταινία».
«Μη γίνεσαι γελοίος».
«Γιατί αμφιβάλλεις;»
«Γιατί δεν θα κάνει καμία απολύτως διαφορά».

9

Ο άντρας σύρθηκε μέσα από το σκοτάδι, η ανάσα του λυσσασμένη, οι προθέσεις του άγριες και ανελέητες. Είχε σπάσει το παράθυρο, είχαν πιαστεί στα χέρια, δεν κατάλαβε για πότε συνέβη· η γυναίκα με το ξεχειλωμένο μπλουζάκι και το πρόσωπο κομμένο, έτρεξε να σωθεί από τον άντρα, γιατί δεν μπορούσε με τίποτα να αντιμετωπίσει την κτηνώδη φύση του. Ήταν ψηλότερος και δυνατότερος.
Έκοψε τα πόδια της στα σπασμένα γυαλιά, αλλά κατάφερε να του ξεφύγει· όχι, την άφησε να ξεφύγει, έπαιζε το παιχνίδι του τώρα, ήταν πολύ αργά, σαν το ποντίκι με τη γάτα, σαν τη γάτα με το ποντίκι. Ήθελε να δει τι θα κάνει, παγιδευμένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Έπρεπε να είχε τρέξει εξαρχής, να σωθεί, το σκέφτηκε αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει, πάγωσε, λειτουργούσε ενστικτωδώς.
Ο άντρας δεν ήταν άνθρωπος. Αποκλείεται να ήταν. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από το λαιμό της καθώς την σήκωνε πάνω με τα πόδια να απέχουν. Κλοτσούσαν ανώφελα τον αέρα. Προσπάθησε να την στραγγαλίσει. Τα αφτιά της βούιζαν. Το ένα μάτι είχε ήδη πρηστεί μαζί με το πρόσωπό της. Η ανάσα της ακουγόταν σαν γυαλόχαρτο. Ένιωθε ότι θα ξεράσει.
Το κοινό ούρλιαξε αγωνιώντας. Η Δάφνη κρύφτηκε μέσα στις παλάμες της. Ο Νίκος την πήρε αγκαλιά με το ένα χέρι έως το τέλος της ταινίας.

10

Η ταινία τελείωσε και γυρνούσαν σπίτι πιασμένοι χέρι-χέρι.
«Σ’ άρεσε η ταινία;»
«Καλή ήταν», απάντησε η Δάφνη.
«Μόνο καλή;»
«Ε… ναι. Ήταν προβλέψιμη, αλλά είχε πολλή αγωνία».
Ο Νίκος γέλασε. «Σ’ αυτό συμφωνώ. Έπρεπε να έβλεπες τα μούτρα σου».
Θυμήθηκε το περίεργο βλέμμα της κοπέλας στο ταμείο, το πώς την κοιτούσε.
Η Δάφνη προσπάθησε να χαμογελάσει. «Τι εννοείς;»
«Ότι τα ‘χες κάνει πάνω σου».
Έστριψαν στη γωνία. Το σπίτι τους ήταν μόλις δέκα μέτρα μακριά.
Άξαφνα το μάτι της άρχισε να την πονάει. «Ουχ, αχ! Νίκο-Νίκο, το μάτι μου… με πεθαίνει!»
Ο Νίκος την γύρισε προς το μέρος του. «Δάφνη σου έχω πει να μη βάζεις τα χέρια στα μάτια!  Έλα κοντά… άσε με να το δω». Το πρήξιμο, κάτω από το ελάχιστο φως των φανών του δρόμου, έμοιαζε με μεγάλο καρούμπαλο. «Τι νιώθεις; Σε πονάει ακόμα;»
«Ναι… νιώθω ένα κάψιμο, σαν να με τρυπάνε με καυτή βελόνα».
«Δεν φαίνεται καλό… μείνε ψύχραιμη… βγάζει λίγο αίμα».
«Τι!» φώναξε. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει.
«Πάμε, μη καθόμαστε άλλο».
Ο Νίκος την βοήθησε να προχωρήσει και να ανέβει τα σκαλοπάτια της πρόσοψης. Στην συνέχεια την έβαλε να καθίσει στον καναπέ, σιγά-σιγά. Η Δάφνη κάλυπτε το αριστερό της μάτι, λες και φοβόταν μήπως χάσει κι αυτό.
«Έρχομαι αμέσως», της είπε και άκουσε τα βήματά του να κατευθύνονται στο μικρό μπάνιο. Έψαχνε το ντουλαπάκι με τα φάρμακα, του έπεσε κάτι, η Δάφνη αναρωτήθηκε τι, αλλά είχε σημασία; Ερχόταν τώρα προς τα κείνη.
«Μην κουνηθείς».
«Εντάξει…»
Ο άντρας της κάτι ψαχούλευε στο κουτί πρώτων βοηθειών. Της μύρισε οινόπνευμα, εκείνη η καθαρή μυρωδιά που θύμιζε νοσοκομείο. Φοβήθηκε. Το δεξί της μάτι άρχισε πάλι να την πονάει. Εκείνη άρχισε να κλαίει. Με τα δάκρυα κυλούσε και αίμα –όχι πολύ, ήταν όμως ανησυχητικό. Ένιωσε κάτι να πιέζει την πρησμένη σάρκα, ύστερα ένα τσούξιμο, ο Νίκος έκανε σήψη· στο δεξί της χέρι ένιωσε πιτσιλιές δροσιάς, μάλλον είχε ιδρώσει. Κατάφερε να ανοίξει το δεξί μάτι. Από τη σχισμή του ματιού βγήκε πύον που βρόμαγε και σκούρο αίμα.
Ο Νίκος σταμάτησε να ανασαίνει. Δεν κουνιόταν.
«Τ-τι είναι Νίκο;»
«Δάφνη… είναι πιο σοβαρό απ’ ό,τι νόμιζα…»
«Πες μου… πες μου τι τρέχει με το μάτι μου… Δεν μπορώ να δω».
«Έχει γυρίσει ανάποδα».

Τέλος 2ου μέρους. Επόμενο μέρος στις 28 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 1ο.


1

«Το έβγαλες;»
«Μη κουνιέσαι, προσπαθώ».
«Άου, Νίκο, με πονάς!»
«Συγγνώμη, Δάφνη. Κοντεύουμε…και…βγήκε!»
Ο Νίκος έδειξε στη σύζυγό του το θραύσμα γυαλιού.
«Ω, Θεέ μου!» είπε εκείνη.
«Είσαι τυχερή που δεν τρύπησε τον κερατοειδή. Μπορεί να πάθαινες ζημιά. Θύμισέ μου, πώς ακριβώς συνέβη;»
«Δε… δεν θυμάμαι».
«Έλα τώρα, Δάφνη».
«Σοβαρολογώ». Κοιτούσε στο καθρεφτάκι το μικρό κόψιμο στο πάνω βλέφαρο. «Βγάζει ακόμα αίμα, Χριστέ μου!»
«Έλα δω». Περιποιήθηκε το τραύμα της με λίγο βαμβάκι και ιώδιο. «Καλύτερα τώρα;»
«Ναι… Είσαι πολύ γλυκός».
«Δεν μου το λες συχνά αυτό».
«Το ξέρω. Φταίνε οι συνθήκες… καταλαβαίνεις».
«Ακόμα με την μητέρα σου;»
Η Δάφνη αναστέναξε. «Ναι. Δεν σε χωνεύει».
«Χμμ… ούτε εγώ».
«Μιλάω σοβαρά».
«Κι εγώ το ίδιο, Δάφνη. Αλλά ξέρεις ποιο το καλό; Η ζωή είναι μικρή για να ασχολούμαστε με τη μάνα σου».
«Έχεις δίκιο… τι σημασία έχει άλλωστε; Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει πόσο σε αγαπώ».
«Κι εγώ σ’ αγαπάω, Δάφνη». Ο άντρας με το κοστούμι τής χαμογέλασε τρυφερά. Ύστερα σοβάρεψε και την κοίταξε μισό λεπτό. «Τελικά πώς το έπαθες;»
«Δεν ξέρω, αλήθεια. Θυμάμαι μόνο ότι έφυγα από τη γιόγκα και πήγα σπίτι και… βιαζόμουν να σε βρω. Για να σου φέρω το αυτοκίνητο, μάλλον. Δεν θυμάμαι κάτι άλλο, είναι μυστήριο».
«Πράγματι είναι». Έτριβε σκεφτικός το πιγούνι του. «Τέλος πάντων. Το σημαντικό είναι πως είσαι καλά. Πρόσεχε όμως την πληγή γιατί μπορεί να μολυνθεί». Κοίταξε το ρολόι του. «Λοιπόν, πρέπει να επιστρέψω. Έχω μια ολόκληρη τάξη να αναλάβω». Τη φίλησε στο στόμα.
«Υπομονή, δυο ώρες ακόμα», είπε η Δάφνη. «Εγώ λέω να γυρίσω κατευθείαν σπίτι».
«Καλά θα κάνεις. Πέσε να ξεκουραστείς».
«Μάλιστα, κύριε καθηγητά».

2

Η Δάφνη γύρισε σπίτι. Το σαλόνι είχε μια ζεστή αίσθηση από μπεζ τοίχους και δερμάτινους καναπέδες. Ωστόσο ήταν καλοκαίρι, στο πάτωμα δεν υπήρχαν χαλιά, και το κλιματιστικό ήταν ανοιχτό. Θα ξέχασε να το κλείσει, μάλλον. Ή μήπως όχι; Υπήρχε κάτι που έπρεπε να θυμηθεί, μα δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Δεν ασχολήθηκε, το έκλεισε από το χειριστήριο.
Έκανε ένα τηλεφώνημα, παρόλο που μετά βίας μπορούσε να δει τα πλήκτρα με το πρησμένο της μάτι –χρειάστηκε να το κλείσει, γιατί, Δόξα τω Θεώ, από το αριστερό έβλεπε μια χαρά. Δεν το σήκωνε κανείς, οπότε έπρεπε να αφήσει μήνυμα. «Κυρία Φου; Θα χρειαστεί να λείψω για κάνα δυο μέρες από τα μαθήματα. Συνέβη κάτι έκτακτο, όχι σοβαρό, μην ανησυχείτε».
Το έκλεισε και πήγε στο νεροχύτη. Έβαλε σε ένα γυάλινο ποτήρι να πιεί νερό και στάθηκε με τους γοφούς στην άκρη του πάγκου. Στεκόταν σκεφτική τρίβοντας το κάτω χείλος –μια απόπειρα να θυμηθεί. Οι σκέψεις δεν κράτησαν  πολύ· ένας φρικτός πόνος στο δεξί της μάτι την έκανε να ρίξει το ποτήρι της κάτω. «Θεέ μου, τι πόνος!» Κοίταξε τα σκόρπια θρύψαλα, η όψη τους την έκαναν να φανταστεί να διαπερνούν το βολβό του ματιού της.
Έτρεξε στο μπάνιο ζαλισμένη. Όσο όμορφη κι αν ήταν, ένα τέτοιο πρήξιμο την έκανε να μοιάζει με σάκο του μποξ. Άνοιξε το ντουλαπάκι με τα φάρμακα και πήρε ένα παυσίπονο. Ένιωθε κάπως καλύτερα, ωστόσο το πρήξιμο δεν υποχώρησε.
Αργότερα ο Νίκος γύρισε σπίτι. Βρήκε την Δάφνη ξαπλωμένη στον καναπέ. «Τι συμβαίνει;»
«Το εννοώ, Νίκο, δεν θα ξαναβγώ έτσι από το σπίτι. Είμαι σαν τέρας».
«Αυτό είναι γελοίο». Χαμογελούσε –αν η Δάφνη φοβόταν κάτι στον Νίκο, ήταν πως πάντοτε χαμογελούσε σε σημείο που δεν ήταν φυσιολογικό ώρες-ώρες. «Είσαι μια κούκλα, πώς είναι δυνατόν να αφήνεις ένα μικρό ατύχημα να σε επηρεάσει; Εξάλλου, σημασία δεν έχει το μέσα; Αυτό δεν μου λες πάντα;»
«Πάντα. Με ένα τέτοιο μοιάζω».
«Και τα πάντα είναι όμορφα, ξέρεις».
«Ναι, καλά», τον πείραξε η Δάφνη. Και μετά: «Πώς ήταν τα παιδιά;»
Ο βιολόγος με το κοστούμι της έριξε ένα ύφος απόγνωσης. «Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό, σε παρακαλώ. Γίνονται όλο και πιο ανυπόφορα, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται. Έτσι μου ‘ρχεται… μου ‘ρχεται να τα πνίξω!»
Η Δάφνη γέλασε, νιώθοντας πρησμένη σαν κωμικοτραγική μάσκα. «Ίσως εκμεταλλεύονται το γεγονός πως δεν είσαι αυστηρός καθηγητής. Πρέπει να τους δώσεις ένα μάθημα».
«Λες ε;»
Η Δάφνη έγνεψε πονηρά.
«Εγώ λέω…» Έπιασε την Δάφνη από τη μέση «…να δώσω σ’ εσένα πρώτα ένα μάθημα». Και την ξάπλωσε στον καναπέ, φιλώντας την παθιασμένα.

3

Η Δάφνη φορούσε ένα πράσινο μακό μπλουζάκι· οι θηλές της διαγράφονταν ακόμη σκληρές πάνω του. Κάπνιζε ένα Ουίστον, αλλά για κείνη πλέον ήταν θέμα συνήθειας παρά ανάγκης. Κοιτούσε τα φώτα της πόλης από το παράθυρο πάνω από το νεροχύτη, όταν στο μυαλό της ξεπετάχτηκε η μητέρα της –είχε να καλέσει στο σπίτι τους ώρες, πράγμα ασυνήθιστο. Ίσως τελικά τα παράτησε, αποδέχτηκε ότι η κόρη της ήταν ερωτευμένη, πως η ζωή της δεν κρεμόταν πια από τη μητέρα της. Έτριβε το κάτω χείλος της, προσπαθούσε να θυμηθεί πάλι τι συνέβη σήμερα και γιατί όλα αυτά τα κενά μνήμης.
Ξεφύσησε τον τελευταίο καπνό. Και πάλι τίποτα. Έσβησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο.
«Δεν κοιμάσαι;»
Η φωνή του  Νίκου ακούστηκε από τα δεξιά της και η Δάφνη τινάχτηκε πάνω. «Νίκο… μου έκοψες τη χολή».
«Συγγνώμη», είπε και πήγε στο ψυγείο. Οι τρίχες στο στήθος του τής έφερναν διέγερση. Ο Νίκος πήρε μια μπίρα και την άνοιξε.
«Δεν σε αντιλήφθηκα –ακόμα δεν μπορώ να ανοίξω το δεξί μου μάτι».
«Τόσο χάλια είναι;»
Ήπιε μια γουλιά από το γυάλινο, θολό από την παγωμένη μπίρα μπουκάλι.
«Ναι… Είναι φυσιολογικό αυτό;»
«Ποιο;»
«Να είναι τόσο άσχημο από ένα μικρό κόψιμο».
Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Σε πονάει;»
«Όχι… εκτός από-»
«Τι; Αν σε πονάει πες το μου».
«Όταν γύρισα με πονούσε λίγο. Πήρα ένα παυσίπονο, δεν πονάει τώρα…»
«Εντάξει, καλό αυτό». Πήγε κοντά και έτριψε καθησυχαστικά το μπράτσο της. «Αν αρχίσει να σε πονάει πάλι, θα πρέπει να το κοιτάξουμε».
«Μα-»
«Και δεν θέλω αντιρρήσεις. Πιστεύω πως το έχεις ξεπεράσει το όλο θέμα της φοβίας». Ήπιε άλλη μια γουλιά και πήγε στην κρεβατοκάμαρα.
«Το έχω ξεπεράσει».
Δεν έλεγε αλήθεια· φοβόταν ακόμη τα νοσοκομεία.

4

Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Δεν ήταν τυφλή. Τα πάντα έμοιαζαν εχθρικά μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άνθρωπος  (άνθρωπος δίχως μάτια)
με μάτια ανθρώπινα, μα δεν κοιτούσαν καθόλου με τρόπο ανθρώπινο. Ήταν αντεστραμμένα, γυρισμένα, κοιτούσαν το εσωτερικό του κρανίου της. Έβλεπε μια μορφή, στρογγυλή, παλλόταν, ήταν μέσα στο κεφάλι της. Η Δάφνη ούρλιαξε, ήταν όνειρο, ένα κακό όνειρο. Στάθηκε κάθιδρη, τρομαγμένη. Ο Νίκος ήταν επίσης ξύπνιος και τρομαγμένος, την κοιτούσε αλλά δεν μιλούσε. Είχε μεταβεί σε μια κατάσταση που είχε γίνει συνήθειο. Ήξερε ότι η Δάφνη είχε δει πάλι την εμμονική μητέρα της να την κυνηγά στα όνειρά της.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν εκείνη. Τα τελευταία βράδια έβλεπε κάτι άλλο, κάτι για το οποίο δεν του είχε μιλήσει ακόμα, δεν ένιωθε άνετα. Μπορεί να την περιγελούσε, παρόλο που δεν του είχε δώσει τέτοια δικαιώματα.
Φοβόταν. Δεν ήταν έτοιμη.

5

Ήταν Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου, με πρωινή λιακάδα. Ένας κούκος παραμιλούσε έξω από το παράθυρό τους. Η Δάφνη ήταν ακόμη ξαπλωμένη και παρακολουθούσε τον Νίκο που ετοιμαζόταν για το σχολείο.
«Είναι καλύτερα;» την ρώτησε ενώ φορούσε τη γραβάτα του.
«Νομίζω πως ναι». Άγγιξε την πληγή. «Άου… ή και όχι».
Ο Νίκος έκανε το γύρω του κρεβατιού και την φίλησε. «Είσαι κουτό. Πάντως στο λέω, αν δεν έχει περάσει μέχρι αύριο, θα σε πάρω να πάμε στο νοσοκομείο. Μπορεί να έχει μολυνθεί».
Η Δάφνη στριφογύρισε τα μάτια μέσα στις κόγχες της –μόνο το αριστερό φάνηκε να κάνει αυτή την κίνηση. «Καλά θα είμαι, μην ανησυχείς. Παρεμπιπτόντως, κάλεσε καθόλου η μητέρα μου; Έχει μια μέρα να φανεί».
«Όχι». Ήταν εμφανές ότι ένα τέτοιο ερώτημα τον ενοχλούσε. «Και τολμώ να παραδεχτώ πως δεν με απασχολεί. Για το δικό μας καλό, να ησυχάσουμε πια απ’ αυτή τη γυναίκα».
«Νίκο, είναι η μητέρα μου». Η Δάφνη ήξερε ότι δεν την σύμφερε να το συνεχίσει. Θα άκουγε την απάντησή του και ύστερα θα σταματούσε να σκαλίζει το θέμα.
«Σκασίλα μου!» φώναξε. «Θα την αφήνεις να έχει τον έλεγχο της ζωής σου; Δεν είσαι παιδί, Δάφνη. Οφείλει να το καταλάβει πια αυτό, για όνομα».           Έστρεψε τη ματιά του στον καθρέφτη για να ζώσει το παντελόνι του. Η Δάφνη καταλάβαινε ότι αυτή η αποστροφή ήταν μόνο και μόνο για να μη συναντήσει το θυμωμένο βλέμμα του –ένας μηχανισμός άμυνας. «Κοίτα… δεδομένης της κατάστασης, δεν θα το συζητήσω άλλο. Μιλάμε για αυτονόητα πράγματα, γι’ αυτό ας μη χαλάμε τις καρδιές μας τώρα».
«Ποιας κατάστασης; Μιλάς για το μάτι μου;»
«Όχι. Μιλάω για το γεγονός ότι δεν σε αφήνει ήσυχη ούτε και στον ύπνο σου. Σε έχει καταστρέψει». Η Δάφνη δεν το συνέχισε –ο Νίκος είχε δίκιο.
«Πρέπει να φύγω, άργησα». Έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο. Αυτό σήμαινε πως ήταν ακόμη θυμωμένος· πάντα την φιλούσε στο στόμα.

Τέλος 1ου μέρους. Επόμενο μέρος στις 25 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Τα Χριστούγεννα Του Γέροντα.


Ήταν 25 Δεκεμβρίου, όπου όλοι οι κάτοικοι του χωριού γιόρταζαν τη γιορτή των Χριστουγέννων. Στην άκρη του χωριού, όμως, ζούσε ένας γέροντας που δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί τη γιορτή αυτή, διότι έμενε μόνος του και είχε τις δικές του στενοχώριες.

Ο γέροντας Τζέισον κάθισε στην κόκκινη πολυθρόνα του τεράστιου σαλονιού του και κοιτούσε τα όμορφα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Με εξαίρεση τα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και το ζεστό τζάκι, το σπίτι ήταν σκοτεινό και επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Επίσης, ένα από τα δυο παράθυρα στο σαλόνι ήταν μισάνοιχτο, με αποτέλεσμα να «ταξιδεύει» προς τον κήπο, η μυρωδιά από τα νόστιμα μελομακάρονα και από τους νόστιμους κουραμπιέδες.

Στόχος του γέροντα Τζέισον είναι να «πιάσει» έναν καλικάντζαρο και, γι’ αυτόν το λόγο, κάθε Χριστούγεννα στήνει την ίδια παγίδα.

Η ώρα ήταν δέκα το βράδυ. Ο γέροντας, κοιτώντας την ομίχλη στον κήπο του, έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, έβαλε στο στόμα του ένα μελομακάρονο και φόρεσε τα γυαλιά του. Ξαφνικά, όμως, ακούει ένα θόρυβο από την κουζίνα που έμοιαζε περισσότερο σαν τρίξιμο παραθύρου… Ο γέροντας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, άφησε στο μικρό τραπεζάκι το δαγκωμένο και νόστιμο μελομακάρονο και κοίταξε προς την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας. Για κάποια δευτερόλεπτα,  δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε καν η ανάσα του γέροντα. Μετά από λίγο, ο φοβισμένος γέροντας πλησιάζει με αργά βήματα προς την κουζίνα. Πριν φτάσει στην κουζίνα, αρπάζει μια καραμπίνα που βρίσκει στο πίσω μέρος της πολυθρόνας και, φτάνοντας στην κουζίνα, μπαίνει μέσα και αντικρίζει έναν ξένο! Βλέπει έναν καλοντυμένο άντρα να μπουκώνει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες με ένα ανεξήγητο τρόπο. Επίσης, βλέπει το παράθυρο της κουζίνας ανοιχτό και πολλούς κουραμπιέδες, πεσμένους στο πάτωμα. Καθώς κοιτούσε τους κουραμπιέδες στο πάτωμα, παρατηρεί κάτι το ασυνήθιστο. Έξω από τα τρύπια παπούτσια του καλοντυμένου άντρα, υπήρχαν κοφτερά μαύρα νύχια! Τότε, το κατάλαβε.

– «Έι, εσύ!…»

φώναξε ο γέροντας, σηκώνοντας την καραμπίνα του και σημαδεύοντας τον καλικάντζαρο.

Ο καλικάντζαρος, με ανθρώπινη μορφή, άφησε κάτω ένα μελομακάρονο που έτρωγε και κοίταξε τον γέροντα στα μάτια. Μετά από την επαφή με τα μάτια, ο καλικάντζαρος σηκώθηκε από την καρέκλα και πήρε την απάνθρωπη μορφή του, κάνοντας τον γέροντα να φοβηθεί ακόμη περισσότερο. Ο γέροντας τον πυροβόλησε και ο καλικάντζαρος πετάχτηκε προς τα πίσω, πέφτοντας αναίσθητος στο πάτωμα!!!

–  «Και τώρα, θα σε ανακρίνω»

είπε ο γέροντας στο ψόφιο δαιμόνιο.

Ένας παράξενος και δυνατός ήχος, όμως, ακούγεται από το σαλόνι και ο γέροντας αφήνει τον καλικάντζαρο στην κουζίνα και τρέχει προς το σαλόνι. Όταν φτάνει στο σαλόνι βλέπει κάτι καταστροφικό! Δεν πίστευε στα μάτια του! Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε διαλυθεί και τα στολίδια είχαν σκορπιστεί σε ολόκληρο τον χώρο του σαλονιού!!! Κάτω, όμως, από το παράθυρο του σαλονιού είδε τη φρίκη, μπροστά στα μάτια του! Ένα μικροσκοπικό δαιμόνιο με μυτερά αυτιά και κοφτερά μαύρα νύχια στα χέρια και στα πόδια του, καταβρόχθιζε το πτώμα της νεκρής Κυρα-Φροσύνης!

Η Κυρα-Φροσύνη ήταν η γυναίκα του γέροντα Τζέισον, η οποία είχε πεθάνει πριν από 9 μήνες. Οι καλικάντζαροι είχαν καταλάβει ότι ο γέροντας Τζέισον τους έστηνε παγίδα κάθε Χριστούγεννα, και θέλησαν να ξεθάψουν την νεκρή γυναίκα του για να της δαγκώσουν το βρώμικο δέρμα της, μπροστά στα μάτια του!!! Σκέφτηκαν πως με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουν να απειλήσουν τον γέροντα, ώστε να μην ξαναστήσει παγίδα τα επόμενα Χριστούγεννα κι, έτσι, να μπορούν να τρώνε άνετα τα νόστιμα μελομακάρονα και τους νόστιμους κουραμπιέδες του.

Ο γέροντας έμεινε άναυδος!!! Κοίταξε τον μικροσκοπικό καλικάντζαρο και τον σημάδεψε με την καραμπίνα.

– «Άσε το όπλο κάτω και θα βάλουμε τη γυναίκα σου και πάλι, πίσω στον τάφο της»

του φώναξε ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος, ο οποίος είχε πασαλειμμένο βρώμικο αίμα στο στραβό σαγόνι του.

– «Αν μας δώσεις να φάμε, τότε δε θα σε ενοχλήσουμε ξανά.»

– «Εντάξει»

είπε ο γέροντας και αντιλήφθηκε ότι ο ίδιος μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.

– «Δε θα ξαναβάλω παγίδες και θα σε αφήνω να μπαίνεις στο σπίτι μου κάθε Χριστούγεννα για να τρως ότι θες, αλλά με δυο όρους. Να βάλεις ξανά τη γυναίκα μου εκεί που ανήκει και να μην ξανακάνεις τέτοιου είδους αταξίες στο δικό μου σπίτι»

του είπε, δείχνοντας το διαλυμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Όταν ο γέροντας άφησε σε μια γωνιά την καραμπίνα, ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος εξαφανίστηκε, μαζί με την Κυρα-Φροσύνη, αφήνοντας σε αυτό το σημείο καπνό. Ο γέροντας έτρεξε προς την κουζίνα και στάθηκε πάνω από το πτώμα του αναίσθητου καλικάντζαρου που είχε πυροβολήσει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, όμως, ο αναίσθητος καλικάντζαρος έγινε καπνός. Ο γέροντας, βλέποντας τον καπνό να σκορπίζεται στον χώρο της κουζίνας, πηγαίνει ξανά στο σαλόνι και αρχίζει να στολίζει ξανά το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Γύρω στις 5:00, που ακόμα στον κήπο του σπιτιού του γέροντα επικρατεί σκοτάδι, ησυχία και ομίχλη, ο γέροντας τελειώνει το στόλισμα και ανοίγει το παράθυρο του σαλονιού. Κοίταξε στο απόλυτο σκοτάδι και το μόνο που έβλεπε ήταν η κινούμενη ομίχλη. Ξαφνικά, ανατρίχιασε. Ανατρίχιασε, επειδή άκουσε, μέσα στο σκοτάδι, αόρατες και άγνωστες φωνές να λένε ένα τραγούδι.

– «Το Τραγούδι Των Καλικαντζάρων»

είπε και ανατρίχιασε όσο ποτέ άλλοτε.

Στη συνέχεια, άφησε μισάνοιχτο το παράθυρο και άραξε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, τρώγοντας τα νόστιμα μελομακάρονα και κοιτώντας μια το χριστουγεννιάτικο δέντρο και μια το ζεστό του τζάκι.

Μια συμβουλή: Να προσέχετε ποιους εμπιστεύεστε! Κάθε Χριστούγεννα, οι καλικάντζαροι παίρνουν ανθρώπινη μορφή και κυκλοφορούν τις νύχτες στους δρόμους και στα σπίτια, κάνοντας τις ζαβολιές τους και προσπαθώντας να κάνουν κακό σε οποιονδήποτε δεν τους αφήσει να κάνουν αυτό που εκείνοι θέλουν.

Τρόμου: Η Πέτρα.


Το καλοκαίρι στο εξοχικό μου που είναι πολύ παλιό, πάνω από 200 χρόνων, βρήκε η αδερφή μου μια παλιά και τρομαχτική κούκλα πίσω από ένα παλιό Ραδιόφωνο (μπορεί αυτή η κούκλα να ανήκε στην προγιαγιά μου). Θυμηθήκαμε ότι πριν από πολλά χρόνια όταν είμασταν πολύ μικρές, είχαμε αυτήν την κούκλα και παίζαμε μαζί της. Tην είχαμε ονομάσει Πέτρα. Ώσπου μια μέρα η κούκλα εξαφανίστηκε και δεν βρέθηκε για χρόνια όσο και αν την ψάξαμε και ξεχάστηκε.

Ώσπου φέτος το καλοκαίρι η πέτρα ξαναβρέθηκε πίσω από το ραδιόφωνο ενώ εκεί είχαμε ψάξει. Εγώ ανατρίχιασα με την κούκλα γιατί μου προκαλούσε φόβο, αντιθέτως η αδερφή μου έκανε κάτι που δεν το περίμενα καθόλου. Για μέρες είχε κολλήσει με την κούκλα και την είχε πάντα μαζί της όπου και αν πήγαινε. Εγώ είχα παραξενευτεί, γιατί να την θέλει αυτήν την τρομαχτική κούκλα; Στο τέλος θύμωσα πολύ γιατί ότι και αν κάναμε με την αδερφή μου η κούκλα ήταν πάντα παρούσα και με κοίταζε με τα ψυχρά της μάτια. Στεκόταν εκεί καθιστή με το άσπρο της φόρεμα. Είχε γαλάζια μάτια μόνο μου το ένα είχε βγει και είχε καφέ κοντά ίσια μαλλιά και ένα τρομαχτικό χαμόγελο.

Τότε άρχισα συχνά να βρίζω την κούκλα λέγοντας στην Νικόλ ότι η κούκλα είναι παλιά, άσχημη και τρομαχτική αλλά εκείνη δεν άλλαζε την γνώμη της για την Πέτρα.  Τέλος έπεισα την αδερφή μου να κάνουμε μια πλάκα με την κούκλα. Της είπα να πάμε στο εκκλησάκι της προγιαγιάς μου στο δάσος και να την θάψουμε για να δούμε τι θα γίνει τη άλλη μέρα… Έτσι για πλάκα…

Όμως την άλλη μέρα η αδερφή μου ήταν θυμωμένη και ήθελε πίσω την κούκλα, έτσι πήγα να της την φέρω. Προς μεγάλη μου έκπληξη η κούκλα ήταν ξεθαμμένη και μπρούμυτα. Τότε τρόμαξα και ευχήθηκα να μπορούσα να την ξεφορτωθώ την τρομαχτική και άσχημη κούκλα, αλλά την πήρα και πήγα να την επιστρέψω στην αδερφή μου γιατί θα στεναχωριόταν. Έπειτα όταν πήγα να γυρίσω είχε πολύ ήλιο και το σπίτι ήταν μακριά από το δάσος και κουράστηκα παρά πολύ για κάποιον λόγο. Όταν έφτασα σπίτι ήμουν κατακόκκινη και έτοιμη να λιποθυμήσω από την κούραση. Ενώ είχα πάει πολλές φορές σε αυτόν τον δρόμο στο δάσος πότε μου δεν ένιωσα ούτε ίχνος κούρασης μέχρι που έγινε αυτό σήμερα. Το μόνο που πίστεψα ήταν ότι η κούκλα έφταιγε για αυτό επειδή την έβριζα μου συνέβησαν άσχημα πράγματα.

Έπειτα την επόμενη μέρα η αδερφή μου έπαιζε στην αυλή με την πέτρα ώσπου με φώναξε και μου είπε ότι η Πέτρα της έπεσε μέσα στην αυλή του γειτονικού σπιτιού που ήταν  εγκαταλειμμένο και δεν μπορούσε να την πιάσει γιατί είχε συρματόπλεγμα. Έτσι σκαρφάλωσα για να πιάσω την Πέτρα παρόλο που δεν την ήθελα καθόλου, μόνο και μόνο για την αδερφή μου. Στην προσπάθεια μου  να την πιάσω χτύπησα και γρατζουνίστηκα πολύ. Για την υπόλοιπη εβδομάδα μου συνέβησαν πολύ άσχημα πράγματα. Μια μέρα λοιπόν η Πέτρα ξαφνικά ένα πρωί εξαφανίστηκε… ψάξαμε παντού να την βρούμε ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη αλλά τίποτα. Η κούκλα είχε εξαφανιστεί για άλλη μια φορά. Από τότε που εξαφανίστηκε εγώ ηρέμησα και  σταμάτησαν να μου συμβαίνουν άσχημα πράγματα.

=========================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=========================================

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 5ο.


Σήμερα

Ένα κομμάτι εφημερίδας κόλλησε στην μπότα της καθώς περπάταγαν στην μεγάλη και σχεδόν άδεια πλατεία. Το ξεκόλλησε και άρχισε να το διαβάζει δυνατά. « Άκου αυτό» το βλέμμα της κύλισε στην στήλη με ‘’Τα περίεργα και ξαφνικά της εβδομάδας’’ «Ακαριαίο θάνατο σχεδόν από άγνωστη αιτία βρήκε ένας ηλικιωμένος στο διαμέρισμα του. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι μάλλον πρόκειται για εγκεφαλικό. Το πιο περίεργο όμως ήταν ότι η πολυθρόνα ήταν διαλυμένη και το τραπεζάκι του καθιστικού αναποδογυρισμένο ενώ όλο το υπόλοιπο σπίτι άθικτο. Η σήμανση αποκλείει το ενδεχόμενο ληστείας καθώς το μαχαίρι που είχε χρησιμοποιηθεί για την διάλυση της πολυθρόνας έφερε μόνο τα δικά του αποτυπώματα. Έτσι η υπόθεση έκλεισε ως χωρίς περαιτέρω έρευνες. Επίσης ξαφνικό θάνατο βρήκαν δύο αδέρφια τα οποία έπεσαν ταυτόχρονα από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου όπου έμεναν. Η αστυνομία δεν έχει καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα αλλά υποστηρίζουν ότι μάλλον πρόκειται για αυτοκτονία. Αλλά το ερώτημα που μας γεννά αυτό το συμπέρασμα είναι γιατί δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι ηλικίας δεκαπέντε και δεκατριών να θέλουν να αυτοκτονήσουν. Τις σκέψεις αυτές τις αφήνουμε σε εσάς…»

«Ο Μάνι θα τα αγαπήσει αυτά τα παιδιά είμαι σίγουρος» είπε με χαμόγελο ο Τζούκι και τα καταγάλανα μάτια του άστραψαν.

«Ξέρεις χαίρομαι που ήρθαμε σε αυτόν τον αιώνα και όχι σε κάποιον προηγούμενο. Ίσως άξιζε που με είχε καθυστερήσει ο Τζέιμς τότε»  είπε εκείνη χαμογελώντας αφήνοντας το σκισμένο κομμάτι εφημερίδας από τα χέρια της στο έλεος του κρύου ανέμου.

ΤΕΛΟΣ

 

Σημειώσεις

*Η ιστορία μου βασίστηκε στις πληροφορίες που παρέχει το  https://en.wikipedia.org/wiki/Hj%C3%BAki_and_Bil

*Δεν είμαι σίγουρη αν το όνομα προφέρετε Τζούκι γιατί τις πληροφορίες αυτές της βρήκα μονό στα αγγλικά.

*Η ιστορία αυτή δεν είναι αντιγραμμένη ούτε εμπνευσμένη από πουθενά.

*Τα περισσότερα αποτελούν δικό μου δημιούργημα  που είναι βασισμένο σε μύθο.

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Αδελφική Αγάπη, Μέρος 4ο.


Ξαναγύρισε σε εκείνη την στιγμή, στην στιγμή που τον χώριζε από την ζωή και τον θάνατο για μερικά δευτερόλεπτα. Αντίκρισε ξανά της ασημένιες φυσαλίδες που ξέφευγαν αργά από τα πνευμόνια του να στολίζουν το σκοτεινό νερό. Ξαναείδε και εκείνα τα παγερά μάτια να τον κοιτάζουν καθώς χάνονταν μέσα στην άβυσσο το σκοτεινού νερού. Ήταν τόσο ήρεμη, τόσο σίγουρη… Επέστρεψε ξανά στο μεγάλο σαλόνι. Ανέπνεε γρήγορα και οι παλάμες του είχαν ιδρώσει. Ήταν όνειρο; Παρατήρησε το περιβάλλον τριγύρω του. Ήταν το ζεστό εσωτερικό του σπιτιού του όμως κάτι δεν πήγαινε καλά. Η φωτιά στο τζάκι είχε σβήσει και το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει όπως επίσης είχαν σταματήσει και οι κεραυνοί.

Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν κρεμασμένο στον απέναντι τοίχο είχε σταματήσει στις μία παρά τέταρτο. Ήταν Χριστούγεννα αλλά δεν ένοιωθε καθόλου την γιορτινή ατμόσφαιρα. Αντιθέτως όλα είχαν πάρει μία περίεργη στρεβλή μορφή σαν να ήταν σε παρωδία. Εξερεύνησε πιο προσεκτικά τον χώρο γύρο του. Οι άλλοτε βαμμένοι σε μία απαλή πορτοκαλή απόχρωση τοίχοι τώρα είχαν μία βυσσινή απόχρωσή όπου σε άλλα σημεία ήταν πιο ανοικτή και σε άλλα πιο κλειστή. Όμως δεν ήταν διαφορετικές αποχρώσεις. Ήταν τα αίματα που είχαν πεταχτεί και καλύψει το κοκκινωπό χρώμα του τοίχου. Τώρα μπορούσε να νιώσει και την αποπνικτική ‘’σιδερένια’’ μυρωδιά του αίματος κάνοντάς τον να θέλει να βγάλει ότι είχε φάει λίγες ώρες νωρίτερα φέρνοντας δάκρυα στα μάτια του.

Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν αλλά ένοιωθε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να ανακαλύψει τι είχε γίνει. Πρόσεξε ότι και το πάτωμα ήταν γεμάτο αίματα και οι κουρτίνες σκισμένες. Κάποιος προσπαθούσε να ξεφύγει… Είδε ότι η πηγή όλου αυτού του αίματος ήταν το τραπέζι. Αν και ήξερε ότι θα το μετάνιωνε έπρεπε να φανεί γενναίος και να κοιτάξει. Δεν υπήρχε τίποτα… με την έννοια ότι δεν υπήρχε τίποτα νεκρό και βασανισμένο πάνω στο τραπέζι εκτός ενός τεράστιου λεκέ αίματος όπου από εκεί το αίμα σχημάτιζε ρυάκια και χυνόταν στο πάτωμα.

Δεν ήξερε αν ένιωθε ανακούφιση πάντως ότι και να είχε γίνει εκεί είχε τελειώσει. Ήταν σίγουρα ένας εφιάλτης αλλά έμοιαζε τόσο αληθινός που τον έκανε να αμφιβάλει. Κοίταξε τον δεξί καρπό του χεριού του. Η μελανιά που είχε ενωθεί με το μενταγιόν είχε σχηματίσει μία τέλεια πανσέληνο πάνω στο χέρι του. Μόνο που τώρα δεν ήταν μελανιά αλλά κάψιμο. Προχώρησε αργά και σταθερά στον μεγάλο διάδρομο  που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια του σπιτιού. Πέρασε γρήγορα τις πλαϊνές πόρτες που οδηγούσαν στα δωμάτια όπου κανονικά έπρεπε να κοιμούνται οι υπόλοιποι και κατευθύνθηκε προς το τέλος του διαδρόμου όπου βρισκόταν το δωμάτιο των γονιών του.

Άνοιξε την γυρισμένοι πόρτα επιτρέποντας στο λιγοστό φως που ερχόταν από το σαλόνι να εισέλθει στο δωμάτιο. Και από εκείνο το δωμάτιο αναδυόταν η μυρωδιά του αίματος. Δεν ήθελε να κοιτάξει αλλά έπρεπε. Έψαξε τον διακόπτη και άναψε το φως. Και εκεί το μόνο που υπήρχε ήταν μια μεγάλη λίμνη αίματος πάνω στο κρεβάτι αλλά πουθενά πτώματα. Είχε αρχίζει να τρομάζει. Μήπως δεν είναι όνειρο; Ένα άσχημο συναίσθημα άρχισε να φυτρώνει μέσα του σαν τα παράσιτα.

Κατευθύνθηκε τρέχοντας αυτή την φορά προς το σαλόνι για να αντικρίσει κάτι τρομερό. Η μουσική που έπαιζε από την τηλεόραση, που το μόνο που έδινε ως εικόνα ήταν ‘’χιόνια’’, ήταν κλασσική που άρχισε να δυναμώνει την ένταση καθώς πλησίαζε προς το σαλόνι. Γύρω από το τραπέζι στέκονταν όρθιοι οι δικοί του σε στάση προσευχής, κάτι που δεν συνήθιζαν να κάνουν συχνά. Μόλις τελείωσαν κάθισαν αποκαλύπτοντας το αποτρόπαιο δείπνο. Είδε τον εαυτό του δεμένο και φιμωμένο και ο μπαμπάς του ήταν έτοιμος να τον καρφώσει με το μαχαιροπίρουνο. Του ξέφυγε μία στριγκλιά όταν όλοι άρχισαν να τον  κομματιάζουν λίγο-λίγο, καταπίνοντας αμάσητα ολόκληρα κομμάτια του ενώ εκείνος, δηλαδή ο εαυτός του, τσίριζε μέσα από τα πανιά που το έκλειναν το στόμα του με δάκρια να κυλάνε στο κατακόκκινο πρόσωπό του. Κυριολεκτικά τον έτρωγαν ζωντανό ενώ εκείνος κουνιόταν σπασμωδικά πάνω στον βωμό-τραπέζι. Το έβλεπε στο απόκοσμο βλέμμα τους, δεν ήθελαν να τον σκοτώσουν και να τον φάνε έτσι απλά. Θα μπορούσαν να του είχαν κόψει το λαιμό σκοτώνοντάς τον σε δευτερόλεπτα. Όμως εκείνοι ήθελαν να τους βλέπει να τον τρώνε.

Η στριγκλιά δεν πέρασε απαρατήρητη. Όλοι άφησαν στο τραπέζι του τα μαχαιροπίρουνα και κοίταξαν αργά προς το μέρος τους. Μόλις είδαν το κατατρομαγμένο κάτασπρο πρόσωπό του, χαμογέλασαν με έναν χυδαίο τρόπο αποκαλύπτοντας τα σαπισμένα δόντια τους.

«Τέλεια, θα έχουμε και επιδόρπιο» είπε με τραχιά φωνή η μαμά του που τα μαλλιά της ήταν βουτηγμένα στο αίμα και το στόμα της, όπως και τον υπόλοιπων, πασαλειμμένο και αυτό με αίμα.

Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να τρέξει για την ζωή του. Εάν ήταν όνειρο, που ήλπιζε να είναι, εάν πέθαινε θα ξύπναγε στον πραγματικό κόσμο… ή θα πέθαινε και στον πραγματικό. Πραγματικά δεν θυμόταν αλλά επίσης δεν είχε και τον χρόνο για να θυμηθεί. Καθώς τον πλησίαζαν απειλητικά, γνωρίζοντας ότι δεν είχε που αλλού να πάει εκείνος έτρεξε με όση δύναμη μπορούσε προς την πόρτα που οδηγούσε στην μπροστινή αυλή. Δεν ήταν όμως αρκετά γρήγορος για να ξεφύγει από τα χέρια της θείας του που τον γράπωσε.

Εκείνος κοπανιόταν με όλη του την δύναμη και τσίριζε όσο μπορούσε αλλά ήξερε πως κανένα από αυτά δεν θα αρκούσε για να ελευθερωθεί. Ο θείος και η γιαγιά του πλησίασαν και ο ένας του κράτησε τα χέρια ενώ ο άλλος τα πόδια ακινητοποιώντας τον.  Όλοι με ένα τρελό χαμόγελο τον ξάπλωσαν στο τραπέζι δίπλα από τον νεκρό εαυτό του που τα μάτια του δεν κοιτούσαν προς την ίδια κατεύθυνση αλλά το καθένα κοίταγε προς διαφορετική κατεύθυνση. Του έκλισαν το στόμα με το πανί που είχαν κλείσει προηγούμενος το στόμα του εαυτού του. Το έβαλαν τόσο βαθειά που του ήρθε να κάνει εμετό. Εκείνοι συνέχιζαν να χαμογελάνε δείχνοντας αυτά τα αφύσικα μυτερά δόντια που φαίνονταν να τους σκίζουν τα χείλια τους.

Μόλις ήταν έτοιμος ο μπαμπάς του να τον καρφώσει με το μεγάλο μαχαίρι ο Τζέιμς αρπάζει με την χούφτα του ένα πιρούνι και το καρφώνει στο δεξί μάτι του πατέρα του που πέφτει προς τα πίσω τρεκλίζοντας. Αυτή η κίνηση που τους ήταν απρόβλεπτη τους αποσυντονίζει αφήνοντάς τον να ξεφύγει από τις λαβές τους. Φτύνει το πανί το πρόσωπο της μητέρας του και κλοτσά όλο το σερβίτσιο προς το μέρος τους.  Μάλιστα για να κατεβεί από το τραπέζι καρφώνει με ένα μαχαίρι τον λαιμό της ξαδέρφης του που συνέχιζε να τον κυνηγά.

 Αν και η πόρτας του σαλονιού ήταν πιο κοντά προς την ελευθερία του, αποφασίζει να τρέξει προς το δωμάτιό τους. Μαζί του είχε ακόμα ένα κουτάλι το οποίο αν και δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό όπως ένα μαχαίρι ή ένα πιρούνι μπορούσε να αποβεί και αυτό χρήσιμο. Πέφτει με ελαφρό άλμα στο πάτωμα και τρέχει προς την πρώτη πόρτα του διαδρόμου μπαίνοντας μέσα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν εκείνος, η ξαδέρφη του και… η αδερφή μου; Εκείνη δεν την είχε δει στο ‘’οικογενειακό δείπνο’’. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του που ήδη είχαν αρχίσει να την χτυπούν με όλη τους την δύναμη για να την σπάσουν. Ψάχνει μεθοδικά τον διακόπτη και ανάβει το φως. Το κρεβάτι του και της ξαδέρφης του ήταν γεμάτα με αίματα εκτός από το κρεβάτι της αδερφής του που ήταν απλά ανακατεμένο με τα μαξιλάρια πεσμένα στο πάτωμα. Δεν ήξερε που μπορεί να είχε πάει ή τι της είχε συμβεί μα ήταν σίγουρος ότι όλο αυτό θα σταμάταγε εάν πήγαινέ εκεί πού όλα είχαν αρχίσει. Έπρεπε να βρει την κοπέλα που τώρα ήταν σίγουρος ότι ήταν κάτι περισσότερο ή ίσως κάτι λιγότερο από αυτό.

Ανοίγει το παράθυρο και βγαίνει έξω από το σπίτι αφού πρώτα είχε φορέσει το μπουφάν και τα παπούτσια του. Μπορεί όλο αυτό να ήταν σε όνειρο αλλά το κρύο και την κούραση την ένιωθε με το παραπάνω. Τα μάγουλά του τον έκαιγαν και ένιωθε τον γνώριμο πόνο στα πλευρά του από το τρέξιμο, όμως έπρεπε να συνεχίσει μέχρι να φτάσει εκεί. Έκανε λιγότερο από μία ώρα να φτάσει αλλά δεν του φάνηκε περίεργο εφόσον αυτός ο κόσμος ήταν πλαστός. Έστριψε στο χωμάτινο δρομάκι που οδηγούσε στην καλύβα και σε λίγα λεπτά βρισκόταν έξω από αυτήν.

Από ότι φαίνετε δεν ήταν μόνο το δικό του σπίτι που είχε αίματα. Πάνω στο τζάμι της ξύλινης καλύβας υπήρχε λεκές από αίμα και εάν είχε προσέξει καλύτερα θα έβλεπε ότι υπήρχαν και δύο μάτια που παρακολουθούσαν κάθε του κίνησή. Δεν ήθελε όμως να χασομερούσε. Μπορεί και από εκεί να έβγαινε κάποιος κυνηγώντας τον.  Κατευθύνθηκε προς την λίμνη τρέχοντας χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

Μόλις έφτασε στην όχθη της λίμνης στη σπηλιά όπου τον οδηγούσε πριν η κοπέλα έφεγγε ένα γαλανό τρεμάμενο φως. Βέβαια δεν αναρωτήθηκε για το χρώμα της φλόγας καθώς ήξερε πως ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Έτρεξε όσο πιο ελαφρά μπορούσε πάνω στον εύθραυστο πάγο της λίμνης. Μόλις έφτασε λίγο πιο πέρα από το κέντρο της εκεί όπου ο πάγος είχε σπάσει έβλεπε μέσα στο νερό το πτώμα του να επιπλέει έχοντας αποκτήσει κατάλευκη όψη.  Αρκετά με τους πολλαπλούς νεκρούς εαυτούς του. Δεν μπήκε καν στον κόπο να σταματήσει. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα ζωντάνευε και θα άρχιζε να τον κυνηγά.

Ελάττωσε την ταχύτητά του καθώς έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς. Δεν ήξερε εάν ήθελε να την αιφνιδιάσει αλλά εκείνη μάλλον ήξερε ότι βρισκόταν ήδη εκεί. Ο μπλε φωτισμός προερχόταν όντως από μπλε φωτιές. Λίγο πιο πέρα είδε την αδερφή του γονατισμένη και φιμωμένη με ένα μαχαίρι να της απειλεί την ζωή. Ύψωσε το βλέμμα του και αντίκρισε την χαμογελαστή κοπέλα που φαινόταν εξωπραγματικά μαγευτική στον μπε φωτισμό.

«Βλέπω ξέφυγες από τον προσωπικό σου εφιάλτη» του είπε εκείνη σίγουρη ότι θα γλύτωνε από τις ενέδρες που του είχε στήσει τις οποίες τις είχε σχηματίσει από τους προσωπικούς του φόβους. Αν και για μικρός είχε μεγάλους φόβους και ακόμα μεγαλύτερες ανησυχίες με ποιους τρόπους μπορεί να πεθάνει, παρατήρησε η κοπέλα.

«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;» την ρώτησε με φωνή δυνατή που σε εκείνον του φάνηκε πως έτρεμε.

«Γιατί εσύ και η αδερφή σου έχετε κάτι που ανήκει σε εμένα και τον αδερφό μου» είπε εκείνη εξακολουθώντας να κρατά σφιχτά τα ξανθά μακριά μαλλιά της αδερφή του και το περίτεχνο μαχαίρι να πιέζει τον λαιμό της.

«Θα μπορούσες να μου το ζητήσεις για να στο δώσω χωρίς να γίνουν όλα αυτά. Μα εσύ είπες ότι ο αδερφός σου δεν είναι εδώ» της ανταπάντησε.

«Δεν ξέρεις καν ποια είμαι και όμως έχεις ακούσει το παραμυθεί αυτό χιλιάδες φορές από την γιαγιάκα σου. Ξέρεις πολύ καλά ποια είμαι και τι θέλω» του είπε θυμωμένη.

Για μια στιγμή σταμάτησε συλλογιζόμενος και τελικά είπε « Το παραμύθι με τον Τζακ και την Τζιλ δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό»

«Και αυτό γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να τα ωραιοποιούν όλα. Βλέπεις δεν με λένε Τζιλ και ο αδερφός μου δεν είναι ο Τζακ. Με λένε Μπιλ και τον αδερφό μου τον λένε Τζούκι και αυτό που θέλω είναι τα δύο μενταγιόν για να τα ενώσω για να μπορέσω να φέρω πίσω τον αδερφό μου»

«Αυτό και πάλι θα μπορούσε να γίνει χωρίς όλο αυτό το τσίρκο. Μπιλ» είπε αργά και ειρωνικά το όνομα της πράγμα που φάνηκε να την πειράζει λίγο.

«Ναι αλλά ποιος νομίζεις ότι θα πάρει την θέση μα;. Εσύ και η αδελφή σου φυσικά. Γι’ αυτό εάν θες να ζήσει η αδερφούλα σου θα πας πίσω στην πραγματικότητα, όταν θα σε στείλω βέβαια, και θα πάρεις αυτό εδώ το μενταγιόν» του έδειχνε το μενταγιόν που φόραγε η αδερφή του στο λαιμό που όντως  ήταν συμπληρωματικά με αυτό που είχε βρει στο δέντρο «και θα μου το φέρεις μαζί με αυτό που βρήκες εσύ σήμερα. Προσπάθησε κάτι διαφορετικό και η αδερφούλας ου θα πεθάνει. Και εδώ και στον πραγματικό κόσμο»

«Μα εγώ νομίζω πως όταν κάποιος πεθάνει στο όνειρο ξυπνά» είπε εκείνος και εντελώς ενστικτωδώς απλώνει το χέρι του πάνω από την μπλε φωτιά και καίει το σημάδι της πανσελήνου. Αν και δεν ήξερε τι θα γινόταν όντως έπιασε. Εκείνη άρχισε να τσιρίζει από πόνο –ίσως και οργή- και εξαφανίστηκε καιγόμενη από μία μπλε φλόγα.

Μία δυνατή βροντή ξέσκισε τον πρωινό ουρανό του μικρού χωριού Μπίλσμπι. Ο Τζέιμς πετάχτηκε από την βροντή αλλά και από τον τρόμο του. Είχε επιστρέψει στην πραγματικότητα. Κοίταξε το χέρι του και η μελανιά σχεδόν που φαινόταν. Στην χούφτα του κρατούσε ακόμα το χρυσό κόσμημα. Κανείς από τους δικούς του δεν είχε ξυπνήσει παρόλο που το ρολόι έδειχνε ότι είχε πάει κιόλας δέκα το πρωί. Έτρεξε σιγανά και πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η αδερφή του με την ξαδέρφη τους. Με απαλές κινήσεις βγάζει από τον λαιμό της το κόσμημα και το κρατά με το άλλο του χέρι. Δεν ήθελε να τα φέρει σε επαφή. Αυτό που είχε βρει εκείνος το ρίχνει μέσα στο τζάκι που εξακολουθούσε να έκαιγε και το άλλο μισό της αδερφής του το ρίχνει μέσα σε ένα από τα παπούτσια του. Αυτά τα κοσμήματα δεν πρέπει να έρθουν ποτέ σε επαφή συλλογίστηκε βλέποντας το ένα μισό να μαυρίζει από τις φλόγες ελπίζοντας πως θα καταστρεφόταν.

Η αισθητή απουσία του μενταγιόν αναστάτωσε όλους στο σπίτι κάνοντάς τους να ψάχνουν παντού. Ήξερε πως δεν θα το έβρισκαν γιατί φόραγε τα παπούτσια του. Έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να ρωτήσει την γιαγιά του πως είχε βρει το μενταγιόν και το είχε χαρίσει στην αδερφή του.

«Πολλά χρόνια πριν όταν ήμουν δεκαεννιά χρονών και είχα πάει μία βόλτα λίγο πιο έξω από το Μπίλσμπι σε μία λίμνη, εκεί που έπεσες, βρήκα το μενταγιόν. Πραγματικά ήταν πολύ όμορφο και αποφάσισα να το κρατήσω. Μετά το έδωσα στην μητέρα σου και εκείνη στην αδερφή σου. Ποτέ δεν είχαμε κάτι που να μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά και είπα να ξεκινήσω εγώ την παράδοση μα τώρα που χάθηκε… Τέλος πάντων, δεν πειράζει» ακούστηκε φανερά απογοητευμένη. Καλύτερα όμως απογοητευμένη παρά νεκρή… ή κάτι χειρότερο, συλλογίστηκε το χθεσινοβραδινό φαγοπότι.

Αν και ακόμα δεν του είχαν αναθέσει να κάνει κάτι, μιας που ήταν λίγο άρρωστος με πυρετό σήμερα αλλά και Χριστούγεννα, εκείνος ένιωθε πως έπρεπε να βγάλει τις στάχτες από το πλέον σβησμένο τζάκι. Έχυσε όπως πάντα συνήθιζε τις στάχτες στον κάδο έξω από το σπίτι. Αυτό που φοβόταν το είδε μπροστά στα μάτια του. Το μενταγιόν, αν και είχε πάθει μεγάλη ζημιά  και η αλυσίδα είχε καταστραφεί, εξακολουθούσε να υπάρχει. Τρέχει προς την εργαλειοθήκη που βρισκόταν στο γκαράζ και αρπάζει το σφυρί αρχίζοντας να το κοπανά με όση δύναμη είχε.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Αρέσει σε %d bloggers: