Category Archives: Τρόμου

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 5ο.


Σήμερα

Ένα κομμάτι εφημερίδας κόλλησε στην μπότα της καθώς περπάταγαν στην μεγάλη και σχεδόν άδεια πλατεία. Το ξεκόλλησε και άρχισε να το διαβάζει δυνατά. « Άκου αυτό» το βλέμμα της κύλισε στην στήλη με ‘’Τα περίεργα και ξαφνικά της εβδομάδας’’ «Ακαριαίο θάνατο σχεδόν από άγνωστη αιτία βρήκε ένας ηλικιωμένος στο διαμέρισμα του. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι μάλλον πρόκειται για εγκεφαλικό. Το πιο περίεργο όμως ήταν ότι η πολυθρόνα ήταν διαλυμένη και το τραπεζάκι του καθιστικού αναποδογυρισμένο ενώ όλο το υπόλοιπο σπίτι άθικτο. Η σήμανση αποκλείει το ενδεχόμενο ληστείας καθώς το μαχαίρι που είχε χρησιμοποιηθεί για την διάλυση της πολυθρόνας έφερε μόνο τα δικά του αποτυπώματα. Έτσι η υπόθεση έκλεισε ως χωρίς περαιτέρω έρευνες. Επίσης ξαφνικό θάνατο βρήκαν δύο αδέρφια τα οποία έπεσαν ταυτόχρονα από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου όπου έμεναν. Η αστυνομία δεν έχει καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα αλλά υποστηρίζουν ότι μάλλον πρόκειται για αυτοκτονία. Αλλά το ερώτημα που μας γεννά αυτό το συμπέρασμα είναι γιατί δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι ηλικίας δεκαπέντε και δεκατριών να θέλουν να αυτοκτονήσουν. Τις σκέψεις αυτές τις αφήνουμε σε εσάς…»

«Ο Μάνι θα τα αγαπήσει αυτά τα παιδιά είμαι σίγουρος» είπε με χαμόγελο ο Τζούκι και τα καταγάλανα μάτια του άστραψαν.

«Ξέρεις χαίρομαι που ήρθαμε σε αυτόν τον αιώνα και όχι σε κάποιον προηγούμενο. Ίσως άξιζε που με είχε καθυστερήσει ο Τζέιμς τότε»  είπε εκείνη χαμογελώντας αφήνοντας το σκισμένο κομμάτι εφημερίδας από τα χέρια της στο έλεος του κρύου ανέμου.

ΤΕΛΟΣ

 

Σημειώσεις

*Η ιστορία μου βασίστηκε στις πληροφορίες που παρέχει το  https://en.wikipedia.org/wiki/Hj%C3%BAki_and_Bil

*Δεν είμαι σίγουρη αν το όνομα προφέρετε Τζούκι γιατί τις πληροφορίες αυτές της βρήκα μονό στα αγγλικά.

*Η ιστορία αυτή δεν είναι αντιγραμμένη ούτε εμπνευσμένη από πουθενά.

*Τα περισσότερα αποτελούν δικό μου δημιούργημα  που είναι βασισμένο σε μύθο.

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Αδελφική Αγάπη, Μέρος 4ο.


Ξαναγύρισε σε εκείνη την στιγμή, στην στιγμή που τον χώριζε από την ζωή και τον θάνατο για μερικά δευτερόλεπτα. Αντίκρισε ξανά της ασημένιες φυσαλίδες που ξέφευγαν αργά από τα πνευμόνια του να στολίζουν το σκοτεινό νερό. Ξαναείδε και εκείνα τα παγερά μάτια να τον κοιτάζουν καθώς χάνονταν μέσα στην άβυσσο το σκοτεινού νερού. Ήταν τόσο ήρεμη, τόσο σίγουρη… Επέστρεψε ξανά στο μεγάλο σαλόνι. Ανέπνεε γρήγορα και οι παλάμες του είχαν ιδρώσει. Ήταν όνειρο; Παρατήρησε το περιβάλλον τριγύρω του. Ήταν το ζεστό εσωτερικό του σπιτιού του όμως κάτι δεν πήγαινε καλά. Η φωτιά στο τζάκι είχε σβήσει και το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει όπως επίσης είχαν σταματήσει και οι κεραυνοί.

Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν κρεμασμένο στον απέναντι τοίχο είχε σταματήσει στις μία παρά τέταρτο. Ήταν Χριστούγεννα αλλά δεν ένοιωθε καθόλου την γιορτινή ατμόσφαιρα. Αντιθέτως όλα είχαν πάρει μία περίεργη στρεβλή μορφή σαν να ήταν σε παρωδία. Εξερεύνησε πιο προσεκτικά τον χώρο γύρο του. Οι άλλοτε βαμμένοι σε μία απαλή πορτοκαλή απόχρωση τοίχοι τώρα είχαν μία βυσσινή απόχρωσή όπου σε άλλα σημεία ήταν πιο ανοικτή και σε άλλα πιο κλειστή. Όμως δεν ήταν διαφορετικές αποχρώσεις. Ήταν τα αίματα που είχαν πεταχτεί και καλύψει το κοκκινωπό χρώμα του τοίχου. Τώρα μπορούσε να νιώσει και την αποπνικτική ‘’σιδερένια’’ μυρωδιά του αίματος κάνοντάς τον να θέλει να βγάλει ότι είχε φάει λίγες ώρες νωρίτερα φέρνοντας δάκρυα στα μάτια του.

Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν αλλά ένοιωθε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να ανακαλύψει τι είχε γίνει. Πρόσεξε ότι και το πάτωμα ήταν γεμάτο αίματα και οι κουρτίνες σκισμένες. Κάποιος προσπαθούσε να ξεφύγει… Είδε ότι η πηγή όλου αυτού του αίματος ήταν το τραπέζι. Αν και ήξερε ότι θα το μετάνιωνε έπρεπε να φανεί γενναίος και να κοιτάξει. Δεν υπήρχε τίποτα… με την έννοια ότι δεν υπήρχε τίποτα νεκρό και βασανισμένο πάνω στο τραπέζι εκτός ενός τεράστιου λεκέ αίματος όπου από εκεί το αίμα σχημάτιζε ρυάκια και χυνόταν στο πάτωμα.

Δεν ήξερε αν ένιωθε ανακούφιση πάντως ότι και να είχε γίνει εκεί είχε τελειώσει. Ήταν σίγουρα ένας εφιάλτης αλλά έμοιαζε τόσο αληθινός που τον έκανε να αμφιβάλει. Κοίταξε τον δεξί καρπό του χεριού του. Η μελανιά που είχε ενωθεί με το μενταγιόν είχε σχηματίσει μία τέλεια πανσέληνο πάνω στο χέρι του. Μόνο που τώρα δεν ήταν μελανιά αλλά κάψιμο. Προχώρησε αργά και σταθερά στον μεγάλο διάδρομο  που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια του σπιτιού. Πέρασε γρήγορα τις πλαϊνές πόρτες που οδηγούσαν στα δωμάτια όπου κανονικά έπρεπε να κοιμούνται οι υπόλοιποι και κατευθύνθηκε προς το τέλος του διαδρόμου όπου βρισκόταν το δωμάτιο των γονιών του.

Άνοιξε την γυρισμένοι πόρτα επιτρέποντας στο λιγοστό φως που ερχόταν από το σαλόνι να εισέλθει στο δωμάτιο. Και από εκείνο το δωμάτιο αναδυόταν η μυρωδιά του αίματος. Δεν ήθελε να κοιτάξει αλλά έπρεπε. Έψαξε τον διακόπτη και άναψε το φως. Και εκεί το μόνο που υπήρχε ήταν μια μεγάλη λίμνη αίματος πάνω στο κρεβάτι αλλά πουθενά πτώματα. Είχε αρχίζει να τρομάζει. Μήπως δεν είναι όνειρο; Ένα άσχημο συναίσθημα άρχισε να φυτρώνει μέσα του σαν τα παράσιτα.

Κατευθύνθηκε τρέχοντας αυτή την φορά προς το σαλόνι για να αντικρίσει κάτι τρομερό. Η μουσική που έπαιζε από την τηλεόραση, που το μόνο που έδινε ως εικόνα ήταν ‘’χιόνια’’, ήταν κλασσική που άρχισε να δυναμώνει την ένταση καθώς πλησίαζε προς το σαλόνι. Γύρω από το τραπέζι στέκονταν όρθιοι οι δικοί του σε στάση προσευχής, κάτι που δεν συνήθιζαν να κάνουν συχνά. Μόλις τελείωσαν κάθισαν αποκαλύπτοντας το αποτρόπαιο δείπνο. Είδε τον εαυτό του δεμένο και φιμωμένο και ο μπαμπάς του ήταν έτοιμος να τον καρφώσει με το μαχαιροπίρουνο. Του ξέφυγε μία στριγκλιά όταν όλοι άρχισαν να τον  κομματιάζουν λίγο-λίγο, καταπίνοντας αμάσητα ολόκληρα κομμάτια του ενώ εκείνος, δηλαδή ο εαυτός του, τσίριζε μέσα από τα πανιά που το έκλειναν το στόμα του με δάκρια να κυλάνε στο κατακόκκινο πρόσωπό του. Κυριολεκτικά τον έτρωγαν ζωντανό ενώ εκείνος κουνιόταν σπασμωδικά πάνω στον βωμό-τραπέζι. Το έβλεπε στο απόκοσμο βλέμμα τους, δεν ήθελαν να τον σκοτώσουν και να τον φάνε έτσι απλά. Θα μπορούσαν να του είχαν κόψει το λαιμό σκοτώνοντάς τον σε δευτερόλεπτα. Όμως εκείνοι ήθελαν να τους βλέπει να τον τρώνε.

Η στριγκλιά δεν πέρασε απαρατήρητη. Όλοι άφησαν στο τραπέζι του τα μαχαιροπίρουνα και κοίταξαν αργά προς το μέρος τους. Μόλις είδαν το κατατρομαγμένο κάτασπρο πρόσωπό του, χαμογέλασαν με έναν χυδαίο τρόπο αποκαλύπτοντας τα σαπισμένα δόντια τους.

«Τέλεια, θα έχουμε και επιδόρπιο» είπε με τραχιά φωνή η μαμά του που τα μαλλιά της ήταν βουτηγμένα στο αίμα και το στόμα της, όπως και τον υπόλοιπων, πασαλειμμένο και αυτό με αίμα.

Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να τρέξει για την ζωή του. Εάν ήταν όνειρο, που ήλπιζε να είναι, εάν πέθαινε θα ξύπναγε στον πραγματικό κόσμο… ή θα πέθαινε και στον πραγματικό. Πραγματικά δεν θυμόταν αλλά επίσης δεν είχε και τον χρόνο για να θυμηθεί. Καθώς τον πλησίαζαν απειλητικά, γνωρίζοντας ότι δεν είχε που αλλού να πάει εκείνος έτρεξε με όση δύναμη μπορούσε προς την πόρτα που οδηγούσε στην μπροστινή αυλή. Δεν ήταν όμως αρκετά γρήγορος για να ξεφύγει από τα χέρια της θείας του που τον γράπωσε.

Εκείνος κοπανιόταν με όλη του την δύναμη και τσίριζε όσο μπορούσε αλλά ήξερε πως κανένα από αυτά δεν θα αρκούσε για να ελευθερωθεί. Ο θείος και η γιαγιά του πλησίασαν και ο ένας του κράτησε τα χέρια ενώ ο άλλος τα πόδια ακινητοποιώντας τον.  Όλοι με ένα τρελό χαμόγελο τον ξάπλωσαν στο τραπέζι δίπλα από τον νεκρό εαυτό του που τα μάτια του δεν κοιτούσαν προς την ίδια κατεύθυνση αλλά το καθένα κοίταγε προς διαφορετική κατεύθυνση. Του έκλισαν το στόμα με το πανί που είχαν κλείσει προηγούμενος το στόμα του εαυτού του. Το έβαλαν τόσο βαθειά που του ήρθε να κάνει εμετό. Εκείνοι συνέχιζαν να χαμογελάνε δείχνοντας αυτά τα αφύσικα μυτερά δόντια που φαίνονταν να τους σκίζουν τα χείλια τους.

Μόλις ήταν έτοιμος ο μπαμπάς του να τον καρφώσει με το μεγάλο μαχαίρι ο Τζέιμς αρπάζει με την χούφτα του ένα πιρούνι και το καρφώνει στο δεξί μάτι του πατέρα του που πέφτει προς τα πίσω τρεκλίζοντας. Αυτή η κίνηση που τους ήταν απρόβλεπτη τους αποσυντονίζει αφήνοντάς τον να ξεφύγει από τις λαβές τους. Φτύνει το πανί το πρόσωπο της μητέρας του και κλοτσά όλο το σερβίτσιο προς το μέρος τους.  Μάλιστα για να κατεβεί από το τραπέζι καρφώνει με ένα μαχαίρι τον λαιμό της ξαδέρφης του που συνέχιζε να τον κυνηγά.

 Αν και η πόρτας του σαλονιού ήταν πιο κοντά προς την ελευθερία του, αποφασίζει να τρέξει προς το δωμάτιό τους. Μαζί του είχε ακόμα ένα κουτάλι το οποίο αν και δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό όπως ένα μαχαίρι ή ένα πιρούνι μπορούσε να αποβεί και αυτό χρήσιμο. Πέφτει με ελαφρό άλμα στο πάτωμα και τρέχει προς την πρώτη πόρτα του διαδρόμου μπαίνοντας μέσα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν εκείνος, η ξαδέρφη του και… η αδερφή μου; Εκείνη δεν την είχε δει στο ‘’οικογενειακό δείπνο’’. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του που ήδη είχαν αρχίσει να την χτυπούν με όλη τους την δύναμη για να την σπάσουν. Ψάχνει μεθοδικά τον διακόπτη και ανάβει το φως. Το κρεβάτι του και της ξαδέρφης του ήταν γεμάτα με αίματα εκτός από το κρεβάτι της αδερφής του που ήταν απλά ανακατεμένο με τα μαξιλάρια πεσμένα στο πάτωμα. Δεν ήξερε που μπορεί να είχε πάει ή τι της είχε συμβεί μα ήταν σίγουρος ότι όλο αυτό θα σταμάταγε εάν πήγαινέ εκεί πού όλα είχαν αρχίσει. Έπρεπε να βρει την κοπέλα που τώρα ήταν σίγουρος ότι ήταν κάτι περισσότερο ή ίσως κάτι λιγότερο από αυτό.

Ανοίγει το παράθυρο και βγαίνει έξω από το σπίτι αφού πρώτα είχε φορέσει το μπουφάν και τα παπούτσια του. Μπορεί όλο αυτό να ήταν σε όνειρο αλλά το κρύο και την κούραση την ένιωθε με το παραπάνω. Τα μάγουλά του τον έκαιγαν και ένιωθε τον γνώριμο πόνο στα πλευρά του από το τρέξιμο, όμως έπρεπε να συνεχίσει μέχρι να φτάσει εκεί. Έκανε λιγότερο από μία ώρα να φτάσει αλλά δεν του φάνηκε περίεργο εφόσον αυτός ο κόσμος ήταν πλαστός. Έστριψε στο χωμάτινο δρομάκι που οδηγούσε στην καλύβα και σε λίγα λεπτά βρισκόταν έξω από αυτήν.

Από ότι φαίνετε δεν ήταν μόνο το δικό του σπίτι που είχε αίματα. Πάνω στο τζάμι της ξύλινης καλύβας υπήρχε λεκές από αίμα και εάν είχε προσέξει καλύτερα θα έβλεπε ότι υπήρχαν και δύο μάτια που παρακολουθούσαν κάθε του κίνησή. Δεν ήθελε όμως να χασομερούσε. Μπορεί και από εκεί να έβγαινε κάποιος κυνηγώντας τον.  Κατευθύνθηκε προς την λίμνη τρέχοντας χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

Μόλις έφτασε στην όχθη της λίμνης στη σπηλιά όπου τον οδηγούσε πριν η κοπέλα έφεγγε ένα γαλανό τρεμάμενο φως. Βέβαια δεν αναρωτήθηκε για το χρώμα της φλόγας καθώς ήξερε πως ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Έτρεξε όσο πιο ελαφρά μπορούσε πάνω στον εύθραυστο πάγο της λίμνης. Μόλις έφτασε λίγο πιο πέρα από το κέντρο της εκεί όπου ο πάγος είχε σπάσει έβλεπε μέσα στο νερό το πτώμα του να επιπλέει έχοντας αποκτήσει κατάλευκη όψη.  Αρκετά με τους πολλαπλούς νεκρούς εαυτούς του. Δεν μπήκε καν στον κόπο να σταματήσει. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα ζωντάνευε και θα άρχιζε να τον κυνηγά.

Ελάττωσε την ταχύτητά του καθώς έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς. Δεν ήξερε εάν ήθελε να την αιφνιδιάσει αλλά εκείνη μάλλον ήξερε ότι βρισκόταν ήδη εκεί. Ο μπλε φωτισμός προερχόταν όντως από μπλε φωτιές. Λίγο πιο πέρα είδε την αδερφή του γονατισμένη και φιμωμένη με ένα μαχαίρι να της απειλεί την ζωή. Ύψωσε το βλέμμα του και αντίκρισε την χαμογελαστή κοπέλα που φαινόταν εξωπραγματικά μαγευτική στον μπε φωτισμό.

«Βλέπω ξέφυγες από τον προσωπικό σου εφιάλτη» του είπε εκείνη σίγουρη ότι θα γλύτωνε από τις ενέδρες που του είχε στήσει τις οποίες τις είχε σχηματίσει από τους προσωπικούς του φόβους. Αν και για μικρός είχε μεγάλους φόβους και ακόμα μεγαλύτερες ανησυχίες με ποιους τρόπους μπορεί να πεθάνει, παρατήρησε η κοπέλα.

«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;» την ρώτησε με φωνή δυνατή που σε εκείνον του φάνηκε πως έτρεμε.

«Γιατί εσύ και η αδερφή σου έχετε κάτι που ανήκει σε εμένα και τον αδερφό μου» είπε εκείνη εξακολουθώντας να κρατά σφιχτά τα ξανθά μακριά μαλλιά της αδερφή του και το περίτεχνο μαχαίρι να πιέζει τον λαιμό της.

«Θα μπορούσες να μου το ζητήσεις για να στο δώσω χωρίς να γίνουν όλα αυτά. Μα εσύ είπες ότι ο αδερφός σου δεν είναι εδώ» της ανταπάντησε.

«Δεν ξέρεις καν ποια είμαι και όμως έχεις ακούσει το παραμυθεί αυτό χιλιάδες φορές από την γιαγιάκα σου. Ξέρεις πολύ καλά ποια είμαι και τι θέλω» του είπε θυμωμένη.

Για μια στιγμή σταμάτησε συλλογιζόμενος και τελικά είπε « Το παραμύθι με τον Τζακ και την Τζιλ δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό»

«Και αυτό γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να τα ωραιοποιούν όλα. Βλέπεις δεν με λένε Τζιλ και ο αδερφός μου δεν είναι ο Τζακ. Με λένε Μπιλ και τον αδερφό μου τον λένε Τζούκι και αυτό που θέλω είναι τα δύο μενταγιόν για να τα ενώσω για να μπορέσω να φέρω πίσω τον αδερφό μου»

«Αυτό και πάλι θα μπορούσε να γίνει χωρίς όλο αυτό το τσίρκο. Μπιλ» είπε αργά και ειρωνικά το όνομα της πράγμα που φάνηκε να την πειράζει λίγο.

«Ναι αλλά ποιος νομίζεις ότι θα πάρει την θέση μα;. Εσύ και η αδελφή σου φυσικά. Γι’ αυτό εάν θες να ζήσει η αδερφούλα σου θα πας πίσω στην πραγματικότητα, όταν θα σε στείλω βέβαια, και θα πάρεις αυτό εδώ το μενταγιόν» του έδειχνε το μενταγιόν που φόραγε η αδερφή του στο λαιμό που όντως  ήταν συμπληρωματικά με αυτό που είχε βρει στο δέντρο «και θα μου το φέρεις μαζί με αυτό που βρήκες εσύ σήμερα. Προσπάθησε κάτι διαφορετικό και η αδερφούλας ου θα πεθάνει. Και εδώ και στον πραγματικό κόσμο»

«Μα εγώ νομίζω πως όταν κάποιος πεθάνει στο όνειρο ξυπνά» είπε εκείνος και εντελώς ενστικτωδώς απλώνει το χέρι του πάνω από την μπλε φωτιά και καίει το σημάδι της πανσελήνου. Αν και δεν ήξερε τι θα γινόταν όντως έπιασε. Εκείνη άρχισε να τσιρίζει από πόνο –ίσως και οργή- και εξαφανίστηκε καιγόμενη από μία μπλε φλόγα.

Μία δυνατή βροντή ξέσκισε τον πρωινό ουρανό του μικρού χωριού Μπίλσμπι. Ο Τζέιμς πετάχτηκε από την βροντή αλλά και από τον τρόμο του. Είχε επιστρέψει στην πραγματικότητα. Κοίταξε το χέρι του και η μελανιά σχεδόν που φαινόταν. Στην χούφτα του κρατούσε ακόμα το χρυσό κόσμημα. Κανείς από τους δικούς του δεν είχε ξυπνήσει παρόλο που το ρολόι έδειχνε ότι είχε πάει κιόλας δέκα το πρωί. Έτρεξε σιγανά και πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η αδερφή του με την ξαδέρφη τους. Με απαλές κινήσεις βγάζει από τον λαιμό της το κόσμημα και το κρατά με το άλλο του χέρι. Δεν ήθελε να τα φέρει σε επαφή. Αυτό που είχε βρει εκείνος το ρίχνει μέσα στο τζάκι που εξακολουθούσε να έκαιγε και το άλλο μισό της αδερφής του το ρίχνει μέσα σε ένα από τα παπούτσια του. Αυτά τα κοσμήματα δεν πρέπει να έρθουν ποτέ σε επαφή συλλογίστηκε βλέποντας το ένα μισό να μαυρίζει από τις φλόγες ελπίζοντας πως θα καταστρεφόταν.

Η αισθητή απουσία του μενταγιόν αναστάτωσε όλους στο σπίτι κάνοντάς τους να ψάχνουν παντού. Ήξερε πως δεν θα το έβρισκαν γιατί φόραγε τα παπούτσια του. Έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να ρωτήσει την γιαγιά του πως είχε βρει το μενταγιόν και το είχε χαρίσει στην αδερφή του.

«Πολλά χρόνια πριν όταν ήμουν δεκαεννιά χρονών και είχα πάει μία βόλτα λίγο πιο έξω από το Μπίλσμπι σε μία λίμνη, εκεί που έπεσες, βρήκα το μενταγιόν. Πραγματικά ήταν πολύ όμορφο και αποφάσισα να το κρατήσω. Μετά το έδωσα στην μητέρα σου και εκείνη στην αδερφή σου. Ποτέ δεν είχαμε κάτι που να μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά και είπα να ξεκινήσω εγώ την παράδοση μα τώρα που χάθηκε… Τέλος πάντων, δεν πειράζει» ακούστηκε φανερά απογοητευμένη. Καλύτερα όμως απογοητευμένη παρά νεκρή… ή κάτι χειρότερο, συλλογίστηκε το χθεσινοβραδινό φαγοπότι.

Αν και ακόμα δεν του είχαν αναθέσει να κάνει κάτι, μιας που ήταν λίγο άρρωστος με πυρετό σήμερα αλλά και Χριστούγεννα, εκείνος ένιωθε πως έπρεπε να βγάλει τις στάχτες από το πλέον σβησμένο τζάκι. Έχυσε όπως πάντα συνήθιζε τις στάχτες στον κάδο έξω από το σπίτι. Αυτό που φοβόταν το είδε μπροστά στα μάτια του. Το μενταγιόν, αν και είχε πάθει μεγάλη ζημιά  και η αλυσίδα είχε καταστραφεί, εξακολουθούσε να υπάρχει. Τρέχει προς την εργαλειοθήκη που βρισκόταν στο γκαράζ και αρπάζει το σφυρί αρχίζοντας να το κοπανά με όση δύναμη είχε.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 3ο.


Ήταν κοπέλα, ίσως στην ηλικία της αδερφής μου. Είχε ασημένια μαλλιά στο φως του φεγγαριού. Τα μάτια της ήταν στη μπλε απόχρωση του πάγου. Το δέρμα της έμοιαζε υπόλευκο υπό το σεληνόφως. Ήταν ντυμένη με παράξενα ρούχα που έμοιαζαν από κάποια άλλη, παλιότερη εποχή. Φόραγε ένα λευκό παλτό-κατασκευασμένο από άσπρο δέρμα ζώου- και οι μπότες και το σκουφί της ήταν κατασκευασμένα από μία λευκή γούνα. Πως βρέθηκε εκείνη εδώ; Σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να την ενοχλήσει, πως έπρεπε να φύγει προτού τον καταλάβει. Κοίταξε το ρολόι του μπαμπά του που είχε πάρει από το αυτοκίνητο. Είχαν περάσει μόλις σχεδόν δέκα λεπτά από την στιγμή που έφυγε από το αμάξι. Ίσως ήταν ώρα να γυρίσει πίσω. Έκανε μεταβολή να φύγει ώσπου ακούστηκε η λεπτή ήρεμη φωνή της από πίσω του.

«Γιατί δεν πλησιάζεις; Θα καθίσεις εκεί απλά ή θα έρθεις;»

Μία βιαστική κίνηση αρκούσε για να γλιστρήσει στην λάσπη και να πέσει προς τα πίσω στην όχθη της παγωμένης λίμνης. Ένιωσε να τραντάζετε από αυτή την αιφνίδια μικρού ύψους πτώση αλλά σηκώθηκε αμέσως και έδιωξε το χώμα από τα γόνατα του.

«Εγώ απλά περιμένω τον μπαμπά μου… δεν ήθελα να σε ενοχλήσω, συγνώμη εάν…»

«Όχι δεν με ενόχλησες. Ήθελα λίγη παρέα. Βλέπεις ο αδερφός μου δεν είναι εδώ, εκείνος τον πήρε» τον διέκοψε εκείνη με ένα παράπονο στην φωνή δείχνοντας κάπου αόριστα στον ουρανό.

«Ποιος;» έκανε το λάθος να ρωτήσει αντί να φύγει. Ήταν ένας από τους κανόνες που του είχαν μάθει οι γονείς του. Ποτέ να μην μιλάς σε ξένους του είχαν πει, έστω και εάν αυτή την φορά ήταν ένα μικρό κορίτσι περίπου στην ηλικία της αδερφής του, το οποίο ήταν φαινομενικά άκακο, φαινομενικά.

Αν και αρχικά δίστασε να του απαντήσει, εκείνη του είπε «Θες να σου δείξω που μένω;» με μάτια πειθήνια που λάμπουν.

«Ε… πρέπει να φύγω ο μπαμπάς μου θα με ψάχνει, συγνώμη» της αποκρίθηκε και έκανε να οπισθοχωρήσει.

«Μα ο μπαμπάς σου είναι από αυτή την μεριά της λίμνης, τον είδα πριν από λίγο. Ακολούθα με και θα σε πάω σε αυτόν» του είπε με σταθερή φωνή, φοβούμενη μην χάσει τον έλεγχο. Όχι τον έλεγχο της φωνής της αλλά τον έλεγχο που ασκούσε πάνω του, σχεδόν τα κατάφερνε.

Προτού προλάβει να της απαντήσει κάτι, έστω και να της αρνηθεί σε αυτό που μόλις του είχε πει, πήρε της ύστατη απόφαση. Τον γράπωσε σφιχτά από τον δεξί καρπό του χεριού του και άρχισε να τον τραβολογά όλο και πιο μέσα στην παγωμένη λίμνη με… κάπως υπερφυσική δύναμη αλλά και ταχύτητα. Εκείνος λες και μόλις τον είχαν χτυπήσει μερικές εκατοντάδες βολτ ρεύματος δεν μπορούσε να αντιδράσει σε αυτή την αιφνίδια κίνηση.

Η πάλη τώρα είχε βρεθεί στο μέσο της μικρής παγωμένης λίμνης. Λίγα μέτρα και φτάνουμε σκεφτόταν η κοπέλα με το βλοσυρό της βλέμμα προσηλωμένο στην άλλη άκρη της λίμνης, σε μια σκοτεινή σπηλιά. Κάπως πρέπει να ξεφύγω… αντηχούσε αυτή η σκέψη στο μυαλό του μικρού Τζέιμς μαζί με μια πληθώρα συναισθημάτων, που είχαν συσσωρευτεί σαν σύννεφο αποπνικτικού καπνού μέσα στο μυαλό του, εμποδίζοντας την κρίση του.

Λίγο το τραβολόγημα από τον καρπό του που τον ένιωθε να ξεκολλά από το υπόλοιπο χέρι του και λίγο ένα στραβοπάτημα, βρέθηκε τώρα να τον σέρνει σαν έλκηθρο στην παγωμένη επιφάνια της λίμνης. Εκείνη χαμογέλασε πονηρά καθώς το έργο της  γινόταν όλο και ευκολότερο καθώς ο μικρός παρά την αξιοθαύμαστη αντίστασή του δεν είχε βγάλει άχνα. Δεν είχε όμως υπολογίσει και την τυχαία σύμπτωση που θα καθυστερούσε την ολοκλήρωση του έργου της.

Ο Τζέιμς θυμήθηκε πως στο εσωτερικό της μπότας του είχε πλαισιώσει έναν ειδικό σουγιά που του είχε χαρίσει ο παππούς του για ειδικές περιπτώσεις που ίσως πάθαινε κάποιο ατύχημα στην ερημιά του χιονισμένου χωριού. Δεδομένου του ότι το είχε δώσει κρυφά από τους γονείς του –για τις εύλογες αντιρρήσεις τους- είχε παραμείνει στην ίδια θέση που το είχε τοποθετήσει εδώ και δύο χρόνια. Καθώς αυτή η άγνωστη κοπέλα τον τραβολογούσε για ακόμα πιο άγνωστο και παράξενο λόγο προς την απέναντι όχθη της λίμνης, δόθηκε η ευκαιρία στον Τζέιμς να ψαχουλέψει το εσωτερικό της μπότας του και  να αρπάξει τον σουγιά.

Δεν ήθελε να την πληγώσει καθώς δεν ήξερε τι θα γίνει αργότερα αλλά μάλλον δεν του έμενε δεύτερη επιλογή. Προετοιμάστηκε παίρνοντας μία βαθιά ανάσα και μία μικρότερη –κοφτή- άδραξε προς το μέρος της το αριστερό του χέρι κρατώντας τον μυτερό σουγιά. Ο σουγιάς το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να είχε κόψει λίγο από το δέρμα του παλτού της και με την φόρα που είχε καρφώθηκε στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης. Είχε αστοχήσει, πράγμα που ήταν κακό, για δύο λόγους. Πρώτον δεν θα κατάφερνε να της ξεφύγει και έναν δεύτερο που θα αργούσε λίγο ακόμα να τον συνειδητοποιήσει. Τώρα όλη η προσοχή της ήταν στραμμένη πάνω του, καρφώνοντάς τον με αυτά τα παγερά γαλανά μάτια, αφήνοντας από την λαβή της τον καρπό του. Δεν είχε καταλάβει τι της είχε συμβεί μα την είχε χτυπήσει με κάτι τόσο ισχυρό –μάλλον μαχαίρι- που της είχε κομματιάσει το παλτό από την μέση και κάτω.

«Ξέρεις αυτό ήταν το αγαπημένο μου παλτό» γύρισε και του είπε με την πιο απαλή και λάγνα φωνή που διέθετε.

Κάτω από το φως της μη ολοκληρωμένης σελήνης, το ατσάλι της λεπίδας είχε καρφωθεί στον πάγο. Εκείνη άρχισε να ψάχνει με γρήγορες ματιές εδώ και εκεί για το αντικείμενο με το  οποίο της είχε επιτεθεί. Όταν είδε τον σουγιά καρφωμένο στον πάγο που ήδη είχε αρχίσει να ραγίζει, ο Τζέιμς έκανε την αποπήρα του να ξεφύγει. Αποφασισμένη πως δεν θα πήγαινε χαμένη καμία προσπάθειά της, με ένα παρακινδυνευμένο άλμα κατάφερε να τον αρπάξει από τον αστράγαλό του. Εκείνος γλίστρησε ξανά και με την πρόσκρουση και τον δύο πάνω στον πάγο, ο πάγος σπάει φανερώνοντας τα κατασκότεινα νερά του που θαρρείς πως ήταν απύθμενα και οδηγούσαν στην άβυσσο.

Η ένταση στο σώμα της ήταν μηδαμινή σε αντίθεση με του Τζέιμς που είχε υποστεί σοκ από τον αιφνιδιασμό της και το κρύο νερό που τον έτσουζε σαν να ήταν γυαλόχαρτο. Όλα ξαφνικά άρχισαν να επιβραδύνονται δίνοντας την αίσθηση ότι βρισκόσουν σε άλλο κόσμο. Το παγωμένο νερό μούσκεψε μονομιάς τα χοντρά πλεκτά ρούχα του Τζέιμς κάνοντας τον να βυθίζετε ολοένα και περισσότερο στην σκοτεινή άβυσσο της λίμνης.

Οι λίγες στιγμές, που του φάνηκαν αιώνας, μέσα στα γαλήνια νερά της λίμνης, ήταν εξωπραγματικές. Παρόλο το θλιβερό της κατάσταση- καθώς ήξερε ότι θα πνιγεί κάτι το οποίο είχε ακούσει ότι ήταν βάναυσο- ένιωθε κάθε τι άλλο παρά φόβο, κάτι που τον τρόμαζε καθώς δεν ήθελε να πεθάνει. Αλλά ίσως κάτι του έλεγε ότι εάν δεν μπορούσε να φτάσει στην επιφάνια της λίμνης για να αναπνεύσει θα γινόταν κάτι άλλο, εξίσου εξωπραγματικό με αυτές στιγμές του εσωτερικού του διαλόγου, το οποίο με κάποιο τρόπο θα τον έσωζε. Ίσως έφταιγε η αποφασιστικότητα αυτής της τρελής που φαινόταν να μην την ένοιαζε και τόσο ότι παρασύρετε όλο και πιο βαθειά στον πάτο της λίμνης. Σαν να ήταν σίγουρη ότι θα σωθεί,

Πάσχιζε με μεγάλη προσπάθεια να φτάσει στην επιφάνεια, αλλά τα βρεγμένα ρούχα και η ατσάλινη λαβή της κοπέλας δεν του το επέτρεπαν. O λίγος αέρας που είχε προλάβει να αναπνεύσει λίγο πριν βυθιστεί στο νερό, τον ένιωθε να καίει τα πνευμόνια του και τον άφησε τελικά να χάνετε λίγος-λίγος σε κρυστάλλινες φυσαλίδες που φωσφόριζαν στο φεγγαρόφωτο το οποίο περνούσε μέσα στα σκοτεινά νερά της λίμνης.. Επέτρεψε τελικά στο σκληρό, σαν γυαλόχαρτο, νερό να εισέλθει στους πνεύμονες ικανοποιώντας την ακαταμάχητη επιθυμία του να εισπνεύσει.

Όταν ένιωσε όλα να σβήνουν, να μην έχουν πλέον νόημα κάτι άλλο τον άρπαξε. Ένα χέρι, όχι εκείνης αλλά ένα γνωστό οικείο χέρι το οποίο φαινόταν να τον τραβά προς την επιφάνεια. Άνοιξε τα μάτια του να πάρει μια κλεφτή  ματιά αλλά ο κρύος αέρας που άρχισε να φυσά τον εμπόδιζε. Ήταν όντως στην επιφάνεια. Μία από τις φωνές που τον παρότρυναν να αποβάλει το νερό από τους πνεύμονες μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν του μπαμπά του. Εκείνος μόλις απόβαλλε το νερό ένιωσε να χάνεται στο σκοτάδι.

Με κεφάλι βαρύ, να σφυροκοπά ακόμα από την χθεσινή δοκιμασία, ξύπνησε ο Τζέιμς σε ένα ζεστό μικρό δωμάτιο του τοπικού νοσοκομείου. Είδε το ανήσυχο βλέμμα της μαμάς του να ανακουφίζετε με ένα ταλαιπωρημένο χαμόγελο.

«Είσαι καλά Τζέιμς; Πονάς κάπου; Αχ, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω» είπε με θέρμη στην φωνή της, πλησιάζοντας τον αμέσως, αγγίζοντας τον απαλά σαν να ήταν πορσελάνινος.

«Εντάξει είμαι» καθαρίζει τον λαιμό του «μόνο το κεφάλι μου πονάει λίγο» της απάντησε σιγανά.

«Ξεκουράσου λίγο ακόμα μικρέ, θα πάμε σπίτι σε λίγες ώρες» του είπε ο μπαμπάς του μόλις μπήκε στο δωμάτιο μαζί με μία νοσοκόμα.

Δεν μπόρεσε να του απαντήσει και αποφάσισε να αφήσει την συζήτηση μονόπλευρη, αποφασίζοντας να παραδοθεί στην επίδραση τον φαρμάκων που έβαζε η νοσοκόμα στον ορό του.

Δεν είχε καταλάβει πότε έφυγε από το νοσοκομείο και πότε έφτασε στο σπίτι παρόλο που η διαδρομή είχε διαρκέσει κάτι περισσότερο από ώρα. Ήταν σαν να ήταν υπνωτισμένος. Απλώς ακολουθούσε τις οδηγίες των γωνιών του. Μόλις μπήκε στο σπίτι όλοι τον περίμεναν συγκλονισμένοι από την χθεσινοβραδινή αναστάτωση. Μάλιστα η γιαγιά του φαινόταν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου από την αγωνία. Αν και είχαν φτάσει βράδυ για κάποιο λόγο του φαίνονταν όλα τόσο φωτεινά, όμως με έναν ενοχλητικό τρόπο.

«Θα ήθελες κάτι γλυκέ μου;» τον ρώτησε η θεία του καθώς εκείνοι και οι υπόλοιποι ετοίμαζαν το βραδινό δείπνο και έστρωναν το τραπέζι.

«Μπορείτε να χαμηλώσετε λίγο τα φώτα;» ζήτησε εκείνος που καθόταν σκεπασμένος με μία κουβέρτα στον καναπέ μπροστά από το τζάκι.

Η θεία του έκανε αυτό που του ζήτησε χωρίς να τον ζαλίζει περεταίρω κάτι που φαινόταν να τον ενοχλεί συνέχεα και όχι μόνο αυτή την φορά που δεν ήταν και ιδιαίτερα καλά. Αν και ο γιατρός είχε πει ότι είχε ξεπεράσει τον κίνδυνο της υποθερμίας τους, είχε προειδοποιήσει ότι μπορεί να ανέβαζε πυρετό αλλά ο Τζέιμς φαινόταν να ήταν μία χαρά προς το παρόν εκτός από αυτής της δικαιολογημένης αδιαθεσίας. Το βραδινό δείπνο τελείωσε χωρίς πολλές χαρές και κέφια όπως συνήθιζαν. Όλοι ήταν προσεκτικοί απέναντι στον Τζέιμς διότι φοβόντουσαν μην χειροτερέψει από στιγμή σε στιγμή. Ούτε καν τον πίεσαν να φάει περισσότερο, παρόλο που είχε φάει μία ικανοποιητική ποσότητα από την ζεστή σούπα που την είχαν φτιάξει ειδικά για εκείνον.

«Μαμά… μπορώ να κοιμηθώ σήμερα δίπλα στο τζάκι;» την ρώτησε σιγανά.

«Εντάξει, αλλά μόνο για σήμερα, να μην μυρίζουν όλα στου τα ρούχα κάπνα» του απάντησε εκείνη θερμά, μην θέλοντας να τον στενοχωρήσει.

«Ευχαριστώ» της είπε και την αγκάλιασε.

Αν και είχε χάσει το στόλισμα του δέντρου χαιρόταν που θα κοιμόταν δίπλα στο τζάκι. Ήξερε πως για χάρη του το είχαν στολίσει για να του έφτιαχναν λίγο την διάθεση. Όπως και να είχε αύριο ήταν Χριστούγεννα, έπρεπε να το στόλιζαν, με ή χωρίς αυτόν.  Η σκέψη αυτή τον έκανε να αναριγήσει ξέροντας πως εάν ο μπαμπάς του δεν τον είχε τραβήξει στην επιφάνεια την κατάλληλη στιγμή θα το στόλιζαν χωρίς αυτόν για τα υπόλοιπα Χριστούγεννα. Αυτόματα η  σκέψη του ανέτρεξε στην κοπέλα… τι να έχει απογίνει άραγε;

Μέχρι στιγμής δεν τον είχαν ρωτήσει γιατί είχε βγει από το αμάξι και πως βρέθηκε να πνίγετε στην λίμνη. Αν όχι αύριο, σίγουρα θα τον ρώταγαν μία από τις επόμενες ημέρες. Όπως και να είχε αυτός θα απέφυγε κάθε συζήτηση για εκείνη ή το ατύχημα μέχρι να τον ρωτήσουν. Όταν θα έφτανε εκείνη η στιγμή κάτι θα σκαρφιζόταν. Μόλις είχαν τελειώσει και με το πλύσιμο των πιάτων το σαλόνι άδειασε γρήγορα αφήνοντας τον στην ησυχία του να ξεκουραστεί. Απόψε δεν έβαλαν ούτε χριστουγεννιάτικα τραγούδια να παίζουν σιγανά. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε σε όλο το σπίτι. Αντιθέτως έξω λυσσομανούσε ο αέρας και έπεφταν κεραυνοί που όμως ο κρότος τους καλυπτόταν από την σφοδρή χιονόπτωση.

Μετακίνησε το βλέμμα του στο στολισμένο δέντρο που βρισκόταν στην άλλη μεριά του δωματίου. Ήταν ακόμα δροσερό από το χιόνι και τα κλωνάρια του φρέσκα. Η ζεστή ατμόσφαιρα δεν είχε επηρεάσει ούτε στο ελάχιστο την εσωτερική του υγρασία. Οι γιρλάντες ‘’αναβόσβηναν’’ μαζί με τις φλόγες του τζακιού. Κάτι γυάλισε στην βάση του κορμού του. Δεν φαινόταν να ήταν στολίδι που είχε παραπέσει. Ήταν κάτι άλλο σφηνωμένο στο εσωτερικό του κορμού που προέξεχε. Σηκώθηκε παραμερίζοντας τα σκεπάσματά του. Πλησίασε το δέντρο και πρόσεξε ότι ήταν σωστός. Ήταν όντως κάτι σφηνωμένο στο εσωτερικό του κορμού. Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να το αρπάξει κρατώντας το στο αριστερό του χέρι. Το περιεργάστηκε ελαφρώς αλλά κατάλαβε σύντομα ότι αυτό το κόσμημα σε σχήμα σχεδόν ολοκληρωμένης πανσελήνου το είχε ξαναδεί, όχι όμως σε κόσμημα.

Επέστρεψε ξανά στα σκεπάσματά του φωτίζοντας το κόσμημα με το φως των φλογών. Ήταν χρυσό και οι κρατήρες που αντιπροσώπευαν τους κρατήρες του φεγγαριού ήταν φτιαγμένοι από ελαφρώς μοβ πετράδια. Ήταν σίγουρος ότι είχε δει κάπου αυτό το σχέδιο. Το μανίκι του δεξιού χεριού του γλίστρησε και αποκάλυψε ένα περίεργο σχέδιο που είχε σχηματιστεί στον καρπό του. Ολιγόλεπτες αναμνήσεις άστραψαν μπροστά στα μάτια του. Θυμήθηκε την λαβή της κοπέλας, θυμήθηκε σαν από όνειρο να κοιτά αυτή την μελανιά, όταν ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Κοίταγε επιφυλακτικά εναλλάξ μια την μελανιά –αν μπορούσε να την αποκαλέσει έτσι- και μία το χρυσό μενταγιόν με την λεπτή περίτεχνη χρυσή αλυσίδα. Τα δύο σχέδια ταίριαζαν απόλυτα. Το ένα συμπλήρωνε το άλλο. Πλησίασε το μενταγιόν στον καρπό του και τα ένωσε σχηματίζοντας μία πλήρη πανσέληνο. Όλα έσβησαν σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 2ο.


Πριν εξήντα χρόνια, όταν ό Τζέιμς ήταν δώδεκα χρονών.

Μπίλσμπι,  Λίνκολνσαϊρ

Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει εδώ και μιάμιση ώρα και όλοι οι γείτονές του, συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας του και του παππού του, είχαν βγει να καθαρίσουν την αυλή τους και τον δρόμο γύρο από το σπίτι τους, απομακρύνοντας το περιττό χιόνι, ενώ η γιαγιά του μαγείρευε το βραδινό φαγητό και έψηνε κουλουράκια. Ανυπομονούσε να έρθει ο μπαμπάς του μαζί με τον θείο του, την θεία του και την ξαδέρφη του. Κρίμα που ο μπαμπάς του είχε την διπλάσια δουλειά λόγω εορτών, διότι οι περισσότεροι είχαν φύγει ήδη για διακοπές. Αλλά δεν τον πείραζε τόσο εφόσον ήξερε πως θα πήγαιναν να βρουν ένα δέντρο μαζί στο δάσος και θα το έκοβαν για να το στολίσουν. Όμως ήταν ήδη απόγευμα και έπρεπε να είχαν έρθει το μεσημέρι.

Εκείνος, η μαμά του και η μεγαλύτερη του αδελφή, είχαν έρθει ήδη δύο μέρες πριν, καθώς η μαμά του είχε πάρει ήδη την άδεια από την δουλεία της και τα παιδιά είχαν σταματήσει το σχολείο για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Το μικρό χωριό αυτή την εποχή ήταν απλώς ονειρικό. Το εξωτερικό περιβάλλον ήταν λευκοντυμένο από το παχύ χιόνι και το εσωτερικό του σπιτιού ζεστό, με την αναδυόμενη από την κουζίνα μυρωδιά φρεσκοψημένων μπισκότων να πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα. Το μόνο που έλειπε από το σκηνικό ήταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο που τόσο πολύ ήθελε εκείνος και η αδερφή του να στολίσουν. Εκεί που κανονικά έπρεπε να βρίσκετε το δέντρο ήταν η κούτα με τα στολίδια, τις γιρλάντες και τα φωτάκια. Παρά αυτή την μικρή παραφωνία που χαλούσε την γιορτινή ατμόσφαιρα, όλο το υπόλοιπο σπίτι ήταν στολισμένο, και στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό του.

Καθώς άρχιζε να σκοτεινιάζει η μητέρα του φώναξε σε εκείνον και την αδερφή του, που έπαιζαν χιονοπόλεμο με τους φίλους τους,  να μπουν στο σπίτι. Μετά από λίγα λεπτά ο μπαμπάς του και οι θείοι του είχαν επιτέλους φτάσει. Στο άκουσμα της άφιξής τους, ο μικρός χύθηκε στην αγκαλιά του μπαμπά του γεμάτος χαρά, η αδερφή του αγκάλιασε την ξαδέρφη τους Λούση, ενώ η μαμά του, η γιαγιά του και ο παππούς του έπαιρναν τις βαλίτσες  από τους θείους του για να τους ξεκουράσουν από το κουραστικό ταξίδι.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο γεμάτο με φαγητό και λιχουδιές κάθε λογής και οι κουρασμένοι ταξιδιώτες ανυπομονούσαν να καταβροχθίσουν το πλούσιο γεύμα που τους είχε κυριολεκτικά σπάσει την μύτη με την υπέροχη ευωδία του. Αυτό ήταν που απολάμβανε ο μικρός Τζέιμς σε αυτή την εποχή: το χιόνι, οι ατελείωτες ώρες παιχνιδιού με τους φίλους του, τα πλούσια οικογενειακά γεύματα και ιδίως τα επιδόρπια μα πάνω από όλα τα δώρα που θα έπαιρνε την ημέρα των Χριστουγέννων.

Αυτό που ήλπιζε να του έφερνε φέτος ο μπαμπάς-άγιος Βασίλης ήταν ένα καινούριο ποδήλατο γιατί αυτό που ήδη είχε ήταν μικρό πλέον για εκείνον. Βέβαια οι γονείς του μάλλον δεν ήξεραν ότι εκείνος ήδη γνωρίζει ότι ο άγιος Βασίλης δεν υπάρχει και κάθε χρόνο τον ρωτάνε τι θα ήθελε να του φέρει ο άγιος. Ο ίδιος είχε δει μια φορά τον μπαμπά του πριν δύο χρόνια να βάζει το δώρο του και της αδερφής του κάτω από το δέντρο όταν τον περίμενε. Η αλήθεια είναι πως είχε απογοητευτεί καθώς του άρεσε να υπήρχε κάτι το μαγικό και το αγνό στην συνηθισμένη του ζωή, όπως άλλωστε και κάθε παιδί της ηλικίας του, μα δεν τον πείραζε πλέον. ‘’Εφόσον παίρνεις το δώρο, δεν έχει σημασία από ποιον θα το πάρεις’’ του είχε πει η αδερφή του όταν τον παρηγορούσε μετά την ‘’απάτη’’ με τον άγιο Βασίλη. Αν και αυτά τα λόγια ήταν λίγο σκληρά για ένα δεκάχρονο ήταν αληθινά. Η αδερφή του τον βοήθησε να καταλάβει, έστω και με τον δικό της -ίσως λίγο σκληρό- τρόπο.

Το γεύμα τελείωσε μετά από λίγη ώρα και όλοι πλέον βρίσκονταν στην ιδανική διάθεση να κοιμηθούν στα ζεστά τους κρεβάτια ακούγοντας χριστουγεννιάτικα κάλαντα που έπαιζε η τηλεόραση. Αν και ήταν σπίτι μεγάλο με τέσσερα υπνοδωμάτια ο Τζέιμς προτιμούσε να κοιμάται δίπλα στο τζάκι παρόλο που οι γονείς του δεν τον άφηναν να κοιμάται εκεί συνέχεια.

«Μπαμπά, ξέρω ότι είσαι κουρασμένος αλλά μου υποσχέθηκες να φέρουμε το δέντρο σήμερα για να το στολίσουμε αύριο» του είπε με νάζι προσπαθώντας να τον πείσει, ανεβαίνοντας στον καναπέ όπου κάθονταν οι γονείς του σκεπασμένοι με μια κουβέρτα

«Αγάπη μου ο μπαμπάς είναι κουρασμένος. Και αύριο μέρα είναι, δεν είναι αύριο Χριστούγεννα, θα προλάβετε να το στολίσετε» του απάντησε χαμογελώντας η μαμά του που είχε ξαπλώσει στην αγκαλιά του συζύγου της.

«Όχι. Του είχα υποσχεθεί ότι θα πάμε. Ο άγιος Βασίλης πρέπει να βρει ένα όμορφο δέντρο για να αφήσει τα δώρα του από κάτω. Πήγαινε ντύσου καλά και έλα έξω στο αμάξι» του είπε χαμογελώντας.

Η βραδιά ήταν ψυχρή, χωρίς άνεμο και το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει εδώ και ώρες. Αν και η αυλή τους είχε προηγουμένως καθαριστεί από το μεγαλύτερο μέρος του χιονιού που την σκέπαζε, εξακολουθούσε να είχε σημεία με πάγο, κάνοντάς τον να γλιστρά αλλά όχι και να πέφτει. Η βραδιά ήταν πεντακάθαρη. Μπορούσε να δει τους περισσότερους αστερισμούς στο σημείο όπου βρισκόταν περιμένοντας  τον πατέρα του να φέρει το αμάξι. Η μικρή και η μεγάλη άρκτος, ο Ωρίωνας, μέχρι και την Πούλια μπορούσε να διακρίνει. Όλα τους, το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί είχαν μια ιστορία που βέβαια δεν μπορούσε να τις θυμηθεί. Η μηχανή του αμαξιού ακούστηκε να πλησιάζει και σε λίγα δευτερόλεπτα φάνηκαν και τα φώτα του αυτοκινήτου.

Θυμόταν ότι το σημείο όπου είχαν επιλέξει ένα κατάλληλο δέντρο για στόλισμα δεν βρισκόταν πολύ μακριά από το τελευταίο σπίτι του χωριού, μα παρ’ όλα αυτά ο μπαμπάς του φαινόταν να απομακρύνετε αρκετά από το τελευταίο σπίτι. Οι σκιές τον ελάτων όλο και άρχιζαν να κινούνται πιο γρήγορα καθώς ο μπαμπάς του αύξανε ταχύτητα.

«Μπαμπά, μήπως περάσαμε το σημείο όπου είχαμε επιλέξει ήδη από το καλοκαίρι;» του είπε ο μικρός που θυμόταν ξεκάθαρα το σημείο όπου είχαν επιλέξει.

«Το ξέρω μικρέ αλλά εκεί ήταν μικρά τα δέντρα. Το πιο πιθανό είναι να τα έχει καταπλακώσει το χιόνι, θα πάμε λίγο πιο πέρα. Το απόγευμα καθώς ερχόμασταν είδα κάποια ιδανικά δέντρα για στόλισμα. Είναι βέβαια λίγο βαθειά στο δάσος αλλά δεν πειράζει» του απάντησε.

«Αυτά δεν θα έχουν χιόνι πάνω;» τον ρώτησε ο μικρός.

«Αυτά τα έχουνε ειδικά για πούλημα, τα καθαρίζουν όταν πέφτει το χιόνι» του απάντησε, στρίβοντας σε μία στροφή σε έναν χωματόδρομο γεμάτο λάσπες. Ο μικρός είδε την επιγραφή της ταμπέλας: ‘’ιδανικά χριστουγεννιάτικα δέντρα για στόλισμα’’ .

Το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγο πιο πέρα από μία ξύλινη καλύβα. Μέσα από την καλύβα το μόνο που φαινόταν ήταν το απαλό πύρινο φως της φωτιάς του τζακιού. Στον νυχτερινό ουρανό διέκρινε μία αμυδρή μάζα καπνού να ξεφεύγει από την καμινάδα και να διαλύετε στην παγωμένη ατμόσφαιρα.

«Λοιπόν, εσύ μικρέ θα μείνεις εδώ. Εγώ θα πάω να μιλήσω στον ιδιοκτήτη για να μου υποδείξει ένα όμορφο δέντρο»

«Μα μου υποσχέθηκες ότι θα διάλεγα εγώ ένα» παραπονέθηκε.

«Έχει πολύ λάσπη και το χιόνι μπορεί να είναι πιο βαθύ σε ορισμένα σημεία. Εάν λερωθείς η μαμά θα μας μαλώσει που σε άφησα να έρθεις μαζί μου. Θα μείνεις στο αμάξι να με περιμένεις. Εντάξει;»

«Εντάξει μπαμπά» είπε απογοητευμένος.

Μετά από λίγο ο ιδιοκτήτης δεν άργησε να ανοίξει την πόρτα ύστερα από το χτύπημα του μπαμπά του. Με ένα νεύμα ο μπαμπάς του,  του υπενθύμισε να μείνει μέσα στο αμάξι και να μην βγει έξω για κανέναν λόγο. Δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς , τι θα έκανε εκεί έξω στον λασπωμένο δρόμο; Δεν υπήρχε τίποτα απολύτως να κάνει. Έτσι αποφάσισε να ανοίξει το ραδιόφωνο και να ακούσει λίγη μουσική από αυτά τα νέα πρωτοεμφανιζόμενα συγκροτήματα που αποκαλούσαν την μουσική τους ως ροκ. Περίεργο όνομα για μουσική, αλλά του άρεσε. Απλώνοντας το χέρι του προς το ραδιόφωνο, πρόσεξε ότι το ρολόι χεριού του μπαμπά του που το είχε αφήσει εκεί για να βλέπει την ώρα καθώς οδηγάει, έδειχνε ότι οδήγαγε εδώ και μία ώρα περίπου. Είμαστε αλήθεια τόσο μακριά; Αν ναι, τότε αυτό εδώ το σπίτι πρέπει να είναι από τα πρώτα της πιο κοντινής πόλης.

Άνοιξε το ραδιόφωνο και προσπάθησε να βρει σήμα μα άδικα. Ήταν αρκετά βαθειά στο δάσος από ότι φαίνετε. Είχαν περάσει ήδη πέντε λεπτά και βαριόταν αφάνταστα να περιμένει. Πρόσεξε ότι οι ασφάλειες της πόρτας ήταν ανοικτές. Ο μπαμπάς του είχε ξεχάσει να κλειδώσει. Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε στο κρύο λασπωμένο έδαφος. Ένιωσε τα μικρά του μποτάκια να βυθίζονται στην απαλή λάσπη αλλά δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να προχωρεί προς το δάσος από όπου είχε δει τον μπαμπά του και αυτόν τον κύριο να χάνονται από το οπτικό του πεδίο.

Περπάταγε εδώ και μερικά λεπτά και ότι η βλάστηση γινόταν όλο και πιο πυκνή κάτι που δεν του άρεσε. Ένιωθε ελαφρώς κλειστοφοβία. Κοίταγε συνεχώς τριγύρω του μα δεν ήθελε να φωνάξει τον μπαμπά του από τώρα. Εξάλλου δεν είχε χαθεί, πήγαινε συνεχώς ευθεία. Η βλάστηση άρχισε να αραιώνει και μπροστά του εμφανίστηκε ότι πιο όμορφο είχε δει ποτέ στην ζωή του. Ακριβώς εκεί που η βλάστηση άρχιζε να τελειώνει, άρχιζε μία παγωμένη καταγάλανη λίμνη. Υπό το φώς της σχεδόν ολόκληρης σελήνης το τοπίο έμοιαζε βγαλμένο από έναν τόπο μακρινό, ονειρικό. Στο κέντρο της λίμνης βρισκόταν ένα ακόμα πιο μαγικό πλάσμα, μία οπτασία που για να βεβαιωθεί ότι ήταν αληθινή έτριψε τα μάτια του. Η παρουσία αυτή δεν εξαφανίστηκε στεκόταν εκεί και τον κοίταξε σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων. Μπορούσε να διακρίνει ξεκάθαρα όλες της λεπτομέρειες.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 1ο.


Πάντα ήταν όμορφη αυτή την εποχή η πόλη. Στολισμένη στα χριστουγεννιάτικα χρώματα και πάνω από όλα με χιόνι. Το χιόνι πάντα έπεφτε αθόρυβα όλο το βράδυ και το πρωί ξύπναγες και το έβλεπες πυκνό και παχύ, σαν σαντιγί που στολίζει ένα νόστιμο χριστουγεννιάτικο γλυκό.

Δεν ήταν μόνο η οπτικές εικόνες που σου προσέφεραν ευχαρίστηση. Χριστούγεννα ήταν άλλωστε, ή τουλάχιστον ήταν ακόμα παραμονές. Παντού έβλεπες να τριγυρνούν μικρά παιδάκια ντυμένα σαν ξωτικά και άγιο-Βασίληδες ή άλλοτε ντυμένα με χοντρά μπουφάν και πλεκτά γάντια, κασκόλ και σκουφάκια που πιθανώς να τους τα είχαν χαρίσει οι γιαγιάδες τους σαν ένα προκαταβολικό δώρο πριν τα Χριστούγεννα. Τα έβλεπες να χτυπούν, με ένα διστακτικό χαμόγελο, από πόρτα σε πόρτα για να τραγουδήσουν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια και κάλαντα.  Και όταν άνοιγαν οι πόρτες έβλεπες τα μάτια τους να λαμπιρίζουν από χαρά καθώς άρχιζαν να τραγουδούν με τις λεπτές τους φωνούλες.

Αν περιπλανιόσουν εκείνες της ημέρες στους δρόμους, όχι απαραίτητα για κάτι συγκεκριμένο, από παντού βομβαρδιζόσουν με πληθώρα μυρωδιών που σου ήταν αδύνατο να συγκρατηθείς και να μην μπεις σε κάποιο από τα ζαχαροπλαστεία που πουλούσαν τα χριστουγεννιάτικα γλυκά με το κιλό. Όλα ήταν γεμάτα με ουρές που αποτελούνταν από αγχωμένες μητέρες που ήθελαν να προλάβουν εγκαίρως όλες τις προετοιμασίες για την αυριανή ημέρα μέχρι και μικρά παιδάκια που αποφάσισαν να σπαταλήσουν λίγο από το χαρτζιλίκι τους σε ένα γλυκό.

Όλα ήταν τόσο τέλεια εκείνη την εποχή, ακόμα και για τον ηλικιωμένο πλέον Τζέιμς Μπίλλινγκ που νοσταλγούσε εκείνες τις ημέρες οπού και ο ίδιος ήταν κάποτε μικρός, σαν εκείνα τα παιδιά, και έτρεχε από σπίτι σε σπίτι με τους φίλους του.

Βέβαια αυτή την εποχή ο Τζέιμς και η οικογένειά του δεν βρισκόταν στο Μάντσεστερ. Στις διακοπές και κυρίως τα Χριστούγεννα ο Τζέιμς βρισκόταν στο σπίτι των παππούδων του σε ένα μικρό χωριό, το Μπίλσμπι. Ήταν πραγματικά πολύ μικρό χωριό και δεν του άρεσε ιδιαίτερα να πηγαίνει εκεί διότι τις περισσότερες φορές οι φίλοι του δεν βρίσκονταν εκεί διότι όπως και εκείνος πήγαινε εκεί για διακοπές όποτε οι γονείς του είχαν άδεια από την δουλειά. Την περίοδο των Χριστουγέννων αντιθέτως το χωριό αν και μικρό, ήταν γεμάτο από ζωή, παρόλο που η φύση γύρο του είχε νεκρωθεί.

Ο Τζέιμς είχε κάνει μια γεμάτη ζωή η οποία δυστυχώς πέρασε γρήγορα διότι ούτε ο Τζέιμς που είχε ζήσει κάτι τόσο τρομερό στην παιδική του ηλικία δεν μπορούσε να ξεφύγει από την ροή των πραγμάτων.  Ο Τζέιμς ήταν ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας που δυστυχώς η εξέλιξη προς αυτήν την ιδιαιτερότητα, του στέρησε πολλά από την προσωπικότητά του και τα λογικά του. Ή έτσι τουλάχιστον τον θυμόντουσαν οι περισσότεροι άνθρωποι που τον γνώριζαν. Αντίθετα από ότι πίστευαν οι περισσότεροι άνθρωποι, ο Τζέιμς ήξερε τι έκανε και μάλιστα το έκανε καλά ώστε αυτό που σταμάτησε πριν πενήντα οκτώ χρόνια να μην έρθει στην επιφάνια αυτής της Γης.

Ήταν κρίμα που κανείς δεν τον πίστευε, πραγματικά ήταν. Παρόλο που ήταν ο μόνος που πραγματικά το έζησε, αν και στα πλαίσια μεταξύ της παραίσθησης και του ονείρου, ήξερε ότι ήταν απολύτως αληθινό και επειδή κανείς δεν ήξερε για τον επικείμενο κίνδυνο, ήταν χρέος του να μην το αφήσει  να συμβεί, ή τουλάχιστον για όσο θα ζούσε.

Αν και είχε ζήσει μια γεμάτη ζωή όσα άτομα πραγματικά αγαπούσε τον είχαν ξεχάσει, αφήνοντάς τον στην ‘’τρέλα’’ του και στην τύχη που του επιφυλάσσει η μοίρα.  Βέβαια δεν μπορούσε να τους αδικήσει καθώς ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να αντέξει τον εαυτό του εάν ήταν στην θέση τους. Ειλικρινά, δεν ήξερε αν κάτι πρόκειται να συμβεί ή απλά έφταιγαν τα γεράματα αλλά τα τελευταία δέκα με δεκαπέντε χρόνια άρχισε να έχει το ίδιο κακό προαίσθημα όμοιο με αυτό όταν ήταν δώδεκα χρονών. Έλεγε ξανά και ξανά ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί άλλα δεν ήξερε τι ή πότε. Όλοι του έλεγαν ότι είχε αρχίσει να παραλογίζετε από τα γεράματα ακόμα και η ίδια του η γυναίκα η οποία ήταν στην ίδια ηλικία με αυτόν.

Όμως το αναπόφευκτο ήρθε όταν και ο ίδιος δεν το περίμενε. Ο γιός του, το δεύτερο παιδί του, πέθανε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η γυναίκα του και το ένα του εγγόνι ευτυχώς μπόρεσαν να βγουν από το αμάξι λίγο πριν ανατιναχτεί. Όλοι ήταν συντετριμμένοι από αυτό το συμβάν και ιδίως ο Τζέιμς ο οποίος ένιωθε ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι για να τον σώσει. Όλοι του έλεγαν ότι φυσικά δεν μπορούσε να το ήξερε αλλά εκείνος το ήξερε ότι θα συνέβαινε απλά δεν ήξερε πότε.  Από ένα σημείο και μετά η γυναίκα του απομακρύνθηκε από εκείνον ζητώντας του διαζύγιο μετά από είκοσι δύο χρόνια γάμου και η κόρη του, το μεγαλύτερο από τα δύο του παιδιά, έπαψε να ενδιαφέρετε για εκείνον από την στιγμή που χώρισαν με την μητέρα της.

Να, κάπως έτσι είναι εν συντομία η ζωή του Τζέιμς μέχρι τώρα που εκείνος περπατά μόνος του στους γεμάτους από χαρά γιορτινούς δρόμους του Μάντσεστερ. Δεν μπορούσε άλλο να κλάψει και να θρηνεί την φαινομενική αποτυχία του ως σύζυγος και ως πατέρας. Είχε πλέον πάρει απόφαση πως ο χρόνος ούτε συγχωρεί ούτε γυρνά πίσω. Έτσι το μόνο πού μπορούσε να κάνει εκείνος είναι να προχωρά μπροστά χωρίς να ξέρει τι μπορεί να του επιφυλάσσει η μοίρα. Αν και… ίσως να ξέρει, στο περίπου τουλάχιστον.

Μετά από εκείνο το συμβάν όταν εκείνος ήταν δώδεκα χρονών λάμβανε περιστασιακά κάποια ‘’προαισθήματα’’ αν μπορούσε να τα αποκαλέσει έτσι. Ήταν εκείνα που τον καθοδηγούσαν σε όλη του την ζωή και τον προστάτευαν από κάθε αναποδιά, μόνο που μερικές φορές μπορούσαν να γίνουν απρόβλεπτα και ξαφνικά χωρίς να του αφήνουν περιθώρια να αντιδράσει. Από εκείνη την χρονιά, όταν εκείνος ήταν δώδεκα χρονών έχει να πάει στο Μπίλσμπι, από εκείνα τα Χριστούγεννα που κυριολεκτικά του σημάδεψαν την ζωή.

‘’Τα δύο πιο λυπηρά πράγματα αυτή την εποχή της μοιρασιάς και της αγάπης είναι να μην έχεις κάποιον να μοιραστείς την αγάπη σου και να είσαι άστεγος’’ είχε πει η γιαγιά του. Αναρίγησε σε αυτή την σκέψη καθώς είχε πολύ καιρό να την σκεφτεί.  Αυτή την φορά δεν έφταιγε εκείνος με την τρελή διαίσθησή του αλλά μία άστεγη που είχε στήσει ένα μικρό τραπεζάκι  που διπλώνει, δίπλα σε ένα φανάρι. Πάνω του είχε απλώσει κάποια πράγματα που πούλαγε  τα οποία πιθανώς να είχε βρει κάπου πεταμένα. Με μια γρήγορη ερευνητική ματιά μπορούσε να διακρίνει κάποια πλεκτά υφάσματα και κοσμήματα. Τώρα περπάταγε ακριβώς διπλά από το τραπέζι .

«Κύριε, αν βλέπετε κάτι που σας αρέσει αγοράστε το και κάντε το δώρο στο αγαπημένο σας πρόσωπο» του είπε με καλοσύνη η μεσήλικη άστεγη χαμογελώντας του, δείχνοντας  τα ταλαιπωρημένα δόντια της.

«Όχι… ευχαριστώ» είπε εκείνος με κάπως ψυχρό τόνο. Δεν έχω και σε ποιον να το δωρίσω σκέφτηκε.

«Είστε σίγουρος πως δεν ενδιαφέρεστε; Ίσως αυτό εδώ να σας αρέσει» ξανάπε με το ίδιο ύφος όμως ο Τζέιμς κούνησε αρνητικά το χέρι του προσπερνώντας την δίχως να κοιτάξει τι του πρότεινε.

«Είσαι σίγουρος Τζέιμς;» ρώτησε.

Όμως αυτή την φορά δεν του μίλησε η ίδια φωνή, η χροιά της τώρα ήταν διαφορετική. Σταμάτησε. Φοβόταν να γυρίσει να κοιτάξει. Ένα αμάξι στάθμευσε στο πλάι του πεζοδρομίου επιτρέποντάς του να κοιτάξει την παράξενη γυναίκα μέσω της αντανάκλασης του τζαμιού. Το αίμα του πάγωσε μόλις αντίκρισε τα ίδια παγερά γαλανά μάτια και το κάτασπρο χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της. Δεν ήταν πλέον η άστεγη αλλά μία σκιά που τον κυνήγησε από το παρελθόν και στοίχειωνε κάθε μέρα της ύπαρξής του.

Δεν γύρισε πίσω να την κοιτάξει κατάματα γιατί ήξερε ότι αυτό που κρατούσε -αυτό που του πρότεινε να αγοράσει- δεν θα του άρεσε καθόλου. Ενστικτωδώς άγγιξε τον λαιμό του με το αριστερό του χέρι και σαν να έπαιρνε δύναμη από κάποιο ανύπαρκτο φυλακτό που φορούσε, άρχισε να περπατά με γρήγορα βήματα κατευθυνόμενος προς το σπίτι του.

Με τρεμάμενα χέρια, ξεκλείδωσε με μεγάλη προσπάθεια την πόρτα του διαμερίσματός του. Μόλις κατάφερε να μπει μέσα και να την ξεκλειδώσει ένιωσε μία στιγμιαία ανακούφιση η οποία ήξερε ότι δεν θα κρατούσε για πολύ. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά έπρεπε να δράσει γρήγορα, κάτι που το γερασμένο σώμα του δεν το επέτρεπε. Πως μπορεί να ήμουν τόσο τυφλός; Ήξερα ότι αυτή η στιγμή θα ερχόταν. Να πάρει το ήξερα! σκέφτηκε με πίκρα ξέροντας ότι θα αποτύχει.

Κατευθύνθηκε προς την πολυθρόνα του σαλονιού και με μαχαίρι ξεκοίλιασε την πλάτη της αφήνοντας τα βαμβακένια σωθικά της να χύνονται στο πάτωμα. Ήξερε πως αν πρόκειται να κρύψεις κάτι μέσα σε ένα έπιπλο καλύτερα να το κρύψεις στην πλάτη του καθώς υπήρχαν μεγαλύτερες ελπίδες αυτό που θα έκρυβες να έμενε απαρατήρητο καθώς το πρώτο μέρος που θα έψαχναν θα ήταν ο πάτος της.

Μετά από λίγο ψάξιμο, βγάζοντας ακόμα περισσότερη ‘’γέμιση’’  της πολυθρόνας, βρήκε ένα μικρό επίπεδο ξύλινο κουτάκι  ικανό να χωρέσει ένα μικρό κόσμημα. Μόλις κράτησε γερά το κουτάκι στο ένα του χέρι, αναποδογύρισε το τραπεζάκι που κοσμούσε το σαλόνι. Με έναν ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο είχε κρύψει στην μέσα μεριά σε ένα από τα τέσσερα πόδια του, το κλειδάκι που άνοιγε το κουτί. Το ξεκόλλησε και το έπιασε στα χέρια του.

Με αργές και λεπτεπίλεπτες κινήσεις ξεκλείδωσε το μικρό κουτί. Η διαδικασία αυτή έπρεπε να γίνει πολύ προσεκτικά διότι το φαινομενικά απλό και ξύλινο κουτί έκρυβε μία μεγάλη παγίδα, διότι δεν ήταν ξύλινο αλλά ήταν κατασκευασμένο από ένα γερό κράμα μετάλλων. Εάν ήσουν βιαστικός θα έσπαγες το πολύ λεπτό κλειδάκι και θα κόλλαγε στην κλειδαρότρυπα. Έτσι θα ενεργοποιούταν ένας μηχανισμός ο οποίος θα κλείδωνε εσωτερικά το κουτάκι και θα ήταν σχεδόν αδύνατο να ανοιχτεί χωρίς να καταστραφεί το περιεχόμενο του.

Μόλις το άνοιξε η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά τραντάζοντας κάθε ίνα της ύπαρξής του. Στο εσωτερικό του βρισκόταν ένα πολύ παλιό χρυσό μενταγιόν στο σχήμα μιας ημισελήνου. Οι κρατήρες της ημισελήνου είχαν σχηματιστεί με περίτεχνα κόκκινα πετράδια. Η ομορφιά αυτό του κοσμήματος ήταν ανεκτίμητη όπως και η αξία του, όχι όμως η χρηματική αλλά η σημασία του που έχει για αυτόν τον κόσμο. Ο συλλογισμός του κόπηκε απότομα όταν άκουσε την πόρτα να ξεκλειδώνει και να χτυπά με δύναμη στον τοίχο.

«Νομίζω πως έχεις κάτι δικό μου» ακούστηκε η φωνή από το χολ.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

 

Τρόμου: Το Δάσος Των Βρικολάκων.


Υπάρχει ένα δάσος, κάπου στην Αγγλία, για το οποίο λένε πως υπάρχει ένας μύθος!! Ο μύθος λέει ότι κάθε βράδυ, και ειδικά όταν έχει πανσέληνο, συμβαίνουν πολλά και μυστήρια πράγματα εκεί!!

Λίγο πιο έξω από το δάσος, υπάρχει ένα χωριό!! Οι κάτοικοι του χωριού έλεγαν συνήθως τον μύθο στους τουρίστες για να τους τρομάξουν, αλλά ποιος ήξερε ότι ο μύθος ήταν αληθινός; Όλα άρχισαν κάπως έτσι!! Ένα νεαρό ζευγάρι, κατηφόριζε προς εκείνο το χωριό! Ρώτησαν αν άξιζε να εξερευνήσουν το δάσος! Οι κάτοικοι, για να τους τρομάξουν, τους είπαν τον μύθο! Όμως το ζευγάρι το κατάλαβαν και άρχισαν να πηγαίνουν προς το δάσος!! Ξέχασα να αναφέρω πως εκείνη την νύχτα είχε πανσέληνο!!!

Στην αρχή σκέφτονταν τον μύθο, αλλά πίστεψαν πως ήταν ψέματα! Κάποια στιγμή, είδαν κάτι να κινείται γρήγορα ανάμεσα στα δέντρα!!! Σκέφτηκαν πως ίσως ήταν της φαντασίας τους και κάθισαν στο γρασίδι! Μετά από ένα 10λεπτο απόλυτης ησυχίας, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος πίσω από κάτι θάμνους!! Το αγόρι είπε πως πάει να δει αν ήταν κάποιος εκεί! Το κορίτσι έμεινε μόνο του!!

Το αγόρι αργούσε να έρθει και η κοπέλα άρχισε να φοβάται!!! Άρχισε να ψάχνει το αγόρι της όταν σκόνταψε πάνω σε κάτι μεγάλο! Άνοιξε τον φακό του κινητού της και είδε το σώμα του φίλου της ακρωτηριασμένο! Ξαφνικά, άρχισε να ακούει από πίσω της βήματα!! Γύρισε τον φακό της προς τα εκεί και είδε έναν άντρα ψηλό να παίζει με το κεφάλι του φίλου της!! Την κοίταξε και της είπε «Είσαι τυχερή που δεν σε σκότωσα, γιατί ο σταυρός που φοράς σε έσωσε!». Η κοπέλα ταραγμένη άρχισε να τρέχει για να φύγει! Μετά από αυτό το σοκ δεν ξαναμίλησε!

=============================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

=============================

Τρόμου: Η Πόλη Των Ζόμπι.


Κάποτε, πολύ παλιά, υπήρχε μια πόλη. Στην πόλη αυτή, αρκετοί πολίτες έπασχαν από μία σοβαρή ασθένεια, η οποία ήταν κολλητική! Μέσα σε 1 χρόνο είχαν πεθάνει τουλάχιστον 500 άνθρωποι!

Πήγαν και τους έθαψαν σε ένα νεκροταφείο, για το οποίο υπάρχει ένας μύθος! Ο μύθος έλεγε ότι ο Διάβολος το είχε καταραστεί, γιατί όλοι οι πολίτες είχαν κάψει καθετί που είχε σχέση με αυτόν, και έτσι αυτός ξύπνησε τους νεκρούς για να δώσει ένα μάθημα στους πολίτες!

Τέλος πάντων, οι κάτοικοι που ήταν εκεί, δεν πίστευαν στον μύθο και τους έθαψαν εκεί! Για αρκετό καιρό, η ζωή των κατοίκων κυλούσε κανονικά, μέχρι που μια μέρα είδαν στον δρόμο να περπατάει ένας άντρας, ο οποίος είχε έναν πολύ αλλόκοτο βηματισμό και είχε μια άσχημη μυρωδιά!!! Όταν τον είδαν ήταν νύχτα!!! Οι κάτοικοι φυσικά, τον πέρασαν για κάποιον περαστικό και πήγαν στα σπίτια τους!

Την επόμενη μέρα το πρωί, είδαν ένα περιπολικό και 2 νεκροφόρες έξω από ένα σπίτι! Ένας κάτοικος, ο Λουκάς, που πίστευε στον μύθο, πήγε εκεί και είπε στους αστυνομικούς ότι εκείνος ο περίεργος τύπος που είδαν χθες, ήταν ο αδερφός της κοπέλας που έμενε εκεί! Οι αστυνόμοι, όπως ήταν φυσικό άρχισαν να γελάνε μαζί του, όμως ο Λουκάς τους είπε ότι μπορούσε να τους το αποδείξει!

Πήγαν στο νεκροταφείο και είδαν τον τάφο αυτού του άνδρα ανοιχτό! Οι αστυνομικοί κατάλαβαν πως ο Λουκάς είχε δίκιο! Ακριβώς εκείνη την στιγμή, είπαν στους πολίτες να φύγουν από εκεί όσο πιο γρήγορα μπορούσαν! Κανείς όμως δεν τους άκουσε! Την επόμενη μέρα, στην πόλη επικρατούσε πολύ ησυχία!!! Ο Λουκάς και οι αστυνομικοί βγήκαν να δουν τι συνέβη και αντί να δουν πολίτες είδαν τους ανθρώπους που είχαν θάψει! Πήγαν να φύγουν αλλά δεν πρόλαβαν γιατί ο θάνατος βρισκόταν ακριβώς μπροστά τους!!! Από τότε αυτή η πόλη έχει ονομαστεί «Η πόλη των Ζόμπι».

===========================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

===========================

Τρόμου: Όνειρα


Έχω πάψει να κοιμάμαι γαλήνια εδώ και πολλά χρόνια. Ο ύπνος, ο οποίος για τους περισσότερους ανθρώπους είναι μία κατάσταση κατά την οποία χαλαρώνουν σωματικά και πνευματικά, για εμένα είναι ο τρόπος του κόσμου να μου πει ότι υπάρχουν φριχτά πλάσματα μέσα του. Ότι η ιστορίες για τέρατα και δαίμονες δεν είναι απλά ιστορίες.

Όταν ήμουν σε ηλικία περίπου εννιά ετών, είχα τον πρώτο μου εφιάλτη. Ή τουλάχιστον τον πρώτο που τον θυμόμουν για πολλές μέρες αφότου ξύπνησα. Ακόμα θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τα όσα συνέβησαν μέσα σε εκείνο το καταραμένο όνειρο. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από το κρεβάτι και είδα μία σκιά να εξαφανίζεται πίσω από την πόρτα του δωματίου μου και να κατευθύνεται προς τον διάδρομο, που οδηγούσε στο σαλόνι. Άρχισα να περπατάω προς την ίδια κατεύθυνση, με οδηγό την περιέργεια μου να ανακαλύψω τον κάτοχο της. Καθώς προχωρούσα και πλησίαζα όλο και περισσότερο στο τέλος του διαδρόμου, μπόρεσα να διακρίνω μία γαλανωπή λάμψη, που διαπερνούσε  το πηχτό σκοτάδι, όπου είχε καταλάβει για κάποιο περίεργο λόγο όλο το σπίτι. Φτάνοντας στο σαλόνι, άνοιξα ορθάνοιχτα τα μάτια μου, βλέποντας ότι η λάμψη ερχόταν από μία γυναικεία φιγούρα.

Ήταν μετρίου αναστήματος, με μακριά μελαχρινά μαλλιά και καλοφτιαγμένο σώμα. Φορούσε ένα μακρύ, γκρίζο φόρεμα που άφηνε ακάλυπτους τους ώμους και κατέληγε στα ξυπόλητα πόδια της. Όταν γύρισε προς το μέρος μου με κοίταξε κατάματα αφήνοντας με να δω με κάθε λεπτομέρεια τα πανέμορφα γαλάζια μάτια της και το υπόλοιπο πρόσωπο της. Γονάτισε μπροστά μου ώστε τα βλέμματα μας να βρίσκονται στο ίδιο ύψος και με χάιδεψε απαλά στο μάγουλο, κάνοντας με να χαμογελάσω και εκείνη μου ανταπέδωσε το χαμόγελο. Για λίγο όλα πήγαιναν καλά και εγώ είχα αρχίσει να αισθάνομαι πολύ οικία απέναντι στην γαλανομάτα γυναίκα, τότε όμως πρόσεξα ότι σε μία γωνία του ταβανιού είχε ξεκινήσει να σχηματίζετε μια άλλη, σκοτεινή φιγούρα. Στην αρχή έμοιαζε με άντρα που κρεμόταν από το ταβάνι, καθώς όμως αποκτούσε σχήμα κατάλαβα ότι αυτό που έβλεπα δεν ήταν σε καμία περίπτωση η φιγούρα ενός ανθρώπου. Τα αυτιά του γίνονταν όλο και πιο μυτερά, το ίδιο και τα νύχια του, ενώ παράλληλα στην πλάτη του είχαν αρχίσει να εμφανίζονται δύο πελώριες, κατάμαυρες φτερούγες σαν της νυχτερίδας. Όταν πήρε την τελική του μορφή, το μόνο ανθρώπινο πάνω του ήταν τα μάτια του, τα οποία έμοιαζαν με αυτά της γυναίκας, μόνο που είχαν μία πιο σκοτεινή απόχρωση του γαλάζιου, που τα έκανε να φαίνονται σχεδόν γκρίζα. Το πλάσμα μου χάρισε ένα απόκοσμο χαμόγελο, γεμάτο από κοφτερά δόντια που χωρούσαν ίσα ίσα στο στόμα του. Έπειτα με ένα από τα τεράστια νύχια του ξεκίνησε να χαράζει γράμματα στον τοίχο, ώσπου σχηματίστηκε η λέξη «σύντομα». Τότε στράφηκα ξανά προς την γυναίκα και με φρίκη ανακάλυψα ότι είχε πάρει το ίδιο φρικαλέο χαμόγελο με το τερατώδες πλάσμα.

Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα και έτρεξα στους γονείς μου, έχοντας ακόμα στο μυαλό μου την εικόνα του πλάσματος, που κρεμόταν από το ταβάνι και το χαμόγελο που είχαν στα χείλη εκείνο και η γυναίκα. Τουλάχιστον όμως είχα, μέχρι εκείνη την στιγμή, την αίσθηση ότι ήταν απλώς ένα όνειρο, κάτι το οποίο έπαψα να πιστεύω μόλις βρήκα τους γονείς μου να παίρνουν το πρωινό στο σαλόνι .

Καθώς είχε μόλις αρχίσει να ξημερώνει, οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν το τζάμι του παραθύρου φωτίζοντας το δωμάτιο από άκρη σε άκρη. Μια από αυτές έπεσε πάνω στο τοίχο όπου βρισκόταν πίσω από τους γονείς που έπιναν τον καφέ τους καθισμένοι στον καναπέ. Στο ίδιο σημείο που στο όνειρο μου το πλάσμα χάραξε τον τοίχο, τώρα υπήρχε μια μουτζούρα που έμοιαζε να είχε προκληθεί από την υγρασία ή από καπνό. Την στιγμή εκείνη παρέλυσα από τον φόβο. Όταν το είπα στον πατέρα και στην μητέρα μου, μου είπαν πως επρόκειτο για απλή σύμπτωση και προσπάθησαν να ρίξουν το φταίξιμο για την μουτζούρα στην βροχή που έπεσε τα ξημερώματα, και όπως είπαν έφερε πολύ υγρασία η οποία προκάλεσε φθορές σε όλους τους τοίχους του σπιτιού. Εγώ ωστόσο δεν βρήκα σημάδια σε κανέναν άλλο τοίχο.

Από εκείνη την μέρα έβλεπα σχεδόν κάθε νύχτα παραλλαγές εκείνου του εφιάλτη. Όλες όμως είχαν ένα κοινό: Πρώτα εμφανιζόταν η γαλανομάτα γυναίκα και έπειτα αυτό το πλάσμα με τα φτερά νυχτερίδας. Όταν έκλεισα πια έναν χρόνο από τότε που άρχισα να βλέπω τα όνειρα και αφού οι γονείς αποφάσισαν ότι έπρεπε να με βοηθήσουν με κάποιο τρόπο, με έστειλαν σε ψυχολόγο. Ο κύριος που με ανέλαβε ήξερε τι έκανε και μετά από εννιά δίωρες συνεδρίες  έπαψα να βλέπω εφιάλτες. Δυστυχώς όμως επέστρεψαν όταν είχα πια γίνει ενήλικας και αυτή την φορά πολύ πιο έντονοι και ζωντανοί , από ότι πριν την ψυχανάλυση , κρατώντας  πάντα τη γνωστή σειρά εμφάνισης της γυναίκας και του πλάσματος.

Πριν λίγες μέρες το πλάσμα ξανά  χάραξε ένα μήνυμα στο τοίχο, που όμως τώρα έγραφε «ερχόμαστε». Εχθές όταν γυρνούσα σπίτι, είδα σε ένα παγκάκι να κάθεται μία γυναίκα με ρούχα ίδια με εκείνης των ονείρων μου. Όταν με κοίταξε, κατάλαβα ότι ήταν ακριβώς η ίδια. Για λίγο έμεινα ακίνητος, μην ξέροντας τι να κάνω, και στη συνέχεια άρχισα να προχωράω με γρήγορο βηματισμό μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου κοιτώντας κάθε τόσο πίσω μου. Την νύχτα δεν είδα όνειρο, δεν μπόρεσα όμως να κοιμηθώ γιατί ακόμα προσπαθούσα να καταλάβω αν έζησα πραγματικά της τελευταίες ώρες. Μέσω των σκέψεων μου κατέληξα ότι πράγματι τις έζησα και αν πράγματι το έζησα τότε πράματι είδα την γαλανομάτα γυναίκα και τότε…

Σταμάτησα να σκέφτομαι εκείνη την στιγμή, καθώς κατάλαβα ότι αυτό σημαίνει πως σύντομα θα συναντούσα και τον δεύτερο «ήρωα» των ονείρων, αφού πάντα κάνει την εμφάνιση του μετά την γυναίκα. Μην γνωρίζοντας λοιπόν τι έπρεπε να κάνω , για να αποφύγω την μοιραία συνάντηση, αποφάσισα να αποδεχτώ το ότι θα συμβεί και απλός να την περιμένω. Αποφάσισα ωστόσο για κάθε ενδεχόμενο να καταγράψω την ιστορία μου ώστε ο κόσμος να την μάθει, αν δεν μπορέσω  να την πω ο ίδιος.

 Και έτσι κατέληξα να γράφω μόνος, κλεισμένος στο δωμάτιο μου, στις πέντε τα ξημερώματα, μία ιστορία που ίσως απλώς να την φαντάστηκα, για όνειρα που δεν ήταν απλώς όνειρα. Αν απλά είχα παραισθήσεις τότε αυτή την στιγμή φαντάζομαι τους ήχους που έρχονται από τις σκάλες. Φαντάζομαι τα βήματα που ακούγονται έξω από την πόρτα μου. Φαντάζομαι το τρίξιμο της πόρτας που ανοίγει. Φαντάζομαι την καυτή ανάσα που νιώθω στο σβέρκο μου.

Αν όμως δεν τα φαντάζομαι , τότε απλά δεν θέλω να κοιτάξω πίσω μου….

=========================================

Ευχαριστούμε τον Greek Writer για την ιστορία του.

=========================================

Τρόμου: Η Μικρή Μαρία.


Ήταν κάποτε ένα κορίτσι που το έλεγαν Μαρία. Η Μαρία από τότε που γεννήθηκε, είχε μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια και οι γονείς της αλλά και οι γιατροί, δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν αυτό!

Η Μαρία έφτασε 5 χρόνων! Μια μέρα, οι γονείς της την πέτυχαν μέσα στο δωμάτιο της να μιλάει στον τοίχο σε μία άλλη γλώσσα! Οι γονείς της τρόμαξαν και γι’αυτό την πήγαν σε ψυχολόγο! Η Μαρία δεν μιλούσε όμως! Την πήγαν άλλες τρεις φορές, αλλά και πάλι τίποτα!

Τέλος πάντων, για λίγο καιρό, η Μαρία δεν έκανε τίποτα ώσπου έφτασε 7 χρόνων. Οι γονείς της, την είδαν να κάθετε μπροστά στον ολόσωμο καθρέπτη του δωματίου της! Είχε αναμμένα κεριά και μια μεγάλη πεντάλφα ζωγραφισμένη στο πάτωμα! Η Μαρία έψελνε κάτι, αλλά το έλεγε χαμηλόφωνα και δεν καταλάβαιναν τίποτα.

Το είδωλο της στον καθρέπτη άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει! Αντί για την Μαρία, εμφανίστηκε στον καθρέπτη ένα κορίτσι με μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια και μαύρα ρούχα. Η Μαρία μιλούσε σε αυτήν, αλλά σε άλλη γλώσσα! Οι γονείς της ήταν τόσο τρομαγμένοι, γιατί δεν ήξεραν τι είχε η κόρη τους!

Εκείνο το βράδυ, άρχισαν να ακούγονται βήματα και παράξενοι θόρυβοι μέσα στο σπίτι! Σηκώθηκαν και οι δύο γονείς για να δουν αν ήταν κάποιος μέσα στο σπίτι τους! Όμως είδαν την Μαρία να περπατάει μέσα στο σπίτι και να ψέλνει έναν ύμνο που δεν τον καταλάβαιναν! Όταν σταμάτησε τον ύμνο, τα πάντα άρχισαν να κουνιούνται στο σπίτι, σαν να γίνεται σεισμός!

Η Μαρία έβγαλε μια δυνατή κραυγή και έπεσε κάτω νεκρή! Οι γονείς της την έθαψαν στον κήπο του σπιτιού τους και έφυγαν από εκεί θρηνώντας για την κόρη τους! Λένε ότι αν πας σε εκείνο το σπίτι, θα ακούσεις τον ύμνο και θα δεις ένα κορίτσι με μαύρα μαλλιά, μαύρα ρούχα και μαύρα μάτια να περπατάει μέσα στο σπίτι!

================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

================================

Τρόμου: Ήταν Όνειρο, Ή Μήπως Όχι;


Ένα βράδυ, έβλεπα ένα όνειρο! Έβλεπα πως ήμουν μέσα σε ένα δωμάτιο με πάρα πολλούς καθρέπτες και δεν υπήρχε έξοδος! Έτσι όπως περπατάω μέσα στο δωμάτιο, ακούω ένα γέλιο από πίσω μου! Ένα αντρικό γέλιο! Γυρνάω πίσω μου και βλέπω έναν ξανθό άντρα με πράσινα μάτια και μαύρα ρούχα! Μου είπε «Χαίρομαι που βρίσκεσαι εδώ!».

Ξύπνησα απότομα! Πήγα στην κουζίνα να πιώ λίγο νερό για να ηρεμήσω! Ξαφνικά ακούω έναν παράξενο θόρυβο από το σαλόνι! Με τρεμάμενο και αργό βήμα κατευθύνθηκα εκεί… Ο θόρυβος ακουγόταν όλο και πιο πολύ! Δεν μπορούσα να καταλάβω από τι ερχόταν ο θόρυβος! Ήθελα να φωνάξω, όμως δεν το έκανα από τον φόβο μου!

Μπαίνω στο σαλόνι και ο θόρυβος σταματάει! Πίστευα πως παράκουσα. Εκείνη την στιγμή όμως, άκουσα έναν ψίθυρο! Έλεγε μια λέξη συνεχόμενα! Αφουγκράστηκα και κατάλαβα τι ακριβώς έλεγε! «Λούσιφερ». Τα έκανα πάνω μου! Πήρα τον φακό από το δωμάτιο μου για να δω αν υπήρχε κάποιος ή κάτι μέσα στο σαλόνι! Δεν άνοιγε! Τον άφησα πάνω στον καθρέπτη του χωλ.

Με το που ακούμπησα τον φακό πάνω στον καθρέπτη, ανάβει το φως του μπάνιου! Από μέσα ακούστηκε άλλος ένας θόρυβος, σαν να σπάει γυαλί! Πήγα στο μπάνιο και είδα τον καθρέπτη σπασμένο! Η πόρτα του μπάνιου ακριβώς εκείνη την στιγμή έκλεισε και εγώ κλειδώθηκα μέσα! Δεν ήξερα τι να κάνω!

Τότε, ακούω έξω από την πόρτα μια φωνή που έλεγε «Άνοιξε μου να μπω!!». Η φωνή έμοιαζε με της μαμάς μου! Η πόρτα άνοιξε και εγώ βγήκα γρήγορα έξω! Δεν είδα πουθενά την μαμά μου! Την είδα στην κρεβατοκάμαρα να κοιμάται! Τότε, αισθάνθηκα να με χτυπάει κάποιος με δύναμη συνέχεια και λιποθύμησα!

Το πρωί ξύπνησα στο κρεβάτι μου! Μου φάνηκε αρκετά παράξενο! Πήγα στο μπάνιο για να δω αν ήταν όντως σπασμένος ο καθρέπτης, όμως δεν ήταν! Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη και είδα πως παντού είχα μώλωπες και πληγές! Τελικά αυτό που έγινε το βράδυ ήταν όνειρο; Ή μήπως όχι;

=====================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας για την ιστορία της.

=====================

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 1.015 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: