Category Archives: Τρόμου

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 3ο.


Όσο μιλούσε ο Ανδρέας εγώ είχα γίνει κατάχλομος. «γιατί σε εμένα;», «γιατί να βρεθώ εγώ σε τέτοια κατάσταση;». Αυτά σκεφτόμουν όσο ο Ανδρέας συνέχιζε να μιλάει για τον Γιάννη και όσα του είχε ομολογήσει, όμως είχα ακούσει αρκετά το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και το κεφάλι μου είχε αρχίσει να πονά αφόρητα. Κάποια στιγμή ο Ανδρέας βλέποντας τον πανικό που άρχιζε να με καταβάλει, σταμάτησε την αφήγηση του και με κοίταξε στα μάτια.

Α- είσαι καλά; φαίνεσαι κατάχλομος , θα πάω να σου φέρω λίγο νερό.

Ε- ναι

πήγε λοιπόν στο ψυγείο του μαγαζιού αγόρασε ένα μπουκάλι με νερό και μου το έφερε. Το άδειασα σχεδόν αμέσως. Περιμέναμε λίγο μέχρι να συνέλθω και μόλις φάνηκα να συνέρχομαι, αυτός συνέχισε.

Α- σε μια άλλη συζήτηση που είχα με το Γιάννη, μου είπε πως πίστευε ότι η κούκλα ήταν πράγματι υπαρκτή και ότι μέσα της ήταν παγιδευμένη η ψυχή του αδικοχαμένου συζύγου. Την τελευταία φορά που τον είδα του ζήτησα να φύγει από εκείνο το μέρος όσο ακόμα προλαβαίνει γιατί τα πράγματα δεν φαινόντουσαν καθόλου καλά. Αυτός όμως παρά τις παρακλήσεις μου δεν άκουσε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να λάβει απαντήσεις σχετικά με τον άνδρα, τη γυναίκα, την κούκλα. Είχε αποφασίσει να πάει στη γριά και να πάρει από αυτήν, με τη βία, το κλειδί του δωματίου μέσα στο οποίο πίστευε ότι θα έβρισκε την μαύρη κούκλα. Δεν στάθηκα ικανός να τον μεταπείσω, αν απλώς τα παρατούσε όλα και έφευγε εκείνη τη μέρα από εκεί…

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα. Το τι του συνέβη μετά δεν το ξέρω.

Μόλις σταμάτησε να μιλά με κοίταξε κατάματα με ένα ύφος σοβαρό και συνάμα ανήσυχο που δεν μου είχε ξαναδείξει ως τότε.

Α- άκουσε με και φύγε από το διαμέρισμα , φύγε σήμερα και ξέχνα τα όλα, ξέχνα τη γριά, ξέχνα τον μακαρίτη, ξέχνα την κούκλα, αυτοί έχουν βρει τη μοίρα τους, άκουσε με και φύγε από εκεί όσο προλαβαίνεις.

Εγώ έγνεψα καταφατικά.

Επέστρεψα λοιπόν γύρω στις μια το βράδυ στο διαμέρισμα, μάζεψα τα λίγα υπάρχοντα μου και ήμουν έτοιμος να φύγω εκείνη τη στιγμή. Προτού φύγω όμως έπρεπε να ανοίξω εκείνη την πόρτα, ΕΠΡΕΠΕ να δω τι βρισκόταν πραγματικά εκεί μέσα, δεν είχα το κλειδί, όμως ίσως η γριά να την είχε ξεχάσει ανοικτή, ίσως να την έβρισκα ξεκλείδωτη, ίσως…

αισθανόμουν μια ακαταμάχητη έλξη προς την πόρτα, έτσι πλησίασα κι έστριψα αργά και με βαριές ανάσες το πόμολο και η πόρτα άνοιξε μπρος τα έκπληκτα μάτια μου. Δεν το πίστευα, η πόρτα ήταν ανοικτή.

Μέσα στο δωμάτιο έλπιζα ότι θα έβρισκα τα πράγματα που θα αντίκριζε κανείς σε μια παλιά αποθήκη, εργαλεία, καρφιά, υλικά και διάφορα τέτοια πράγματα. Δυστυχώς για εμένα η ελπίδες μου δεν πραγματοποιηθήκαν, μέσα στο δωμάτιο το οποίο φαινόταν υπερβολικά καθαρό για μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη υπήρχαν παντού πεταμένα γυναικεία ρούχα, φούστες παντελόνια τζιν ζακέτες και ένα σορό άλλα είδη ενδυμασίας που θα μου έπαιρνε όλη τη σελίδα για να τα απαριθμήσω και στη μέση του δωματίου υπήρχε ΑΥΤΗ η κούκλα καθισμένη σε μια καρέκλα. Ήταν ακριβώς όπως την είχα δει στο όνειρο μου, είχε το πρόσωπο της στραμμένο προς την είσοδο του δωματίου όπου βρισκόμουν εγώ και το ένα χέρι της ήταν όρθιο σαν να με χαιρετούσε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι μετά από αυτή τη σκηνή της φρίκης είναι εμένα να τρέχω έξω από το διαμέρισμα ουρλιάζοντας μέχρι να φτάσω τελικά σε ένα πολυσύχναστο δρόμο όπου και λιποθύμησα.

Ξύπνησα την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. Μου πείρε αρκετές ημέρες για να συνέλθω από όσα είδα και βίωσα στο διαμέρισμα εκείνο αλλά και από όσα άκουσα από τον Ανδρέα. Όταν τελικά έχοντας βρει ένα νέο διαμέρισμα για να μείνω αποφάσισα να επιστρέψω στο πανεπιστήμιο και να συνεχίσω να παρακολουθώ τα μαθήματα, διαπίστωσα πως ο Ανδρέας είχε γίνει άφαντος. Δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά και όποτε καλούσα το νούμερο ακουγόταν μήνυμα που έλεγε ότι το νούμερο αυτό δεν αντιστοιχούσε σε κανένα συνδρομητή. Στην προσπάθεια μου να μάθω τι απέγινε ο φίλος μου, μίλησα με φοιτητές του τρίτου εξαμήνου στο οποίο και μου είχε πει ότι βρισκόταν ο Ανδρέας, όμως κανείς δεν έδειχνε να τον ήξερε. Τότε ήταν που με χτύπησε σαν κεραυνός εκείνη η σκέψη η μάλλον διαπίστωση που έμελλε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη ευαίσθητη ψυχολογική μου κατάσταση. Θυμήθηκα ότι όσο ανάρρωνα στο νοσοκομείο είχα την ευκαιρία να συζητήσω με μια νοσοκόμα και ένα γιατρό οι οποίοι τύχαινε να γνώριζαν από παλιά τη γριά Μαργαρίτα και τον μακαρίτη άνδρα της. Αυτό που θυμήθηκα από τις συζητήσεις μας ήταν ότι τον άνδρα της τον λέγαν Ανδρέα.


Με μια μικρή καθυστέρηση ανέβηκε το 3ο και τελευταίο μέρος της ιστορίας.

Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 2ο.


Στο πανεπιστήμιο γνώρισα ένα νεαρό λίγο μεγαλύτερο από εμένα ο οποίος επίσης φοιτούσε στο φυσικό τμήμα, τον έλεγαν Ανδρέα και ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος μου. Εκείνη την στιγμή διένυε το τρίτο εξάμηνο των σπουδών του ενώ εγώ βρισκόμουν στο πρώτο, όμως αυτή η μικρή διαφορά δεν μας εμπόδισε από το να κάνουμε παρέα. Έτσι μόλις τελείωσαν οι διαλέξεις για την ημέρα πήγαμε μαζί μια βόλτα στην περιοχή. Ο Ανδρέας ήταν ντόπιος και προθυμοποιήθηκε να μου δείξει τα κατατόπια, εγώ από την άλλη θέλοντας να μείνω στο διαμέρισμα όσο το δυνατόν λιγότερο δέχτηκα την πρόταση.

Είχε πάει δέκα το βράδυ όταν εγώ και ο νέος μου φίλος βρισκόμασταν σε μια δημοφιλή καφετερία λίγα χιλιόμετρα μακριά από το πανεπιστήμιο, ξεκουραζόμασταν καθώς περπατήσαμε πάνω από τρεις ώρες. Κάπου εκεί στη συζήτηση ο φίλος μου με ρώτησε αν είχα ενοικιάσει κάποιο διαμέρισμα.

Α- βρήκες διαμέρισμα;

Ε- ναι, μου πείρε λίγες ημέρες όμως τελικά μου το νοίκιασε μια γιαγιά σε πολύ καλή τιμή.

Α- είναι όμως σε καλή κατάσταση το σπίτι; να προσέχεις αυτές τις «χαμηλές» τιμές γιατί μπορούν να κρύβουν παγίδες. Έλεγξες μήπως έχει κάποιο θέμα το διαμέρισμα;

Ε- το έλεγξα και είναι σε αρκετά καλή κατάσταση, όσον αφορά αυτό το ζήτημα είμαι ικανοποιημένος και είναι και κοντά στο πανεπιστήμιο λιγότερο από τριάντα λεπτά με τα πόδια όμως …

Α- τι;

Ε- αισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά από την στιγμή που πάτησα εκεί.

Α-τι δεν πάει καλά; βρήκες τίποτα κατσαρίδες ή μήπως κανένα σπασμένο σωλήνα;

Ε- πρώτα από όλα υπάρχει μέσα στο διαμέρισμα ένα δωμάτιο το οποίο είναι κλειδωμένο και τα κλειδιά τα έχει μόνο η γιαγιά, εκτός από αυτό τα δυο βράδια που κοιμήθηκα εκεί είδα τρομερά όνειρα με αποτέλεσμα να έχω πολύ ανήσυχο ύπνο. Υπάρχει μια πολύ σκοτεινή αύρα στο μέρος την οποία αρχίζω όλο και περισσότερο να αντιλαμβάνομαι.

-Τώρα τα μάτια του Ανδρέα είχαν γίνει ορθάνοικτα με τον τρόμο να αντικατοπτρίζεται πάνω τους.-

Α- τη γριά μήπως τη λένε Μαργαρίτα;

Ε- ναι πως το ξέρεις;

Α- μήπως στα όνειρα σου πρόσεξες μια μαύρη κούκλα; ξέρεις, σαν αυτές που έχουν στις βιτρίνες των μαγαζιών.

-άνοιξα το στόμα μου να απαντήσω, όμως η φρίκη που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο μου έδωσε από μόνη της την απάντηση –

Ε- την είδα που να πάρει ο διάβολος όμως εσύ πως τα ξέρεις αυτά; τι συμβαίνει;

– ο φίλος μου τώρα φαινόταν τρομοκρατημένος όμως προσπαθούσε να κρύψει αυτό το συναίσθημα οπότε μετά από μερικά δευτερόλεπτα ησυχίας και με μια φωνή που προσπαθήσει να περάσει για ήρεμη, μου απάντησε-

Α- μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε από εκείνο το μέρος όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αν μπορείς καν’ το και σήμερα, όσο μένεις εκεί θα κινδυνεύει η ζωή σου.

Ε- γιατί το λες αυτό; σε παρακαλώ πες μου ότι γνωρίζεις, γιατί κινδυνεύει η ζωή μου και τι είναι αυτή η κούκλα;

Α- πέρυσι, είχα γνωρίσει ένα νεαρό που τον λέγανε Γιάννη, ήταν και αυτός δεκαοκτώ ετών και είχε έρθει από ένα χωρίο μερικές ώρες μακριά, για να σπουδάσει ιατρική. Τον γνώρισα κατά τύχη, το πως ακριβώς δεν έχει και πολύ σημασία τώρα, ήταν καλό παιδί όμως είχε το ίδιο πρόβλημα με εσένα, είχε πολύ λίγα χρήματα, οι γονείς του ήταν φτωχοί και τα χρήματα που του είχανε δώσει δεν θα αρκούσαν για πολύ, οπότε έπρεπε να βρει ένα διαμέρισμα με πολύ φτηνό ενοίκιο και μάλιστα γρήγορα, δυστυχώς είχε αργήσει να έρθει στην πόλη και έτσι δεν υπήρχαν διαθέσιμα διαμερίσματα ούτε από την εστία του πανεπιστήμιου. Καταλαβαίνεις ότι παρόλο που υπήρχαν μερικά συμπαθητικά διαμερίσματα διαθέσιμα προς ενοικίαση, κανένα από αυτά δεν είχε αρκετά χαμηλό ενοίκιο και έτσι ο Γιάννης δεν μπορούσε να ενοικιάσει κανένα. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι που συνάντησε τη κυρία Μαργαρίτα και τελικά νοίκιασε το ίδιο διαμέρισμα που έχεις εσύ τώρα. Ο φίλος μου λοιπόν, από το πρώτο κιόλας βράδυ σε εκείνο το διαμέρισμα είχε τους ίδιους εφιάλτες με εσένα και στις περιγραφές των ονείρων του έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην κούκλα που είδες και εσύ. Αυτή η κούκλα τον πλησίαζε καρφώνοντας όπως μου είπε, τα αόρατα της μάτια πάνω του και έμενε έτσι μέχρι να τελειώσει το όνειρο και να ξυπνήσει. Όμως, όλη κατάσταση έφτασε στο αποκορύφωμα όταν την τέταρτη, αν δεν κάνω λάθος, νύχτα του Γιάννη εκεί, η κούκλα άρχισε να του μιλά τηλεπαθητικά, κανενός τα χείλη δεν κουνιόταν όμως ο φίλος μου μπορούσε να ακούσει ξεκάθαρα τη φωνή της μαύρης κούκλας μέσα στο κεφάλι του. Του είπε ότι η γυναίκα αυτή παλιά διατηρούσε ένα κατάστημα ρούχων, εκεί όπως θα έχεις δει τοποθετούν παρόμοιες κούκλες στις βιτρίνες έτσι ώστε να αναδείξουν καινούργιες συλλογές ενδυμάτων και να προσελκύσουν κόσμο. Όμως η γυναίκα αυτή είχε περισσότερα σχέδια για μια από αυτές τις κούκλες. Μια μέρα λοιπόν όταν ο άνδρας της είχε πάει να πληρώσει μερικούς λογαριασμούς και θα αργούσε να γυρίσει, η γυναίκα πήρε μια από τις κούκλες που είχαν φυλαγμένες στην αποθήκη και τη μετέφερε στο σπίτι της. Εκεί την έντυνε την έγδυνε τις έβαφε τα νύχια και γενικά της φερόταν σα να ήταν άνθρωπος. Είχε πάθει ένα είδος ψύχωσης με την κούκλα. περιττό να πω ότι στο μαγαζί δεν ξαναπάτησε ήταν φαίνεται πολύ απασχολημένη στο σπίτι… Μια μέρα είπε στον άνδρα της ότι μέσα στην κούκλα ήταν φυλακισμένη η ψυχή της κόρης τους, την οποία είχαν χάσει πριν από μερικά χρόνια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο σύζυγος της είχε καταφέρει να ξεπεράσει αυτή την απώλεια η τουλάχιστον είχε μάθει να ζει με τον πόνο, ξέρεις άλλωστε ότι ο χρόνος θεραπεύει τις πληγές της ψυχής. Η γυναίκα όμως δεν ξεπέρασε ποτέ αυτή την απώλεια, ίσως να μην ήθελε και η ίδια να την ξεπεράσει και έτσι κατέληξε να ντύνει και να περιποιείται μια άψυχη μαύρη κούκλα πιστεύοντας πως μέσα της υπήρχε το χαμένο της παιδί. Ο άνδρας της έχοντας μείνει μόνος στο μαγαζί προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα προς το ζην και έχοντας να υποστεί αυτή την παράνοια στο σπίτι έκανε υπομονή για εβδομάδες όμως τελικά ξέσπασε κι άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του η οποία σε αυτό το σημείο φαινόταν εντελώς φρενοβλαβής, αποκομμένη από τον έξω κόσμο και παγιδευμένη στο δικό της μικρό παρανοϊκό σύμπαν, τις είπε ουρλιάζοντας πως η κόρη τους ήταν ΝΕΚΡΉ και αυτό δεν άλλαζε με κανένα τρόπο και πάνω στην οργή του έδωσε μια ισχυρή σπρωξιά στη κούκλα ρίχνοντας την κάτω μπροστά στα έντρομα μάτια της γυναίκας. Μόλις η γυναίκα αντίκρισε την κούκλα πεσμένη κάτω και πιστεύοντας ότι είχε πονέσει το παιδί της, επιτέθηκε στον άνδρα της όταν αυτός έχοντας ηρεμήσει (όσο ήταν δυνατόν σε αυτή την κατάσταση) γύρισε την πλάτη του και έκανε να φύγει από το δωμάτιο, σπρώχνοντας τον με αρκετή δύναμη ώστε αυτός να πέσει με το κεφάλι πάνω στη γωνία μιας συρταριέρας. Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος. Η γυναίκα όμως στάθηκε τυχερή αφού φορώντας το προσωπείο της συντετριμμένης από το θάνατο του αγαπημένου της συζύγου γυναίκας κατάφερε να απομακρύνει όλες τις υποψίες από πάνω της και να καταχωρηθεί στα πρακτικά ο θάνατος ως ατύχημα στο οποίο η γυναίκα δεν είχε καμία ανάμειξη. Μάλιστα για να μην κεντρίσει αδιάκριτα βλέμματα προτού καλέσει το ασθενοφόρο υποκρινόμενη την σοκαρισμένη, φρόντισε ώστε να μεταφέρει την κούκλα μαζί με τα ρούχα και τα στολίδια που της φορούσε στο πάνω διαμέρισμα και να τα κλειδώσει σε ένα δωμάτιο. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις ποιο ήταν αυτό το διαμέρισμα. Μέσα σε όλα αυτά, η κούκλα στο όνειρο ανέφερε στο Γιάννη ότι από τη μέρα αυτή η γυναίκα άρχισε να έχει δολοφονικές σκέψεις τις οποίες κατάφερνε με μαεστρία να κρύψει από τον έξω κόσμο με αποτέλεσμα όποιος εισέρχονταν στην πολυκατοικία της να διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο. Επίσης, η κούκλα του ζήτησε να φύγει από το σπίτι όσο ποιο γρήγορα γινόταν γιατί η γριά είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος του και έτσι μπορούσε να μπει μέσα όποτε επιθυμούσε.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Τετάρτη.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 1ο.


Αγαπητέ αναγνώστη, όποιος κι αν είσαι και για όποιον λόγο κι αν διαβάζεις αυτή την ιστορία, σου γνωρίζω ότι αυτά τα οποία θα περιγράψω στο παρακάτω κείμενο, είναι πράγματα που μπορούν να οδηγήσουν στην τρέλα ακόμα και τον ποιο λογικό και ισχυρό νου. Πρόκειται για πράγματα εξωφρενικά, πέρα από κάθε λογική που κανείς δεν θα έπρεπε ποτέ να βιώσει. Ας είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου προειδοποίηση, αν συνεχίσεις να διαβάζεις, το λογικό σου θα δοκιμαστεί και ίσως μεγάλο κακό να σε βρει.

Αν λοιπόν αποφάσισες να διαβάσεις την τραγική μου ιστορία έχε καλώς, αν πάλι όχι, δε μπορώ να σε κατηγορήσω. Όμως για να μην περιττολογώ, θα ξεκινήσω να αφηγούμαι την φρικτή αυτή ιστορία και τα γεγονότα που με στιγμάτισαν για πάντα.

Είμαι μόλις δεκαοκτώ ετών και πρόσφατα έγινα δεκτός σε ένα σεβαστό πανεπιστήμιο της χώρας. Εγώ φυσικά, αποφάσισα να πάω και να φοιτήσω στο φυσικό τμήμα μιας και αυτό είναι κάτι που επιθυμούσα εδώ και πολλά χρόνια μιας και από μικρό με χαρακτήριζε μια έμφυτη περιέργεια για τον κόσμο, τον τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος, το διάστημα κτλ, ενώ επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν, ο φον Νιούμαν και ο Νεύτωνας, τους θεωρούσα ως πρόσωπα προς μίμηση. Έτσι ήλπιζα πως με σκληρή δουλειά θα κατάφερνα και εγώ να συνεισφέρω στην επιστήμη. Για να γίνω λοιπόν ένας καλός επιστήμονας, έπρεπε προφανώς να φοιτήσω σε ένα τμήμα φυσικής, όμως πρώτα ήταν αναγκαίο να βρω ένα διαμέρισμα για να ζήσω αφού το πανεπιστήμιο βρισκόταν πολύ μακριά από το χωριό μου, οπότε έπρεπε να ενοικιάσω ένα σπίτι όπως κάνουν τόσοι και τόσοι φοιτητές.

Αφού έψαξα μερικές ημέρες, τελικά εντόπισα ένα διαμέρισμα που απείχε όχι πάνω από τριάντα λεπτά με τα πόδια από το πανεπιστήμιο. Σπιτονοικοκυρά ήταν μια γριά χήρα ευγενική και με πολύ καλούς τρόπους η οποία συμφώνησε να μου νοικιάσει το σπίτι σε μια απροσδόκητα χαμηλή τιμή. Επρόκειτο για την ποιο χαμηλή τιμή που είχα βρει ως τότε και πέρα από αυτό, το διαμέρισμα αν και παλιό ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση, δεν είχε πουθενά διαρροές, σπασμένους σωλήνες η κάποια σοβαρή βλάβη.

Λαμβάνοντας αυτά υπόψιν, σε δυο ημέρες επικοινώνησα ξανά με τη γιαγιά και της ανακοίνωσα ότι θα νοίκιαζα εν τέλει το διαμέρισμα. Στην απόφαση μου αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι μου τελείωναν τα χρήματα και έτσι δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να κοιμάμαι στο ξενοδοχείο όπου έμενα αυτές τις ημέρες που αναζητούσα σπίτι. Την ίδια μέρα κιόλας, πήγα να συναντήσω τη γιαγιά και αφού συμφωνήσαμε και υπέγραψα τα απαραίτητα έγγραφα, επέστρεψα στο ξενοδοχείο, μάζεψα τα λίγα πράγματα μου, πλήρωσα για την τελευταία μου διαμονή και έφυγα με σκοπό να πάω επιτέλους στο νέο μου διαμέρισμα και να τακτοποιηθώ.

Την ώρα που βρισκόμουν στο κατώφλι του διαμερίσματος που βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτηρίου, η γιαγιά η οποία και ζούσε στο ισόγειο, ανέβηκε λαχανιασμένη τα σκαλιά και ζήτησε συγγνώμη διότι είχε ξεχάσει να μου πει ότι υπήρχε ένα δωμάτιο στο σπίτι, τα κλειδιά του οποίου κατείχε μόνο εκείνη και πως απαγορευόταν να έχω πρόσβαση εκεί. Το εν λόγο δωμάτιο το είχα παρατηρήσει και την πρώτη φορά που μου έδειχνε το διαμέρισμα η γιαγιά, όμως η ίδια απέφευγε να απαντήσει στις αδιάκριτες ερωτήσεις μου, υπέθεσα ότι δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία και θα μάθαινα αργά η γρήγορα, άλλωστε δεν είναι μυστικό ότι οι ηλικιωμένοι έχουν τις παραξενιές τους. Τώρα όταν τη ρώτησα, εμφανώς ανήσυχος, για τον λόγο που αυτό το δωμάτιο ήταν κλειδωμένο, εκείνη απάντησε πως ο χώρος εκείνος χρησιμοποιούνταν για χρόνια ως αποθήκη από τον μακαρίτη τον άνδρα της , ο οποίος όμως ποτέ δεν το καθάρισε με αποτέλεσμα τώρα το δωμάτιο εκείνο να είναι γεμάτο πεταμένα στο πάτωμα καρφιά, κατσαβίδια, διάφορα εργαλεία, σύρματα, για να μην αναφέρουμε τη βρομιά και τις κατσαρίδες που πρέπει να είχαν μαζευτεί εκεί πέρα μέσα στα χρόνια, μάλιστα η γιαγιά ανέφερε ότι μερικές φορές που είχε ανοίξει το δωμάτιο, είχε βρει μέσα ακόμα και ποντίκια τα οποία προφανώς ακολούθησαν τη διαδρομή μέσα από κάποιο σπασμένο σωλήνα που δεν επισκεύασε ποτέ κανείς. Όλα λοιπόν έδειχναν ότι όσο και αν με έτρωγε η περιέργεια να μπω μέσα δεν θα το κατάφερνα αυτό σύντομα, ομολογώ όμως ότι ξαφνιάστηκα με αυτά που μου είπε η γριά και αηδίασα στην ιδέα ότι κάποιος αρουραίος θα μπορούσε να βρεθεί μέσα στο σπίτι μου, όμως συνειδητοποίησα ότι το δωμάτιο ήταν καλά σφραγισμένο και το υπόλοιπο διαμέρισμα βρισκόταν σε αρκετά ικανοποιητική κατάσταση οπότε κατέληξα στο ότι το ενδεχόμενο αυτό ήταν σχεδόν απίθανο. Τελικά συμφώνησα να μην επιχειρήσω να μπω μέσα στο δωμάτιο με κανένα τρόπο και η γιαγιά επέστρεψε στο διαμέρισμα της.

Η πρώτη νύχτα στο διαμέρισμα αυτό δεν ήταν καθόλου καλή, ο ύπνος μου ήταν εξαιρετικά διαταραγμένος με εφιάλτες στους οποίους μπορούσα να δω νεκροταφεία, δυο θολές μορφές οι οποίες φαινόταν να λογομαχούν έντονα, κραυγές οργής έσκισαν τα τύμπανα των αυτιών μου ουκ ολίγες φορές το χειρότερο όμως από όλα ήταν οι αρουραίοι οι οποίοι εμφανιζόταν ξαφνικά σε κάθε σημείο που κοιτούσα. Το αποκορύφωμα αυτής της κόλασης ήρθε όταν έκανα να στηριχτώ στον τοίχο πίσω μου μόνο για να αισθανθώ κάτι τριχωτό να κινείται στην πλάτη μου και γυρίζοντας το βλέμμα μου προς τον τοίχο, να τον δω καλυμμένο μαύρους τριχωτούς τεράστιους αρουραίους οι οποίοι όντας τόσο στρυμωγμένοι έκαναν τον τοίχο να μοιάζει με ένα μαύρο αρρωστημένο χαλί βρομιάς και αηδίας. Μετά από αυτό, οι φωνές έπαψαν και οι μόνες κραυγές που ακούγονταν ερχόντουσαν από εμένα. Ξύπνησα τελικά στο κρεβάτι του νέου μου διαμερίσματος ιδρωμένος και κατάχλομος.

Αυτή ήταν αδιαμφισβήτητα μια απαίσια εμπειρία, όμως τα χειρότερα έμελλε να έρθουν το επόμενο βράδυ. Όλα ξεκίνησαν όταν όντας ακόμα ανήσυχος από τους εφιάλτες της προηγούμενης νύχτας αποφάσισα να ξαπλώσω γύρω στις δέκα το βράδυ. Σε αυτή την απόφαση συνέβαλε και το γεγονός ότι το πρωί της επόμενης ημέρας ξεκινούσαν τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο οπότε ήθελα να είμαι όσο ποιο ξεκούραστος μπορούσα. Δεν άργησα να αποκοιμηθώ όμως και πάλι ο ύπνος μου μαστίζονταν από ακατονόμαστους εφιάλτες, σκοτεινές φιγούρες, τεράστιες σαρανταποδαρούσες, σκοτεινές σιλουέτες και φυσικά αρουραίους. Κάποια στιγμή λοιπόν μέσα στο όνειρο παρατήρησα μια μαύρη γυναικεία κούκλα σαν αυτές που τοποθετούν στις βιτρίνες των καταστημάτων ρούχων, η κούκλα δεν επενέβαινε καθόλου στο όνειρο και στεκόταν όρθια στο παρασκήνιο με τέτοιο τρόπο που μου έδινε την εντύπωση ότι με παρακολουθούσε διακριτικά με τα αόρατα μάτια της. Μάλιστα την ίδια κούκλα είχα δει και στο προηγούμενο όνειρο όμως δεν της έδωσα σημασία και τότε όμως για μια στιγμή πίστεψα ότι είχε καρφωμένα τα μάτια της πάνω μου. Τι ανόητη σκέψη σωστά; άλλωστε η κούκλα όπως είπα δεν είχε μάτια και ήταν εντελώς ακίνητη άρα δεν είχα κανένα λόγο να πιστεύω ότι ήταν ζωντανή. Και όμως, το ένστικτο μου αυτό ακριβώς μου έλεγε.

Οι εφιάλτες μου αυτή τη νύχτα ήταν πολύ ποιο έντονοι, όπως άφησα να εννοηθεί και πριν όμως ο πραγματικός τρόμος άρχισε όταν ξύπνησα. Τότε ήταν που το είδα. Είδα ΑΥΤΗ την κούκλα να στέκεται πάνω από το κεφάλι μου έχοντας τα ανύπαρκτα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Αυτό το κενό, στερούμενο οποιασδήποτε έκφρασης βλέμμα που είχε δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Εκείνη τη στιγμή απλώς τα έχασα, όλα έγιναν σκούρα και λιποθύμησα.

Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι συνήλθα ακριβώς δυο ώρες προτού ξεκινήσει το πρώτο μάθημα στο τμήμα μου. Είναι προφανές ότι δεν είχα καμία διάθεση να πάω, εδώ που το σκέφτομαι δεν είχα διάθεση ούτε καν για να σηκωθώ από το κρεβάτι. Εν τέλει όμως αποφάσισα να πάω στο πανεπιστήμιο με την ελπίδα ότι θα σκότωνα λίγο χρόνο με συνομήλικους μου και ίσως να έκανα κανένα νέο φίλο για να μην αναφέρω ότι ήθελα να λείπω από το καταραμένο διαμέρισμα όσο το δυνατόν περισσότερο. Ας ξεκαθαρίσω σε αυτό το σημείο ότι αφότου ξύπνησα η μάλλον συνήλθα, θεωρούσα ότι η κούκλα που είχα δει πριν μερικές ώρες ανήκε στο όνειρο και όχι στην πραγματικότητα.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Δευτέρα.


 

Τρόμου: Το Μονοπάτι.


Το περσινό καλοκαίρι, η Δανάη είχε πάει διακοπές στην Πάρο με 2 συμφοιτήτριες της. Το σπιτάκι που έμεναν το είχε αγορασμένο ο παππούς της για αυτήν για οπότε πήγαινε διακοπές εκεί. Ήταν χτισμένο μακριά από τα άλλα σπίτια! Έλεγαν για έναν μύθο για μία μητέρα με την κόρη της που τις σκότωσε ο άντρας της μέσα στο σπίτι, και μετά αυτοκτόνησε σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα!

Φυσικά οι τρεις κοπέλες δεν πίστευαν στον μύθο. Ένα βράδυ λοιπόν όταν γυρνούσαν από την απογευματινή τους βόλτα, είδαν στο μονοπάτι μπροστά από το σπίτι να περπατάει ένας άντρας αλλόκοτος, έμοιαζε ζαλισμένος με ένα σχοινί στον λαιμό του! Οι τρεις κοπέλες έμειναν να τον κοιτάζουν, όταν αυτός άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους!

Μπήκαν κάτασπρες απ’ τον φόβο τους στο σπίτι προσπαθώντας να πείσουν τους εαυτούς τους ότι ήταν απλώς οι σκιές των δέντρων… Καταφέρνοντας αυτό, πήγαν να κοιμηθούν.

Η Δανάη όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί! Βγήκε απτό δωμάτιο να κάνει μία βόλτα, μήπως και την πιάσει ο ύπνος, όταν στο τέλος του διαδρόμου είδε ένα κοριτσάκι με γυρισμένη πλάτη! Της είπε κλαίγοντας «Σε παρακαλώ βοήθησέ με….» και η Δανάη της απάντησε τρομαγμένη «Πες μου τι θα ήθελες;».

Η μικρή γύρισε και την κοίταξε! Τα μάτια της ήταν μαύρα και το πρόσωπο της σαπισμένο! Η Δανάη τσιρίζοντας έτρεξε προς το δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα! Οι άλλες δύο κοπέλες την άκουσαν και της είπαν πως θα ήταν καλό να ηρεμήσει λίγο.

Χωρίς να πει λέξη έπεσε να κοιμηθεί. Το όνειρο που είδε όμως δεν της άρεσε καθόλου! Είδε στο ίδιο μονοπάτι μία οικογένεια, και οι τρεις την κοίταζαν! Ακριβώς σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα είδε τον ίδιο άντρα που έβλεπε μπροστά της κρεμασμένο! Της έδειξαν το σπιτάκι. Μπήκε και είδε την μητέρα αποκεφαλισμένη και την κόρη της νεκρή στο πάτωμα!

Ξύπνησε απότομα και είδε στον απέναντι τοίχο γραμμένο με κόκκινα γράμματα «ΦΥΓΕΤΕ»! Ξύπνησε τα δύο κορίτσια και τους έδειξε κλαίγοντας τα γράμματα στον τοίχο! Πήγε να ανοίξει την πόρτα αλλά το κλειδί είχε εξαφανιστεί! Μία γυναικεία και μία παιδική φωνή άρχισαν να φωνάζουν πίσω από την πόρτα και άκουσαν γυαλιά να σπάνε!

Η Δανάη προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συνέβη αλλά δεν πρόλαβε! Χτύποι ακούστηκαν απ’ την πόρτα όταν άνοιξε και ξέσπασε μία ανεξήγητη φωτιά. Πήδηξαν απ’ το παράθυρο και είδαν στο μονοπάτι μία οικογένεια να περπατάει προς το μέρος τους! Ήταν γεμάτοι με αίμα και η γυναίκα κρατούσε το κεφάλι της στην αγκαλιά της! Αρχίσαν να τρέχουν προς το χωριό τόσο τρομαγμένες που κλείστηκαν μέσα σε ψυχιατρείο και δεν ξανά μίλησαν ποτέ!


Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της.


 

Τρόμου: Η Τελετή.


Το 1990 στα Χανιά, σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι λίγο πιο έξω, ισχυρίζονται οι κάτοικοι ότι τα βράδια ακούν διάφορες φωνές. Μάλιστα, αρκετές φορές, το σπίτι είχε αναμμένα τα φώτα και είπαν ότι έβλεπαν σκιές να περπατάν μέσα.

Ένα βράδυ του Οκτωβρίου, ένα ζευγάρι εφήβων, αποφάσισαν να εξερευνήσουν το σπίτι και να δουν τι έγινε εκεί μέσα. Άνοιξαν τους φακούς και μπήκαν από την ξεκλείδωτη πόρτα. Ό,τι αντικείμενο υπήρχε μέσα ήταν σπασμένο. Προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό του σπιτιού, είδαν έναν τοίχο με έξι μεγάλους ανάποδους σταυρούς και ακριβώς πάνω από αυτούς τον αριθμό 666.

Η κοπέλα ήθελε να φύγουν, αλλά ο φίλος της είπε πως έπρεπε να βρουν τι ακριβώς συνέβη εκεί. Πήγαν στο υπόγειο για να βρουν κι άλλα στοιχεία. Είδαν στο πάτωμα μία μεγάλη πεντάλφα και στις 5 άκρες της είχε πολύ ξεραμένο αίμα. Μπροστά από την πεντάλφα είχε 5 αναποδογυρισμένους κουβάδες.

Κοιτούσαν παρατηρητικά την πεντάλφα όταν άκουσαν από την μπροστινή πόρτα φωνές να καλούν τα ονόματα τους. Μπήκαν στο δωμάτιο και η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Πάνω σε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι βρήκαν ένα μαύρο άλμπουμ, το πήραν και οι φωτογραφίες που είχε μέσα ήταν από μία τελετή που έγινε εκεί.

Πήραν μαζί τους το άλμπουμ και πήγαν να βγουν από την πόρτα. Την άνοιξαν και είδαν 5 σκιές με κουκούλες να κρατούν 5 ανάποδους σταυρούς και έψαλαν κάποιον ύμνο. Βγήκαν τρέχοντας από το σπασμένο παράθυρο που είχαν πίσω τους και πήγαν στο σπίτι της κοπέλας. Την επόμενη μέρα παρέδωσαν το άλμπουμ στην αστυνομία να εξιχνιάσει την υπόθεση και το ζευγάρι δεν ασχολήθηκε ποτέ με το σπίτι και ότι είχε σχέση με αυτό.

=====================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=====================

Τρόμου: Μια Παλιά Φίλη.


Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, με ένα ανοιξιάτικο αεράκι. Ότι πρέπει για ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή. Πριν μια εβδομάδα, όταν με πήρε τηλέφωνο η παλιά μου συμμαθήτρια η Γωγώ, πραγματικά ένιωσα μεγάλη χαρά αν και ποτέ δεν ήμασταν ιδιαίτερα κολλητές. πιο πολύ, την είχαμε στην παρέα γιατί ήταν λίγο μυστήριο κορίτσι έως τρομακτικό θα έλεγα αλλά εμείς δεν είχαμε πρόβλημα, έτσι και αλλιώς δεν ενοχλούσε, μιας και ήταν λιγομίλητη.

Μετά το σχολείο χάσαμε τα ίχνη της και δεν την ξαναείδαμε ποτέ, ούτε και ξανά ασχοληθήκαμε πολύ να μάθουμε να πω την αλήθεια. Προερχόταν από μια μυστήρια οικογένεια, το σπίτι της ήταν κοντά σε ένα ποτάμι, βαθιά στο δάσος. Ποτέ δεν είχαμε δει τους γονείς της, δεν τους άρεσε να βγαίνουν και πολύ από το σπίτι, μόνο τον αδερφό της τον μεγάλο βλέπαμε που και που, όταν ερχόταν να την πάρει από το σχολείο. Ακόμα πιο μυστήριος από την αδερφή του και με ένα βλέμμα που σου πάγωνε το αίμα.

Έτσι λοιπόν μετά από τόσα χρόνια να που θα την ξαναδώ. Έχω πολύ περιέργεια η αλήθεια είναι. Στο τηλέφωνο την άκουσα πολύ ευχάριστη, αυτό και αν είναι περίεργο. Μου είπε ότι ήταν Αθήνα για δουλειές και έτυχε να δει την μητέρα μου στον δρόμο και της ζήτησε το τηλέφωνο μου. Με πήρε λοιπόν και μου έκανε την πρόταση να περάσω ένα Σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι. Μου είπε δεν έφυγε ποτέ από εκεί και αυτό μου ακούστηκε περίεργο μιας και δεν είχαμε ποτέ νέα της για το τι κάνει.

Μόλις έφτασα στο ποτάμι, κοντά στο σπίτι της, σταμάτησα για λίγο να απολαύσω το μέρος. Είχα δέκα χρόνια να πατήσω το πόδι μου στην Καλαμάτα. Εγώ και τα άλλα δύο μέλη της παλιοπαρέας, η Μαρία και η Μαριάννα, μόλις φύγαμε από την Καλαμάτα πιάσαμε αμέσως δουλειά. Εγώ Αθήνα, η Μαρία Γιάννενα και η Μαριάννα Θεσσαλονίκη. Μόνο η Γωγώ έμεινε πίσω στο χωριό της. Ένα πολύ μικρό χωριό λίγο έξω από την Πόλη. Μου είχε λείψει η άγρια φύση που είδα μπροστά μου. Το ποταμάκι με το πεντακάθαρο νερό, ο βαρύς ίσκιος των δέντρων και το βαθύ πράσινο τους. Τελικά νομίζω ότι η Γωγώ έκανε το πιο σωστό απ’ όλες που έμεινε πίσω.

Γυρίζοντας για να πάω στο αμάξι άκουσα ένα θόρυβο, σαν κάποιος να είναι πίσω μου. Γύρισα και δεν ήταν κανείς. Ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά μου ένα πλάσμα σαν από ταινία τρόμου. Χριστέ μου, πάγωσα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο ξανά. Ήταν σαν ένας άντρας ψιλός, με πολύ ξανθά μαλλιά, μάτια μαύρα σαν του νεκρού και το δέρμα του σαπισμένο σαν κάτι να βγήκε απευθείας από τον τάφο ή από την κόλαση καλύτερα. Με πλησίασε πολύ κοντά μέχρι που άρχισα να μυρίζω τα σαπισμένα σωθικά του.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι να με τυλίγει το σκοτάδι. Δεν έχω ιδέα τι έγινε μετέπειτα. Όταν βρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με δροσερά σεντόνια. Το δωμάτιο είχε μία αύρα σαν κάτι  από παλιά. Λευκές δαντελωτές κουρτίνες ανέμιζαν απαλά σε ένα ξύλινο παράθυρο. Τα έπιπλα όλα βαριά και αντίκες και πίνακες, είχε πάρα πολλούς μικρούς πίνακες.

Κατάλαβα ότι δίπλα μου κάποιος καθόταν και ξαφνικά θυμήθηκα όλα όσα έγιναν στο ποτάμι. Έσφιξα τα μάτια μου μέχρι που έτσουξαν και προσευχήθηκα να μην ήταν δίπλα μου το πλάσμα, μέχρι που ένιωσα δύο  απαλά ζεστά χέρια να μου αγγίζουν το πρόσωπο. Άνοιξα αργά τα μάτια μου μέχρι που την είδα, ήταν η Γωγώ, χαμογελαστή, με μακριά ξανθά μαλλιά και μεγάλα διαπεραστικά μάτια, ακριβώς όπως πριν δέκα χρόνια.

Τι συνέβη, την ρώτησα; Δεν ξέρω ακριβώς αλλά πριν λίγο σε βρήκαμε λιπόθυμη με τον αδερφό μου στο ποτάμι και σε φέραμε σπίτι. Ακούσαμε το αμάξι σου και όταν είδαμε ότι καθυστερούσες να έρθεις, ήρθαμε εμείς να σε βρούμε.

Την κοίταζα για λίγο αμίλητη και ύστερα την ρώτησα αν είδαν το πλάσμα. Δεν είδαμε τίποτα, μου είπε παραξενευμένη. Όταν της εξήγησα τι είχε συμβεί μου είπε ότι ίσως θα έπρεπε να ξεκουραστώ και μετά να φάω κάτι. Πίστεψε ότι είχα παραισθήσεις αλλά εγώ ήξερα τι είδα. Με άφησε να ξεκουραστώ και έφυγε κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Είχα την ευκαιρία εκείνη την ώρα να περιεργαστώ με την ησυχία μου το δωμάτιο. Δίπλα από μια τουαλέτα με έναν καθρέφτη αντίκα, ήταν ακουμπισμένο το σακ βουαγιάζ μου. Κοίταξα προσεκτικά τους πίνακες και είδα ότι κάποιοι ήταν κενοί χωρίς τίποτα μέσα και όσοι είχαν κάτι, ήταν εικόνες, εικόνες ανθρώπων βασανισμένων. Πάντα ήξερα ότι ήταν μυστήρια η Γωγώ και η οικογένειά της αλλά τώρα σιγουρεύτηκα.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν κατέβηκα στον κάτω όροφο να βρω την Γωγώ. Ήταν στην κουζίνα και  είχε ετοιμάσει το βραδινό. Ο αδερφός της είχε πάει για λίγο στην πόλη και θα γύριζε αργά την νύχτα. Τρώγοντας παρέα μιλήσαμε λίγο για τα παλιά, τι κάναμε στην ζωή μας. Μου είπε ότι δεν έφυγε ποτέ από το πατρικό της, έμενε με τον αδερφό της και οι γονείς της είχαν μετακομίσει, πολύ καιρό τώρα, σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Το χόμπι της ήταν η ζωγραφική γι’ αυτό και το σπίτι ήταν γεμάτο με πίνακες. Της άρεσε πάντα το μυστήριο γι’ αυτό το θέμα  ήταν πάντα, ο ανθρώπινος πόνος, όπως μου είπε. Χριστέ μου, τι τρομακτικό κορίτσι.

Με ξενάγησε για λίγο στο σπίτι και μου έδειξε τους πίνακες της. Στον έναν ήταν ένας άντρας στο δάσος, τρομοκρατημένος, σαν κάτι να τον κυνηγούσε. Σε έναν άλλο, ένα ζευγάρι σφιχτά αγκαλιασμένο και τρομοκρατημένο σε ένα κρεβάτι. Δεν άντεχα άλλο να δω. Της είπα ότι ήμουν κουρασμένη και ότι έπρεπε να πάω στο δωμάτιο.

Μόλις μπήκα και κλείδωσα πίσω μου την πόρτα το είχα πάρει απόφαση, θα έβρισκα μια δικαιολογία και θα έφευγα αμέσως από εκεί. Πήρα την μητέρα μου τηλέφωνο, μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να με πάρει σε πέντε λεπτά αυτή. Είχα σκοπό να ακούσει το τηλεφώνημα η Γωγώ και να της πω ότι τάχα, έτυχε κάτι στην οικογένεια μου και έπρεπε να φύγω.

Μόλις χτύπησε το τηλέφωνο το άφησα λίγο και μετά το σήκωσα, χωρίς πολλά πολλά, εξήγησα στα γρήγορα στην μητέρα μου τι είχε συμβεί. Για το πλάσμα στο δάσος, για την Γωγώ και τους πίνακες. Μα ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Γωγώ, μου είπε. Της είπα μια παλιά συμμαθήτρια από ένα χωριό έξω από την Πόλη. Αυτή που την έδωσες το τηλέφωνο μου πριν μια εβδομάδα. Εγώ, μου είπε, δεν είδα καμία φίλη σου την προηγούμενη εβδομάδα και ούτε  έδωσα σε κανέναν το τηλέφωνο σου.

Έχασα την γη κάτω απ’ τα πόδια μου, δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, η μητέρα μου φώναζε αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα. Ένιωσα να σβήνω για δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα και όλα σκοτείνιασαν. Αρκετή ώρα μετά, άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα σκοτάδι. Τι είχε συμβεί, που βρισκόμουν; Ήμουν πάλι στο κρεβάτι ξαπλωμένη και όλα τα θυμόμουν θολά. Το τηλεφώνημα στην μητέρα μου ήταν σαν να έγινε σε κάποιο όνειρο, εφιάλτη να λες καλύτερα. Το κινητό μου ήταν στο κομοδίνο, το πήρα γρήγορα και ξανά τηλεφώνησα στην μητέρα μου. Μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να μου πει αν ήταν όλα ένα όνειρο. Αν όντως της τηλεφώνησα πιο πριν. Λάθος κάνετε μου είπε η φωνή στην άλλη γραμμή, δεν έχω κόρη. Ήμουν σίγουρη ότι η φωνή ήταν της μητέρας μου, κοίταξα την οθόνη και είδα ότι δεν έκανα λάθος. Μαμά σε παρακαλώ μην κάνεις πλάκα τέτοια ώρα την είπα. Σας παρακαλώ δεσποινίς μου, είπε, σας είπα ότι κάνετε κάποιο λάθος, δεν έχω καθόλου παιδιά και μετά τίποτα, μου το είχε κλείσει. Ο τρόμος και το σοκ με είχαν παραλύσει, δεν μπορούσα να κλάψω, να μιλήσω, να φωνάξω. Νόμιζα ότι έχανα το μυαλό μου.

Άκουσα την πόρτα σιγά σιγά να ανοίγει και τότε κουκουλώθηκα αμέσως κάτω από τα σκεπάσματα. Όποιος και να μπήκε στο δωμάτιο ερχόταν προς το κρεβάτι. Έτρεμα πολύ και δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω και περίμενα, ίσως ήταν η Γωγώ ή ο αδερφό της. Κάποιος ξάπλωσε δίπλα μου και με πλησίασε πολύ κοντά. άκουγα την βαριά αναπνοή του και την αισθανόμουν στον αυχένα μου, Είχε μπει κάτω από τα σκεπάσματα. Ξαφνικά μου ξαναήρθε αυτή η άσχημη μυρωδιά όπως στο ποτάμι, η μυρωδιά ενός ψόφιου ζώου. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς.

Ένα χέρι με αγκάλιασε και το σκέπασμα σιγά σιγά υποχώρησε. Είδα την Γωγώ από πάνω μου, να μου χαμογελάει και να μου λέει. Τον αδερφό μου τον έχεις γνωρίσει φαντάζομαι ε; Κοίταξε πίσω μου και γύρισα σιγά σιγά μέχρι που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια την κόλαση. Το νεκρό σαπισμένο πλάσμα με κοίταξε και μου χαμογέλασε, σκουλήκια έβγαιναν μέσα από το στόμα του.

Τι πλάσματα είσαστε εσείς; Ούρλιαξα και τότε η Γωγώ μου είπε «είμαστε καλλιτέχνες εδώ και αιώνες», και μου έδειξε τους πίνακες «εσύ όμως δεν ήσουν τίποτα ποτέ, δεν υπήρξες ποτέ», ήταν τα τελευταία λόγια της Γωγώς.

Δύο μέρες μετά , ένα όμορφο πρωινό, η Γωγώ ξεναγούσε ένα κορίτσι στο σπίτι της . Αυτό θα είναι το δωμάτιο σου, της είπε, ξεκουράσου και θα σε περιμένω κάτω στην κουζίνα και έκλεισε πίσω της απαλά την πόρτα καθώς έφευγε. Μόνη της τώρα η Μαρία, περιεργαζόταν το δωμάτιο και τους πίνακες. Πω πω, πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Μαριάννα και να της πω για όλα αυτά, σκέφτηκε.

Της έκανε εντύπωση ένας πίνακας με ένα μελαχρινό κορίτσι, σε ένα κρεβάτι σε στάση εμβρύου, τρομοκρατημένο, να κρατά ένα κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Έμοιαζε να την κοιτά κατάματα και κάτι της θύμιζαν αυτά τα μάτια. Δίπλα από αυτόν τον πίνακα ήταν άλλοι δύο λευκοί πίνακες.

=====================

ΡΟΗ ΛΕΜΠΕΣΗ

=====================

Τρόμου: Ο Καθρέφτης.


Πριν από ένα μήνα είχα μετακομίσει, είχα πάει στο χωριό μου με την οικογένειά μου. Αφού βάλαμε τις κούτες με τα πράγματα μέσα στο σπίτι, αρχίσαμε να βλέπουμε τα δωμάτια και λοιπά. Εγώ είχα μπει σε ένα δωμάτιο και εκεί είδα ένα μεγάλο αντικείμενο καλυμμένο με ένα λευκό σεντόνι ακουμπισμένο στον τοίχο. Υπέθεσα ότι ήταν κάτι που έφεραν οι γονείς μου, γι’ αυτό και δεν ρώτησα ούτε είδα τι ήταν.

Πέρασαν κάποιες μέρες και όλα κυλούσαν ομαλά, μέχρι που μια εβδομάδα αργότερα, την ώρα που ήμουν ξαπλωμένη άκουσα έναν θόρυβο! Έμοιαζε με σύρσιμο! Την πρώτη και δεύτερη φορά τον αγνόησα γιατί νόμιζα πως ήταν από την φαντασία μου. Την τρίτη φορά όμως είδα ότι συνεχιζόταν γι’ αυτό σηκώθηκα και βγήκα από το δωμάτιο μου, για να δω από που ερχόταν ο θόρυβος! Πήγα προς το δωμάτιο που είχα δει το μεγάλο παράξενο αντικείμενο. Από εκεί μέσα ερχόταν ο ήχος!

Άνοιξα την πόρτα και βρήκα το αντικείμενο να βρίσκεται σε άλλη θέση! Τρόμαξα και έτρεξα πίσω στο δωμάτιο μου! Όλο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ! Λοιπόν, το επόμενο βράδυ πήγα στο δωμάτιο μου ελπίζοντας να μην ακουστεί πάλι ο ίδιος ήχος!

Όταν πήγε δώδεκα τα μεσάνυχτα, άρχισε πάλι. Σηκώθηκα και πήγα πάλι σε εκείνο το δωμάτιο! Βρήκα πάλι το παράξενο αντικείμενο σε άλλη θέση! Για να δω τι ήταν αυτό το πράγμα, τράβηξα το σεντόνι. Ήταν ένας μεγάλος καθρέφτης!

Κοίταξα σε αυτόν και αντί να δω εμένα, είδα ένα κοριτσάκι που φορούσε ένα άσπρο μακρύ φόρεμα και το πρόσωπο του ήταν καλυμμένο από τα μαλλιά της. Έτριψα τα μάτια μου γιατί νόμιζα πως ήταν από την φαντασία μου, αλλά έκανα λάθος!

Τότε ο καθρέφτης έσπασε και το κορίτσι βγήκε από αυτόν! Πήγα να φύγω αλλά η πόρτα έκλεισε! Γύρισα και το κορίτσι ήταν πίσω μου! Είδα ότι στο ένα χέρι της κρατούσε ένα αρκουδάκι. Με το χέρι μου έκανα λίγο πιο κει τα μαλλιά της για να δω το πρόσωπο της. Ήταν σαπισμένο και τα μάτια της μαύρα! Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να λέω το Πάτερ ημών!

Όταν τα άνοιξα πάλι το κοριτσάκι δεν ήταν εκεί, αλλά υπήρχε ένα γράμμα κάτω που έγραφε «Θα επιστρέψω»! Το επόμενο πρωί ζήτησα από τους γονείς να φύγουμε γρήγορα από εκεί, όμως αυτοί μου έδωσαν αρνητική απάντηση…

Λίγο αργότερα ένας κύριος χτύπησε την πόρτα και μας είπε να φύγουμε γρήγορα από εκεί γιατί υπήρχε ένας θρύλος που έλεγε ότι ήταν ένα κοριτσάκι εκεί το οποίο το σκότωσε ο πατέρας της! Και τώρα για να πάρει εκδίκηση, σκοτώνει όποιον έρχεται να μείνει σε αυτό το σπίτι! Έτσι οι γονείς τα μάζεψαν και πήγαμε να μείνουμε στην θεία μου.

=======================================

Ευχαριστούμε την Νάσια για την ιστορία της

=======================================

Τρόμου: Bloody Mary.


Θα σας πω μια ιστορία για μία 15χρονη κοπέλα της οποίας της άρεσαν τα εξωπραγματικά! Η Μαρία λοιπόν, ζούσε στην Αθήνα, ήταν Τρίτη Γυμνασίου.

Ένα απόγευμα, κατά την περίοδο των εξετάσεων, πήγε μαζί με την παρέα της σε ένα παρκάκι. Κάθισαν σε ένα παγκάκι και άρχισαν να μιλάνε για τρομαχτικούς θρύλους και ιστορίες! Το ένα από τα τέσσερα παιδιά, ο Χρίστος, άρχισε να μιλάει για τον θρύλο της Bloody Mary, και όταν τελείωσε είπε πως είναι 100% αληθινός! Η Μαρία δεν τον πίστεψε, και για να του αποδείξει πως ήταν ψεύτικος ο θρύλος, θα το έκανε το ίδιο βράδυ στο σπίτι της. Ο Χρίστος τότε της είπε πως θα βάλει σε κίνδυνο την ζωή της, όμως αυτή γέλασε ειρωνικά και γύρισε πλάτη για να φύγει.

Μόλις πήγε 12 τα μεσάνυχτα, η Μαρία άναψε 6 κεριά μπροστά από τον καθρέφτη του δωματίου της και άρχισε να διαβάζει τον ύμνο! Πέρασαν 2 λεπτά χωρίς να συμβεί κάτι και τότε άρχισε να γελάει, πιστεύοντας πως είχε κερδίσει. Την στιγμή όμως που κοιτούσε το είδωλο της στον καθρέφτη τα κεριά έσβησαν! Η Μαρία τρόμαξε.

Ένα λεπτό πιο μετά, τα κεριά άναψαν από μόνα τους! Η Μαρία κοίταξε πάλι στον καθρέφτη, αλλά αντί να δει τον εαυτό της, είδε μια γυναίκα με ματωμένο νυφικό και το πρόσωπο της ήταν καλυμμένο με ένα σκισμένο πέπλο. Η Μαρία τσιρίζοντας πήγε να βγει από τον δωμάτιο, αλλά η πόρτα έκλεισε!

Τότε η Μαρία κλαίγοντας έπεσε στα γόνατα και η γυναίκα ήρθε από πίσω της. Άρχισε να την σέρνει προς τον τοίχο τραβώντας την από τα μαλλιά! Η Μαρία προσπαθούσε να φωνάξει αλλά δεν μπορούσε! Η γυναίκα πήγε να την καρφώσει με ένα μαχαίρι, αλλά η Μαρία έβγαλε έναν σταυρό από την τσέπη της και τον έβαλε στο πρόσωπο της!

Η γυναίκα άρχισε να τσιρίζει και να τυλίγεται στις φλόγες! Η Μαρία κλαίγοντας έκλεισε τα μάτια της, και όταν τα άνοιξε η γυναίκα δεν υπήρχε εκεί! Από τότε η Μαρία σταμάτησε να ασχολείται με τέτοιου είδους θέματα και όταν έβγαινε με τους φίλους της, τους ζητούσε να μιλήσουν για αλλά θέματα εκτός των θρύλων.

===============

Ευχαριστούμε την Νάσια για την ιστορία της

===============

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 4ο.


16

 «Πρέπει να γυρίσεις σπίτι!» φώναξε η Δάφνη στο τηλέφωνο. «Νίκο δεν μπορώ άλλο, θα τρελαθώ, μα τω Θεώ είμαι ήδη τρελή για δέσιμο, το ξέρω. Έχω χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν ξέρω πια τι είναι αληθινό!» Κλάματα.
«Δάφνη…» Βαρύς αναστεναγμός. «Έρχομαι, μείνε εκεί που είσαι».
Η Δάφνη πήγε αμέσως στο μπάνιο καλώντας από τον ασύρματο στο σπίτι της μητέρας της. Κανείς δεν το σήκωνε. Ήταν πράγματι νεκρή; Οι νεκροί σταματούν να καλούν στον αριθμό του σπιτιού σου μα εξακολουθούσαν να καλούν κάπου μεταξύ του υποσυνείδητου και της ανθρώπινης συνείδησης, μέσα στο κεφάλι σου.
Η Δάφνη σηκώθηκε και κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Δεν υπήρχε πια πρήξιμο, ούτε φλεγμονή. Έξαφνα ο καθρέφτης άρχισε να τρέμει, σαν να ήταν επιφάνεια από ζελέ, και την ρούφηξε μέσα.
Τώρα έβλεπε τον εαυτό της από την άλλη μεριά του καθρέφτη. Οι βολβοί των ματιών της είχαν γυρίσει εντελώς ανάποδα· μόνο το ασπράδι φαινόταν από τις κόγχες. Το κεφάλι της άρχισε να φουσκώνει και να μελανιάζει, το ασπράδι γέμιζε σπασμένες φλεβίτσες. Είδε τον Νίκο πλάι της, επέστρεψε, ήταν ήρεμος, ενώ το κεφάλι της υπερμέγεθες, παλλόταν στρογγυλό, έτοιμο να εκραγεί. Αυτή η Δάφνη είχε κάτι το κακό… κάτι που ο Νίκος δεν μπορούσε να δει.
Τα πάντα γέμισαν με ένα δυνατό, εκτυφλωτικό φως. Η Δάφνη προσπαθούσε να θυμηθεί τι συνέβη εκείνη τη μέρα. Και κάνοντάς το η μητέρα της πλησίαζε από πίσω της…  Ήταν στον κόσμο του καθρέφτη.
«Θα σε προσέχει η γλυκιά μανούλα». Ένα φρικτό γέλιο αντήχησε στα αυτιά της. «Έλα δω μαζί μου. Ζήσε για πάντα δίπλα στη μανούλα σου, μέσα στο κεφάλι σου. Αυτή σε αγαπάει και ο Νίκος όχι. Σε θέλει μόνο επειδή μπορεί να σου επιβληθεί, σε θέλει μόνο επειδή είσαι αδύναμη. Σε θέλει μόνο για να ασκεί πάνω σου τα θελήματά του».
Η Δάφνη έτρεξε μακριά από το πουδραρισμένο πρόσωπο της μητέρας της. Κοίταξε πίσω της· η άλλη πλευρά του καθρέφτη φαινόταν σαν ένα παραθυράκι σε όλο το πυκνό σκοτάδι, σαν ένα παραθυράκι που όσο πιο μακριά απ’ αυτό έτρεχε τόσο πιο πολύ συρρικνωνόταν. Έφτασε τόσο μακριά που τα πάντα έμοιαζαν σαν το σκοτάδι των κλειστών βλεφάρων. Πήρε την απόφαση να καθίσει οκλαδόν όπως έκανε στα μαθήματα γιόγκα, ήξερε πως ο μόνος τρόπος να γεμίσει το σκοτάδι της με λίγο φως, ήταν να προσπαθήσει να θυμηθεί. Πίεσε τους κροτάφους της και το εκτυφλωτικό φως επανήλθε, διαλύοντας το σκοτάδι.

17

Βρισκόταν στο καθιστικό· όχι του σπιτιού της, αλλά της μητέρας της. Ήταν στη μέση ενός καβγά.
«Ξέρω ότι σε ενοχλεί, Δάφνη, ωστόσο παραμένεις κόρη μου και δεν μπορώ να σε αφήσω να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου. Με ακούς που σου μιλάω ή ταξιδεύεις;»
«Σ’ ακούω μητέρα, για όνομα, δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα», παραπονέθηκε η Δάφνη. «Δεν καταλαβαίνω γιατί σ’ ενοχλεί που είμαι με τον Νίκο. Πραγματικά δεν το καταλαβαίνω. Δεν επηρεάζει τη ζωή σου και εξάλλου… είμαι ευτυχισμένη μαζί του».
Η μητέρα της έμοιαζε να βράζει στο ζουμί της. Συνέχισε να πίνει το τσάι της με επίμονο και βλοσυρό βλέμμα.
Η Δάφνη σηκώθηκε πάνω. «Πρέπει να φύγω».
«Κιόλας;»
«Δεν νομίζω πως έχουμε να πούμε κάτι άλλο».
«Καλώς» είπε. «Είσαι ελεύθερη να φύγεις. Αλλά αν νομίζεις πως θα σας αφήσω ήσυχους, τότε είσαι πολύ γελασμένη».
«Τι… τι εννοείς;»
«Δεν πρόκειται να δείτε άσπρη μέρα ωσότου να διαλυθεί αυτός ο γάμος». Η μητέρα της σηκώθηκε πάνω, αφήνοντας το φλιτζάνι πάνω στο τραπεζάκι. «Ακόμα κι όταν πεθάνω, δεν θα ησυχάσετε, να είσαι σίγουρη γι’ αυτό».
«Είσαι άρρωστη».
Η παλάμη της χαστούκισε το αριστερό μάγουλο της Δάφνης. «Ύστερα απ’ όσα έχω κάνει για σένα τολμάς να με αποκαλείς έτσι; Είναι δυνατόν να με πουλάς γι’ αυτό το… γι’ αυτό το ρεμάλι που κουβάλησες μέσα στο σπίτι μου!»
«Είσαι τρελή μητέρα!» Η Δάφνη άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
«Βλέπεις τι εννοώ; Γι’ αυτό σε θέλει, επειδή είσαι αδύναμη. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς ούτε τον εαυτό σου. Ο κόσμος είναι ακόμα σκληρός για ένα κουτάβι σαν εσένα, Δάφνη».
«Βούλωσε το!»
Η Δάφνη ρίχτηκε με φοβερή οργή. Το χέρι της βρέθηκε να τραβάει τα μαλλιά της μητέρας της. Η πενηντάχρονη γυναίκα αφέθηκε και έσπρωξε την κόρη της· η Δάφνη προσγειώθηκε με την πλάτη στο τραπεζάκι από πίσω· η γυάλινη επιφάνεια έγινε θρύψαλα· ένα κομμάτι γυαλί διαπέρασε το δεξί της βλέφαρο. Σηκώθηκε πάνω με κομμένη ανάσα. Αίμα έτρεξε στο ζυγωματικό της και η Δάφνη θυμωμένη, της έριξε κλωτσιά στο στομάχι. Η μητέρα της βόγκηξε και διπλώθηκε στα δυο –πιθανότατα έσπασε κάτι μέσα της από το εσωτερικό κρακ που άκουσε στα αυτιά της. Άρχισε να βήχει και να σφαδάζει. Η κόρη της την έπιασε πάλι από το μαλλί και την ανάγκασε να βαδίσει μέχρι το μπάνιο. Φίμωσε το στόμα της με μια κάλτσα από τα άπλυτα. Η μητέρα της δεν μπορούσε να κινηθεί, με σιγουριά είχε σπάσει κάτι. Βογκούσε και έκλαιγε πεσμένη στα πλακάκια του μπάνιου, μα η Δάφνη, δεν είχε κανένα οίκτο.
«Δεν σε μπορώ άλλο, με ‘χεις τρελάνει. Αρκετά πια! Η μόνη που ελέγχει τη ζωή μου είμαι εγώ και μόνο εγώ. Κανένας άλλος δεν έχει αυτό το δικαίωμα. Σταμάτα να παραβιάζεις τη σχέση μου με τον Νίκο. Σταμάτα να καλείς στο σπίτι. Σταμάτα να χώνεις τη μύτη σου εκεί που δεν σε σπέρνουν, παλιόγρια… είσαι μια παλιόγρια, αυτό είσαι, και θα μείνεις μόνη σου. Ή μάλλον, αυτό είναι που φοβάσαι… δεν μας αφήνεις ήσυχους γιατί φοβάσαι πως θα μείνεις μόνη σου και θα σαπίσεις και δεν θα βρει κανένας το κουφάρι σου, γιατί κανένας δεν θα νοιαστεί για μια βρόμα σαν εσένα!»
Η Δάφνη κρατούσε μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών, όταν έκλεισε την πόρτα του μπάνιου πίσω της και μόνο πνιχτά βογκητά ακούστηκαν πέρα από την πόρτα.

18

Η Δάφνη επέστρεψε σπίτι με το αυτοκίνητο. Πάρκαρε στην άκρη του πεζοδρομίου με τα χέρια να τρέμουν πάνω στο τιμόνι. Ήταν όλη μούσκεμα από τον ιδρώτα. Μπήκε στο σπίτι βάζοντας με δυσκολία το κλειδί στην κλειδαριά. Πήγε στο μπάνιο, έπλυνε τα χέρια της και έριξε νερό στο πρόσωπό της. Θεούλη μου, δεν είναι αλήθεια, κάνε να μην είναι αλήθεια. Στο δωμάτιο άλλαξε ρούχα και έβγαλε τα παπούτσια της. Κατέβηκε πάλι κάτω, άνοιξε το κλιματιστικό για να στεγνώσει ο ιδρώτας και έβαλε νερό από τη βρύση σε ένα γυάλινο ποτήρι. Το τηλέφωνο χτύπησε ξαφνικά, τινάχτηκε τρομαγμένη και το ποτήρι έγινε θρύψαλα. Ήταν ξυπόλυτη και γυαλιά σκόρπισαν στο πάτωμα. Για να περάσει να σηκώσει το τηλέφωνο, τα πόδια της μάτωσαν και άφησε πίσω της ίχνη από φρέσκο αίμα. Έτρεξε λίγο, φοβόταν μήπως δεν προλάβαινε το τηλέφωνο, ήταν σίγουρα ο Νίκος. Λίγο πριν το σηκώσει, γλίστρησε στο ίδιο της το αίμα και χτύπησε το κεφάλι της στην άκρη του πάγκου· ο δυνατός γδούπος θαρρείς κι ακούστηκε σαν το κλείσιμο της εξώπορτας. Το κόψιμο στο βλέφαρο χειροτέρεψε.
Ήταν πράγματι ο Νίκος στο τηλέφωνο όταν συνήλθε, ήθελε να δει αν όλα ήταν καλά. Ανησυχούσε γιατί το πρωί ήταν κάπως ταραγμένη
Η Δάφνη, χτυπώντας το κεφάλι στον πάγκο, ξέχασε όλα όσα συνέβησαν στο σπίτι της μητέρας της. Ανέβηκε όμως πάνω και φόρεσε βιαστικά τα καθαρά σανδάλια της –σκέφτηκε πως είχε πολλή ζέστη. Έπρεπε να πάει επειγόντως στο σχολείο, να αφήσει το αυτοκίνητο στον Νίκο γιατί θα ήταν κουρασμένος από τη δουλειά και χρειαζόταν το όχημα για να γυρίσει σπίτι. Άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έφυγε τόσο βιαστική, που ξέχασε να κλείσει το κλιματιστικό.

19

Έφτασε στο σχολείο και προτού βγει από το αυτοκίνητο, ένιωσε τσούξιμο κάτω από το δεξί της φρύδι. Κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι του παρκαρισμένου αυτοκινήτου και είδε το κόψιμο. Τότε επανήλθε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Νίκος την βρήκε μισολιπόθυμη πάνω από τον νιπτήρα. Στο χέρι της κρατούσε το κουτάκι με τα αντιβιοτικά της. Μερικά βρίσκονταν πεταμένα στο σιφόνι, άλλα μέσα στο στόμα της       . «Εγώ… εγώ το έκανα», είπε μετά βίας.
«Δάφνη! Φτύσε τα, φτύσε τα αμέσως!» Την έπιασε από το σαγόνι. «Φτύσε τα σου λέω!» Βύθισε το δάχτυλό του στο λαρύγγι της. Η Δάφνη ξέρασε. «Θα καλέσω βοήθεια».
«Νίκο όχι, μη… όχι πάλι». Κατάρρευσε στο πάτωμα σαν να ήταν καμιά μεθυσμένη. Το σώμα της έτρεμε, όπως επίσης και το σαγόνι της που αδυνατούσε να προφέρει λέξεις. Σχεδόν δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν αδύναμη.
Ο Νίκος την πήρε στην αγκαλιά του και την ξάπλωσε στον καναπέ. Έβαλε ένα θερμόμετρο κάτω από τη μασχάλη της. Τα μάτια της ήταν και τα δυο θεόκλειστα, παραφουσκωμένα.
Η Δάφνη σαν άκουγε καμπανάκια να κουδουνίζουν, ενώ ενδιάμεσα άκουσε τον Νίκο να μιλάει στο τηλέφωνο. «Νομίζω… νομίζω πως είναι βαριά άρρωστη. Είναι πολύ ζεστή. Χρειάζομαι επειγόντως ένα ασθενοφόρο. Πεθαίνει!»
Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν να ξυπνάει στο νοσοκομείο. Κοιτούσε ολόγυρα· όλα ήταν λευκά πίσω από τις γάζες που κάλυπταν τα μάτια της.
«Επιτέλους ξύπνησες… Είσαι καλά, μωρό μου;» Ακούστηκε η γλυκιά φωνή του από τα αριστερά. Γύρισε το κεφάλι της –ήταν μια φιγούρα με τη φωνή του άντρα της.
«Είμαι νεκρή;»
«Είσαι όμορφη, όπως πάντα. Ο κύριος Έντμοντ σε φρόντισε. Αγωνιούσα κατά τη διάρκεια της επέμβασης, αλλά χαίρομαι που όλα πήγαν καλά».
«Ποιος… ποιος υπέγραψε;»
«Εγώ… ποιος άλλος; Δεν γινόταν αλλιώς. Ήταν κρίσιμη η κατάσταση».
«Τα μάτια μου… είναι καλά;»
«Ο γιατρός δεν είναι σίγουρος ακόμη. Η επέμβαση ήταν επιτυχής αλλά δεν ξέρει αν θα ανακτήσεις σύντομα την όρασή σου. Είπε ότι ένα βακτήριο έκανε την φλεγμονή –σαν γάγγραινα ένα πράγμα. Υπέστη μετάλλαξη στη δομή του RNA. Δεν κατάλαβα πολλά, αλλά επίσης τόνισε ότι παράγει παραισθησιογόνες τοξίνες που έχουν την τάση να μετατρέπουν τις αρνητικές σκέψεις σε πραγματικό εφιάλτη… Μη σηκώνεσαι, ο πυρετός δεν έχει πέσει ακόμη…»
«Δεν γίνεται… νιώθω λες και ζω εφιάλτη. Γιατί σ’ εμένα; Γιατί να συμβαίνει σ’ εμένα;»
«Μωρό μου, μη κλαις, σε παρακαλώ. Τα άσχημα πέρασαν τώρα».
Κάποιος μπήκε στο δωμάτιο. Η Δάφνη στράφηκε γρήγορα στα δεξιά να δει, αλλά ξέχασε πως δεν μπορούσε να διακρίνει χαρακτηριστικά, παρά μόνο αόριστες φιγούρες. «Ποιος είναι Νίκο; Ποιος μπήκε μέσα;»
«Χαλάρωσε, μωρό μου», είπε και σηκώθηκε. «Η νοσοκόμα είναι. Λέει πως χρειάζεσαι ξεκούραση. Πρέπει να φύγω».
«Όχι… όχι… σας παρακαλώ, μη τον παίρνετε μακριά μου… Νίκο… Νίκο! Δεν μπορώ να μείνω μόνη μου… μη με αφήνεις…» Τα φώτα έσβησαν. Και το φως της χάθηκε για πάντα.

Επίλογος

Επτά μήνες αργότερα
Τρίτη, 21 Απριλίου

Καθόταν στη θέση του συνοδηγού και άκουγε τον αέρα να σφυρίζει μέσα στο αυτοκίνητο από τα ανοιχτά παράθυρα. Ο Νίκος καθόταν δίπλα της, οδηγούσε και της χάιδευε τρυφερά το γόνατο. Το χέρι του το ένιωθε απαλό.
«Όχι τέτοια εδώ πονηρέ, πρέπει να προσέχεις στο δρόμο».
«Άνετα μπορώ να κάνω και τα δύο».
Χαμογέλασε. «Καλά, ό,τι πείτε κύριε καθηγητά». Η Δάφνη έτριψε τα μπράτσα της. «Μήπως μπορείς να κλείσεις λίγο το παράθυρο;»
«Γιατί μωρό μου; Κρυώνεις;»
«Έχει λίγο ψύχρα».
Ο Νίκος έκλεισε το παράθυρο.
«Ευχαριστώ…» είπε εκείνη. «Να σου πω, πού πάμε; Τελικά δεν μου είπες».
«Κάπου όμορφα», της είπε, και κατάλαβε πως χαμογελούσε. «Θα σ’ αρέσει. Θα σε κάνει να ξεχαστείς».
«Χμμ», έκανε η Δάφνη. «Υποθέτω πως πρέπει να μαντέψω».
«Σωστά υποθέτεις».
«Στην παραλία; Έχω καιρό να πάω –ήλπιζα ότι θα το θυμόσουν».
«Το έλεγες αρκετά συχνά, δεν ήταν εύκολο να το ξεχάσω». Άκουσε το γέλιο της Δάφνης. «Ώπα, κάποιος γελάει πολύ. Τι έγινε ξαφνικά;»
«Δεν ξέρω», είπε η Δάφνη, με το τελευταίο χαμόγελο να αργοσβήνει. «Νιώθω καλύτερα που όλα τελείωσαν. Ξέρεις…»
«Ξέρω».
«Ναι…»
«Ωχ, και τώρα σοβάρεψες. Τι είναι;»
«Με τη μητέρα μου…» Αναστέναξε. «Ξέχνα το, είναι αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει εδώ και πολύ καιρό. Δηλαδή να φύγω, να φύγω από εκείνη… μακριά…»
«Ήταν η σωστή επιλογή. Καμία από τις δυο σας δεν θα βλάψει η μία την άλλη».
Η Δάφνη παρέμεινε αμίλητη.
«Εννοώ ψυχικά, Δάφνη. Κατάλαβες».
«Ναι… ναι, σωστά».
«Και οι εφιάλτες σταμάτησαν, δεν είναι τυχαίο αυτό. Νιώθεις πολύ καλύτερα, φαίνεται».
«Ναι υποθέτω, είμαι… είμαι πολύ καλύτερα. Αν εξαιρέσουμε πως καμία φορά με πιάνει κατάρρευση».
«Μωρό μου… μην στεναχωριέσαι για τα μάτια σου. Ο δόκτωρ Έντμοντ ακόμη προσπαθεί να βρει τρόπο για να ανακτήσεις την όρασή σου. Είμαι βέβαιος πως στο τέλος θα τα καταφέρει. Το πολύ-πολύ να δώσουμε τις τελευταίες μας οικονομίες στη μεταμόσχευση».
«Ναι αλλά ακόμα αναλύει εκείνο το βακτήριο… και ανησυχώ μήπως δεν βρει τίποτα. Τέλος πάντων, τα πάντα, τα πάντα αρκεί να μην ξαναπεράσουμε εκείνο τον εφιάλτη».
Η Δάφνη, παρόλο που ήταν ολοκληρωτικά τυφλή, μπορούσε να καταλάβει πως ο Νίκος της χαμογελούσε ακόμα, πιάνοντάς της τρυφερά το πόδι.
«Θυμάσαι τίποτα να μου πεις;»
«Τα θυμήθηκα όλα με τον καιρό. Τα πάντα. Ό,τι συνέβη εκείνες τις μέρες. Το σπασμένο ποτήρι, τα αίματα…»
«Μιλάς για τις μέρες αφότου βγήκες από το νοσοκομείο;»
«Όχι, Νίκο. Μιλάω για τις μέρες προτού νοσηλευτώ».
Ένιωθε τα μάτια του καρφωμένα πάνω της με έναν τρόπο τόσο ανήσυχο, που ήταν σα να τον πρόσβαλε. «Τι ακριβώς θέλεις να πεις; Η εγχείρηση ήταν δύσκολη. Πήρε πολύ χρόνο. Ήσουν στο νοσοκομείο περίπου τέσσερις ημέρες. Από τις 10 μέχρι και τις 14 Σεπτεμβρίου. Πότε συνέβησαν όλα αυτά;»
Εκτός από την όρασή της για το υπόλοιπο της διαδρομής έχασε και τη  μιλιά της. Κοιτούσε σκεφτική έξω από το παράθυρο, χωρίς βέβαια να βλέπει πραγματικά κάτι, παρά μόνο αόριστα, στιγμιαία φώτα και χρώματα. Τουλάχιστον ο εφιάλτης πέρασε –εν μέρει– και τώρα πλέον, δεν υπήρχε τίποτε στο κεφάλι της που σκάλιζε το εσωτερικό του κρανίου της. Εκτός από τις σκέψεις της. Πολλά βράδια, άκουγε μια βοή και φοβόταν ότι τα μάτια της θα γυρνούσαν ανάποδα και θα έβλεπε ξανά εκείνο το στρογγυλό πράγμα να παίρνει τη μορφή της μητέρας της και να την κυνηγάει μέσα στο κεφάλι της έως ότου να αποδειχθεί μόνο η αρχή ενός ατέλειωτου εφιάλτη.

ΤΕΛΟΣ

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 3ο.


11

«Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε στα επείγοντα, το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Δεν θέλω!» Αρνήθηκε γι’ άλλη μια φορά η Δάφνη. Είχε ανέβει πάνω στον καναπέ σαν είδε ποντικό να τρέχει στα ξύλινα πατώματα. Ο Νίκος διατηρούσε ακόμη την ψυχραιμία του, προσπαθούσε να την προσεγγίσει μα δεν τα κατάφερνε.
«Δάφνη», πρόφερε ήρεμα το όνομά της. «Κάνεις σαν μικρό παιδί, σύνελθε. Νόμιζα πως είχαμε λύσει το όλο θέμα με τα νοσοκομεία… δεν το είχαμε;»
Η Δάφνη ηρέμησε και ξαφνικά στο καθιστικό απλώθηκε σιωπή.
«Άστο, τώρα κατάλαβα». Στράφηκε από την άλλη, θυμωμένος. «Όλες αυτές οι ψυχοθεραπείες… πεταμένα λεφτά». Γέλασε μόνος του. «Και εσύ τόσο καιρό-»
«Όχι, δεν έπαιζα θέατρο».
Ο Νίκος την κοίταξε κατάματα. Έβλεπε μόνο τη μία ίριδα, παρόλο που ήταν και τα δυο της μάτια ορθάνοιχτα. «Δεν σκόπευα να πω αυτό. Αλλά ότι, τόσο καιρό, τόσο καιρό έρχεσαι στο σχολείο όποτε σου συμβαίνει κάτι. Ήλπιζα πως θα σταματούσε… ότι θα σταματούσες να το κάνεις αυτό, όταν πλέον δεν θα φοβόσουν άλλο τα νοσοκομεία. Με έχουν πάρει όλοι με κακό μάτι, καταλαβαίνεις; Οι μαθητές κάνουν πλάκες εις βάρος μου. Έχουν αρχίσει να λένε κακά πράγματα μέχρι και οι συνάδελφοι… Θεέ μου». Την πλησίασε. «Κοίτα… ζητώ συγγνώμη… συγγνώμη αν σε κάνω να νιώθεις άσχημα λέγοντάς σου αυτά, αν σε κάνω να νιώθεις ντροπή».
«Μάλλον», άρχισε να λέει η Δάφνη, «αυτός που νιώθει ντροπή δεν είμαι εγώ αλλά-» Ένιωσε ένα τσίμπημα στο δεξί της χέρι· ακολούθησε ένα τσούξιμο, σαν οξύ που ρέει μέσα στις φλέβες και τότε συνειδητοποίησε άναυδη πως ο Νίκος τής είχε κάνει ηρεμιστική ένεση. Η Δάφνη διαπίστωσε κάτι: Αυτό που του είχε πέσει προηγουμένως στο μπάνιο μπορεί να ήταν η συσκευασία με τη σύριγγα, καθώς ήταν ταραγμένος και αβέβαιος. Ήθελε να βρει τρόπο να την πάει στο νοσοκομείο. Όλον αυτόν τον καιρό ήξερε, ήξερε πως η Δάφνη δεν είχε ξεπεράσει το θέμα με το φόβο της. Αλλά εκείνος ήταν προετοιμασμένος…
«Τι… τι μου έκανες…»
«Μην ανησυχείς», ψέλλισε στο αυτί της. «Όλα θα πάνε…» Το τέλος της φράσης δεν ακούστηκε ποτέ· η Δάφνη είχε κοιμηθεί.

12

Η μητέρα της βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ο εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Τι δουλειά είχε εδώ; Ποιος την έφερε στο νοσοκομείο; Μήπως ο Νίκος; Αποκλείεται. Δεν ήθελε να την βλέπει ούτε ζωγραφιστή.
Η Δάφνη δεν μπορούσε να δει. Μάλλον είχε κλειστά μάτια. Ή τα μάτια της ήταν και πάλι αντεστραμμένα. Αλλά υπήρχε πολύ σκοτάδι. Μπορούσε όμως να ακούσει τη μητέρα της να πλησιάζει. Ο εφιάλτης επέστρεψε πάλι και αυτή τη φορά ερχόταν με απειλητικές διαθέσεις. Ήταν μέσα στο κεφάλι της. Βγήκε μέσα από το σκοτάδι αποκτώντας σάρκα και οστά και φωνή. Τώρα την έβλεπε ξεκάθαρα· ήταν μια γριά γυναίκα, χλομή σαν πτώμα από την πούδρα.
Η βαριά και τραυματική φωνή αντήχησε μέσα στα τοιχώματα του κρανίου της. «Ποιος τόλμησε να πειράξει το παιδάκι μου;… Μήπως εκείνος;… Όποιος κι αν ήταν θα τον ρημάξω με τα ίδια μου τα χέρια!»
Η Δάφνη ξύπνησε σχεδόν ήρεμη. Δεξιά της κλίνης βρισκόταν ο Νίκος, με τα όμορφα καθάρια μάτια του. Το χέρι του αγκάλιαζε το δικό της. Η μητέρα της δεν ήταν πουθενά.
«Ξύπνησες;» είπε ο Νίκος ανήσυχος. «Όλα είναι εντάξει. Μη φοβάσαι, σε προσέχω».
«Νίκο… » Ένιωσε καυτά δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Το δεξί άρχισε να την τρώει, μα δεν την ένοιαζε, έπρεπε να κλάψει. «Ζει μέσα στο κεφάλι μου… δεν με αφήνει ήσυχη… κοντεύω να τρελαθώ…»
«Τι πράγμα; Ποιος μωρό μου; Δεν καταλαβαίνω τι λες».
«Η μητέρα μου!»
«Είχες πάλι εφιάλτη;»
Και τότε θυμήθηκε ότι ο Νίκος την είχε ναρκώσει. «Νίκο, ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω…» Κουνούσε το κεφάλι της. Η Δάφνη σώπασε· κάποιος βρισκόταν στα δεξιά της. Τον αντιλήφθηκε γιατί το βλέμμα του Νίκου έπεσε προς τα εκεί, σαν να ζητούσε από κάποιον τρίτο να του εξηγήσει τα ακατάληπτα λόγια της.
«Φταίει η δράση του ηρεμιστικού», είπε μια αντρική φωνή. «Τα όνειρα γίνονται πιο ζωηρά και… ζωντανά».
«Ποιος… ποιος είσαι εσύ;»
Ο Νίκος μίλησε: «Δάφνη, αυτός είναι ο δόκτωρ Έντμοντ, βρίσκεται εδώ για να μας βοηθήσει. Είναι πολύ καλός στη δουλειά του».
«Να… να βοηθήσει;»
Ο δόκτωρ Έντμοντ έβαλε την Δάφνη να ξαπλώσει. Τον κοιτούσε σαν αποβλακωμένη. «Πρέπει να ξεκουραστείς. Είσαι πολύ αδύναμη τώρα». Ο γιατρός στράφηκε στον Νίκο. «Η επέμβαση θα ξεκινήσει σε λίγο».
«Η επέμβαση;» ρώτησε ο Νίκος απορημένος. «Ποια επέμβαση;»
«Μα για να αποκαταστήσουμε τους σπασμένους ιστούς στον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή χιτώνα του ματιού. Θα επανέλθει στην φυσική του κατάσταση, μην ανησυχείτε».
«Νίκο τι συμβαίνει; Τι είναι αυτά που λέει;» τον ρώτησε, κουρασμένη ακόμη και να μιλήσει.
«Ησύχασε, μωρό μου. Όλα είναι υπό έλεγχο».
Πήρε τον δόκτωρ Έντμοντ μέχρι τη γωνιά του ολόλευκου δωματίου.  Παρόλο που δεν ήθελε να ακούσει τίποτα η Δάφνη, εκείνη μπορούσε με κάποιον τρόπο να ακούσει τα πάντα από αυτά που έλεγαν.
«Δεν είχαμε συμφωνήσει αυτό. Πώς είναι δυνατόν να παίρνετε μια τέτοια πρωτοβουλία δίχως τη συγκατάθεσή μου;»
«Κύριε, η μητέρα της ασθενούς συμπλήρωσε τα χαρτιά με τα στοιχεία της. Σαν κηδεμόνας μπορεί να το κάνει αυτό. Άλλωστε είναι κάτι που επείγει. Η κατάστασή της μπορεί να οδηγήσει σε ολική τύφλωση».
Η Δάφνη ούρλιαξε, μεταπηδώντας από τον ονειρικό κόσμο στον πραγματικό.

13

«Δάφνη, μωρό μου, ξύπνα!»
Η Δάφνη σταμάτησε επιτόπου να ουρλιάζει όταν συνειδητοποίησε πως το μέρος όπου βρισκόταν, δεν ήταν σε κάποιο όνειρο.  Κοίταξε ολόγυρα. Βρίσκονταν στο διάδρομο αναμονής και κάθονταν στα άβολα, πλαστικά καθίσματα. Μπορεί να ήταν άσχημα, ωστόσο όχι όπως το όνειρο που είχε δει. Περίμεναν την σειρά τους.
«Τι συνέβη, Νίκο;» Κοίταξε κάτω τη μελανιά στο χέρι της. «Άου! Τι μου-»
«Μωρό μου… για το καλό σου το έκανα, το ξέρεις… Είσαι ασφαλής τώρα. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει». Η Δάφνη προσπάθησε να δείξει κατανόηση, αλλά δυσκολευόταν πραγματικά πολύ. Προσπάθησε να μην το δείχνει πως ήταν λιγάκι… εκνευρισμένη.
«Πόση ώρα είμαι έτσι;»
«Όχι πολύ, περίπου μισή ώρα».
«Θεέ μου… είδα τόσους εφιάλτες. Δεν το αντέχω άλλο».
«Και ανησυχούσα να μη δούμε εκείνη την ταινία…» είπε αγανακτισμένος. «Τώρα έχεις περισσότερους εφιάλτες, αυτό ακριβώς μας έλειπε».
«Με δουλεύεις; Μου έδωσες ηρεμιστική ένεση και με έφερες στο νοσοκομείο παρά τη θέλησή μου και δεν γνωρίζω τι-»
«Δάφνη, πάψε πια!» απαίτησε κάνοντας μασάζ στους κροτάφους του. Κόντευε να χάσει την υπομονή του. «Δε φτάνει… δε φτάνει που σε έφερα εδώ». Αναστέναξε. «Ξέρεις τι; Ξέχασέ το, δεν είναι μέρος αυτό για να τσακωθούμε».
Η πόρτα μπροστά τους που έλεγε «Οφθαλμικό» άνοιξε και βγήκε ένας ηλικιωμένος άντρας με γυαλιά και την κοίταξε επίμονα. Το μάτι μου, ναι, το γαμημένο μάτι μου, το ξέρω ότι είναι τεράστιο ανάθεμα σας όλους, σχεδόν το είχα ξεχάσει…           
«Παρακαλώ, περάστε», είπε ο γιατρός πέρα από την ανοιχτή  πόρτα.

14

Στερέωσε το κεφάλι της σε ένα παράξενο μηχάνημα. Στο αριστερό μάτι έφτανε εικόνα, ένας κόκκινος ανεμόμυλος σε ένα πράσινο, ηλιόλουστο λιβάδι. Ήταν μακριά. Με το δεξί μάτι δεν υπήρχε επαφή· φουσκωμένο σαν μπαλάκι του τένις μόνο ο ερεθισμένος βολβός που είχε γυρίσει ανάποδα φαινόταν.
«Τι είναι, γιατρέ;» ρώτησε ο Νίκος ενώ στεκόταν πλάι της.
«Χμμ…» έκανε ο γιατρός από την άλλη άκρη του μηχανήματος. Εξέταζε αντικριστά από τη Δάφνη τα μάτια της, όσο εκείνη κοιτούσε το τοπίο με το λιβάδι. «Κάποια φλεγμονή, βαριά μάλιστα».
«Τ-τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Ψυχραιμία, κορίτσι μου. Θα σου γράψω μερικά αντιβιοτικά. Για καλό και για κακό θα πρέπει να πάρω λίγο δείγμα, για να είμαστε βέβαιοι πως δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Ωστόσο, όταν βλέπετε πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το μάτι σας, θα πρέπει άμεσα να απευθύνεστε σε κάποιον ειδικό. Ήταν λάθος που σας πήρε τόσο».
Ο Νίκος λοξοκοίταξε την Δάφνη. «Θα το λάβουμε υπόψιν. Ευχαριστούμε, κύριε Έντμοντ».
Η Δάφνη σάστισε ακούγοντας αυτό το όνομα: Αυτό δεν ήταν το όνομα του γιατρού στο όνειρό μου; Έντμοντ… 
«Τι ακριβώς μπορεί να είναι τελικά;» ρώτησε τώρα ο Νίκος παίρνοντας την συνταγή από τα χέρια του γιατρού.
«Δεν είμαι βέβαιος», είπε ο κύριος Έντμοντ. «Ίσως επιπεφυκίτιδα. Αλλά δεν μοιάζει σαν κάτι που έχω ξαναδεί, όχι έτσι. Σήμερα θα γίνει η ταυτοποίηση και θα σας ενημερώσω».
Είχαν φτάσει κιόλας σπίτι. Η έξοδος στο σινεμά έμοιαζε με μακρινό όνειρο. Ο Νίκος πήγε στο φαρμακείο, πήρε τα πράγματα της Δάφνης και επέστρεψε πίσω στο σπίτι. Η Δάφνη είχε όμως αποκοιμηθεί.

15

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου

Δεν είδε εφιάλτες αυτή τη φορά. Ξύπνησε νωρίς το πρωί, αλλά όχι αρκετά νωρίς για να προλάβει τον Νίκο. Ένιωθε καλύτερα σήμερα, κι ας μην είχε πάρει τα αντιβιοτικά της που ήταν στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι τους. Ψηλάφισε το μάτι της, το πρησμένο, κακάσχημο μάτι της. Δεν ήταν και τόσο άσχημα.
Πήγε κάτω να πιεί λίγο νερό. Δεν άργησε να διαπιστώσει τα ίχνη από αίμα στο γρανιτένιο πάτωμα του σπιτιού. Οδηγούσαν προς το τηλέφωνο. Έσμιξε τα φρύδια της. Ήταν περίεργο, ήταν πολύ περίεργο, γιατί ήταν τα ίδια χνάρια που είχε αφήσει χθες όταν πάτησε το σπασμένο ποτήρι… που θυμόταν πως είχε μαζέψει αλλά τελικά δεν το είχε μαζέψει… όπως και τα αίματα… μήπως δεν είχε καθαρίσει ούτε τα αίματα; Αποκλείεται, ο Νίκος θα τα είχε δει, άρα δεν υπήρχαν εκεί τα αίματα, τα είχε όντως καθαρίσει.
Η Δάφνη πήγε προς την εξώπορτα, περιμένοντας να την ακούσει πάλι να κλείνει, αλλά δεν ήταν κανείς απέξω. Κοίταξε πίσω της· ούτε μέσα ήταν κανείς. Το σπίτι ήταν άδειο. Έκλεισε την πόρτα και με τρόμο είδε πως τα αίματα βρίσκονταν ακόμα εκεί. Αλλά το ποτήρι… δεν υπήρχε το σπασμένο ποτήρι. Κοίταξε την ουλή στο πέλμα της. Η πληγή είχε ανοίξει και έσταζε αίμα… Το καθάρισε γρήγορα με ένα πανάκι. Έβαλε ένα τσιρότο και σφουγγάρισε τα αίματα.
Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή:
«Δάφνη… Δάφνη εγώ είμαι, η κυρία Φου. Δεν κάλεσες πίσω που σου ζήτησα. Αλλά λογικό, κι εγώ αν έχανα κάποιον δικό μου έτσι θα ήμουν τώρα, απομονωμένη». Αναστεναγμός. «Πάρε με τηλέφωνο όταν μπορέσεις, ανησυχώ για σένα».
Η Δάφνη έτρεξε προς το τηλέφωνο και κάλεσε την Κυρία Φου. Χτυπούσε και…
«Εμπρός; Δάφνη;» Το σήκωσε. «Είδα την αναγνώριση. Πες μου ότι είσαι καλά…»
«Καλημέρα, κυρία Φου», είπε η Δάφνη τάχα πως ήταν ψύχραιμη. «Γιατί τέτοια αναστάτωση; Είστε καλά;»
«Εγώ… Ναι. Μια χαρά είμαι, γλυκιά μου. Όμως έμαθα για την μητέρα σου και… λυπάμαι τόσο πολύ. Θα πρέπει να είναι δύσκολο για σένα. Γι’ αυτό ήσουν έτσι τελικά; Έπρεπε να μου το είχες πει».
«Μισό λεπτό… τι εννοείτε;»
«Προχτές… πέθανε; Δεν το ήξερες;»
Η Δάφνη έκλεισε το τηλέφωνο, αβέβαιη αν πρόκειται για πραγματικότητα. Μπορεί να ήταν πάλι κάποιο όνειρο, ναι, αυτό ήταν, κάποιο κακό όνειρο. Σύντομα θα ξυπνούσε, ουρλιάζοντας όπως πάντα.

Τέλος 3ου μέρους. Το επόμενο και τελευταίο μέρος στις 31 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Αρέσει σε %d bloggers: