Category Archives: Τρόμου

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 2ο.


6

Η Δάφνη δεν είχε άλλο ύπνο. Λογικό μετά το όνειρο, εκείνο με τα αντεστραμμένα μάτια στις κόγχες. Φοβόταν να πέσει να κοιμηθεί. Τι στο καλό ήταν αυτό το όνειρο;
Κατέβηκε να φτιάξει καφέ φίλτρου στην καφετιέρα. Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή.
«Όλα καλά, Δάφνη; Έφυγες ταραγμένη από το τελευταίο μάθημα και ανησύχησα. Ο Νίκος καλά; Μπορείς να λείψεις όσο θέλεις, αρκεί να μου στείλεις πίσω».
Στεκόταν σκεφτική πάνω από το μηχάνημα, προσπαθώντας για άλλη μια φορά να θυμηθεί. Εξέτασε το μήνυμα: ταραγμένη, ήταν η λέξη που συγκράτησε. Γιατί ήταν ταραγμένη; Το πρησμένο μάτι πάντως τής έφερνε πονοκέφαλο όποτε προσπαθούσε να θυμηθεί, λες και κάποιος σκάλιζε με σφήνα το κρανίο της. Δεν ήθελε να πει καμιά βλακεία στην κυριά Φου. Αποφάσισε να μην απαντήσει ακόμη. Ήπιε μια γουλιά καφέ από το φλιτζάνι –ζεστός, ηρεμιστικός. Βοηθούσε κάπως στον πόνο, κανένας λόγος  να πάρει παυσίπονα.
Πλησίασε το νεροχύτη να πάρει ένα κουταλάκι, όταν ξαφνικά πάτησε σκόρπια θρύψαλα.
«Άου, άου!» φώναξε με ψιλή φωνή. Σήκωσε αντανακλαστικά το πόδι της και κοίταξε κάτω. Έντονο κόκκινο αίμα πότισε το δάπεδο.  Άφησε το φλιτζανάκι στον πάγκο, απορώντας ακόμη πώς δεν της είχε πέσει κάτω. Κοίταξε τα θρύψαλα. Συνοφρυώθηκε. Στο δάπεδο ήταν τα θραύσματα του σπασμένου ποτηριού που έσπασε χθες. Αλλά θα ορκιζόταν πως τα είχε μαζέψει. Προσπαθούσε να θυμηθεί αν πράγματι τα είχε μαζέψει, μα δεν μπορούσε.
Τότε άκουσε το κλείσιμο της εξώπορτας. Από το δεξί της μάτι, το πρησμένο, δεν είδε ποιος ήταν εκεί. Δεν μπόρεσε να δει αν κάποιος ήταν στην πόρτα. Γύρισε και κοίταξε με το αριστερό. Τίποτα, κανένας. Ίσως ο άνεμος να είχε τραντάξει το τζάμι. Πλησίασε και άνοιξε την εξώπορτα. Σήμερα δεν είχε καθόλου αέρα. Μόνο ήλιο και πολλή ζέστη. Ούτε ένα αυτοκίνητο δεν περνούσε από την οδό. Κανείς. Κανείς δεν ήταν έξω.
Κοίταξε να ελέγξει μέσα στο σπίτι. Το βλέμμα της σάρωσε το μικρό σαλόνι. Ησυχία. Ένιωσε την παρόρμηση να φωνάξει τη μητέρα της, μα θα ήταν τρελό μιας και πλέον δεν ζούσε μαζί της.
Όταν βεβαιώθηκε ότι κανένας δεν ήταν στο σπίτι, κούνησε το κεφάλι θαρρείς πως έδιωχνε μια ανόητη σκέψη. Αυτή τη φορά φρόντισε να μαζέψει τα γυαλιά. Ο καφές είχε κρυώσει πάνω στον πάγκο ωσότου να σφουγγαρίσει τα ίχνη από το αίμα της. Εφιάλτης. Η θέα ακόμη και του δικού της αίματος ήταν εφιάλτης. Διόλου τυχαίο που φοβόταν τα νοσοκομεία.

7

«Τι λες να βγούμε σήμερα;» είπε ο Νίκος. «Σε κάνα εστιατόριο, ίσως». Η Δάφνη διάβαζε ένα βιβλίο. Ο Νίκος διόρθωνε γραπτά. «Εσύ διαλέγεις».
Σήκωσε το βλέμμα της να τον κοιτάξει. Πόσος καιρός πήγαινε πού να της πρότεινε κάτι τέτοιο; Δύο μήνες; Τρεις μήνες; «Χμμ, τελευταία σκεφτόμουν πόσο πολύ θέλω να πάμε σινεμά. Ξέρεις, με πιάνει κάπου κάπου. Αλλά δεν μπορώ να βγω έτσι, όχι με τέτοιο μάτι».
«Έλα τώρα Δάφνη, γίνεσαι υπερβολική… Σινεμά ε;» Χτυπούσε το στυλό απαλά στα χείλη του. «Καθόλου κακή ιδέα. Έχεις στο μυαλό σου κάποια καλή ταινία;»
Η Δάφνη έβαλε το βιβλίο στην άκρη. «Είναι μία, αλλά δεν ξέρω αν θα σου αρέσει».
«Αν έχει τίποτα ρομαντικά και τέτοια να μου λείπει», είπε και χαμογέλασε. «Πλάκα κάνω… θα δούμε ό,τι θέλεις εσύ, αρκεί να βγούμε να ξεσκάσουμε λίγο».
«Ξέρεις πόσο μου αρέσουν τα θρίλερ».
«Α, έχουμε ζήσει αρκετό απ’ αυτό με τη μάνα σου, πίστεψέ με».
Η Δάφνη τον κοίταξε έντονα, αλλά ήταν αδύνατο να μη γελάσει.

8

Έξω είχε σκοτεινιάσει, η ψύχρα δεν άργησε πολύ να έρθει φέτος το Σεπτέμβριο.
«Φόρα το, κάνει κρύο».
«Είσαι… πολύ γλυκός».
«Ναι καλά, τα έχουμε ξανακούσει αυτά».
Την τράβηξε κοντά του. Περπατούσαν καθοδόν για το σινεμά, δεν ήταν μακριά από το σπίτι τους οπότε δε χρειάστηκε να πάρουν το αυτοκίνητο.
Είχε μεγάλη ουρά στα εκδοτήρια. Πήγαν πρώτα να πάρουν το φαγητό.
«Τι θες να πιείς;»
«Κόκα Κόλα», είπε η Δάφνη. «Πάρε την προσφορά με το μεγάλο ποπ-κορν».
«Θέλεις να τα πάρεις εσύ κι εγώ να πάω για τα εισιτήρια; Δε παίζει να προλάβουμε πριν αρχίσει η ταινία».
«Εντάξει, καλή ιδέα. Θα σε περιμένω εδώ».
Ο Νίκος έφυγε για τα εισιτήρια και η Δάφνη άνοιξε το πορτοφόλι της και πήρε πέντε ευρώ.
«Τι θα θέλατε παρακαλώ;» ρώτησε η νεαρή κοπέλα πίσω από το ταμείο.
«Ένα μεγάλο ποπ-κορν και –τι συμβαίνει;» Κοιτούσε το πρησμένο της μάτι, ήταν σίγουρη.
«Ε… τίποτα, τίποτα». Πήρε ένα χαρτονένιο κύπελλο. «Μεγάλο είπατε, έτσι;»
«Ναι…»
Το γέμισε ποπ-κορν. «Κάτι άλλο;» ρώτησε εύθυμη.
«Όχι… αυτό μόνο». Ήθελε να φύγει από κει, αισθανόταν άβολα, αισθανόταν ότι ήταν το μεγάλο θέαμα, το επίκεντρο, η αναμενόμενη προβολή των Box Office. Ο κόσμος την κοιτούσε και ένιωθε πως θα κλάψει.
«Μωρό μου, είμαστε έτοιμοι;» Ήταν ο Νίκος. Εμφανίστηκε πάλι από τα δεξιά της. Δεν ήξερε πόση ώρα ήταν εκεί. Λογικά τώρα ήρθε. Λογικά.
«Ναι… ναι, πάμε».
«Η Κόκα Κόλα;»
«Σωστά».
«Και μια Κόκα Κόλα, παρακαλώ», ζήτησε ο Νίκος για κείνη. Ήξερε, αλλά ήταν εντάξει.
Προτού μπουν στην αίθουσα προβολής, ο Νίκος της έπιασε την κουβέντα: «Ανησυχώ λίγο».
Η Δάφνη απόρησε. «Για ποιο πράγμα;»
«Σκέφτομαι μήπως σου προκαλέσει εφιάλτες η ταινία».
«Μη γίνεσαι γελοίος».
«Γιατί αμφιβάλλεις;»
«Γιατί δεν θα κάνει καμία απολύτως διαφορά».

9

Ο άντρας σύρθηκε μέσα από το σκοτάδι, η ανάσα του λυσσασμένη, οι προθέσεις του άγριες και ανελέητες. Είχε σπάσει το παράθυρο, είχαν πιαστεί στα χέρια, δεν κατάλαβε για πότε συνέβη· η γυναίκα με το ξεχειλωμένο μπλουζάκι και το πρόσωπο κομμένο, έτρεξε να σωθεί από τον άντρα, γιατί δεν μπορούσε με τίποτα να αντιμετωπίσει την κτηνώδη φύση του. Ήταν ψηλότερος και δυνατότερος.
Έκοψε τα πόδια της στα σπασμένα γυαλιά, αλλά κατάφερε να του ξεφύγει· όχι, την άφησε να ξεφύγει, έπαιζε το παιχνίδι του τώρα, ήταν πολύ αργά, σαν το ποντίκι με τη γάτα, σαν τη γάτα με το ποντίκι. Ήθελε να δει τι θα κάνει, παγιδευμένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Έπρεπε να είχε τρέξει εξαρχής, να σωθεί, το σκέφτηκε αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει, πάγωσε, λειτουργούσε ενστικτωδώς.
Ο άντρας δεν ήταν άνθρωπος. Αποκλείεται να ήταν. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από το λαιμό της καθώς την σήκωνε πάνω με τα πόδια να απέχουν. Κλοτσούσαν ανώφελα τον αέρα. Προσπάθησε να την στραγγαλίσει. Τα αφτιά της βούιζαν. Το ένα μάτι είχε ήδη πρηστεί μαζί με το πρόσωπό της. Η ανάσα της ακουγόταν σαν γυαλόχαρτο. Ένιωθε ότι θα ξεράσει.
Το κοινό ούρλιαξε αγωνιώντας. Η Δάφνη κρύφτηκε μέσα στις παλάμες της. Ο Νίκος την πήρε αγκαλιά με το ένα χέρι έως το τέλος της ταινίας.

10

Η ταινία τελείωσε και γυρνούσαν σπίτι πιασμένοι χέρι-χέρι.
«Σ’ άρεσε η ταινία;»
«Καλή ήταν», απάντησε η Δάφνη.
«Μόνο καλή;»
«Ε… ναι. Ήταν προβλέψιμη, αλλά είχε πολλή αγωνία».
Ο Νίκος γέλασε. «Σ’ αυτό συμφωνώ. Έπρεπε να έβλεπες τα μούτρα σου».
Θυμήθηκε το περίεργο βλέμμα της κοπέλας στο ταμείο, το πώς την κοιτούσε.
Η Δάφνη προσπάθησε να χαμογελάσει. «Τι εννοείς;»
«Ότι τα ‘χες κάνει πάνω σου».
Έστριψαν στη γωνία. Το σπίτι τους ήταν μόλις δέκα μέτρα μακριά.
Άξαφνα το μάτι της άρχισε να την πονάει. «Ουχ, αχ! Νίκο-Νίκο, το μάτι μου… με πεθαίνει!»
Ο Νίκος την γύρισε προς το μέρος του. «Δάφνη σου έχω πει να μη βάζεις τα χέρια στα μάτια!  Έλα κοντά… άσε με να το δω». Το πρήξιμο, κάτω από το ελάχιστο φως των φανών του δρόμου, έμοιαζε με μεγάλο καρούμπαλο. «Τι νιώθεις; Σε πονάει ακόμα;»
«Ναι… νιώθω ένα κάψιμο, σαν να με τρυπάνε με καυτή βελόνα».
«Δεν φαίνεται καλό… μείνε ψύχραιμη… βγάζει λίγο αίμα».
«Τι!» φώναξε. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει.
«Πάμε, μη καθόμαστε άλλο».
Ο Νίκος την βοήθησε να προχωρήσει και να ανέβει τα σκαλοπάτια της πρόσοψης. Στην συνέχεια την έβαλε να καθίσει στον καναπέ, σιγά-σιγά. Η Δάφνη κάλυπτε το αριστερό της μάτι, λες και φοβόταν μήπως χάσει κι αυτό.
«Έρχομαι αμέσως», της είπε και άκουσε τα βήματά του να κατευθύνονται στο μικρό μπάνιο. Έψαχνε το ντουλαπάκι με τα φάρμακα, του έπεσε κάτι, η Δάφνη αναρωτήθηκε τι, αλλά είχε σημασία; Ερχόταν τώρα προς τα κείνη.
«Μην κουνηθείς».
«Εντάξει…»
Ο άντρας της κάτι ψαχούλευε στο κουτί πρώτων βοηθειών. Της μύρισε οινόπνευμα, εκείνη η καθαρή μυρωδιά που θύμιζε νοσοκομείο. Φοβήθηκε. Το δεξί της μάτι άρχισε πάλι να την πονάει. Εκείνη άρχισε να κλαίει. Με τα δάκρυα κυλούσε και αίμα –όχι πολύ, ήταν όμως ανησυχητικό. Ένιωσε κάτι να πιέζει την πρησμένη σάρκα, ύστερα ένα τσούξιμο, ο Νίκος έκανε σήψη· στο δεξί της χέρι ένιωσε πιτσιλιές δροσιάς, μάλλον είχε ιδρώσει. Κατάφερε να ανοίξει το δεξί μάτι. Από τη σχισμή του ματιού βγήκε πύον που βρόμαγε και σκούρο αίμα.
Ο Νίκος σταμάτησε να ανασαίνει. Δεν κουνιόταν.
«Τ-τι είναι Νίκο;»
«Δάφνη… είναι πιο σοβαρό απ’ ό,τι νόμιζα…»
«Πες μου… πες μου τι τρέχει με το μάτι μου… Δεν μπορώ να δω».
«Έχει γυρίσει ανάποδα».

Τέλος 2ου μέρους. Επόμενο μέρος στις 28 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 1ο.


1

«Το έβγαλες;»
«Μη κουνιέσαι, προσπαθώ».
«Άου, Νίκο, με πονάς!»
«Συγγνώμη, Δάφνη. Κοντεύουμε…και…βγήκε!»
Ο Νίκος έδειξε στη σύζυγό του το θραύσμα γυαλιού.
«Ω, Θεέ μου!» είπε εκείνη.
«Είσαι τυχερή που δεν τρύπησε τον κερατοειδή. Μπορεί να πάθαινες ζημιά. Θύμισέ μου, πώς ακριβώς συνέβη;»
«Δε… δεν θυμάμαι».
«Έλα τώρα, Δάφνη».
«Σοβαρολογώ». Κοιτούσε στο καθρεφτάκι το μικρό κόψιμο στο πάνω βλέφαρο. «Βγάζει ακόμα αίμα, Χριστέ μου!»
«Έλα δω». Περιποιήθηκε το τραύμα της με λίγο βαμβάκι και ιώδιο. «Καλύτερα τώρα;»
«Ναι… Είσαι πολύ γλυκός».
«Δεν μου το λες συχνά αυτό».
«Το ξέρω. Φταίνε οι συνθήκες… καταλαβαίνεις».
«Ακόμα με την μητέρα σου;»
Η Δάφνη αναστέναξε. «Ναι. Δεν σε χωνεύει».
«Χμμ… ούτε εγώ».
«Μιλάω σοβαρά».
«Κι εγώ το ίδιο, Δάφνη. Αλλά ξέρεις ποιο το καλό; Η ζωή είναι μικρή για να ασχολούμαστε με τη μάνα σου».
«Έχεις δίκιο… τι σημασία έχει άλλωστε; Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει πόσο σε αγαπώ».
«Κι εγώ σ’ αγαπάω, Δάφνη». Ο άντρας με το κοστούμι τής χαμογέλασε τρυφερά. Ύστερα σοβάρεψε και την κοίταξε μισό λεπτό. «Τελικά πώς το έπαθες;»
«Δεν ξέρω, αλήθεια. Θυμάμαι μόνο ότι έφυγα από τη γιόγκα και πήγα σπίτι και… βιαζόμουν να σε βρω. Για να σου φέρω το αυτοκίνητο, μάλλον. Δεν θυμάμαι κάτι άλλο, είναι μυστήριο».
«Πράγματι είναι». Έτριβε σκεφτικός το πιγούνι του. «Τέλος πάντων. Το σημαντικό είναι πως είσαι καλά. Πρόσεχε όμως την πληγή γιατί μπορεί να μολυνθεί». Κοίταξε το ρολόι του. «Λοιπόν, πρέπει να επιστρέψω. Έχω μια ολόκληρη τάξη να αναλάβω». Τη φίλησε στο στόμα.
«Υπομονή, δυο ώρες ακόμα», είπε η Δάφνη. «Εγώ λέω να γυρίσω κατευθείαν σπίτι».
«Καλά θα κάνεις. Πέσε να ξεκουραστείς».
«Μάλιστα, κύριε καθηγητά».

2

Η Δάφνη γύρισε σπίτι. Το σαλόνι είχε μια ζεστή αίσθηση από μπεζ τοίχους και δερμάτινους καναπέδες. Ωστόσο ήταν καλοκαίρι, στο πάτωμα δεν υπήρχαν χαλιά, και το κλιματιστικό ήταν ανοιχτό. Θα ξέχασε να το κλείσει, μάλλον. Ή μήπως όχι; Υπήρχε κάτι που έπρεπε να θυμηθεί, μα δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Δεν ασχολήθηκε, το έκλεισε από το χειριστήριο.
Έκανε ένα τηλεφώνημα, παρόλο που μετά βίας μπορούσε να δει τα πλήκτρα με το πρησμένο της μάτι –χρειάστηκε να το κλείσει, γιατί, Δόξα τω Θεώ, από το αριστερό έβλεπε μια χαρά. Δεν το σήκωνε κανείς, οπότε έπρεπε να αφήσει μήνυμα. «Κυρία Φου; Θα χρειαστεί να λείψω για κάνα δυο μέρες από τα μαθήματα. Συνέβη κάτι έκτακτο, όχι σοβαρό, μην ανησυχείτε».
Το έκλεισε και πήγε στο νεροχύτη. Έβαλε σε ένα γυάλινο ποτήρι να πιεί νερό και στάθηκε με τους γοφούς στην άκρη του πάγκου. Στεκόταν σκεφτική τρίβοντας το κάτω χείλος –μια απόπειρα να θυμηθεί. Οι σκέψεις δεν κράτησαν  πολύ· ένας φρικτός πόνος στο δεξί της μάτι την έκανε να ρίξει το ποτήρι της κάτω. «Θεέ μου, τι πόνος!» Κοίταξε τα σκόρπια θρύψαλα, η όψη τους την έκαναν να φανταστεί να διαπερνούν το βολβό του ματιού της.
Έτρεξε στο μπάνιο ζαλισμένη. Όσο όμορφη κι αν ήταν, ένα τέτοιο πρήξιμο την έκανε να μοιάζει με σάκο του μποξ. Άνοιξε το ντουλαπάκι με τα φάρμακα και πήρε ένα παυσίπονο. Ένιωθε κάπως καλύτερα, ωστόσο το πρήξιμο δεν υποχώρησε.
Αργότερα ο Νίκος γύρισε σπίτι. Βρήκε την Δάφνη ξαπλωμένη στον καναπέ. «Τι συμβαίνει;»
«Το εννοώ, Νίκο, δεν θα ξαναβγώ έτσι από το σπίτι. Είμαι σαν τέρας».
«Αυτό είναι γελοίο». Χαμογελούσε –αν η Δάφνη φοβόταν κάτι στον Νίκο, ήταν πως πάντοτε χαμογελούσε σε σημείο που δεν ήταν φυσιολογικό ώρες-ώρες. «Είσαι μια κούκλα, πώς είναι δυνατόν να αφήνεις ένα μικρό ατύχημα να σε επηρεάσει; Εξάλλου, σημασία δεν έχει το μέσα; Αυτό δεν μου λες πάντα;»
«Πάντα. Με ένα τέτοιο μοιάζω».
«Και τα πάντα είναι όμορφα, ξέρεις».
«Ναι, καλά», τον πείραξε η Δάφνη. Και μετά: «Πώς ήταν τα παιδιά;»
Ο βιολόγος με το κοστούμι της έριξε ένα ύφος απόγνωσης. «Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό, σε παρακαλώ. Γίνονται όλο και πιο ανυπόφορα, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται. Έτσι μου ‘ρχεται… μου ‘ρχεται να τα πνίξω!»
Η Δάφνη γέλασε, νιώθοντας πρησμένη σαν κωμικοτραγική μάσκα. «Ίσως εκμεταλλεύονται το γεγονός πως δεν είσαι αυστηρός καθηγητής. Πρέπει να τους δώσεις ένα μάθημα».
«Λες ε;»
Η Δάφνη έγνεψε πονηρά.
«Εγώ λέω…» Έπιασε την Δάφνη από τη μέση «…να δώσω σ’ εσένα πρώτα ένα μάθημα». Και την ξάπλωσε στον καναπέ, φιλώντας την παθιασμένα.

3

Η Δάφνη φορούσε ένα πράσινο μακό μπλουζάκι· οι θηλές της διαγράφονταν ακόμη σκληρές πάνω του. Κάπνιζε ένα Ουίστον, αλλά για κείνη πλέον ήταν θέμα συνήθειας παρά ανάγκης. Κοιτούσε τα φώτα της πόλης από το παράθυρο πάνω από το νεροχύτη, όταν στο μυαλό της ξεπετάχτηκε η μητέρα της –είχε να καλέσει στο σπίτι τους ώρες, πράγμα ασυνήθιστο. Ίσως τελικά τα παράτησε, αποδέχτηκε ότι η κόρη της ήταν ερωτευμένη, πως η ζωή της δεν κρεμόταν πια από τη μητέρα της. Έτριβε το κάτω χείλος της, προσπαθούσε να θυμηθεί πάλι τι συνέβη σήμερα και γιατί όλα αυτά τα κενά μνήμης.
Ξεφύσησε τον τελευταίο καπνό. Και πάλι τίποτα. Έσβησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο.
«Δεν κοιμάσαι;»
Η φωνή του  Νίκου ακούστηκε από τα δεξιά της και η Δάφνη τινάχτηκε πάνω. «Νίκο… μου έκοψες τη χολή».
«Συγγνώμη», είπε και πήγε στο ψυγείο. Οι τρίχες στο στήθος του τής έφερναν διέγερση. Ο Νίκος πήρε μια μπίρα και την άνοιξε.
«Δεν σε αντιλήφθηκα –ακόμα δεν μπορώ να ανοίξω το δεξί μου μάτι».
«Τόσο χάλια είναι;»
Ήπιε μια γουλιά από το γυάλινο, θολό από την παγωμένη μπίρα μπουκάλι.
«Ναι… Είναι φυσιολογικό αυτό;»
«Ποιο;»
«Να είναι τόσο άσχημο από ένα μικρό κόψιμο».
Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Σε πονάει;»
«Όχι… εκτός από-»
«Τι; Αν σε πονάει πες το μου».
«Όταν γύρισα με πονούσε λίγο. Πήρα ένα παυσίπονο, δεν πονάει τώρα…»
«Εντάξει, καλό αυτό». Πήγε κοντά και έτριψε καθησυχαστικά το μπράτσο της. «Αν αρχίσει να σε πονάει πάλι, θα πρέπει να το κοιτάξουμε».
«Μα-»
«Και δεν θέλω αντιρρήσεις. Πιστεύω πως το έχεις ξεπεράσει το όλο θέμα της φοβίας». Ήπιε άλλη μια γουλιά και πήγε στην κρεβατοκάμαρα.
«Το έχω ξεπεράσει».
Δεν έλεγε αλήθεια· φοβόταν ακόμη τα νοσοκομεία.

4

Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Δεν ήταν τυφλή. Τα πάντα έμοιαζαν εχθρικά μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άνθρωπος  (άνθρωπος δίχως μάτια)
με μάτια ανθρώπινα, μα δεν κοιτούσαν καθόλου με τρόπο ανθρώπινο. Ήταν αντεστραμμένα, γυρισμένα, κοιτούσαν το εσωτερικό του κρανίου της. Έβλεπε μια μορφή, στρογγυλή, παλλόταν, ήταν μέσα στο κεφάλι της. Η Δάφνη ούρλιαξε, ήταν όνειρο, ένα κακό όνειρο. Στάθηκε κάθιδρη, τρομαγμένη. Ο Νίκος ήταν επίσης ξύπνιος και τρομαγμένος, την κοιτούσε αλλά δεν μιλούσε. Είχε μεταβεί σε μια κατάσταση που είχε γίνει συνήθειο. Ήξερε ότι η Δάφνη είχε δει πάλι την εμμονική μητέρα της να την κυνηγά στα όνειρά της.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν εκείνη. Τα τελευταία βράδια έβλεπε κάτι άλλο, κάτι για το οποίο δεν του είχε μιλήσει ακόμα, δεν ένιωθε άνετα. Μπορεί να την περιγελούσε, παρόλο που δεν του είχε δώσει τέτοια δικαιώματα.
Φοβόταν. Δεν ήταν έτοιμη.

5

Ήταν Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου, με πρωινή λιακάδα. Ένας κούκος παραμιλούσε έξω από το παράθυρό τους. Η Δάφνη ήταν ακόμη ξαπλωμένη και παρακολουθούσε τον Νίκο που ετοιμαζόταν για το σχολείο.
«Είναι καλύτερα;» την ρώτησε ενώ φορούσε τη γραβάτα του.
«Νομίζω πως ναι». Άγγιξε την πληγή. «Άου… ή και όχι».
Ο Νίκος έκανε το γύρω του κρεβατιού και την φίλησε. «Είσαι κουτό. Πάντως στο λέω, αν δεν έχει περάσει μέχρι αύριο, θα σε πάρω να πάμε στο νοσοκομείο. Μπορεί να έχει μολυνθεί».
Η Δάφνη στριφογύρισε τα μάτια μέσα στις κόγχες της –μόνο το αριστερό φάνηκε να κάνει αυτή την κίνηση. «Καλά θα είμαι, μην ανησυχείς. Παρεμπιπτόντως, κάλεσε καθόλου η μητέρα μου; Έχει μια μέρα να φανεί».
«Όχι». Ήταν εμφανές ότι ένα τέτοιο ερώτημα τον ενοχλούσε. «Και τολμώ να παραδεχτώ πως δεν με απασχολεί. Για το δικό μας καλό, να ησυχάσουμε πια απ’ αυτή τη γυναίκα».
«Νίκο, είναι η μητέρα μου». Η Δάφνη ήξερε ότι δεν την σύμφερε να το συνεχίσει. Θα άκουγε την απάντησή του και ύστερα θα σταματούσε να σκαλίζει το θέμα.
«Σκασίλα μου!» φώναξε. «Θα την αφήνεις να έχει τον έλεγχο της ζωής σου; Δεν είσαι παιδί, Δάφνη. Οφείλει να το καταλάβει πια αυτό, για όνομα».           Έστρεψε τη ματιά του στον καθρέφτη για να ζώσει το παντελόνι του. Η Δάφνη καταλάβαινε ότι αυτή η αποστροφή ήταν μόνο και μόνο για να μη συναντήσει το θυμωμένο βλέμμα του –ένας μηχανισμός άμυνας. «Κοίτα… δεδομένης της κατάστασης, δεν θα το συζητήσω άλλο. Μιλάμε για αυτονόητα πράγματα, γι’ αυτό ας μη χαλάμε τις καρδιές μας τώρα».
«Ποιας κατάστασης; Μιλάς για το μάτι μου;»
«Όχι. Μιλάω για το γεγονός ότι δεν σε αφήνει ήσυχη ούτε και στον ύπνο σου. Σε έχει καταστρέψει». Η Δάφνη δεν το συνέχισε –ο Νίκος είχε δίκιο.
«Πρέπει να φύγω, άργησα». Έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο. Αυτό σήμαινε πως ήταν ακόμη θυμωμένος· πάντα την φιλούσε στο στόμα.

Τέλος 1ου μέρους. Επόμενο μέρος στις 25 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Τα Χριστούγεννα Του Γέροντα.


Ήταν 25 Δεκεμβρίου, όπου όλοι οι κάτοικοι του χωριού γιόρταζαν τη γιορτή των Χριστουγέννων. Στην άκρη του χωριού, όμως, ζούσε ένας γέροντας που δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί τη γιορτή αυτή, διότι έμενε μόνος του και είχε τις δικές του στενοχώριες.

Ο γέροντας Τζέισον κάθισε στην κόκκινη πολυθρόνα του τεράστιου σαλονιού του και κοιτούσε τα όμορφα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Με εξαίρεση τα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και το ζεστό τζάκι, το σπίτι ήταν σκοτεινό και επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Επίσης, ένα από τα δυο παράθυρα στο σαλόνι ήταν μισάνοιχτο, με αποτέλεσμα να «ταξιδεύει» προς τον κήπο, η μυρωδιά από τα νόστιμα μελομακάρονα και από τους νόστιμους κουραμπιέδες.

Στόχος του γέροντα Τζέισον είναι να «πιάσει» έναν καλικάντζαρο και, γι’ αυτόν το λόγο, κάθε Χριστούγεννα στήνει την ίδια παγίδα.

Η ώρα ήταν δέκα το βράδυ. Ο γέροντας, κοιτώντας την ομίχλη στον κήπο του, έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, έβαλε στο στόμα του ένα μελομακάρονο και φόρεσε τα γυαλιά του. Ξαφνικά, όμως, ακούει ένα θόρυβο από την κουζίνα που έμοιαζε περισσότερο σαν τρίξιμο παραθύρου… Ο γέροντας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, άφησε στο μικρό τραπεζάκι το δαγκωμένο και νόστιμο μελομακάρονο και κοίταξε προς την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας. Για κάποια δευτερόλεπτα,  δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε καν η ανάσα του γέροντα. Μετά από λίγο, ο φοβισμένος γέροντας πλησιάζει με αργά βήματα προς την κουζίνα. Πριν φτάσει στην κουζίνα, αρπάζει μια καραμπίνα που βρίσκει στο πίσω μέρος της πολυθρόνας και, φτάνοντας στην κουζίνα, μπαίνει μέσα και αντικρίζει έναν ξένο! Βλέπει έναν καλοντυμένο άντρα να μπουκώνει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες με ένα ανεξήγητο τρόπο. Επίσης, βλέπει το παράθυρο της κουζίνας ανοιχτό και πολλούς κουραμπιέδες, πεσμένους στο πάτωμα. Καθώς κοιτούσε τους κουραμπιέδες στο πάτωμα, παρατηρεί κάτι το ασυνήθιστο. Έξω από τα τρύπια παπούτσια του καλοντυμένου άντρα, υπήρχαν κοφτερά μαύρα νύχια! Τότε, το κατάλαβε.

– «Έι, εσύ!…»

φώναξε ο γέροντας, σηκώνοντας την καραμπίνα του και σημαδεύοντας τον καλικάντζαρο.

Ο καλικάντζαρος, με ανθρώπινη μορφή, άφησε κάτω ένα μελομακάρονο που έτρωγε και κοίταξε τον γέροντα στα μάτια. Μετά από την επαφή με τα μάτια, ο καλικάντζαρος σηκώθηκε από την καρέκλα και πήρε την απάνθρωπη μορφή του, κάνοντας τον γέροντα να φοβηθεί ακόμη περισσότερο. Ο γέροντας τον πυροβόλησε και ο καλικάντζαρος πετάχτηκε προς τα πίσω, πέφτοντας αναίσθητος στο πάτωμα!!!

–  «Και τώρα, θα σε ανακρίνω»

είπε ο γέροντας στο ψόφιο δαιμόνιο.

Ένας παράξενος και δυνατός ήχος, όμως, ακούγεται από το σαλόνι και ο γέροντας αφήνει τον καλικάντζαρο στην κουζίνα και τρέχει προς το σαλόνι. Όταν φτάνει στο σαλόνι βλέπει κάτι καταστροφικό! Δεν πίστευε στα μάτια του! Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε διαλυθεί και τα στολίδια είχαν σκορπιστεί σε ολόκληρο τον χώρο του σαλονιού!!! Κάτω, όμως, από το παράθυρο του σαλονιού είδε τη φρίκη, μπροστά στα μάτια του! Ένα μικροσκοπικό δαιμόνιο με μυτερά αυτιά και κοφτερά μαύρα νύχια στα χέρια και στα πόδια του, καταβρόχθιζε το πτώμα της νεκρής Κυρα-Φροσύνης!

Η Κυρα-Φροσύνη ήταν η γυναίκα του γέροντα Τζέισον, η οποία είχε πεθάνει πριν από 9 μήνες. Οι καλικάντζαροι είχαν καταλάβει ότι ο γέροντας Τζέισον τους έστηνε παγίδα κάθε Χριστούγεννα, και θέλησαν να ξεθάψουν την νεκρή γυναίκα του για να της δαγκώσουν το βρώμικο δέρμα της, μπροστά στα μάτια του!!! Σκέφτηκαν πως με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουν να απειλήσουν τον γέροντα, ώστε να μην ξαναστήσει παγίδα τα επόμενα Χριστούγεννα κι, έτσι, να μπορούν να τρώνε άνετα τα νόστιμα μελομακάρονα και τους νόστιμους κουραμπιέδες του.

Ο γέροντας έμεινε άναυδος!!! Κοίταξε τον μικροσκοπικό καλικάντζαρο και τον σημάδεψε με την καραμπίνα.

– «Άσε το όπλο κάτω και θα βάλουμε τη γυναίκα σου και πάλι, πίσω στον τάφο της»

του φώναξε ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος, ο οποίος είχε πασαλειμμένο βρώμικο αίμα στο στραβό σαγόνι του.

– «Αν μας δώσεις να φάμε, τότε δε θα σε ενοχλήσουμε ξανά.»

– «Εντάξει»

είπε ο γέροντας και αντιλήφθηκε ότι ο ίδιος μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.

– «Δε θα ξαναβάλω παγίδες και θα σε αφήνω να μπαίνεις στο σπίτι μου κάθε Χριστούγεννα για να τρως ότι θες, αλλά με δυο όρους. Να βάλεις ξανά τη γυναίκα μου εκεί που ανήκει και να μην ξανακάνεις τέτοιου είδους αταξίες στο δικό μου σπίτι»

του είπε, δείχνοντας το διαλυμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Όταν ο γέροντας άφησε σε μια γωνιά την καραμπίνα, ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος εξαφανίστηκε, μαζί με την Κυρα-Φροσύνη, αφήνοντας σε αυτό το σημείο καπνό. Ο γέροντας έτρεξε προς την κουζίνα και στάθηκε πάνω από το πτώμα του αναίσθητου καλικάντζαρου που είχε πυροβολήσει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, όμως, ο αναίσθητος καλικάντζαρος έγινε καπνός. Ο γέροντας, βλέποντας τον καπνό να σκορπίζεται στον χώρο της κουζίνας, πηγαίνει ξανά στο σαλόνι και αρχίζει να στολίζει ξανά το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Γύρω στις 5:00, που ακόμα στον κήπο του σπιτιού του γέροντα επικρατεί σκοτάδι, ησυχία και ομίχλη, ο γέροντας τελειώνει το στόλισμα και ανοίγει το παράθυρο του σαλονιού. Κοίταξε στο απόλυτο σκοτάδι και το μόνο που έβλεπε ήταν η κινούμενη ομίχλη. Ξαφνικά, ανατρίχιασε. Ανατρίχιασε, επειδή άκουσε, μέσα στο σκοτάδι, αόρατες και άγνωστες φωνές να λένε ένα τραγούδι.

– «Το Τραγούδι Των Καλικαντζάρων»

είπε και ανατρίχιασε όσο ποτέ άλλοτε.

Στη συνέχεια, άφησε μισάνοιχτο το παράθυρο και άραξε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, τρώγοντας τα νόστιμα μελομακάρονα και κοιτώντας μια το χριστουγεννιάτικο δέντρο και μια το ζεστό του τζάκι.

Μια συμβουλή: Να προσέχετε ποιους εμπιστεύεστε! Κάθε Χριστούγεννα, οι καλικάντζαροι παίρνουν ανθρώπινη μορφή και κυκλοφορούν τις νύχτες στους δρόμους και στα σπίτια, κάνοντας τις ζαβολιές τους και προσπαθώντας να κάνουν κακό σε οποιονδήποτε δεν τους αφήσει να κάνουν αυτό που εκείνοι θέλουν.

Τρόμου: Η Πέτρα.


Το καλοκαίρι στο εξοχικό μου που είναι πολύ παλιό, πάνω από 200 χρόνων, βρήκε η αδερφή μου μια παλιά και τρομαχτική κούκλα πίσω από ένα παλιό Ραδιόφωνο (μπορεί αυτή η κούκλα να ανήκε στην προγιαγιά μου). Θυμηθήκαμε ότι πριν από πολλά χρόνια όταν είμασταν πολύ μικρές, είχαμε αυτήν την κούκλα και παίζαμε μαζί της. Tην είχαμε ονομάσει Πέτρα. Ώσπου μια μέρα η κούκλα εξαφανίστηκε και δεν βρέθηκε για χρόνια όσο και αν την ψάξαμε και ξεχάστηκε.

Ώσπου φέτος το καλοκαίρι η πέτρα ξαναβρέθηκε πίσω από το ραδιόφωνο ενώ εκεί είχαμε ψάξει. Εγώ ανατρίχιασα με την κούκλα γιατί μου προκαλούσε φόβο, αντιθέτως η αδερφή μου έκανε κάτι που δεν το περίμενα καθόλου. Για μέρες είχε κολλήσει με την κούκλα και την είχε πάντα μαζί της όπου και αν πήγαινε. Εγώ είχα παραξενευτεί, γιατί να την θέλει αυτήν την τρομαχτική κούκλα; Στο τέλος θύμωσα πολύ γιατί ότι και αν κάναμε με την αδερφή μου η κούκλα ήταν πάντα παρούσα και με κοίταζε με τα ψυχρά της μάτια. Στεκόταν εκεί καθιστή με το άσπρο της φόρεμα. Είχε γαλάζια μάτια μόνο μου το ένα είχε βγει και είχε καφέ κοντά ίσια μαλλιά και ένα τρομαχτικό χαμόγελο.

Τότε άρχισα συχνά να βρίζω την κούκλα λέγοντας στην Νικόλ ότι η κούκλα είναι παλιά, άσχημη και τρομαχτική αλλά εκείνη δεν άλλαζε την γνώμη της για την Πέτρα.  Τέλος έπεισα την αδερφή μου να κάνουμε μια πλάκα με την κούκλα. Της είπα να πάμε στο εκκλησάκι της προγιαγιάς μου στο δάσος και να την θάψουμε για να δούμε τι θα γίνει τη άλλη μέρα… Έτσι για πλάκα…

Όμως την άλλη μέρα η αδερφή μου ήταν θυμωμένη και ήθελε πίσω την κούκλα, έτσι πήγα να της την φέρω. Προς μεγάλη μου έκπληξη η κούκλα ήταν ξεθαμμένη και μπρούμυτα. Τότε τρόμαξα και ευχήθηκα να μπορούσα να την ξεφορτωθώ την τρομαχτική και άσχημη κούκλα, αλλά την πήρα και πήγα να την επιστρέψω στην αδερφή μου γιατί θα στεναχωριόταν. Έπειτα όταν πήγα να γυρίσω είχε πολύ ήλιο και το σπίτι ήταν μακριά από το δάσος και κουράστηκα παρά πολύ για κάποιον λόγο. Όταν έφτασα σπίτι ήμουν κατακόκκινη και έτοιμη να λιποθυμήσω από την κούραση. Ενώ είχα πάει πολλές φορές σε αυτόν τον δρόμο στο δάσος πότε μου δεν ένιωσα ούτε ίχνος κούρασης μέχρι που έγινε αυτό σήμερα. Το μόνο που πίστεψα ήταν ότι η κούκλα έφταιγε για αυτό επειδή την έβριζα μου συνέβησαν άσχημα πράγματα.

Έπειτα την επόμενη μέρα η αδερφή μου έπαιζε στην αυλή με την πέτρα ώσπου με φώναξε και μου είπε ότι η Πέτρα της έπεσε μέσα στην αυλή του γειτονικού σπιτιού που ήταν  εγκαταλειμμένο και δεν μπορούσε να την πιάσει γιατί είχε συρματόπλεγμα. Έτσι σκαρφάλωσα για να πιάσω την Πέτρα παρόλο που δεν την ήθελα καθόλου, μόνο και μόνο για την αδερφή μου. Στην προσπάθεια μου  να την πιάσω χτύπησα και γρατζουνίστηκα πολύ. Για την υπόλοιπη εβδομάδα μου συνέβησαν πολύ άσχημα πράγματα. Μια μέρα λοιπόν η Πέτρα ξαφνικά ένα πρωί εξαφανίστηκε… ψάξαμε παντού να την βρούμε ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη αλλά τίποτα. Η κούκλα είχε εξαφανιστεί για άλλη μια φορά. Από τότε που εξαφανίστηκε εγώ ηρέμησα και  σταμάτησαν να μου συμβαίνουν άσχημα πράγματα.

=========================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=========================================

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 5ο.


Σήμερα

Ένα κομμάτι εφημερίδας κόλλησε στην μπότα της καθώς περπάταγαν στην μεγάλη και σχεδόν άδεια πλατεία. Το ξεκόλλησε και άρχισε να το διαβάζει δυνατά. « Άκου αυτό» το βλέμμα της κύλισε στην στήλη με ‘’Τα περίεργα και ξαφνικά της εβδομάδας’’ «Ακαριαίο θάνατο σχεδόν από άγνωστη αιτία βρήκε ένας ηλικιωμένος στο διαμέρισμα του. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι μάλλον πρόκειται για εγκεφαλικό. Το πιο περίεργο όμως ήταν ότι η πολυθρόνα ήταν διαλυμένη και το τραπεζάκι του καθιστικού αναποδογυρισμένο ενώ όλο το υπόλοιπο σπίτι άθικτο. Η σήμανση αποκλείει το ενδεχόμενο ληστείας καθώς το μαχαίρι που είχε χρησιμοποιηθεί για την διάλυση της πολυθρόνας έφερε μόνο τα δικά του αποτυπώματα. Έτσι η υπόθεση έκλεισε ως χωρίς περαιτέρω έρευνες. Επίσης ξαφνικό θάνατο βρήκαν δύο αδέρφια τα οποία έπεσαν ταυτόχρονα από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου όπου έμεναν. Η αστυνομία δεν έχει καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα αλλά υποστηρίζουν ότι μάλλον πρόκειται για αυτοκτονία. Αλλά το ερώτημα που μας γεννά αυτό το συμπέρασμα είναι γιατί δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι ηλικίας δεκαπέντε και δεκατριών να θέλουν να αυτοκτονήσουν. Τις σκέψεις αυτές τις αφήνουμε σε εσάς…»

«Ο Μάνι θα τα αγαπήσει αυτά τα παιδιά είμαι σίγουρος» είπε με χαμόγελο ο Τζούκι και τα καταγάλανα μάτια του άστραψαν.

«Ξέρεις χαίρομαι που ήρθαμε σε αυτόν τον αιώνα και όχι σε κάποιον προηγούμενο. Ίσως άξιζε που με είχε καθυστερήσει ο Τζέιμς τότε»  είπε εκείνη χαμογελώντας αφήνοντας το σκισμένο κομμάτι εφημερίδας από τα χέρια της στο έλεος του κρύου ανέμου.

ΤΕΛΟΣ

 

Σημειώσεις

*Η ιστορία μου βασίστηκε στις πληροφορίες που παρέχει το  https://en.wikipedia.org/wiki/Hj%C3%BAki_and_Bil

*Δεν είμαι σίγουρη αν το όνομα προφέρετε Τζούκι γιατί τις πληροφορίες αυτές της βρήκα μονό στα αγγλικά.

*Η ιστορία αυτή δεν είναι αντιγραμμένη ούτε εμπνευσμένη από πουθενά.

*Τα περισσότερα αποτελούν δικό μου δημιούργημα  που είναι βασισμένο σε μύθο.

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Αδελφική Αγάπη, Μέρος 4ο.


Ξαναγύρισε σε εκείνη την στιγμή, στην στιγμή που τον χώριζε από την ζωή και τον θάνατο για μερικά δευτερόλεπτα. Αντίκρισε ξανά της ασημένιες φυσαλίδες που ξέφευγαν αργά από τα πνευμόνια του να στολίζουν το σκοτεινό νερό. Ξαναείδε και εκείνα τα παγερά μάτια να τον κοιτάζουν καθώς χάνονταν μέσα στην άβυσσο το σκοτεινού νερού. Ήταν τόσο ήρεμη, τόσο σίγουρη… Επέστρεψε ξανά στο μεγάλο σαλόνι. Ανέπνεε γρήγορα και οι παλάμες του είχαν ιδρώσει. Ήταν όνειρο; Παρατήρησε το περιβάλλον τριγύρω του. Ήταν το ζεστό εσωτερικό του σπιτιού του όμως κάτι δεν πήγαινε καλά. Η φωτιά στο τζάκι είχε σβήσει και το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει όπως επίσης είχαν σταματήσει και οι κεραυνοί.

Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν κρεμασμένο στον απέναντι τοίχο είχε σταματήσει στις μία παρά τέταρτο. Ήταν Χριστούγεννα αλλά δεν ένοιωθε καθόλου την γιορτινή ατμόσφαιρα. Αντιθέτως όλα είχαν πάρει μία περίεργη στρεβλή μορφή σαν να ήταν σε παρωδία. Εξερεύνησε πιο προσεκτικά τον χώρο γύρο του. Οι άλλοτε βαμμένοι σε μία απαλή πορτοκαλή απόχρωση τοίχοι τώρα είχαν μία βυσσινή απόχρωσή όπου σε άλλα σημεία ήταν πιο ανοικτή και σε άλλα πιο κλειστή. Όμως δεν ήταν διαφορετικές αποχρώσεις. Ήταν τα αίματα που είχαν πεταχτεί και καλύψει το κοκκινωπό χρώμα του τοίχου. Τώρα μπορούσε να νιώσει και την αποπνικτική ‘’σιδερένια’’ μυρωδιά του αίματος κάνοντάς τον να θέλει να βγάλει ότι είχε φάει λίγες ώρες νωρίτερα φέρνοντας δάκρυα στα μάτια του.

Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν αλλά ένοιωθε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να ανακαλύψει τι είχε γίνει. Πρόσεξε ότι και το πάτωμα ήταν γεμάτο αίματα και οι κουρτίνες σκισμένες. Κάποιος προσπαθούσε να ξεφύγει… Είδε ότι η πηγή όλου αυτού του αίματος ήταν το τραπέζι. Αν και ήξερε ότι θα το μετάνιωνε έπρεπε να φανεί γενναίος και να κοιτάξει. Δεν υπήρχε τίποτα… με την έννοια ότι δεν υπήρχε τίποτα νεκρό και βασανισμένο πάνω στο τραπέζι εκτός ενός τεράστιου λεκέ αίματος όπου από εκεί το αίμα σχημάτιζε ρυάκια και χυνόταν στο πάτωμα.

Δεν ήξερε αν ένιωθε ανακούφιση πάντως ότι και να είχε γίνει εκεί είχε τελειώσει. Ήταν σίγουρα ένας εφιάλτης αλλά έμοιαζε τόσο αληθινός που τον έκανε να αμφιβάλει. Κοίταξε τον δεξί καρπό του χεριού του. Η μελανιά που είχε ενωθεί με το μενταγιόν είχε σχηματίσει μία τέλεια πανσέληνο πάνω στο χέρι του. Μόνο που τώρα δεν ήταν μελανιά αλλά κάψιμο. Προχώρησε αργά και σταθερά στον μεγάλο διάδρομο  που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια του σπιτιού. Πέρασε γρήγορα τις πλαϊνές πόρτες που οδηγούσαν στα δωμάτια όπου κανονικά έπρεπε να κοιμούνται οι υπόλοιποι και κατευθύνθηκε προς το τέλος του διαδρόμου όπου βρισκόταν το δωμάτιο των γονιών του.

Άνοιξε την γυρισμένοι πόρτα επιτρέποντας στο λιγοστό φως που ερχόταν από το σαλόνι να εισέλθει στο δωμάτιο. Και από εκείνο το δωμάτιο αναδυόταν η μυρωδιά του αίματος. Δεν ήθελε να κοιτάξει αλλά έπρεπε. Έψαξε τον διακόπτη και άναψε το φως. Και εκεί το μόνο που υπήρχε ήταν μια μεγάλη λίμνη αίματος πάνω στο κρεβάτι αλλά πουθενά πτώματα. Είχε αρχίζει να τρομάζει. Μήπως δεν είναι όνειρο; Ένα άσχημο συναίσθημα άρχισε να φυτρώνει μέσα του σαν τα παράσιτα.

Κατευθύνθηκε τρέχοντας αυτή την φορά προς το σαλόνι για να αντικρίσει κάτι τρομερό. Η μουσική που έπαιζε από την τηλεόραση, που το μόνο που έδινε ως εικόνα ήταν ‘’χιόνια’’, ήταν κλασσική που άρχισε να δυναμώνει την ένταση καθώς πλησίαζε προς το σαλόνι. Γύρω από το τραπέζι στέκονταν όρθιοι οι δικοί του σε στάση προσευχής, κάτι που δεν συνήθιζαν να κάνουν συχνά. Μόλις τελείωσαν κάθισαν αποκαλύπτοντας το αποτρόπαιο δείπνο. Είδε τον εαυτό του δεμένο και φιμωμένο και ο μπαμπάς του ήταν έτοιμος να τον καρφώσει με το μαχαιροπίρουνο. Του ξέφυγε μία στριγκλιά όταν όλοι άρχισαν να τον  κομματιάζουν λίγο-λίγο, καταπίνοντας αμάσητα ολόκληρα κομμάτια του ενώ εκείνος, δηλαδή ο εαυτός του, τσίριζε μέσα από τα πανιά που το έκλειναν το στόμα του με δάκρια να κυλάνε στο κατακόκκινο πρόσωπό του. Κυριολεκτικά τον έτρωγαν ζωντανό ενώ εκείνος κουνιόταν σπασμωδικά πάνω στον βωμό-τραπέζι. Το έβλεπε στο απόκοσμο βλέμμα τους, δεν ήθελαν να τον σκοτώσουν και να τον φάνε έτσι απλά. Θα μπορούσαν να του είχαν κόψει το λαιμό σκοτώνοντάς τον σε δευτερόλεπτα. Όμως εκείνοι ήθελαν να τους βλέπει να τον τρώνε.

Η στριγκλιά δεν πέρασε απαρατήρητη. Όλοι άφησαν στο τραπέζι του τα μαχαιροπίρουνα και κοίταξαν αργά προς το μέρος τους. Μόλις είδαν το κατατρομαγμένο κάτασπρο πρόσωπό του, χαμογέλασαν με έναν χυδαίο τρόπο αποκαλύπτοντας τα σαπισμένα δόντια τους.

«Τέλεια, θα έχουμε και επιδόρπιο» είπε με τραχιά φωνή η μαμά του που τα μαλλιά της ήταν βουτηγμένα στο αίμα και το στόμα της, όπως και τον υπόλοιπων, πασαλειμμένο και αυτό με αίμα.

Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να τρέξει για την ζωή του. Εάν ήταν όνειρο, που ήλπιζε να είναι, εάν πέθαινε θα ξύπναγε στον πραγματικό κόσμο… ή θα πέθαινε και στον πραγματικό. Πραγματικά δεν θυμόταν αλλά επίσης δεν είχε και τον χρόνο για να θυμηθεί. Καθώς τον πλησίαζαν απειλητικά, γνωρίζοντας ότι δεν είχε που αλλού να πάει εκείνος έτρεξε με όση δύναμη μπορούσε προς την πόρτα που οδηγούσε στην μπροστινή αυλή. Δεν ήταν όμως αρκετά γρήγορος για να ξεφύγει από τα χέρια της θείας του που τον γράπωσε.

Εκείνος κοπανιόταν με όλη του την δύναμη και τσίριζε όσο μπορούσε αλλά ήξερε πως κανένα από αυτά δεν θα αρκούσε για να ελευθερωθεί. Ο θείος και η γιαγιά του πλησίασαν και ο ένας του κράτησε τα χέρια ενώ ο άλλος τα πόδια ακινητοποιώντας τον.  Όλοι με ένα τρελό χαμόγελο τον ξάπλωσαν στο τραπέζι δίπλα από τον νεκρό εαυτό του που τα μάτια του δεν κοιτούσαν προς την ίδια κατεύθυνση αλλά το καθένα κοίταγε προς διαφορετική κατεύθυνση. Του έκλισαν το στόμα με το πανί που είχαν κλείσει προηγούμενος το στόμα του εαυτού του. Το έβαλαν τόσο βαθειά που του ήρθε να κάνει εμετό. Εκείνοι συνέχιζαν να χαμογελάνε δείχνοντας αυτά τα αφύσικα μυτερά δόντια που φαίνονταν να τους σκίζουν τα χείλια τους.

Μόλις ήταν έτοιμος ο μπαμπάς του να τον καρφώσει με το μεγάλο μαχαίρι ο Τζέιμς αρπάζει με την χούφτα του ένα πιρούνι και το καρφώνει στο δεξί μάτι του πατέρα του που πέφτει προς τα πίσω τρεκλίζοντας. Αυτή η κίνηση που τους ήταν απρόβλεπτη τους αποσυντονίζει αφήνοντάς τον να ξεφύγει από τις λαβές τους. Φτύνει το πανί το πρόσωπο της μητέρας του και κλοτσά όλο το σερβίτσιο προς το μέρος τους.  Μάλιστα για να κατεβεί από το τραπέζι καρφώνει με ένα μαχαίρι τον λαιμό της ξαδέρφης του που συνέχιζε να τον κυνηγά.

 Αν και η πόρτας του σαλονιού ήταν πιο κοντά προς την ελευθερία του, αποφασίζει να τρέξει προς το δωμάτιό τους. Μαζί του είχε ακόμα ένα κουτάλι το οποίο αν και δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό όπως ένα μαχαίρι ή ένα πιρούνι μπορούσε να αποβεί και αυτό χρήσιμο. Πέφτει με ελαφρό άλμα στο πάτωμα και τρέχει προς την πρώτη πόρτα του διαδρόμου μπαίνοντας μέσα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν εκείνος, η ξαδέρφη του και… η αδερφή μου; Εκείνη δεν την είχε δει στο ‘’οικογενειακό δείπνο’’. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του που ήδη είχαν αρχίσει να την χτυπούν με όλη τους την δύναμη για να την σπάσουν. Ψάχνει μεθοδικά τον διακόπτη και ανάβει το φως. Το κρεβάτι του και της ξαδέρφης του ήταν γεμάτα με αίματα εκτός από το κρεβάτι της αδερφής του που ήταν απλά ανακατεμένο με τα μαξιλάρια πεσμένα στο πάτωμα. Δεν ήξερε που μπορεί να είχε πάει ή τι της είχε συμβεί μα ήταν σίγουρος ότι όλο αυτό θα σταμάταγε εάν πήγαινέ εκεί πού όλα είχαν αρχίσει. Έπρεπε να βρει την κοπέλα που τώρα ήταν σίγουρος ότι ήταν κάτι περισσότερο ή ίσως κάτι λιγότερο από αυτό.

Ανοίγει το παράθυρο και βγαίνει έξω από το σπίτι αφού πρώτα είχε φορέσει το μπουφάν και τα παπούτσια του. Μπορεί όλο αυτό να ήταν σε όνειρο αλλά το κρύο και την κούραση την ένιωθε με το παραπάνω. Τα μάγουλά του τον έκαιγαν και ένιωθε τον γνώριμο πόνο στα πλευρά του από το τρέξιμο, όμως έπρεπε να συνεχίσει μέχρι να φτάσει εκεί. Έκανε λιγότερο από μία ώρα να φτάσει αλλά δεν του φάνηκε περίεργο εφόσον αυτός ο κόσμος ήταν πλαστός. Έστριψε στο χωμάτινο δρομάκι που οδηγούσε στην καλύβα και σε λίγα λεπτά βρισκόταν έξω από αυτήν.

Από ότι φαίνετε δεν ήταν μόνο το δικό του σπίτι που είχε αίματα. Πάνω στο τζάμι της ξύλινης καλύβας υπήρχε λεκές από αίμα και εάν είχε προσέξει καλύτερα θα έβλεπε ότι υπήρχαν και δύο μάτια που παρακολουθούσαν κάθε του κίνησή. Δεν ήθελε όμως να χασομερούσε. Μπορεί και από εκεί να έβγαινε κάποιος κυνηγώντας τον.  Κατευθύνθηκε προς την λίμνη τρέχοντας χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

Μόλις έφτασε στην όχθη της λίμνης στη σπηλιά όπου τον οδηγούσε πριν η κοπέλα έφεγγε ένα γαλανό τρεμάμενο φως. Βέβαια δεν αναρωτήθηκε για το χρώμα της φλόγας καθώς ήξερε πως ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Έτρεξε όσο πιο ελαφρά μπορούσε πάνω στον εύθραυστο πάγο της λίμνης. Μόλις έφτασε λίγο πιο πέρα από το κέντρο της εκεί όπου ο πάγος είχε σπάσει έβλεπε μέσα στο νερό το πτώμα του να επιπλέει έχοντας αποκτήσει κατάλευκη όψη.  Αρκετά με τους πολλαπλούς νεκρούς εαυτούς του. Δεν μπήκε καν στον κόπο να σταματήσει. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα ζωντάνευε και θα άρχιζε να τον κυνηγά.

Ελάττωσε την ταχύτητά του καθώς έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς. Δεν ήξερε εάν ήθελε να την αιφνιδιάσει αλλά εκείνη μάλλον ήξερε ότι βρισκόταν ήδη εκεί. Ο μπλε φωτισμός προερχόταν όντως από μπλε φωτιές. Λίγο πιο πέρα είδε την αδερφή του γονατισμένη και φιμωμένη με ένα μαχαίρι να της απειλεί την ζωή. Ύψωσε το βλέμμα του και αντίκρισε την χαμογελαστή κοπέλα που φαινόταν εξωπραγματικά μαγευτική στον μπε φωτισμό.

«Βλέπω ξέφυγες από τον προσωπικό σου εφιάλτη» του είπε εκείνη σίγουρη ότι θα γλύτωνε από τις ενέδρες που του είχε στήσει τις οποίες τις είχε σχηματίσει από τους προσωπικούς του φόβους. Αν και για μικρός είχε μεγάλους φόβους και ακόμα μεγαλύτερες ανησυχίες με ποιους τρόπους μπορεί να πεθάνει, παρατήρησε η κοπέλα.

«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;» την ρώτησε με φωνή δυνατή που σε εκείνον του φάνηκε πως έτρεμε.

«Γιατί εσύ και η αδερφή σου έχετε κάτι που ανήκει σε εμένα και τον αδερφό μου» είπε εκείνη εξακολουθώντας να κρατά σφιχτά τα ξανθά μακριά μαλλιά της αδερφή του και το περίτεχνο μαχαίρι να πιέζει τον λαιμό της.

«Θα μπορούσες να μου το ζητήσεις για να στο δώσω χωρίς να γίνουν όλα αυτά. Μα εσύ είπες ότι ο αδερφός σου δεν είναι εδώ» της ανταπάντησε.

«Δεν ξέρεις καν ποια είμαι και όμως έχεις ακούσει το παραμυθεί αυτό χιλιάδες φορές από την γιαγιάκα σου. Ξέρεις πολύ καλά ποια είμαι και τι θέλω» του είπε θυμωμένη.

Για μια στιγμή σταμάτησε συλλογιζόμενος και τελικά είπε « Το παραμύθι με τον Τζακ και την Τζιλ δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό»

«Και αυτό γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να τα ωραιοποιούν όλα. Βλέπεις δεν με λένε Τζιλ και ο αδερφός μου δεν είναι ο Τζακ. Με λένε Μπιλ και τον αδερφό μου τον λένε Τζούκι και αυτό που θέλω είναι τα δύο μενταγιόν για να τα ενώσω για να μπορέσω να φέρω πίσω τον αδερφό μου»

«Αυτό και πάλι θα μπορούσε να γίνει χωρίς όλο αυτό το τσίρκο. Μπιλ» είπε αργά και ειρωνικά το όνομα της πράγμα που φάνηκε να την πειράζει λίγο.

«Ναι αλλά ποιος νομίζεις ότι θα πάρει την θέση μα;. Εσύ και η αδελφή σου φυσικά. Γι’ αυτό εάν θες να ζήσει η αδερφούλα σου θα πας πίσω στην πραγματικότητα, όταν θα σε στείλω βέβαια, και θα πάρεις αυτό εδώ το μενταγιόν» του έδειχνε το μενταγιόν που φόραγε η αδερφή του στο λαιμό που όντως  ήταν συμπληρωματικά με αυτό που είχε βρει στο δέντρο «και θα μου το φέρεις μαζί με αυτό που βρήκες εσύ σήμερα. Προσπάθησε κάτι διαφορετικό και η αδερφούλας ου θα πεθάνει. Και εδώ και στον πραγματικό κόσμο»

«Μα εγώ νομίζω πως όταν κάποιος πεθάνει στο όνειρο ξυπνά» είπε εκείνος και εντελώς ενστικτωδώς απλώνει το χέρι του πάνω από την μπλε φωτιά και καίει το σημάδι της πανσελήνου. Αν και δεν ήξερε τι θα γινόταν όντως έπιασε. Εκείνη άρχισε να τσιρίζει από πόνο –ίσως και οργή- και εξαφανίστηκε καιγόμενη από μία μπλε φλόγα.

Μία δυνατή βροντή ξέσκισε τον πρωινό ουρανό του μικρού χωριού Μπίλσμπι. Ο Τζέιμς πετάχτηκε από την βροντή αλλά και από τον τρόμο του. Είχε επιστρέψει στην πραγματικότητα. Κοίταξε το χέρι του και η μελανιά σχεδόν που φαινόταν. Στην χούφτα του κρατούσε ακόμα το χρυσό κόσμημα. Κανείς από τους δικούς του δεν είχε ξυπνήσει παρόλο που το ρολόι έδειχνε ότι είχε πάει κιόλας δέκα το πρωί. Έτρεξε σιγανά και πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η αδερφή του με την ξαδέρφη τους. Με απαλές κινήσεις βγάζει από τον λαιμό της το κόσμημα και το κρατά με το άλλο του χέρι. Δεν ήθελε να τα φέρει σε επαφή. Αυτό που είχε βρει εκείνος το ρίχνει μέσα στο τζάκι που εξακολουθούσε να έκαιγε και το άλλο μισό της αδερφής του το ρίχνει μέσα σε ένα από τα παπούτσια του. Αυτά τα κοσμήματα δεν πρέπει να έρθουν ποτέ σε επαφή συλλογίστηκε βλέποντας το ένα μισό να μαυρίζει από τις φλόγες ελπίζοντας πως θα καταστρεφόταν.

Η αισθητή απουσία του μενταγιόν αναστάτωσε όλους στο σπίτι κάνοντάς τους να ψάχνουν παντού. Ήξερε πως δεν θα το έβρισκαν γιατί φόραγε τα παπούτσια του. Έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να ρωτήσει την γιαγιά του πως είχε βρει το μενταγιόν και το είχε χαρίσει στην αδερφή του.

«Πολλά χρόνια πριν όταν ήμουν δεκαεννιά χρονών και είχα πάει μία βόλτα λίγο πιο έξω από το Μπίλσμπι σε μία λίμνη, εκεί που έπεσες, βρήκα το μενταγιόν. Πραγματικά ήταν πολύ όμορφο και αποφάσισα να το κρατήσω. Μετά το έδωσα στην μητέρα σου και εκείνη στην αδερφή σου. Ποτέ δεν είχαμε κάτι που να μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά και είπα να ξεκινήσω εγώ την παράδοση μα τώρα που χάθηκε… Τέλος πάντων, δεν πειράζει» ακούστηκε φανερά απογοητευμένη. Καλύτερα όμως απογοητευμένη παρά νεκρή… ή κάτι χειρότερο, συλλογίστηκε το χθεσινοβραδινό φαγοπότι.

Αν και ακόμα δεν του είχαν αναθέσει να κάνει κάτι, μιας που ήταν λίγο άρρωστος με πυρετό σήμερα αλλά και Χριστούγεννα, εκείνος ένιωθε πως έπρεπε να βγάλει τις στάχτες από το πλέον σβησμένο τζάκι. Έχυσε όπως πάντα συνήθιζε τις στάχτες στον κάδο έξω από το σπίτι. Αυτό που φοβόταν το είδε μπροστά στα μάτια του. Το μενταγιόν, αν και είχε πάθει μεγάλη ζημιά  και η αλυσίδα είχε καταστραφεί, εξακολουθούσε να υπάρχει. Τρέχει προς την εργαλειοθήκη που βρισκόταν στο γκαράζ και αρπάζει το σφυρί αρχίζοντας να το κοπανά με όση δύναμη είχε.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 3ο.


Ήταν κοπέλα, ίσως στην ηλικία της αδερφής μου. Είχε ασημένια μαλλιά στο φως του φεγγαριού. Τα μάτια της ήταν στη μπλε απόχρωση του πάγου. Το δέρμα της έμοιαζε υπόλευκο υπό το σεληνόφως. Ήταν ντυμένη με παράξενα ρούχα που έμοιαζαν από κάποια άλλη, παλιότερη εποχή. Φόραγε ένα λευκό παλτό-κατασκευασμένο από άσπρο δέρμα ζώου- και οι μπότες και το σκουφί της ήταν κατασκευασμένα από μία λευκή γούνα. Πως βρέθηκε εκείνη εδώ; Σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να την ενοχλήσει, πως έπρεπε να φύγει προτού τον καταλάβει. Κοίταξε το ρολόι του μπαμπά του που είχε πάρει από το αυτοκίνητο. Είχαν περάσει μόλις σχεδόν δέκα λεπτά από την στιγμή που έφυγε από το αμάξι. Ίσως ήταν ώρα να γυρίσει πίσω. Έκανε μεταβολή να φύγει ώσπου ακούστηκε η λεπτή ήρεμη φωνή της από πίσω του.

«Γιατί δεν πλησιάζεις; Θα καθίσεις εκεί απλά ή θα έρθεις;»

Μία βιαστική κίνηση αρκούσε για να γλιστρήσει στην λάσπη και να πέσει προς τα πίσω στην όχθη της παγωμένης λίμνης. Ένιωσε να τραντάζετε από αυτή την αιφνίδια μικρού ύψους πτώση αλλά σηκώθηκε αμέσως και έδιωξε το χώμα από τα γόνατα του.

«Εγώ απλά περιμένω τον μπαμπά μου… δεν ήθελα να σε ενοχλήσω, συγνώμη εάν…»

«Όχι δεν με ενόχλησες. Ήθελα λίγη παρέα. Βλέπεις ο αδερφός μου δεν είναι εδώ, εκείνος τον πήρε» τον διέκοψε εκείνη με ένα παράπονο στην φωνή δείχνοντας κάπου αόριστα στον ουρανό.

«Ποιος;» έκανε το λάθος να ρωτήσει αντί να φύγει. Ήταν ένας από τους κανόνες που του είχαν μάθει οι γονείς του. Ποτέ να μην μιλάς σε ξένους του είχαν πει, έστω και εάν αυτή την φορά ήταν ένα μικρό κορίτσι περίπου στην ηλικία της αδερφής του, το οποίο ήταν φαινομενικά άκακο, φαινομενικά.

Αν και αρχικά δίστασε να του απαντήσει, εκείνη του είπε «Θες να σου δείξω που μένω;» με μάτια πειθήνια που λάμπουν.

«Ε… πρέπει να φύγω ο μπαμπάς μου θα με ψάχνει, συγνώμη» της αποκρίθηκε και έκανε να οπισθοχωρήσει.

«Μα ο μπαμπάς σου είναι από αυτή την μεριά της λίμνης, τον είδα πριν από λίγο. Ακολούθα με και θα σε πάω σε αυτόν» του είπε με σταθερή φωνή, φοβούμενη μην χάσει τον έλεγχο. Όχι τον έλεγχο της φωνής της αλλά τον έλεγχο που ασκούσε πάνω του, σχεδόν τα κατάφερνε.

Προτού προλάβει να της απαντήσει κάτι, έστω και να της αρνηθεί σε αυτό που μόλις του είχε πει, πήρε της ύστατη απόφαση. Τον γράπωσε σφιχτά από τον δεξί καρπό του χεριού του και άρχισε να τον τραβολογά όλο και πιο μέσα στην παγωμένη λίμνη με… κάπως υπερφυσική δύναμη αλλά και ταχύτητα. Εκείνος λες και μόλις τον είχαν χτυπήσει μερικές εκατοντάδες βολτ ρεύματος δεν μπορούσε να αντιδράσει σε αυτή την αιφνίδια κίνηση.

Η πάλη τώρα είχε βρεθεί στο μέσο της μικρής παγωμένης λίμνης. Λίγα μέτρα και φτάνουμε σκεφτόταν η κοπέλα με το βλοσυρό της βλέμμα προσηλωμένο στην άλλη άκρη της λίμνης, σε μια σκοτεινή σπηλιά. Κάπως πρέπει να ξεφύγω… αντηχούσε αυτή η σκέψη στο μυαλό του μικρού Τζέιμς μαζί με μια πληθώρα συναισθημάτων, που είχαν συσσωρευτεί σαν σύννεφο αποπνικτικού καπνού μέσα στο μυαλό του, εμποδίζοντας την κρίση του.

Λίγο το τραβολόγημα από τον καρπό του που τον ένιωθε να ξεκολλά από το υπόλοιπο χέρι του και λίγο ένα στραβοπάτημα, βρέθηκε τώρα να τον σέρνει σαν έλκηθρο στην παγωμένη επιφάνια της λίμνης. Εκείνη χαμογέλασε πονηρά καθώς το έργο της  γινόταν όλο και ευκολότερο καθώς ο μικρός παρά την αξιοθαύμαστη αντίστασή του δεν είχε βγάλει άχνα. Δεν είχε όμως υπολογίσει και την τυχαία σύμπτωση που θα καθυστερούσε την ολοκλήρωση του έργου της.

Ο Τζέιμς θυμήθηκε πως στο εσωτερικό της μπότας του είχε πλαισιώσει έναν ειδικό σουγιά που του είχε χαρίσει ο παππούς του για ειδικές περιπτώσεις που ίσως πάθαινε κάποιο ατύχημα στην ερημιά του χιονισμένου χωριού. Δεδομένου του ότι το είχε δώσει κρυφά από τους γονείς του –για τις εύλογες αντιρρήσεις τους- είχε παραμείνει στην ίδια θέση που το είχε τοποθετήσει εδώ και δύο χρόνια. Καθώς αυτή η άγνωστη κοπέλα τον τραβολογούσε για ακόμα πιο άγνωστο και παράξενο λόγο προς την απέναντι όχθη της λίμνης, δόθηκε η ευκαιρία στον Τζέιμς να ψαχουλέψει το εσωτερικό της μπότας του και  να αρπάξει τον σουγιά.

Δεν ήθελε να την πληγώσει καθώς δεν ήξερε τι θα γίνει αργότερα αλλά μάλλον δεν του έμενε δεύτερη επιλογή. Προετοιμάστηκε παίρνοντας μία βαθιά ανάσα και μία μικρότερη –κοφτή- άδραξε προς το μέρος της το αριστερό του χέρι κρατώντας τον μυτερό σουγιά. Ο σουγιάς το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να είχε κόψει λίγο από το δέρμα του παλτού της και με την φόρα που είχε καρφώθηκε στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης. Είχε αστοχήσει, πράγμα που ήταν κακό, για δύο λόγους. Πρώτον δεν θα κατάφερνε να της ξεφύγει και έναν δεύτερο που θα αργούσε λίγο ακόμα να τον συνειδητοποιήσει. Τώρα όλη η προσοχή της ήταν στραμμένη πάνω του, καρφώνοντάς τον με αυτά τα παγερά γαλανά μάτια, αφήνοντας από την λαβή της τον καρπό του. Δεν είχε καταλάβει τι της είχε συμβεί μα την είχε χτυπήσει με κάτι τόσο ισχυρό –μάλλον μαχαίρι- που της είχε κομματιάσει το παλτό από την μέση και κάτω.

«Ξέρεις αυτό ήταν το αγαπημένο μου παλτό» γύρισε και του είπε με την πιο απαλή και λάγνα φωνή που διέθετε.

Κάτω από το φως της μη ολοκληρωμένης σελήνης, το ατσάλι της λεπίδας είχε καρφωθεί στον πάγο. Εκείνη άρχισε να ψάχνει με γρήγορες ματιές εδώ και εκεί για το αντικείμενο με το  οποίο της είχε επιτεθεί. Όταν είδε τον σουγιά καρφωμένο στον πάγο που ήδη είχε αρχίσει να ραγίζει, ο Τζέιμς έκανε την αποπήρα του να ξεφύγει. Αποφασισμένη πως δεν θα πήγαινε χαμένη καμία προσπάθειά της, με ένα παρακινδυνευμένο άλμα κατάφερε να τον αρπάξει από τον αστράγαλό του. Εκείνος γλίστρησε ξανά και με την πρόσκρουση και τον δύο πάνω στον πάγο, ο πάγος σπάει φανερώνοντας τα κατασκότεινα νερά του που θαρρείς πως ήταν απύθμενα και οδηγούσαν στην άβυσσο.

Η ένταση στο σώμα της ήταν μηδαμινή σε αντίθεση με του Τζέιμς που είχε υποστεί σοκ από τον αιφνιδιασμό της και το κρύο νερό που τον έτσουζε σαν να ήταν γυαλόχαρτο. Όλα ξαφνικά άρχισαν να επιβραδύνονται δίνοντας την αίσθηση ότι βρισκόσουν σε άλλο κόσμο. Το παγωμένο νερό μούσκεψε μονομιάς τα χοντρά πλεκτά ρούχα του Τζέιμς κάνοντας τον να βυθίζετε ολοένα και περισσότερο στην σκοτεινή άβυσσο της λίμνης.

Οι λίγες στιγμές, που του φάνηκαν αιώνας, μέσα στα γαλήνια νερά της λίμνης, ήταν εξωπραγματικές. Παρόλο το θλιβερό της κατάσταση- καθώς ήξερε ότι θα πνιγεί κάτι το οποίο είχε ακούσει ότι ήταν βάναυσο- ένιωθε κάθε τι άλλο παρά φόβο, κάτι που τον τρόμαζε καθώς δεν ήθελε να πεθάνει. Αλλά ίσως κάτι του έλεγε ότι εάν δεν μπορούσε να φτάσει στην επιφάνια της λίμνης για να αναπνεύσει θα γινόταν κάτι άλλο, εξίσου εξωπραγματικό με αυτές στιγμές του εσωτερικού του διαλόγου, το οποίο με κάποιο τρόπο θα τον έσωζε. Ίσως έφταιγε η αποφασιστικότητα αυτής της τρελής που φαινόταν να μην την ένοιαζε και τόσο ότι παρασύρετε όλο και πιο βαθειά στον πάτο της λίμνης. Σαν να ήταν σίγουρη ότι θα σωθεί,

Πάσχιζε με μεγάλη προσπάθεια να φτάσει στην επιφάνεια, αλλά τα βρεγμένα ρούχα και η ατσάλινη λαβή της κοπέλας δεν του το επέτρεπαν. O λίγος αέρας που είχε προλάβει να αναπνεύσει λίγο πριν βυθιστεί στο νερό, τον ένιωθε να καίει τα πνευμόνια του και τον άφησε τελικά να χάνετε λίγος-λίγος σε κρυστάλλινες φυσαλίδες που φωσφόριζαν στο φεγγαρόφωτο το οποίο περνούσε μέσα στα σκοτεινά νερά της λίμνης.. Επέτρεψε τελικά στο σκληρό, σαν γυαλόχαρτο, νερό να εισέλθει στους πνεύμονες ικανοποιώντας την ακαταμάχητη επιθυμία του να εισπνεύσει.

Όταν ένιωσε όλα να σβήνουν, να μην έχουν πλέον νόημα κάτι άλλο τον άρπαξε. Ένα χέρι, όχι εκείνης αλλά ένα γνωστό οικείο χέρι το οποίο φαινόταν να τον τραβά προς την επιφάνεια. Άνοιξε τα μάτια του να πάρει μια κλεφτή  ματιά αλλά ο κρύος αέρας που άρχισε να φυσά τον εμπόδιζε. Ήταν όντως στην επιφάνεια. Μία από τις φωνές που τον παρότρυναν να αποβάλει το νερό από τους πνεύμονες μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν του μπαμπά του. Εκείνος μόλις απόβαλλε το νερό ένιωσε να χάνεται στο σκοτάδι.

Με κεφάλι βαρύ, να σφυροκοπά ακόμα από την χθεσινή δοκιμασία, ξύπνησε ο Τζέιμς σε ένα ζεστό μικρό δωμάτιο του τοπικού νοσοκομείου. Είδε το ανήσυχο βλέμμα της μαμάς του να ανακουφίζετε με ένα ταλαιπωρημένο χαμόγελο.

«Είσαι καλά Τζέιμς; Πονάς κάπου; Αχ, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω» είπε με θέρμη στην φωνή της, πλησιάζοντας τον αμέσως, αγγίζοντας τον απαλά σαν να ήταν πορσελάνινος.

«Εντάξει είμαι» καθαρίζει τον λαιμό του «μόνο το κεφάλι μου πονάει λίγο» της απάντησε σιγανά.

«Ξεκουράσου λίγο ακόμα μικρέ, θα πάμε σπίτι σε λίγες ώρες» του είπε ο μπαμπάς του μόλις μπήκε στο δωμάτιο μαζί με μία νοσοκόμα.

Δεν μπόρεσε να του απαντήσει και αποφάσισε να αφήσει την συζήτηση μονόπλευρη, αποφασίζοντας να παραδοθεί στην επίδραση τον φαρμάκων που έβαζε η νοσοκόμα στον ορό του.

Δεν είχε καταλάβει πότε έφυγε από το νοσοκομείο και πότε έφτασε στο σπίτι παρόλο που η διαδρομή είχε διαρκέσει κάτι περισσότερο από ώρα. Ήταν σαν να ήταν υπνωτισμένος. Απλώς ακολουθούσε τις οδηγίες των γωνιών του. Μόλις μπήκε στο σπίτι όλοι τον περίμεναν συγκλονισμένοι από την χθεσινοβραδινή αναστάτωση. Μάλιστα η γιαγιά του φαινόταν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου από την αγωνία. Αν και είχαν φτάσει βράδυ για κάποιο λόγο του φαίνονταν όλα τόσο φωτεινά, όμως με έναν ενοχλητικό τρόπο.

«Θα ήθελες κάτι γλυκέ μου;» τον ρώτησε η θεία του καθώς εκείνοι και οι υπόλοιποι ετοίμαζαν το βραδινό δείπνο και έστρωναν το τραπέζι.

«Μπορείτε να χαμηλώσετε λίγο τα φώτα;» ζήτησε εκείνος που καθόταν σκεπασμένος με μία κουβέρτα στον καναπέ μπροστά από το τζάκι.

Η θεία του έκανε αυτό που του ζήτησε χωρίς να τον ζαλίζει περεταίρω κάτι που φαινόταν να τον ενοχλεί συνέχεα και όχι μόνο αυτή την φορά που δεν ήταν και ιδιαίτερα καλά. Αν και ο γιατρός είχε πει ότι είχε ξεπεράσει τον κίνδυνο της υποθερμίας τους, είχε προειδοποιήσει ότι μπορεί να ανέβαζε πυρετό αλλά ο Τζέιμς φαινόταν να ήταν μία χαρά προς το παρόν εκτός από αυτής της δικαιολογημένης αδιαθεσίας. Το βραδινό δείπνο τελείωσε χωρίς πολλές χαρές και κέφια όπως συνήθιζαν. Όλοι ήταν προσεκτικοί απέναντι στον Τζέιμς διότι φοβόντουσαν μην χειροτερέψει από στιγμή σε στιγμή. Ούτε καν τον πίεσαν να φάει περισσότερο, παρόλο που είχε φάει μία ικανοποιητική ποσότητα από την ζεστή σούπα που την είχαν φτιάξει ειδικά για εκείνον.

«Μαμά… μπορώ να κοιμηθώ σήμερα δίπλα στο τζάκι;» την ρώτησε σιγανά.

«Εντάξει, αλλά μόνο για σήμερα, να μην μυρίζουν όλα στου τα ρούχα κάπνα» του απάντησε εκείνη θερμά, μην θέλοντας να τον στενοχωρήσει.

«Ευχαριστώ» της είπε και την αγκάλιασε.

Αν και είχε χάσει το στόλισμα του δέντρου χαιρόταν που θα κοιμόταν δίπλα στο τζάκι. Ήξερε πως για χάρη του το είχαν στολίσει για να του έφτιαχναν λίγο την διάθεση. Όπως και να είχε αύριο ήταν Χριστούγεννα, έπρεπε να το στόλιζαν, με ή χωρίς αυτόν.  Η σκέψη αυτή τον έκανε να αναριγήσει ξέροντας πως εάν ο μπαμπάς του δεν τον είχε τραβήξει στην επιφάνεια την κατάλληλη στιγμή θα το στόλιζαν χωρίς αυτόν για τα υπόλοιπα Χριστούγεννα. Αυτόματα η  σκέψη του ανέτρεξε στην κοπέλα… τι να έχει απογίνει άραγε;

Μέχρι στιγμής δεν τον είχαν ρωτήσει γιατί είχε βγει από το αμάξι και πως βρέθηκε να πνίγετε στην λίμνη. Αν όχι αύριο, σίγουρα θα τον ρώταγαν μία από τις επόμενες ημέρες. Όπως και να είχε αυτός θα απέφυγε κάθε συζήτηση για εκείνη ή το ατύχημα μέχρι να τον ρωτήσουν. Όταν θα έφτανε εκείνη η στιγμή κάτι θα σκαρφιζόταν. Μόλις είχαν τελειώσει και με το πλύσιμο των πιάτων το σαλόνι άδειασε γρήγορα αφήνοντας τον στην ησυχία του να ξεκουραστεί. Απόψε δεν έβαλαν ούτε χριστουγεννιάτικα τραγούδια να παίζουν σιγανά. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε σε όλο το σπίτι. Αντιθέτως έξω λυσσομανούσε ο αέρας και έπεφταν κεραυνοί που όμως ο κρότος τους καλυπτόταν από την σφοδρή χιονόπτωση.

Μετακίνησε το βλέμμα του στο στολισμένο δέντρο που βρισκόταν στην άλλη μεριά του δωματίου. Ήταν ακόμα δροσερό από το χιόνι και τα κλωνάρια του φρέσκα. Η ζεστή ατμόσφαιρα δεν είχε επηρεάσει ούτε στο ελάχιστο την εσωτερική του υγρασία. Οι γιρλάντες ‘’αναβόσβηναν’’ μαζί με τις φλόγες του τζακιού. Κάτι γυάλισε στην βάση του κορμού του. Δεν φαινόταν να ήταν στολίδι που είχε παραπέσει. Ήταν κάτι άλλο σφηνωμένο στο εσωτερικό του κορμού που προέξεχε. Σηκώθηκε παραμερίζοντας τα σκεπάσματά του. Πλησίασε το δέντρο και πρόσεξε ότι ήταν σωστός. Ήταν όντως κάτι σφηνωμένο στο εσωτερικό του κορμού. Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να το αρπάξει κρατώντας το στο αριστερό του χέρι. Το περιεργάστηκε ελαφρώς αλλά κατάλαβε σύντομα ότι αυτό το κόσμημα σε σχήμα σχεδόν ολοκληρωμένης πανσελήνου το είχε ξαναδεί, όχι όμως σε κόσμημα.

Επέστρεψε ξανά στα σκεπάσματά του φωτίζοντας το κόσμημα με το φως των φλογών. Ήταν χρυσό και οι κρατήρες που αντιπροσώπευαν τους κρατήρες του φεγγαριού ήταν φτιαγμένοι από ελαφρώς μοβ πετράδια. Ήταν σίγουρος ότι είχε δει κάπου αυτό το σχέδιο. Το μανίκι του δεξιού χεριού του γλίστρησε και αποκάλυψε ένα περίεργο σχέδιο που είχε σχηματιστεί στον καρπό του. Ολιγόλεπτες αναμνήσεις άστραψαν μπροστά στα μάτια του. Θυμήθηκε την λαβή της κοπέλας, θυμήθηκε σαν από όνειρο να κοιτά αυτή την μελανιά, όταν ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Κοίταγε επιφυλακτικά εναλλάξ μια την μελανιά –αν μπορούσε να την αποκαλέσει έτσι- και μία το χρυσό μενταγιόν με την λεπτή περίτεχνη χρυσή αλυσίδα. Τα δύο σχέδια ταίριαζαν απόλυτα. Το ένα συμπλήρωνε το άλλο. Πλησίασε το μενταγιόν στον καρπό του και τα ένωσε σχηματίζοντας μία πλήρη πανσέληνο. Όλα έσβησαν σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 2ο.


Πριν εξήντα χρόνια, όταν ό Τζέιμς ήταν δώδεκα χρονών.

Μπίλσμπι,  Λίνκολνσαϊρ

Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει εδώ και μιάμιση ώρα και όλοι οι γείτονές του, συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας του και του παππού του, είχαν βγει να καθαρίσουν την αυλή τους και τον δρόμο γύρο από το σπίτι τους, απομακρύνοντας το περιττό χιόνι, ενώ η γιαγιά του μαγείρευε το βραδινό φαγητό και έψηνε κουλουράκια. Ανυπομονούσε να έρθει ο μπαμπάς του μαζί με τον θείο του, την θεία του και την ξαδέρφη του. Κρίμα που ο μπαμπάς του είχε την διπλάσια δουλειά λόγω εορτών, διότι οι περισσότεροι είχαν φύγει ήδη για διακοπές. Αλλά δεν τον πείραζε τόσο εφόσον ήξερε πως θα πήγαιναν να βρουν ένα δέντρο μαζί στο δάσος και θα το έκοβαν για να το στολίσουν. Όμως ήταν ήδη απόγευμα και έπρεπε να είχαν έρθει το μεσημέρι.

Εκείνος, η μαμά του και η μεγαλύτερη του αδελφή, είχαν έρθει ήδη δύο μέρες πριν, καθώς η μαμά του είχε πάρει ήδη την άδεια από την δουλεία της και τα παιδιά είχαν σταματήσει το σχολείο για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Το μικρό χωριό αυτή την εποχή ήταν απλώς ονειρικό. Το εξωτερικό περιβάλλον ήταν λευκοντυμένο από το παχύ χιόνι και το εσωτερικό του σπιτιού ζεστό, με την αναδυόμενη από την κουζίνα μυρωδιά φρεσκοψημένων μπισκότων να πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα. Το μόνο που έλειπε από το σκηνικό ήταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο που τόσο πολύ ήθελε εκείνος και η αδερφή του να στολίσουν. Εκεί που κανονικά έπρεπε να βρίσκετε το δέντρο ήταν η κούτα με τα στολίδια, τις γιρλάντες και τα φωτάκια. Παρά αυτή την μικρή παραφωνία που χαλούσε την γιορτινή ατμόσφαιρα, όλο το υπόλοιπο σπίτι ήταν στολισμένο, και στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό του.

Καθώς άρχιζε να σκοτεινιάζει η μητέρα του φώναξε σε εκείνον και την αδερφή του, που έπαιζαν χιονοπόλεμο με τους φίλους τους,  να μπουν στο σπίτι. Μετά από λίγα λεπτά ο μπαμπάς του και οι θείοι του είχαν επιτέλους φτάσει. Στο άκουσμα της άφιξής τους, ο μικρός χύθηκε στην αγκαλιά του μπαμπά του γεμάτος χαρά, η αδερφή του αγκάλιασε την ξαδέρφη τους Λούση, ενώ η μαμά του, η γιαγιά του και ο παππούς του έπαιρναν τις βαλίτσες  από τους θείους του για να τους ξεκουράσουν από το κουραστικό ταξίδι.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο γεμάτο με φαγητό και λιχουδιές κάθε λογής και οι κουρασμένοι ταξιδιώτες ανυπομονούσαν να καταβροχθίσουν το πλούσιο γεύμα που τους είχε κυριολεκτικά σπάσει την μύτη με την υπέροχη ευωδία του. Αυτό ήταν που απολάμβανε ο μικρός Τζέιμς σε αυτή την εποχή: το χιόνι, οι ατελείωτες ώρες παιχνιδιού με τους φίλους του, τα πλούσια οικογενειακά γεύματα και ιδίως τα επιδόρπια μα πάνω από όλα τα δώρα που θα έπαιρνε την ημέρα των Χριστουγέννων.

Αυτό που ήλπιζε να του έφερνε φέτος ο μπαμπάς-άγιος Βασίλης ήταν ένα καινούριο ποδήλατο γιατί αυτό που ήδη είχε ήταν μικρό πλέον για εκείνον. Βέβαια οι γονείς του μάλλον δεν ήξεραν ότι εκείνος ήδη γνωρίζει ότι ο άγιος Βασίλης δεν υπάρχει και κάθε χρόνο τον ρωτάνε τι θα ήθελε να του φέρει ο άγιος. Ο ίδιος είχε δει μια φορά τον μπαμπά του πριν δύο χρόνια να βάζει το δώρο του και της αδερφής του κάτω από το δέντρο όταν τον περίμενε. Η αλήθεια είναι πως είχε απογοητευτεί καθώς του άρεσε να υπήρχε κάτι το μαγικό και το αγνό στην συνηθισμένη του ζωή, όπως άλλωστε και κάθε παιδί της ηλικίας του, μα δεν τον πείραζε πλέον. ‘’Εφόσον παίρνεις το δώρο, δεν έχει σημασία από ποιον θα το πάρεις’’ του είχε πει η αδερφή του όταν τον παρηγορούσε μετά την ‘’απάτη’’ με τον άγιο Βασίλη. Αν και αυτά τα λόγια ήταν λίγο σκληρά για ένα δεκάχρονο ήταν αληθινά. Η αδερφή του τον βοήθησε να καταλάβει, έστω και με τον δικό της -ίσως λίγο σκληρό- τρόπο.

Το γεύμα τελείωσε μετά από λίγη ώρα και όλοι πλέον βρίσκονταν στην ιδανική διάθεση να κοιμηθούν στα ζεστά τους κρεβάτια ακούγοντας χριστουγεννιάτικα κάλαντα που έπαιζε η τηλεόραση. Αν και ήταν σπίτι μεγάλο με τέσσερα υπνοδωμάτια ο Τζέιμς προτιμούσε να κοιμάται δίπλα στο τζάκι παρόλο που οι γονείς του δεν τον άφηναν να κοιμάται εκεί συνέχεια.

«Μπαμπά, ξέρω ότι είσαι κουρασμένος αλλά μου υποσχέθηκες να φέρουμε το δέντρο σήμερα για να το στολίσουμε αύριο» του είπε με νάζι προσπαθώντας να τον πείσει, ανεβαίνοντας στον καναπέ όπου κάθονταν οι γονείς του σκεπασμένοι με μια κουβέρτα

«Αγάπη μου ο μπαμπάς είναι κουρασμένος. Και αύριο μέρα είναι, δεν είναι αύριο Χριστούγεννα, θα προλάβετε να το στολίσετε» του απάντησε χαμογελώντας η μαμά του που είχε ξαπλώσει στην αγκαλιά του συζύγου της.

«Όχι. Του είχα υποσχεθεί ότι θα πάμε. Ο άγιος Βασίλης πρέπει να βρει ένα όμορφο δέντρο για να αφήσει τα δώρα του από κάτω. Πήγαινε ντύσου καλά και έλα έξω στο αμάξι» του είπε χαμογελώντας.

Η βραδιά ήταν ψυχρή, χωρίς άνεμο και το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει εδώ και ώρες. Αν και η αυλή τους είχε προηγουμένως καθαριστεί από το μεγαλύτερο μέρος του χιονιού που την σκέπαζε, εξακολουθούσε να είχε σημεία με πάγο, κάνοντάς τον να γλιστρά αλλά όχι και να πέφτει. Η βραδιά ήταν πεντακάθαρη. Μπορούσε να δει τους περισσότερους αστερισμούς στο σημείο όπου βρισκόταν περιμένοντας  τον πατέρα του να φέρει το αμάξι. Η μικρή και η μεγάλη άρκτος, ο Ωρίωνας, μέχρι και την Πούλια μπορούσε να διακρίνει. Όλα τους, το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί είχαν μια ιστορία που βέβαια δεν μπορούσε να τις θυμηθεί. Η μηχανή του αμαξιού ακούστηκε να πλησιάζει και σε λίγα δευτερόλεπτα φάνηκαν και τα φώτα του αυτοκινήτου.

Θυμόταν ότι το σημείο όπου είχαν επιλέξει ένα κατάλληλο δέντρο για στόλισμα δεν βρισκόταν πολύ μακριά από το τελευταίο σπίτι του χωριού, μα παρ’ όλα αυτά ο μπαμπάς του φαινόταν να απομακρύνετε αρκετά από το τελευταίο σπίτι. Οι σκιές τον ελάτων όλο και άρχιζαν να κινούνται πιο γρήγορα καθώς ο μπαμπάς του αύξανε ταχύτητα.

«Μπαμπά, μήπως περάσαμε το σημείο όπου είχαμε επιλέξει ήδη από το καλοκαίρι;» του είπε ο μικρός που θυμόταν ξεκάθαρα το σημείο όπου είχαν επιλέξει.

«Το ξέρω μικρέ αλλά εκεί ήταν μικρά τα δέντρα. Το πιο πιθανό είναι να τα έχει καταπλακώσει το χιόνι, θα πάμε λίγο πιο πέρα. Το απόγευμα καθώς ερχόμασταν είδα κάποια ιδανικά δέντρα για στόλισμα. Είναι βέβαια λίγο βαθειά στο δάσος αλλά δεν πειράζει» του απάντησε.

«Αυτά δεν θα έχουν χιόνι πάνω;» τον ρώτησε ο μικρός.

«Αυτά τα έχουνε ειδικά για πούλημα, τα καθαρίζουν όταν πέφτει το χιόνι» του απάντησε, στρίβοντας σε μία στροφή σε έναν χωματόδρομο γεμάτο λάσπες. Ο μικρός είδε την επιγραφή της ταμπέλας: ‘’ιδανικά χριστουγεννιάτικα δέντρα για στόλισμα’’ .

Το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγο πιο πέρα από μία ξύλινη καλύβα. Μέσα από την καλύβα το μόνο που φαινόταν ήταν το απαλό πύρινο φως της φωτιάς του τζακιού. Στον νυχτερινό ουρανό διέκρινε μία αμυδρή μάζα καπνού να ξεφεύγει από την καμινάδα και να διαλύετε στην παγωμένη ατμόσφαιρα.

«Λοιπόν, εσύ μικρέ θα μείνεις εδώ. Εγώ θα πάω να μιλήσω στον ιδιοκτήτη για να μου υποδείξει ένα όμορφο δέντρο»

«Μα μου υποσχέθηκες ότι θα διάλεγα εγώ ένα» παραπονέθηκε.

«Έχει πολύ λάσπη και το χιόνι μπορεί να είναι πιο βαθύ σε ορισμένα σημεία. Εάν λερωθείς η μαμά θα μας μαλώσει που σε άφησα να έρθεις μαζί μου. Θα μείνεις στο αμάξι να με περιμένεις. Εντάξει;»

«Εντάξει μπαμπά» είπε απογοητευμένος.

Μετά από λίγο ο ιδιοκτήτης δεν άργησε να ανοίξει την πόρτα ύστερα από το χτύπημα του μπαμπά του. Με ένα νεύμα ο μπαμπάς του,  του υπενθύμισε να μείνει μέσα στο αμάξι και να μην βγει έξω για κανέναν λόγο. Δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς , τι θα έκανε εκεί έξω στον λασπωμένο δρόμο; Δεν υπήρχε τίποτα απολύτως να κάνει. Έτσι αποφάσισε να ανοίξει το ραδιόφωνο και να ακούσει λίγη μουσική από αυτά τα νέα πρωτοεμφανιζόμενα συγκροτήματα που αποκαλούσαν την μουσική τους ως ροκ. Περίεργο όνομα για μουσική, αλλά του άρεσε. Απλώνοντας το χέρι του προς το ραδιόφωνο, πρόσεξε ότι το ρολόι χεριού του μπαμπά του που το είχε αφήσει εκεί για να βλέπει την ώρα καθώς οδηγάει, έδειχνε ότι οδήγαγε εδώ και μία ώρα περίπου. Είμαστε αλήθεια τόσο μακριά; Αν ναι, τότε αυτό εδώ το σπίτι πρέπει να είναι από τα πρώτα της πιο κοντινής πόλης.

Άνοιξε το ραδιόφωνο και προσπάθησε να βρει σήμα μα άδικα. Ήταν αρκετά βαθειά στο δάσος από ότι φαίνετε. Είχαν περάσει ήδη πέντε λεπτά και βαριόταν αφάνταστα να περιμένει. Πρόσεξε ότι οι ασφάλειες της πόρτας ήταν ανοικτές. Ο μπαμπάς του είχε ξεχάσει να κλειδώσει. Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε στο κρύο λασπωμένο έδαφος. Ένιωσε τα μικρά του μποτάκια να βυθίζονται στην απαλή λάσπη αλλά δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να προχωρεί προς το δάσος από όπου είχε δει τον μπαμπά του και αυτόν τον κύριο να χάνονται από το οπτικό του πεδίο.

Περπάταγε εδώ και μερικά λεπτά και ότι η βλάστηση γινόταν όλο και πιο πυκνή κάτι που δεν του άρεσε. Ένιωθε ελαφρώς κλειστοφοβία. Κοίταγε συνεχώς τριγύρω του μα δεν ήθελε να φωνάξει τον μπαμπά του από τώρα. Εξάλλου δεν είχε χαθεί, πήγαινε συνεχώς ευθεία. Η βλάστηση άρχισε να αραιώνει και μπροστά του εμφανίστηκε ότι πιο όμορφο είχε δει ποτέ στην ζωή του. Ακριβώς εκεί που η βλάστηση άρχιζε να τελειώνει, άρχιζε μία παγωμένη καταγάλανη λίμνη. Υπό το φώς της σχεδόν ολόκληρης σελήνης το τοπίο έμοιαζε βγαλμένο από έναν τόπο μακρινό, ονειρικό. Στο κέντρο της λίμνης βρισκόταν ένα ακόμα πιο μαγικό πλάσμα, μία οπτασία που για να βεβαιωθεί ότι ήταν αληθινή έτριψε τα μάτια του. Η παρουσία αυτή δεν εξαφανίστηκε στεκόταν εκεί και τον κοίταξε σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων. Μπορούσε να διακρίνει ξεκάθαρα όλες της λεπτομέρειες.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 1ο.


Πάντα ήταν όμορφη αυτή την εποχή η πόλη. Στολισμένη στα χριστουγεννιάτικα χρώματα και πάνω από όλα με χιόνι. Το χιόνι πάντα έπεφτε αθόρυβα όλο το βράδυ και το πρωί ξύπναγες και το έβλεπες πυκνό και παχύ, σαν σαντιγί που στολίζει ένα νόστιμο χριστουγεννιάτικο γλυκό.

Δεν ήταν μόνο η οπτικές εικόνες που σου προσέφεραν ευχαρίστηση. Χριστούγεννα ήταν άλλωστε, ή τουλάχιστον ήταν ακόμα παραμονές. Παντού έβλεπες να τριγυρνούν μικρά παιδάκια ντυμένα σαν ξωτικά και άγιο-Βασίληδες ή άλλοτε ντυμένα με χοντρά μπουφάν και πλεκτά γάντια, κασκόλ και σκουφάκια που πιθανώς να τους τα είχαν χαρίσει οι γιαγιάδες τους σαν ένα προκαταβολικό δώρο πριν τα Χριστούγεννα. Τα έβλεπες να χτυπούν, με ένα διστακτικό χαμόγελο, από πόρτα σε πόρτα για να τραγουδήσουν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια και κάλαντα.  Και όταν άνοιγαν οι πόρτες έβλεπες τα μάτια τους να λαμπιρίζουν από χαρά καθώς άρχιζαν να τραγουδούν με τις λεπτές τους φωνούλες.

Αν περιπλανιόσουν εκείνες της ημέρες στους δρόμους, όχι απαραίτητα για κάτι συγκεκριμένο, από παντού βομβαρδιζόσουν με πληθώρα μυρωδιών που σου ήταν αδύνατο να συγκρατηθείς και να μην μπεις σε κάποιο από τα ζαχαροπλαστεία που πουλούσαν τα χριστουγεννιάτικα γλυκά με το κιλό. Όλα ήταν γεμάτα με ουρές που αποτελούνταν από αγχωμένες μητέρες που ήθελαν να προλάβουν εγκαίρως όλες τις προετοιμασίες για την αυριανή ημέρα μέχρι και μικρά παιδάκια που αποφάσισαν να σπαταλήσουν λίγο από το χαρτζιλίκι τους σε ένα γλυκό.

Όλα ήταν τόσο τέλεια εκείνη την εποχή, ακόμα και για τον ηλικιωμένο πλέον Τζέιμς Μπίλλινγκ που νοσταλγούσε εκείνες τις ημέρες οπού και ο ίδιος ήταν κάποτε μικρός, σαν εκείνα τα παιδιά, και έτρεχε από σπίτι σε σπίτι με τους φίλους του.

Βέβαια αυτή την εποχή ο Τζέιμς και η οικογένειά του δεν βρισκόταν στο Μάντσεστερ. Στις διακοπές και κυρίως τα Χριστούγεννα ο Τζέιμς βρισκόταν στο σπίτι των παππούδων του σε ένα μικρό χωριό, το Μπίλσμπι. Ήταν πραγματικά πολύ μικρό χωριό και δεν του άρεσε ιδιαίτερα να πηγαίνει εκεί διότι τις περισσότερες φορές οι φίλοι του δεν βρίσκονταν εκεί διότι όπως και εκείνος πήγαινε εκεί για διακοπές όποτε οι γονείς του είχαν άδεια από την δουλειά. Την περίοδο των Χριστουγέννων αντιθέτως το χωριό αν και μικρό, ήταν γεμάτο από ζωή, παρόλο που η φύση γύρο του είχε νεκρωθεί.

Ο Τζέιμς είχε κάνει μια γεμάτη ζωή η οποία δυστυχώς πέρασε γρήγορα διότι ούτε ο Τζέιμς που είχε ζήσει κάτι τόσο τρομερό στην παιδική του ηλικία δεν μπορούσε να ξεφύγει από την ροή των πραγμάτων.  Ο Τζέιμς ήταν ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας που δυστυχώς η εξέλιξη προς αυτήν την ιδιαιτερότητα, του στέρησε πολλά από την προσωπικότητά του και τα λογικά του. Ή έτσι τουλάχιστον τον θυμόντουσαν οι περισσότεροι άνθρωποι που τον γνώριζαν. Αντίθετα από ότι πίστευαν οι περισσότεροι άνθρωποι, ο Τζέιμς ήξερε τι έκανε και μάλιστα το έκανε καλά ώστε αυτό που σταμάτησε πριν πενήντα οκτώ χρόνια να μην έρθει στην επιφάνια αυτής της Γης.

Ήταν κρίμα που κανείς δεν τον πίστευε, πραγματικά ήταν. Παρόλο που ήταν ο μόνος που πραγματικά το έζησε, αν και στα πλαίσια μεταξύ της παραίσθησης και του ονείρου, ήξερε ότι ήταν απολύτως αληθινό και επειδή κανείς δεν ήξερε για τον επικείμενο κίνδυνο, ήταν χρέος του να μην το αφήσει  να συμβεί, ή τουλάχιστον για όσο θα ζούσε.

Αν και είχε ζήσει μια γεμάτη ζωή όσα άτομα πραγματικά αγαπούσε τον είχαν ξεχάσει, αφήνοντάς τον στην ‘’τρέλα’’ του και στην τύχη που του επιφυλάσσει η μοίρα.  Βέβαια δεν μπορούσε να τους αδικήσει καθώς ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να αντέξει τον εαυτό του εάν ήταν στην θέση τους. Ειλικρινά, δεν ήξερε αν κάτι πρόκειται να συμβεί ή απλά έφταιγαν τα γεράματα αλλά τα τελευταία δέκα με δεκαπέντε χρόνια άρχισε να έχει το ίδιο κακό προαίσθημα όμοιο με αυτό όταν ήταν δώδεκα χρονών. Έλεγε ξανά και ξανά ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί άλλα δεν ήξερε τι ή πότε. Όλοι του έλεγαν ότι είχε αρχίσει να παραλογίζετε από τα γεράματα ακόμα και η ίδια του η γυναίκα η οποία ήταν στην ίδια ηλικία με αυτόν.

Όμως το αναπόφευκτο ήρθε όταν και ο ίδιος δεν το περίμενε. Ο γιός του, το δεύτερο παιδί του, πέθανε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η γυναίκα του και το ένα του εγγόνι ευτυχώς μπόρεσαν να βγουν από το αμάξι λίγο πριν ανατιναχτεί. Όλοι ήταν συντετριμμένοι από αυτό το συμβάν και ιδίως ο Τζέιμς ο οποίος ένιωθε ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι για να τον σώσει. Όλοι του έλεγαν ότι φυσικά δεν μπορούσε να το ήξερε αλλά εκείνος το ήξερε ότι θα συνέβαινε απλά δεν ήξερε πότε.  Από ένα σημείο και μετά η γυναίκα του απομακρύνθηκε από εκείνον ζητώντας του διαζύγιο μετά από είκοσι δύο χρόνια γάμου και η κόρη του, το μεγαλύτερο από τα δύο του παιδιά, έπαψε να ενδιαφέρετε για εκείνον από την στιγμή που χώρισαν με την μητέρα της.

Να, κάπως έτσι είναι εν συντομία η ζωή του Τζέιμς μέχρι τώρα που εκείνος περπατά μόνος του στους γεμάτους από χαρά γιορτινούς δρόμους του Μάντσεστερ. Δεν μπορούσε άλλο να κλάψει και να θρηνεί την φαινομενική αποτυχία του ως σύζυγος και ως πατέρας. Είχε πλέον πάρει απόφαση πως ο χρόνος ούτε συγχωρεί ούτε γυρνά πίσω. Έτσι το μόνο πού μπορούσε να κάνει εκείνος είναι να προχωρά μπροστά χωρίς να ξέρει τι μπορεί να του επιφυλάσσει η μοίρα. Αν και… ίσως να ξέρει, στο περίπου τουλάχιστον.

Μετά από εκείνο το συμβάν όταν εκείνος ήταν δώδεκα χρονών λάμβανε περιστασιακά κάποια ‘’προαισθήματα’’ αν μπορούσε να τα αποκαλέσει έτσι. Ήταν εκείνα που τον καθοδηγούσαν σε όλη του την ζωή και τον προστάτευαν από κάθε αναποδιά, μόνο που μερικές φορές μπορούσαν να γίνουν απρόβλεπτα και ξαφνικά χωρίς να του αφήνουν περιθώρια να αντιδράσει. Από εκείνη την χρονιά, όταν εκείνος ήταν δώδεκα χρονών έχει να πάει στο Μπίλσμπι, από εκείνα τα Χριστούγεννα που κυριολεκτικά του σημάδεψαν την ζωή.

‘’Τα δύο πιο λυπηρά πράγματα αυτή την εποχή της μοιρασιάς και της αγάπης είναι να μην έχεις κάποιον να μοιραστείς την αγάπη σου και να είσαι άστεγος’’ είχε πει η γιαγιά του. Αναρίγησε σε αυτή την σκέψη καθώς είχε πολύ καιρό να την σκεφτεί.  Αυτή την φορά δεν έφταιγε εκείνος με την τρελή διαίσθησή του αλλά μία άστεγη που είχε στήσει ένα μικρό τραπεζάκι  που διπλώνει, δίπλα σε ένα φανάρι. Πάνω του είχε απλώσει κάποια πράγματα που πούλαγε  τα οποία πιθανώς να είχε βρει κάπου πεταμένα. Με μια γρήγορη ερευνητική ματιά μπορούσε να διακρίνει κάποια πλεκτά υφάσματα και κοσμήματα. Τώρα περπάταγε ακριβώς διπλά από το τραπέζι .

«Κύριε, αν βλέπετε κάτι που σας αρέσει αγοράστε το και κάντε το δώρο στο αγαπημένο σας πρόσωπο» του είπε με καλοσύνη η μεσήλικη άστεγη χαμογελώντας του, δείχνοντας  τα ταλαιπωρημένα δόντια της.

«Όχι… ευχαριστώ» είπε εκείνος με κάπως ψυχρό τόνο. Δεν έχω και σε ποιον να το δωρίσω σκέφτηκε.

«Είστε σίγουρος πως δεν ενδιαφέρεστε; Ίσως αυτό εδώ να σας αρέσει» ξανάπε με το ίδιο ύφος όμως ο Τζέιμς κούνησε αρνητικά το χέρι του προσπερνώντας την δίχως να κοιτάξει τι του πρότεινε.

«Είσαι σίγουρος Τζέιμς;» ρώτησε.

Όμως αυτή την φορά δεν του μίλησε η ίδια φωνή, η χροιά της τώρα ήταν διαφορετική. Σταμάτησε. Φοβόταν να γυρίσει να κοιτάξει. Ένα αμάξι στάθμευσε στο πλάι του πεζοδρομίου επιτρέποντάς του να κοιτάξει την παράξενη γυναίκα μέσω της αντανάκλασης του τζαμιού. Το αίμα του πάγωσε μόλις αντίκρισε τα ίδια παγερά γαλανά μάτια και το κάτασπρο χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της. Δεν ήταν πλέον η άστεγη αλλά μία σκιά που τον κυνήγησε από το παρελθόν και στοίχειωνε κάθε μέρα της ύπαρξής του.

Δεν γύρισε πίσω να την κοιτάξει κατάματα γιατί ήξερε ότι αυτό που κρατούσε -αυτό που του πρότεινε να αγοράσει- δεν θα του άρεσε καθόλου. Ενστικτωδώς άγγιξε τον λαιμό του με το αριστερό του χέρι και σαν να έπαιρνε δύναμη από κάποιο ανύπαρκτο φυλακτό που φορούσε, άρχισε να περπατά με γρήγορα βήματα κατευθυνόμενος προς το σπίτι του.

Με τρεμάμενα χέρια, ξεκλείδωσε με μεγάλη προσπάθεια την πόρτα του διαμερίσματός του. Μόλις κατάφερε να μπει μέσα και να την ξεκλειδώσει ένιωσε μία στιγμιαία ανακούφιση η οποία ήξερε ότι δεν θα κρατούσε για πολύ. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά έπρεπε να δράσει γρήγορα, κάτι που το γερασμένο σώμα του δεν το επέτρεπε. Πως μπορεί να ήμουν τόσο τυφλός; Ήξερα ότι αυτή η στιγμή θα ερχόταν. Να πάρει το ήξερα! σκέφτηκε με πίκρα ξέροντας ότι θα αποτύχει.

Κατευθύνθηκε προς την πολυθρόνα του σαλονιού και με μαχαίρι ξεκοίλιασε την πλάτη της αφήνοντας τα βαμβακένια σωθικά της να χύνονται στο πάτωμα. Ήξερε πως αν πρόκειται να κρύψεις κάτι μέσα σε ένα έπιπλο καλύτερα να το κρύψεις στην πλάτη του καθώς υπήρχαν μεγαλύτερες ελπίδες αυτό που θα έκρυβες να έμενε απαρατήρητο καθώς το πρώτο μέρος που θα έψαχναν θα ήταν ο πάτος της.

Μετά από λίγο ψάξιμο, βγάζοντας ακόμα περισσότερη ‘’γέμιση’’  της πολυθρόνας, βρήκε ένα μικρό επίπεδο ξύλινο κουτάκι  ικανό να χωρέσει ένα μικρό κόσμημα. Μόλις κράτησε γερά το κουτάκι στο ένα του χέρι, αναποδογύρισε το τραπεζάκι που κοσμούσε το σαλόνι. Με έναν ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο είχε κρύψει στην μέσα μεριά σε ένα από τα τέσσερα πόδια του, το κλειδάκι που άνοιγε το κουτί. Το ξεκόλλησε και το έπιασε στα χέρια του.

Με αργές και λεπτεπίλεπτες κινήσεις ξεκλείδωσε το μικρό κουτί. Η διαδικασία αυτή έπρεπε να γίνει πολύ προσεκτικά διότι το φαινομενικά απλό και ξύλινο κουτί έκρυβε μία μεγάλη παγίδα, διότι δεν ήταν ξύλινο αλλά ήταν κατασκευασμένο από ένα γερό κράμα μετάλλων. Εάν ήσουν βιαστικός θα έσπαγες το πολύ λεπτό κλειδάκι και θα κόλλαγε στην κλειδαρότρυπα. Έτσι θα ενεργοποιούταν ένας μηχανισμός ο οποίος θα κλείδωνε εσωτερικά το κουτάκι και θα ήταν σχεδόν αδύνατο να ανοιχτεί χωρίς να καταστραφεί το περιεχόμενο του.

Μόλις το άνοιξε η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά τραντάζοντας κάθε ίνα της ύπαρξής του. Στο εσωτερικό του βρισκόταν ένα πολύ παλιό χρυσό μενταγιόν στο σχήμα μιας ημισελήνου. Οι κρατήρες της ημισελήνου είχαν σχηματιστεί με περίτεχνα κόκκινα πετράδια. Η ομορφιά αυτό του κοσμήματος ήταν ανεκτίμητη όπως και η αξία του, όχι όμως η χρηματική αλλά η σημασία του που έχει για αυτόν τον κόσμο. Ο συλλογισμός του κόπηκε απότομα όταν άκουσε την πόρτα να ξεκλειδώνει και να χτυπά με δύναμη στον τοίχο.

«Νομίζω πως έχεις κάτι δικό μου» ακούστηκε η φωνή από το χολ.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

 

Τρόμου: Το Δάσος Των Βρικολάκων.


Υπάρχει ένα δάσος, κάπου στην Αγγλία, για το οποίο λένε πως υπάρχει ένας μύθος!! Ο μύθος λέει ότι κάθε βράδυ, και ειδικά όταν έχει πανσέληνο, συμβαίνουν πολλά και μυστήρια πράγματα εκεί!!

Λίγο πιο έξω από το δάσος, υπάρχει ένα χωριό!! Οι κάτοικοι του χωριού έλεγαν συνήθως τον μύθο στους τουρίστες για να τους τρομάξουν, αλλά ποιος ήξερε ότι ο μύθος ήταν αληθινός; Όλα άρχισαν κάπως έτσι!! Ένα νεαρό ζευγάρι, κατηφόριζε προς εκείνο το χωριό! Ρώτησαν αν άξιζε να εξερευνήσουν το δάσος! Οι κάτοικοι, για να τους τρομάξουν, τους είπαν τον μύθο! Όμως το ζευγάρι το κατάλαβαν και άρχισαν να πηγαίνουν προς το δάσος!! Ξέχασα να αναφέρω πως εκείνη την νύχτα είχε πανσέληνο!!!

Στην αρχή σκέφτονταν τον μύθο, αλλά πίστεψαν πως ήταν ψέματα! Κάποια στιγμή, είδαν κάτι να κινείται γρήγορα ανάμεσα στα δέντρα!!! Σκέφτηκαν πως ίσως ήταν της φαντασίας τους και κάθισαν στο γρασίδι! Μετά από ένα 10λεπτο απόλυτης ησυχίας, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος πίσω από κάτι θάμνους!! Το αγόρι είπε πως πάει να δει αν ήταν κάποιος εκεί! Το κορίτσι έμεινε μόνο του!!

Το αγόρι αργούσε να έρθει και η κοπέλα άρχισε να φοβάται!!! Άρχισε να ψάχνει το αγόρι της όταν σκόνταψε πάνω σε κάτι μεγάλο! Άνοιξε τον φακό του κινητού της και είδε το σώμα του φίλου της ακρωτηριασμένο! Ξαφνικά, άρχισε να ακούει από πίσω της βήματα!! Γύρισε τον φακό της προς τα εκεί και είδε έναν άντρα ψηλό να παίζει με το κεφάλι του φίλου της!! Την κοίταξε και της είπε «Είσαι τυχερή που δεν σε σκότωσα, γιατί ο σταυρός που φοράς σε έσωσε!». Η κοπέλα ταραγμένη άρχισε να τρέχει για να φύγει! Μετά από αυτό το σοκ δεν ξαναμίλησε!

=============================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

=============================

Αρέσει σε %d bloggers: