Category Archives: Φαντάσματα

Φαντάσματα: Το Φάντασμα Της Πολυκατοικίας.


Εδώ και καιρό η Τζέσυ ένιωθε κάτι περίεργο να συμβαίνει στην πολυκατοικία που έμενε τους τελευταίους πέντε μήνες. Ενώ είναι κοπέλα αθλητική, χωρίς φοβίες και μόλις 25 χρονών, όταν σβήνει το κοινόχρηστο φως στη σκάλα, βιάζεται να το ανάψει πάλι. Δεν φοβάται το σκοτάδι. Όταν κοιμάται δεν θέλει ίχνος φωτός. Ούτε φοβάται κάποιον ληστή ή βιαστή μιας και η εξώπορτα της πολυκατοικίας κλείνει πολύ γρήγορα.  Φοβάται ότι μόλις σβήσει το φως κάποιος θα εμφανιστεί πίσω της. Μια αρχετυπική μορφή σαν σκιά χαραγμένη στο μυαλό του κάθε ανθρώπου από την εποχή των σπηλαίων. Γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Δεν ξεπηδάνε σκιές και φαντάσματα μέσα σε πολυκατοικίες. Έτσι κι αλλιώς δεν πιστεύει στα φαντάσματα και στην αστρολογία. Ούτε καν στη θρησκεία. Όμως όταν καθυστερεί στις σκάλες και το φως σβήνει, νιώθει τον σβέρκο της να ανατριχιάζει και την αίσθηση αιμοδηψίας μιας οντότητας να την μαχαιρώνει στη πλάτη και να της σκίζει την καρδιά.

Ο τρόμος που την κυριεύει κάθε φορά είναι κάτι το ανεξήγητο για αυτή. Είναι κάτι που πάει κόντρα στις ορθολογικές της αντιλήψεις. Για να αποδείξει στον εαυτό της ότι ο φόβος αυτός είναι ηλίθιος, στάθηκε έξω από την πόρτα της ένα βράδυ και έμεινε στο σκοτάδι. Το αποτέλεσμα ήταν να βάλει τα κλάματα και τελικά να λιποθυμήσει. Την βρήκε το επόμενο πρωί ο γερο-Τζόνυ που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν μεθυσμένη και πήγε να τη βοηθήσει. Όταν συνήλθε του είπε ότι λιποθύμησε από τον φόβο της σε μια προσπάθεια να τον αντιμετωπίσει. Ο γερο-Τζονυ τη σήκωσε απαλά και της είπε ότι δεν πρέπει να ντρέπεται που φοβάται το σκοτάδι. Η Τζέσυ ενοχλήθηκε αλλά δεν μπήκε στον κόπο να του δώσει εξηγήσεις φοβούμενη μήπως την περάσει για τρελή. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τη διώξουν από αυτό το διαμέρισμα.

Λίγες μέρες αργότερα καθώς έφευγε για τη δουλειά της, είδε κολλημένο στη εξώπορτα ένα κηδειόχαρτο. Έγραφε ότι θα τελεστεί εξάμηνο μνημόσυνο για τον Μπέντζαμιν Κούπερ ο οποίος ήταν κάτοικος της πολυκατοικίας. Η Τζέσυ δεν είχε ιδέα ότι κάποιος πέθανε λίγο πριν μετακομίσει και είχε σοβαρές υποψίες ότι πέθανε στο διαμέρισμά της. Πως το είπε ο σπιτονοικοκύρης της; “Το διαμέρισμα είναι πλήρως επιπλωμένο. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης δεν τα χρειάζεται πια”. Λογικό είναι. Το μόνο έπιπλο στον τάφο είναι το φέρετρο. Ξεροκατάπιε και συνέχισε το δρόμο της.

Επέστρεψε το απόγευμα με μια σακούλα ψώνια στα χέρια. Δεν ήθελε να πέσει ο ήλιος πριν μπει στο σπίτι. Φτάνοντας στην πόρτα της, γύρισε και κοίταξε την πόρτα του γερο-Τζονυ. “Αυτός θα ξέρει” σκέφτηκε. Άφησε τα ψώνια στην πόρτα της και πήγε στην πόρτα του γείτονα. Χτύπησε το κουδούνι αλλά δεν ακούστηκε ήχος. “Θα χάλασε” σκέφτηκε και χτύπησε την πόρτα. “Ποιος είναι;” ακούστηκε η αδύναμη φωνή του γερο-Τζονυ. “Η Τζέσυ κύριε Τζον”. Η πόρτα άνοιξε και ο γερο-Τζονυ την καλωσόρισε. “Πέρνα μέσα κοπέλα μου, συνέβη κάτι;” Η Τζέσυ έκανε ένα βήμα μέσα. Τα φώτα ήταν σβηστά και το φως του ηλιοβασιλέματος έμπαινε από τα παράθυρα και φώτιζε το σπίτι του. Τα έπιπλα ήταν παλιά, όπως και αυτός, και υπήρχε η μυρωδιά αρωματικών φυτών στον αέρα. “Δεν συνέβη κάτι κύριε Τζον, είπε η Τζέσυ, ήθελα να σας ρωτήσω για κάποιον Μπέντζαμιν Κούπερ”. “Α ο Μπεν” το πρόσωπο του γερο-Τζονυ κατσούφιασε “ήταν καλός άνθρωπος, πέθανε από καρδιά. Το διαμέρισμά του νοίκιασες. Το ήξερες αυτό, έτσι δεν είναι;”. Η Τζέσυ ταράχτηκε λίγο αλλά το έκρυψε όσο καλύτερα μπορούσε. “Φυσικά και το ήξερα. Από περιέργεια ρώτησα. Πρέπει να πηγαίνω τώρα”, έβλεπε τον ήλιο να δύει και έπρεπε να μπει στο διαμέρισμά της. “Εντάξει καλή μου. Καλό βράδυ να έχεις”. Η Τζέσυ ανταπέδωσε το καληνύχτισμα και γυρνώντας στην πόρτα του διαμερίσματός της δεν έβλεπε πουθενά τη τσάντα με τα ψώνια της. Θυμωμένη και απογοητευμένη έψαξε τριγύρω και δεν τη βρήκε. “Κάποιος την έκλεψε σκέφτηκε. Κάποιος από την πολυκατοικία”. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Την έκλεισε χτυπώντας τη. Έβαλε νερό να βράσει για να φτιάξει τσάι και ένα σιντι κλασικής μουσικής για χαλάρωση.

Μια ώρα αργότερα είχε σχεδόν πιεί το τσάι της και είχε χαλαρώσει αρκετά. Έξω είχε νυχτώσει. Σκέφτηκε πόσο ηλίθια ήταν και πως τώρα έβγαινε κάποιο νόημα. Το φτηνό ενοίκιο, τα παλιά έπιπλα. Προφανώς αυτός ο Μπεν δεν είχε οικογένεια και ποιος θα ήθελε να νοικιάσει το σπίτι και τα έπιπλα ενός νεκρού; Ύστερα υπέθεσε πως ίσως να έχει μείνει κάτι από τον νεκρό και να είναι κρυμμένο. Που όμως; τα συρτάρια και τα ντουλάπια ήταν άδεια. Το στρώμα στο κρεβάτι καινούργιο. Η βιβλιοθήκη άδεια. Το πατάρι άδειο. Ή μήπως όχι; είναι το μόνο μέρος που δεν έχει δει. Στα γρήγορα πήρε μια καρέκλα, ανέβηκε και άνοιξε το πορτάκι και μπίνγκο. Ένα χαρτοκιβώτιο. Το τράβηξε κοντά της και το κατέβασε στο πάτωμα. Το έσυρε μέχρι το σαλόνι και άδειασε το περιεχόμενο του. Βιβλία. Λογοτεχνικά, ιατρικά και ένα τετράδιο. Άνοιξε το τετράδιο και όλες του οι σελίδες ήταν γεμάτες με τρεμάμενες λέξεις, σκόρπιες μέσα στις σελίδες χωρίς νόημα και σειρά. Οι περισσότερες λέξεις ήταν αίμα, φόβος, κρύψου, νεκρός, σκοτάδι, κρύο. Οι υπόλοιπες ήταν μουτζουρωμένες.

Η Τζέσυ ανατρίχιασε. Το μυαλό της πήγαινε στην παράλογη σκέψη ότι ο νεκρός θέλει εκδίκηση. Ότι το πνεύμα του θέλει να τραφεί με τον φόβο και το αίμα της. Έκλεισε το τετράδιο και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν υπάρχουν φαντάσματα και ότι ο Μπεν μάλλον είχε παραισθήσεις και κατάθλιψη και αυτό του προκάλεσε καρδιακό επεισόδιο και τον σκότωσε. Πήρε βαθιές ανάσες και αποφάσισε να κάνει ένα ζεστό ντους για να χαλαρώσει.

Μετά το μπάνιο φόρεσε πιτζάμες και ξάπλωσε στον καναπέ να δει τηλεόραση. Σκεπάστηκε με κουβέρτα και έβαλε δυο μαλακά μαξιλάρια στην πλάτη της. Μετά από μια ώρα τηλεόρασης και μερικές αλλαγές στη στάση που καθόταν από τη βαρεμάρα της, ένιωσε να πεινάει. Σηκώθηκε και άνοιξε το ψυγείο. Το μόνο που είχε ήταν δυο φέτες ψωμί για τοστ και ληγμένο γάλα. Έβρισε που της έκλεψαν τα ψώνια κάτω από τη μύτη και άνοιξε το συρτάρι με τα φυλλάδια για να παραγγείλει. Ήθελε κάτι υγιεινό και χορταστικό και επίσης καλό θα ήταν να δει έναν ακόμη άνθρωπο. Πέντε μήνες σε νέα πόλη και δεν είχε κάποια φίλη ή κάποιον φίλο που θα μπορούσε να καλέσει. Άρα με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Φαγητό και κάποιος που θα περπατήσει στο σκοτάδι της πολυκατοικίας χωρίς φόβο. Πολύ ενθαρρυντικό. Σήκωσε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε τον αριθμό. Την πρώτη φορά δεν είχε γραμμή. Τη δεύτερη όλα κύλισαν ομαλά και παρήγγειλε μια σαλάτα του καίσαρα με έξτρα κοτόπουλο.

Ξάπλωσε πάλι στον καναπέ να δει τηλεόραση αλλά το κανάλι είχε παράσιτα. Άλλαξε κανάλι και τα παράσιτα έγιναν πιο έντονα. Κάλυψαν όλη την οθόνη. Κάθε φορά που άλλαζε κανάλι ακουγόταν μια τρεμάμενη στριγκλιά από την τηλεόραση. Και ύστερα ένας βαθύς βρυχηθμός. Η Τζέσυ πάτησε το πλήκτρο για να κλείσει η τηλεόραση αλλά αυτή συνέχιζε να αλλάζει κανάλια και να βρυχάται. Τρομαγμένη, πετάχτηκε από την καρέκλα και τράβηξε βίαια το καλώδιο της τηλεόρασης. Σπινθήρες πετάχτηκαν από την πρίζα και με έναν κρότο κόπηκε το ρεύμα στο διαμέρισμα. Η Τζέσυ έμεινε μέσα στο σκοτάδι να τρέμει σαν το ψάρι. Είχε παγώσει. Στο ταβάνι ακούστηκαν γδούποι. Ούρλιαξε πάλι και έτρεξε προς τον καναπέ. Εκεί ήταν το κινητό της. Η μοναδική πηγή φωτός. Χτύπησε το πόδι της στο τραπέζι του σαλονιού και έπεσε σχεδόν ξαπλωτή στον καναπέ. Πήρε το κινητό, το ξεκλείδωσε γρήγορα και άνοιξε την εφαρμογή του φακού. Έφεξε στο ταβάνι και σκεφτόταν “Είναι τα βήματα των από πάνω” χωρίς να ξέρει αν είναι όντως νοικιασμένο το πάνω διαμέρισμα. Ο φόβος την είχε μαζέψει σε εμβρυική στάση και δάκρυζε χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει. Τα βήματα ακούστηκαν πάλι. Απομακρύνονταν. “Φεύγει” σκέφτηκε και εκείνη τη στιγμή ένα χτύπημα ακούστηκε έξω από την πόρτα της σαν κάποιος να χοροπήδησε δυνατά στο πάτωμα και αμέσως μετά ο ήχος του θυροτηλέφωνου.

Η Τζέσυ συνήλθε και βρήκε πάλι τα λογικά της. “Τι χαζή που είμαι” σκέφτηκε “Φοβήθηκα από βήματα και ένα βραχυκύκλωμα”. Πάτησε το κουμπί του θυροτηλέφωνου για να ανοίξει η εξώπορτα και σε λίγα δευτερόλεπτα είδε το φως της σκάλας που άναψε να φέγγει κάτω από την πόρτα της. Έβγαλε μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης. Το φως στη σκάλα έσβησε και το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. “Μισό λεπτό, έρχομαι, δεν έχω ρεύμα” φώναξε η Τζέσυ. Πήγε προσεκτικά προς την πόρτα με το κινητό της για φακό. Άνοιξε ελαφρά την πόρτα και αυτός που ήταν στην άλλη μεριά την έσπρωξε με ορμή. Η πόρτα χτύπησε τη Τζέσυ στο πρόσωπο σπάζοντας της ένα δόντι και ματώνοντας τα χείλη της. Σοκαρισμένη από το χτύπημα έκανε μερικά βήματα πίσω και ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να την αρπάζει από το λαιμό. Σήκωσε το φακό να δει ποιος είναι αλλά ο τύπος της χτύπησε το χέρι και της έπεσε το κινητό. Το πρόσωπο του φωτίστηκε στιγμιαία και φάνηκε γνώριμο στη Τζέσυ. Προσπάθησε να φωνάξει βοήθεια αλλά το χέρι την έπνιγε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να ανασάνει. Την έσερνε στη κρεβατοκάμαρα. “Θεέ μου αν είναι να με βιάσει καλύτερα να με σκοτώσει” σκέφτηκε η Τζέσυ. Έκλεισε τη πόρτα του δωματίου και της άφησε το λαιμό. Έβηξε και πήγε να φωνάξει βοήθεια αλλά η φωνή της δεν έβγαινε. Ο άντρας με το παγωμένο χέρι, της έριξε μια γροθιά στο διάφραγμα και της έκοψε την ανάσα. Η Τζέσυ γονάτισε και πάλευε να βάλει αέρα στα πνευμόνια της. Προσπάθησε να σηκώσει τα μάτια της να δει ποιος είναι αλλά μόλις έφτασε μέχρι τη μέση του βασανιστή της, το φως της σκάλας άναψε και αυτός εξαφανίστηκε σαν να μην υπήρχε ποτέ.

Σύρθηκε μέχρι την πόρτα και την άνοιξε με το ζόρι. Δεν μπορούσε να σηκωθεί και η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος βοήθειας. Συνέχισε να σέρνεται μέχρι το σαλόνι. Κοίταξε έξω από την πόρτα του διαμερίσματος και φώναξε από μέσα της “Μη φεύγετε γαμώτο. Βοηθήστε με. Θα με σκοτώσει.” Ύστερα είδε την πόρτα του γερο-Τζονυ. «Τουλάχιστον να πάω εκεί για να σωθώ». Στα μισά του σαλονιού άκουσε την πόρτα του ασανσέρ στους επάνω ορόφους να κλείνει. “Όχι, θα μπουν στο σπίτι τους και το φως θα σβήσει”. Σε μια ύστατη στιγμή απόγνωσης η Τζέσυ επιστράτευσε όλες τις δυνάμεις της και σηκώθηκε.  Όμως το φως έσβησε λίγο πριν φτάσει στη πόρτα και ο τύπος με τα παγωμένα χέρια της κλώτσησε τα πόδια κι την έριξε κάτω. Η φωνή της δυνάμωνε και προσπαθούσε να καλέσει βοήθεια. Τότε ένιωσε τα χείλη της να μουδιάζουν και το κεφάλι της να τινάζεται πίσω. Η κλωτσιά στο πρόσωπο ήταν τόσο δυνατή που κύλησε ως τη πόρτα και χτύπησε στο κάσωμα. Ο άντρας την έπιασε από τα μαλλιά και τη σήκωσε όρθια. Η παγωμένη του ανάσα έμπαινε στα ματωμένα της ρουθούνια. Πανικοβλημένη και σε κατάσταση υστερίας, η Τζέσυ σπαρταρούσε και τιναζόταν σαν ψάρι έξω από το νερό. Τα μαλλιά της ξεριζώθηκαν και η τούφα με λίγο αίμα έμεινε στα χέρια του παγωμένου άντρα. Με αυτή την κίνηση απόγνωσης η Τζέσυ έπεσε πάνω στην πόρτα του γερο-Τζονυ. “Σώθηκα” σκέφτηκε “είμαι τυχερή” και άρχισε να χτυπάει την πόρτα του γερο-Τζονυ με τα χέρια και το κεφάλι. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και το σώμα της παρέλυσε. Με κλειστά ματιά έπεσε πάνω στον γερο-Τζονυ ψιθυρίζοντας βοήθεια. “Μην ανησυχείς καλή μου, εδώ θα είσαι ασφαλής” είπε ο γερο-Τζονυ με την ήρεμη όπως πάντα φωνή του και την πήρε στο σπίτι του.

Το πρωί το ασθενοφόρο ήταν έξω από την πολυκατοικία και οι υπόλοιποι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στην είσοδο και συζητούσαν. “Αυτά τα διαμερίσματα είναι πολύ γκαντέμικα” έλεγε ο ένας, “Όσοι μένουν εκεί πεθαίνουν από καρδιά” έλεγε ο άλλος, “Ξεκίνησε με το κάθαρμα τον Τζόνυ όταν τον σκότωσαν πριν 20 χρόνια στο διαμέρισμά του και από τότε όσοι μένουν εκεί πεθαίνουν. Και μετά σου λέει να μην πιστεύεις στη κακή ενέργεια. Το κάθαρμα με τα παγωμένα χέρια τον λέγανε. Είχε γεμίσει το σπίτι του αρωματικά φυτά για να μη μυρίζουν τα πτώματα. Ελπίζω να μείνει το σπίτι του κλειστό για άλλα 20 χρόνια” είπε φανερά ενοχλημένος ένας ηλικιωμένος. Οι τραυματιοφορείς έβγαιναν από την πολυκατοικία με τη Τζέσυ ξαπλωμένη. “Κρίμα τόσο νέα κοπέλα να πεθάνει από καρδιά. Ούτε 25 δεν θα είναι. Ευτυχώς η πόρτα της ήταν ανοιχτή και αποφάσισα να πάρω τις σκάλες σήμερα”. Το πρόσωπο της ήταν παραμορφωμένο από φόβο και τα νεκρά μάτια της ανοιχτά.


Ευχαριστούμε τον Azrael για την ιστορία του.


 

Φαντάσματα: Στέλλα.


Ο ληστής προχωράει συνέχισε να προχωράει μέσα στο δάσος με πυξίδα τα αστέρια και φως την πανσέληνο. Τα δέντρα δεν ήταν πολύ πυκνά και μπορούσε εύκολα να προσανατολιστεί. Έπρεπε να πάει βόρεια. Όσο πιο βόρεια μπορούσε για να γλιτώσει. Είχε προχωρήσει αρκετά βαθιά στο δάσος και πλέον δε βιαζόταν. Κανείς δεν θα τον έψαχνε σε αυτό το μέρος. Οι ιστορίες για άτομα που δεν ξαναβγήκαν ποτέ από την καρδιά του δάσους είναι πάρα πολλές για να περάσουν αδιάφορες στους κατοίκους των γύρω περιοχών.

Το δάσος ήταν ήσυχο. Αλλόκοτα ήσυχο. Δεν ακουγόταν το θρόισμα των φύλλων, δεν ακουγόταν τα νυχτόβια αρπακτικά και τρωκτικά παρά μόνο ένας ανεπαίσθητος ψίθυρος που θύμιζε τον ήχο που κάνει η φλόγα του κεριού όταν τη φυσάμε κι αυτή αρνείται να σβήσει. Υπνωτισμένος από τον ψίθυρο άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του, χωρίς να έχει συνείδηση ότι ξεστράτισε από την πορεία του. Συνέχισε να περπατά μέχρι που είδε μπροστά του ένα ξέφωτο και διάχυτο γαλάζιο φως να απλώνεται από το κέντρο του.

Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και κοιτούσε. Το ξέφωτο ήταν ένας τέλειος κύκλος με γρασίδι μέσα στο δάσος. Στη μέση υπήρχε ένας βωμός φτιαγμένος από δέντρο. Το δέντρο αυτό είχε παχύ κορμό αλλά δεν ήταν ψηλότερο από ένα μέτρο. Γύρω από τον κορμό του έκανε διακλαδώσεις και το κέντρο του ήταν σαν κρεβάτι που για στρώμα είχε πράσινα κίτρινα και καφέ φύλλα. Και ξαπλωμένη πάνω στα μαλακά φύλλα ήταν αυτή. Η γυναίκα που διάβαζε στους αρχαίους μύθους.

Πάνω της ήταν το κέντρο του γαλάζιου φωτός που απλωνόταν στο ξέφωτο. Αιωρούνταν και πετούσε γύρω της με σπειροειδείς κινήσεις. Ο ληστής κάρφωσε τα μάτια του σε αυτό και έγινε μάρτυρας καθώς το φως πύκνωνε και έπαιρνε μορφή. Τη μορφή ενός ανθρώπου ψηλού κι αδύνατου. Ήταν το πνεύμα που συντρόφευε τη γυναίκα των αρχαίων μύθων. Κάποτε ήταν αυτός που, σύμφωνα με το μύθο, γεννήθηκε αδύναμος, έζησε δυνατός και πέθανε παντοδύναμος και όλα αυτά για μια αγάπη χωρίς αντίκρισμα. Για να προστατεύσει τη γυναίκα που αγαπούσε χωρίς αυτή να τον αγαπάει. Ανιδιοτελής αγάπη στο μεγαλείο της.

Ο ληστής περίεργος να δει ποια γυναίκα προκάλεσε τόσο μεγάλα γεγονότα κάρφωσε τα μάτια του σε αυτή που ήταν ξαπλωμένη στο βωμό. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα ή καστανόξανθα, ανάλογα με το φως του πνεύματος. Τα χείλη της σφαλιστά κι αυτά σαν τα μάτια της. Το χρώμα και το σχήμα των χειλιών της, τον έκαναν να φανταστεί πόσο όμορφο χαμόγελο θα είχε. Τα χέρια της ήταν ανοιχτά στο πλάι σαν να περίμενε κάποιον να την αγκαλιάσει. Δεν ήταν ψηλή γυναίκα. Ήταν όμως όμορφη και λαμπερή και στο λαιμό της φορούσε ένα μενταγιόν σε σχήμα αστεριού.

Ο ληστής, άπληστος από τη φύση του, σκέφτηκε ότι το μενταγιόν αυτό θα είχε τεράστια αξία και ότι θα έπρεπε να περιμένει να εξαφανιστεί το πνεύμα για να το κλέψει. Τότε το φως άστραψε σαν κεραυνός και το ανθρώπινο περίγραμμά του φάνηκε ολοκάθαρα. Ο ληστής ένιωσε τον αέρα βαρύ. Τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να σταθεί όρθιος και έπεσε στα γόνατα. Ο ήχος της φλόγας που δεν σβήνει, πλέον έγινε ήχος πυρκαγιάς σε ανεμοστρόβιλο. Σήκωσε τα μάτια του να δει την αληθινή μορφή του πνεύματος. Ήταν όντως ανθρώπινη και όπως και στην αρχή, ψηλός, αδύνατος, χωρίς μαλλιά. Όπως τον περιγράφει ο μύθος. Αυτός που θυσίασε το σώμα του για να σώσει τη ζωή της.

Το πνεύμα φτιαγμένο από τρομερή γαλάζια συμπυκνωμένη ενέργεια, αιωρούμενο στάθηκε δίπλα στο βωμό. Κάθισε δίπλα της και άγγιξε το χέρι της. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της απαλά σαν να ξυπνούσε από γλυκό ύπνο. Είχαν καστανό χρώμα και έλαμπαν όταν αντίκριζε τα μάτια του προστάτη της. Ο ληστής αναρωτήθηκε μήπως κι αυτή τον αγαπούσε κρυφά και τώρα που κανείς δεν τη περιορίζει, μπορεί επιτέλους να του δείξει τι νιώθει και ερωτευμένοι διασχίζουν μαζί το πέρασμα των αιώνων. Γιατί όταν δυο άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να είναι μαζί, ο χώρος και ο χρόνος δεν έχει σημασία.

Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και το πνεύμα το έκλεισε μέσα στα δικά του. Κοιτάχτηκαν στοργικά. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή Όλος ο κόσμος ήταν ένα βλέμμα. Πλησίασαν κοντά και αγκαλιάστηκαν. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα ζεστό φιλί και τότε αιωρήθηκαν και οι δύο πάνω από το βωμό. Στροβιλιζόμενοι και τυλιγμένοι από γαλάζιες λωρίδες φωτός και ενέργειας, με σπινθήρες να πετιούνται στο τελείωμα τους και τα φύλα του βωμού να στροβιλίζονται κι αυτά γύρω τους και να μοιάζουν με κουρτίνα που κρατάει μακριά τους αδιάκριτους.

Ήταν το πιο αληθινό και ερωτικό φιλί που θα ευχόταν κάθε άνθρωπος να ζήσει. Ύστερα χαμήλωσαν. Κάθισαν πάλι στο βωμό. Κοιτάχτηκαν πάλι στα μάτια. Τα καστανά μάτια της γυναίκας βούρκωσαν και δάκρυσε. Το πνεύμα σκούπισε τα δάκρυά της με το δάχτυλο του. Της χάιδεψε τα μαλλιά και τα έπιασε πίσω από τα αυτιά της για να βλέπει το πρόσωπό της καλύτερα. Χαμογέλασε στη γυναίκα σαν της έλεγε ότι θα συνεχίσει να είναι για πάντα μαζί της. Ύστερα αυτή ξάπλωσε πάλι στο βωμό με τα χέρια ανοιχτά περιμένοντας την επόμενη στιγμή που θα την αγκαλιάσει και έκλεισε τα λαμπερά της μάτια.

Το πνεύμα αιωρήθηκε πάνω της και η μορφή του άρχισε να σπάει και να διαλύεται. Ο κυματισμός της λάμψης του έγινε άγριος και ο ληστής κυριεύθηκε από τρόμο και φόβο. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε. Ήταν ακόμα καθηλωμένος στα γόνατα. Το πνεύμα τον ανάγκαζε να υποκλιθεί μπροστά στην αγαπημένη του. Έπειτα όλα έγιναν αστραπιαία. Η γαλάζια λάμψη τον τύφλωσε και πριν εξαφανιστεί η ύπαρξή του από αυτόν τον κόσμο, άκουσε ολοκάθαρα το πνεύμα μέσα στο κεφάλι του να λέει τον αρχαίο στίχο που τον βασάνιζε «Πάντα θα έχει άλλο ταίρι, αυτή που το όνομά της σημαίνει αστέρι».

*Στέλλα στα λατινικά σημαίνει αστέρι.


Ευχαριστούμε τον Azrael για την ιστορία του.


 

Φαντάσματα: Στο Πύργο Ηλείας, Μεγάλη Παρασκευή.


Διάβαζα και ξανά διάβαζα το μήνυμα από τον αδερφό μου τον Μάνο ότι θα ερχόταν στην Ελλάδα από το Λονδίνο να περάσουμε το Πάσχα μαζί, και μάλιστα μας είχε καλέσει ο καλός του φίλος Παναγιώτης να περάσουμε μαζί της άγιες μέρες στο χωριό του στο Πύργο Ηλείας κοντά στην αρχαία Ολυμπία.

Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη που θα ξανά έβλεπα τον αδερφό μου, ύστερα από τόσο καιρό μου είχε λείψει και είχαμε να πούμε πάρα πολλά. Και ήταν μια καλή ευκαιρία να περάσουμε λίγες μέρες μαζί με τη συντροφιά φίλων στην εξοχή.

Η άφιξή του θα γινόταν την μεγάλη βδομάδα και είχα μεγάλη αγωνία και πολλά σχέδια. Και για να μην χάσουμε καιρό θα πηγαίναμε στο χωριό του φίλου μας τη μεγάλη Τετάρτη ώστε τη Τρίτη του Πάσχα να γυρνάγαμε Αθήνα.

Τη μεγάλη Δευτέρα καθόμουν στις αφίξεις του Ελ. Βενιζέλος με ένα καφέ στο χέρι και παρακολουθούσα το κόσμο να πηγαινοέρχεται και κοίταγα τον πίνακα ανακοινώσεων ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Όταν έγινε η άφιξη τον είδα να βγαίνει κάτασπρος (λόγω έλλειψης ηλίου), με μία βαλίτσα στο χέρι και με μια θήκη λάπτοπ να κρέμεται από τον ώμο. Φαινόταν πολύ αδύνατος μα πολύ γεροδεμένος, αγκαλιαστήκαμε και μου είπε με Ελληνικά αλλά με αγγλική προφορά:

– Καλώς σε βρήκα αδερφέ, έχω πολύ καιρό να σε δω.

Και τότε απάντησα:

– Και εγώ το ίδιο αδερφέ, καλώς ήρθες, πάμε να ξεκουραστείς, να απολαύσεις την Ελληνική κουζίνα και τη Τετάρτη να φεύγουμε για Πύργο.

Αφού ξεκουραστήκαμε και απόλαυσε την Ελληνική κουζίνα, τη Τετάρτη ξεκινήσαμε οδικώς για τον Πύργο. Είμασταν πολύ κεφάτοι και απολαμβάναμε την διαδρομή.

Μόλις φτάσαμε στο μικρό χωριουδάκι ο φίλος Παναγιώτης μας υποδέχτηκε πολύ ζεστά. Το σπίτι ήταν ένα μικρό σπίτι ανάμεσα στους ελαιώνες, με τζάκι και με τρία δωμάτια. Ο φίλος μας έμενε στην Αθήνα και πήγαινε εκεί τα καλοκαίρια και το Πάσχα. Ο πατέρας του το αγόρασε λίγες μέρες πριν βγει στη σύνταξη και το είχαν φτιάξει με πολύ γούστο και αγάπη.

Αμέσως αρχίσαμε να κάνουμε πλάνο για το τις μέρες της διαμονής μας και ο φίλος μας είπε:

– Παιδιά πρέπει να ψήσουμε τις μέρες του Πάσχα, θα αδειάσουμε μια αποθήκη πίσω από το σπίτι και θα κάνουμε τη γιορτή, αν δεν βρούμε θα πάμε τη πόλη να αγοράσουμε μια ψησταριά.

Και ξεκινήσαμε να πάμε στη μικρή αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού.

Η αποθήκη ήταν πολύ μικρή με ξύλινη πόρτα. Μέσα μύριζε μούχλα και είχε ένα σωρό άχρηστα πράγματα. Και ξεκινήσαμε να βγάζουμε τα πράγματα.

Κάποια στιγμή βρήκα μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία και είχε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ο άνδρας καθόταν σε ένα αναπηρικό καροτσάκι και η γυναίκα ήταν από πίσω του τα βλέμματα τους ήταν άγρια και εχθρικά που προκαλούσε ανατριχίλα.

Το έδειξα στον αδερφό μου και του λέω:

– Τρομαχτική φωτογραφία ε;

Και μου απάντησε:

– Ναι όντως.

Και συνέχισε:

– Ρε Πανό, ποιοι είναι αυτοί στη φωτογραφία;

Και ο Παναγιώτης μας είπε:

– Δεν ξέρω πρώτη φορά τους βλέπω, θα ρωτήσω τους γονείς μου όταν έρθουν. Πάντως η φωτογραφία είναι πολύ τρομακτική.

Το ίδιο βράδυ πήγαμε νωρίς για ύπνο. Ξημέρωνε μεγάλη Πέμπτη και είχαμε προετοιμασίες για την μέρα του Πάσχα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα για να πάω στη τουαλέτα και πέρασα μπροστά από την τραπεζαρία με το τζάκι. Στην επιστροφή είδα κάποιον να κάθεται στη πολυθρόνα και να κοιτάει το τζάκι. Θεώρησα πώς είναι ο αδερφός μου και τον πλησίασα να πούμε καμία κουβέντα.

Μόλις τον ακούμπησα γυρνάει το πρόσωπο και ήταν ο ηλικιωμένος που είχα δει στη φωτογραφία. Στην θέση των ματιών του ήταν δύο μαύρες τρύπες.

Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει και φώναξα. Ένιωσα ένα δυνατό χέρι να με τραβάει πίσω. Γυρνάω και βλέπω τον αδερφό μου, και μου λέει:

– Τι έπαθες, γιατί φωνάζεις;

Και του λέω:

– Ο γέρος στη φωτογραφία κάθεται μπροστά από τζάκι

Και μου λέει

– Δεν είναι κανείς εκεί, μήπως επηρεάστηκες από τη φωτογραφία και το είδες στον ύπνο σου;

Όντως στη πολυθρόνα δεν ήταν κάνεις. Απόλυτη νεκρική σιγή.

Την άλλη μέρα ήμουν προβληματισμένος για το τρομακτικό πρόσωπο που είδα αλλά άρχισα να πιστεύω πως τελικά ήταν όνειρο.

Λίγο πριν πάμε να ψωνίσουμε, κοίταγα τη λίστα με τα πράγματα που είχαμε να πάρουμε για την ημέρα του Πάσχα και την βραδιά της ανάστασης.

Καθώς γύρισα το κεφάλι μου να φύγω είδα την μια παλιά αναπηρική καρέκλα μπροστά από το τζάκι, στη θέση όπως ακριβώς είχα δει τον ηλικιωμένο χωρίς ματιά. Με έπιασε πανικός.

Και είπα:

– Ρε παιδιά δεν είναι αστείο αυτό.

Και εκείνη την ώρα μπήκε ο αδερφός μου μέσα με τον φίλο μας τον Παναγιώτη και με ρώτησαν:

– Για ποιο πράγμα μιλάς;

και τους έδειξα την αναπηρική καρέκλα και μείναμε ακίνητοι να κοιτάμε όλοι μαζί τη καρέκλα.

Αφού την μετακινήσαμε αρχίσαμε να συζητάμε για το μυστήριο.

Τελικά κάτι δεν πήγαινε καλά στο σπίτι.

Το βράδυ της μεγάλης Παρασκευής πήγαμε στην εκκλησία του χωριού. Μια όμορφη μικρή εκκλησία και ο επιτάφιος ήταν στολισμένος και είχε αρκετό κόσμο να ακολουθεί τον επιτάφιο.

Μόλις γυρνάγαμε από τη εκκλησία με τα κεράκια περάσαμε από το σταυροδρόμι του χωριού. Λίγο πριν μπούμε μέσα στο σπίτι του φίλου μας είδαμε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ο άνδρας καθόταν σε μια αναπηρική καρέκλα και κρατούσαν κεράκια, από ένα ο καθένας.

Η μόνη διαφορά ήταν πως ήταν ακίνητοι και στη θέση των ματιών είχαν δύο μαύρες τρύπες.

Ανοίξαμε βήμα και μπήκαμε στο σπίτι. Η συζήτηση ήταν γύρω από αυτό που είδαμε και αποφασίσαμε αύριο που θα ερχόταν οι γονείς του Παναγιώτη να κάναμε μια έρευνα για το ποιοι ήταν αυτοί.

Την άλλη μέρα γύρω στις 12:00 ήρθαν οι γονείς του Παναγιώτη. Μας είδαν κακόκεφους και προβληματισμένους.

Ο πατέρας του, ένας γεροδεμένος και γελαστός άνθρωπος, μας είπε:

– Τι πάθατε ρε παιδιά δεν περνάτε καλά;

Εμείς του είπαμε:

– Απολαμβάνουμε την διαμονή μας αλλά υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα.

Και του είπαμε την ιστορία μας.

 Ο άνθρωπος φαινόταν να τα έχει χάσει και αποφασίσαμε να μιλήσουμε στο Παπά του χωριού που ήταν γέννημα της περιοχής και θα ήξερε να μας συμβουλέψει. Αλλά έπρεπε να βιαστούμε γιατί σήμερα ήταν η Αγία Ανάσταση το βράδυ και ο ιερέας θα ήταν απασχολημένος.

Και πήγαμε στο γραφείο του στη εκκλησία.

Ο πάτερ Αγαθιός, ένας κοντούλης, γεματούλης, χαμογελαστός γεράκος και που φορούσε γυαλάκια, μας υποδέχτηκε πολύ ζεστά με ευχές για το άγιο Πάσχα.

Μόλις του είπαμε την ιστορία το χαμόγελο του πάγωσε και τα χέρια του έτρεμαν νευρικά. Το μόνο που ψέλλισε ήταν:

– Δεν μπορεί.

Και άρχισε την ιστορία του:

Μετά τον πόλεμο, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, στο χωριό ζούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ο κύριος Πέτρος με τη κυρία Μάρω. Ήταν κακοί άνθρωποι, απλησίαστοι και πάντα δημιουργούσαν πρόβλημα. Ποτέ κανένας δεν τους ήθελε σε γάμους η γιορτές, μεθούσαν και έκαναν φασαρίες.

Μόλις τελείωσε ο πόλεμος έπαιρναν τα ορφανά και πεινασμένα παιδιά για να βρουν μια οικογένεια, αλλά δεν ήταν έτσι, απλά τα έπαιρναν, τα βασάνιζαν και τα κακομεταχειριζόντουσαν και τα έβαζαν να δουλεύουν και να ζητιανεύουν στην πόλη του Πύργου και να τους παίρνουν τα λεφτά. Ακόμα τα άφηναν νηστικά για μέρες και πεθαίναν αρκετά παιδιά από την άσχημη ζωή και την πείνα.

Κάποια στιγμή μαθεύτηκε πως έκαναν τελετή επίκληση πνευμάτων για να γίνουν αθάνατοι και να ζουν για πάντα.

Για να πιάσει η τελετή έπρεπε να θυσιάσουν δύο κορίτσια παρθένες που να έχουν γεννηθεί τέλος Απριλίου (περίπου ίδια μέρα με την σημερινή).

Την βραδιά της τελετής έβαλαν το γιο τους να κρατάει το μαχαίρι και κόβει το λαιμό της πρώτης κοπέλας. Η κοπέλα έκλαιγε και παρακαλούσε μέχρι το ηλικιωμένο ζευγάρι να διαβάσει τη προσευχή.

Τη τελευταία στιγμή η κοπέλα παρόλο που ήταν δεμένη έκανε απότομη κίνηση και ο γιος τους ακρωτηρίασε το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού.

Η κοπέλα έπεσε πάνω στα μαύρα κεριά και πήρε φωτιά το σπίτι με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν μέσα στο σπίτι. Το μόνο που ακούστηκαν ήταν η φωνές και οι κατάρες και κάηκαν ζωντανοί. Όλη η ιστορία έγινε τέτοια μέρα σαν χτες το 1945. Και κανείς δεν έμαθε για τον γιο τους.

Σηκώθηκα συνεπαρμένος από την ιστορία και έδωσα το χέρι στον πάτερ Αγαθιό και του ευχήθηκα, πρόσεξα πως του έλειπε το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού και το βλέμμα του δεν ήταν φιλικό πλέον.

================================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

================================

Φαντάσματα: Ο Άγνωστος Άντρας.


Είναι αρχές του του 1936, σε ένα χωριό της Μεσσηνίας. Ο χειμώνας είναι βαρύς αυτή την χρονιά και έχει αναγκάσει τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού να έχουν κλειστεί στα σπίτια τους, κοντά στην γλυκιά ζεστασιά που φέρνουν τα αναμμένα ξύλα από το τζάκι. Η μόνη έξοδος που θα μπορούσαν να έχουν είναι, στην πρωινή κυριακάτικη λειτουργία. Οι άντρες που και που μαζεύονται στο καφενείο της πλατείας και οι γυναίκες, συνήθως, έμεναν στο σπίτι για να ασχοληθούν με το νοικοκυριό.

Κοντά στην εκκλησία του χωριού υπήρχε ένα όμορφο διώροφο σπίτι, με γκρίζα πέτρα και μεγάλες ξύλινες βεράντες. Είχε έναν μεγάλο κήπο που το καλοκαίρι, μόσχο μύριζε ο τόπος όλος από το γλυκό άρωμα των λουλουδιών του. Τώρα ήταν γυμνός από χρώματα και το μόνο του στολίδι ήταν ένα πηγάδι που η πέτρα του ήταν τόσο παλιά, που είχε αποτυπωμένη επάνω της όλη την ιστορία των οικογενειών που πέρασαν από το όμορφο, επιβλητικό, αρχοντικό σπίτι.

Στο σπίτι κατοικούσε μια όμορφη νεαρή κοπέλα, η Αλεξία. Ήταν ορφανή από τα έξι της και την μεγάλωσε η γιαγιά της, από την πλευρά της μητέρας της, σε αυτό το μεγάλο αρχοντικό, σαν παιδί της και ακόμη καλύτερα έως ότου η νεαρή κοπέλα κλείσει τα δεκαεννέα, όπου η γριά γυναίκα έφυγε από την ζωή και την άφησε μόνη της.

Με αυτό το σπίτι και μεγάλη περιουσία στο όνομα της, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα, ούτε και την ομορφιά της νιότης μιας και η ίδια ήταν η ομορφότερη κοπέλα της περιοχής. Ψηλή, μελαχρινή, με μεγάλα καστανά, εκφραστικά, αμυγδαλωτά ματιά και γλυκό χαμόγελο. Όλα αυτά, μαζί με την μεγάλη περιουσία που είχε, την έκαναν την πιο περιζήτητη νύφη της περιοχής. Η ίδια όμως είχε είδη αναγνωρίσει από μικρή ηλικία, ποιος θα είναι αυτός που θα ήθελε να συνεχίσει την ζωή της, μαζί του. Ο Γιάννης, ένα παλικάρι του χωριού, είκοσιδυο χρόνων, που του είχε χαρίσει την καρδιά της κρυφά, ένα καλοκαίρι που η ίδια ήταν μόλις δώδεκα χρόνων και τον είδε στο ποτάμι να ξεπλένει από το πρόσωπό τον ιδρώτα που δημιουργούσε η ζέστη του καλοκαιριού. Ήταν ψιλός για την ηλικία του, με σπαστά ξανθά μαλλιά και όμορφα καλοσυνάτα γαλάζια ματιά, αυτά που πρωτοείδε και της έκλεψαν την καρδιά. Τα χρόνια πέρασαν και τώρα που ήταν σε ηλικία γάμου οι δύο νέοι, άρχισαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους.

Αυτά σκεφτόταν η Αλεξία καθώς καθόταν και κοίταζε έξω από το παράθυρο του δωματίου της, τον αέρα που χτύπαγε με μανία τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού και την έκαναν να τρομοκρατείται, αγριεμένη όπως ήταν στην μοναξιά του μεγάλου αρχοντικού.

Ξαφνικά έξω από την καγκελόπορτα του κήπου, νόμιζε ότι είδε κάποιον να κοιτάει προς το μέρος της, αμέσως κρύφτηκε πίσω από την δαντελωτή κουρτίνα γιατί πίστεψε πως ο άγνωστος, δεν ήταν άλλος από τον Γιώργη, έναν νέο άντρα από το γειτονικό χωριό, ο οποίος την ζητούσε έντονα σε γάμο εδώ και μήνες. Η ίδια φοβόταν να του αρνηθεί γιατί είχε άσχημη φήμη αλλά ήλπιζε ότι μετά τον αρραβώνα με τον Γιάννη, δεν θα την ξαναενοχλούσε.

Πέρασαν λίγες στιγμές ώσπου να ηρεμήσει. Κάποια στιγμή που ήταν περασμένη η ώρα αποφάσισε να ξαπλώσει. Πήγε και άναψε την λάμπα πετρελαίου, στο τραπεζάκι που είχε τις εικόνες των αγίων και τις φωτογραφίες της οικογένειάς της, εκεί που έκαιγε το καντηλάκι.

Την ώρα που πήγε να ξαπλώσει, άκουσε την πόρτα του σπιτιού να τρίζει, σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει. Αμέσως μετά την άκουσε να ανοίγει και να κλείνει απαλά και τις βαριές μπότες ενός άντρα να ανεβαίνουν αργά προς τα δωμάτια. Η ίδια ένιωσε να παγώνει η καρδιά της και τρέμοντας με βαριά πόδια, έτρεξε και κρύφτηκε κάτω από τα βαριά σκεπάσματα του κρεβατιού της. Προσπάθησε να ηρεμήσει την αναπνοή της για να μπορέσει να ακούσει. Για λίγο δεν άκουγε τίποτα αλλά ξαφνικά άκουσε τα βαριά βήματα του άνδρα να πλησιάζουν την πόρτα και να την ανοίγουν. Κοίταξε κρυφά αλλά δεν έβλεπε καθαρά και το μόνο που έκανε ήταν να τον νιώθει να περιφέρεται στο δωμάτιο. Ξαφνικά ο άγνωστος άντρας πλησίασε το τραπέζι με το καντηλάκι και την λάμπα. Την έσβησε, αφήνοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι και την μικρή φλόγα στο καντηλάκι να σιγοκαίει. Η Αλεξία περίμενε με κομμένη την ανάσα την επόμενη κίνηση του άγνωστου εισβολέα και εκεί που δεν το περίμενε τον ένιωσε να ξαπλώνει δίπλα της , κάτω από τα σκεπάσματα. Κατά έναν περίεργο τρόπο ο φόβος έφυγε, από την καρδιά της και ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά να φωλιάζει μέσα της, σαν να ήταν γνωστή η μυρωδιά του αγνώστου, σαν να ξάπλωναν μαζί κάθε βράδυ. Έτσι σιγά σιγά η ήρεμη αναπνοή του άντρα, την έκαναν να βυθιστεί σε έναν όμορφο γλυκό ύπνο.

Το ξημέρωμα ήρθε, τα πουλιά είχαν είδη αρχίσει από νωρίς το τραγούδι τους, ο καιρός ήταν ήρεμος και ο χθεσινό βραδινός άγριος αέρας, ήταν πια ανάμνηση. Οι καμινάδες των σπιτιών είχαν αρχίσει σιγά σιγά να καπνίζουν και οι κάτοικοι του χωριού να πηγαίνουν στις δουλειές τους.

Όπως κάθε πρωί έτσι έκανε και ο γέρο Γιάννης. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το πρωινό φως, σηκώθηκε αργά, πλησίασε το παράθυρο, παραμέρισε τις δαντελωτές κουρτίνες και άνοιξε τα παράθυρα για να μπει το καθαρό πρωινό αεράκι. Γύρισε αργά και ετοιμάστηκε για τις συνηθισμένες αγροτικές εργασίες. Του είχαν πέσει πολλά εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που είχε αναλάβει και τα κτήματα της γυναίκας του εκτός από τα δικά του. Γύρισε χαμογελαστός και κοίταξε στο τραπέζι με τις παλιές φωτογραφίες, εκεί που εχθές το βράδυ έκαιγε το καντηλάκι. Έστειλε ένα φιλί στην φωτογραφία της γυναίκας του. «Θα τα πούμε το βράδυ γλυκιά μου», της είπε και ξεκίνησε την μέρα του με την σκέψη της. Είχε συνηθίσει εδώ και πολλά χρόνια να πλαγιάζει κάθε βράδυ δίπλα στο φάντασμα της νεκρής συζύγου του. Της αγαπημένης του Αλεξίας.

===========================

Ευχαριστούμε την Ρόη Λ. για την ιστορία της

===========================

 

Φαντάσματα: Το Σπίτι Με Τις Λεβάντες.


Ποιος από εμάς δεν έχει νιώσει, δεν έχει αγγίξει, δεν έχει ακούσει κάτι περίεργο, εξωπραγματικό, στην μέση της νύχτας ή ακόμα και μέρα μεσημέρι. Κάποιοι νεκροί δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι έχουνε πεθάνει, και κάποιοι ζωντανοί δεν θέλουν να αποδεχτούν τον θάνατο ενός αγαπημένου τους προσώπου.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ εκτυλίσσεται στην Ιρλανδία στα τέλη του 19ου αιώνα. Σε ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας λοιπόν ζούσαν δύο αδερφές οι οποίες είχαν χάσει μέσα σε ένα εξάμηνο και τους δύο γονείς τους και τους έθαψαν σε έναν λόφο, κοντά στο σπίτι τους. Είχαν μια μικρή περιουσία που τους είχε αφήσει ο πατέρας τους και το μικρό σπιτάκι που έμεναν με τους γονείς τους, το πατρικό τους, και αυτό ήταν όλο αλλά τους έφτανε και ήταν ικανοποιημένες, μιας και ήταν και οι δύο ανύπαντρες και θα παρέμεναν έτσι μιας και ήταν μεγαλοκοπέλες, για την εποχή.

Ήταν δύο όμορφες και ευγενικές κοπέλες. Η μεγάλη, πιο εξωστρεφής,  κανόνισε τα οικονομικά του σπιτιού και η μικρή,  πιο κλειστή σαν χαρακτήρας είχε αναλάβει το νοικοκυριό του σπιτιού και έτσι πέρναγαν ήρεμα τις μέρες τους.

Ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό αποφάσισαν να κάνουν έναν περίπατο στην εξοχή και με την ευκαιρία η μικρή αδερφή να μαζέψει λεβάντα, ήταν από τις αγαπημένες της ασχολίες να μαζεύει, πρωί πρωί, λεβάντα και να την χρησιμοποιεί στα πάντα, φρέσκια στα βάζα, αποξηραμένη μέσα σε μαξιλαροθήκες, ακόμα και στην μαγειρική.

Όπως είναι γνωστό,  σε αυτές τις χώρες, ο καιρός είναι απρόβλεπτος και έτσι εκείνο το πρωί τις δύο αδερφές έπιασε ξαφνική μπόρα. Πρόλαβαν και έφτασαν σπίτι σχετικά γρήγορα αλλά η μικρή αδερφή, σαν πιο ευαίσθητη που ήταν κόλλησε ένα άσχημο κρύωμα. Οι μέρες πέρναγαν μέσα σε μια αγωνία στο μικρό σπίτι. Η μεγάλη αδερφή φρόντιζε όσο μπορούσε την μικρή της αδερφή και ο γιατρός του χωριού, περνούσε δύο φορές την ημέρα για να δει την κοπέλα.

Οι μέρες πέρασαν και ο κίνδυνος φάνηκε να έφυγε. Ένα βράδυ η κοπέλα δίψασε και επειδή δεν ήθελε να ενοχλήσει την αδερφή της που κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι, αποφάσισε να σηκωθεί και να πάει στο διπλανό Κόμο που ήταν η κανάτα με το ποτήρι. Εκείνη την στιγμή άκουσε ένα θόρυβο, σαν τρίξιμο σκάλας, προχώρησε σιγά σιγά, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στον σκοτεινό διάδρομο. Κοίταξε προς την σκάλα και δεν είδε τίποτα. Μόλις έκανε να γυρίσει είδε δύο σκιές να προχωρούν προς το δωμάτιο, που μοιραζόταν με την αδερφή της και να εξαφανίζονται.

Αμέσως πήγε και φώναξε την αδερφή της αλλά αυτή δεν απάντησε, παρά είχε την πλάτη γυρισμένη, σαν να κοιμόταν ακόμα. Η κοπέλα την άγγιξε διστακτικά στον ώμο και τότε η αδερφή της γύρισε το πρόσωπό της απότομα και την κοίταξε κατάματα. Η κοπέλα ήθελε να ουρλιάξει γιατί ξάφνου, είδε την μεγάλη αδερφή άσπρη σαν πανί, με τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα ανοιχτό, σε μια βουβή Κραυγή. Η κοπέλα οπισθοχώρησε. Ότι ήταν αυτό που τρόμαξε την αδερφή της τόσο πολύ, σίγουρα βρισκόταν ακόμα στο δωμάτιο και έτσι όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα της.

Η κοπέλα πέρασε την βραδιά ακούγοντας απόκοσμες νυχτερινές κραυγές, που την θέση τους έδωσαν στα γλυκά πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών. Η κοπέλα σηκώθηκε με περίσσια όρεξη αλλά πρόσεξε ότι η αδερφή της είχε ήδη σηκωθεί. Αποφάσισε να πάει να της μιλήσει για τα βραδινά γεγονότα. Βγαίνοντας από την πόρτα πρόσεξε ότι οι λεβάντες στα βάζα, ήθελαν άλλαγμα, οπότε αποφάσισε αργότερα να βγει να μαζέψει φρέσκιες. Πηγαίνοντας στην κουζίνα, να βρει την αδερφή της, ένιωσε μια ανατριχίλα να διαπερνάει ολόκληρο το κορμί της.

Μόλις γύρισε είδε από το μεγάλο παράθυρο, του μικρού καθιστικού, δύο σκιές να βγαίνουν έξω και να χάνονται στον κήπο. Αμέσως έτρεξε να βρει την αδερφή της, ήταν στην κουζίνα, με γυρισμένη την πλάτη κοιτάζοντας έξω από ένα μικρό παράθυρο. Μόλις η κοπέλα προσπάθησε να της εξηγήσει τι είδε, εκείνη όχι μόνο δεν της απάντησε αλλά αμέσως έτρεξε έξω από το δωμάτιο, σαν να μην ήθελε να την ακούσει.

Η κοπέλα μην αντέχοντας άλλο,  βγήκε γρήγορα έξω στον καθαρό αέρα. Αποφάσισε να πάει μια μικρή βόλτα, να ηρεμήσει πριν γυρίσει σπίτι. Στον περίπατο που έκανε σκέφτηκε να μαζέψει μερικές λεβάντες και να αφήσει λίγες και  στον τάφο των γωνιών της. Φτάνοντας στον λόφο που βρίσκονταν οι τάφοι, αντίκρισε κάτι που την σόκαρε. Εκεί,  δίπλα στους γονείς της υπήρχε και ένας τρίτος τάφος που δεν υπήρχε πριν.

Πλησίασε διστακτικά στην ταφόπλακα και πρόσεξε ότι επάνω, κάποιος είχε αφήσει ένα μπουκέτο λεβάντες. Όταν διάβασε το όνομα στην πλάκα, άρχισε να συνειδητοποιεί τι έχει συμβεί. Επάνω έγραφε το δικό της όνομα και ημερομηνία θανάτου, μια εβδομάδα μετά τον περίπατο με την αδερφή της και την μπόρα που την έριξε στο κρεβάτι και η οποία τελικά της πήρε την ζωή.

Τότε κατάλαβε και την περίεργη συμπεριφορά της αδερφής της, το προηγούμενο βράδυ και το σημερινό πρωινό. Δεν ήταν λίγο να ακούς και να νιώθεις το άγγιγμα της νεκρής σου αδερφής. Όσο προσπαθούσε να καταλάβει τι της συμβαίνει ένιωσε κάποιον να την παρακολουθεί, γυρίζοντας αντίκρισε τις δύο σκιές οι οποίες, σιγά σιγά ξεκαθάρισαν και τότε είδε τα χαμογελαστά πρόσωπα των γονιών της. Της άπλωσαν τα χέρια και αυτή με χαρά τα έπιασε και ξεκίνησαν μαζί, το νέο τους μεγάλο ταξίδι. Η μεγάλη αδερφή, με δάκρυα στα μάτια, παρακολουθούσε μέσα από το σπίτι, ότι έχει αγαπήσει πιο πολύ στην ζωή της, να εξαφανίζεται μέσα στην πρωινή πάχνη  και μια γλυκιά ευωδιά λεβάντας άρχισε να πλανάται στον αέρα.

==================================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Καλλιρρόη για την ιστορία της.

==================================

Φαντάσματα: Το Σπίτι Της Κρεμασμένης.


Πριν από ένα χρόνο περίπου το καλοκαίρι, ένας καλός φίλος που είχαμε υπηρετήσει μαζί στο στρατό με κάλεσε στο χωριό του στη ορεινή Τρίπολη, στους πρόποδες του βουνού Μαίναλο. Στο χωριό πήγαινε μόνο τα καλοκαίρια και κάποτε  ζούσαν οι παππούδες του εκεί. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, μετά από πόσο καιρό θα ξανάβλεπα τον καλό μου φίλο το  Κώστα.

Μετά από τρεις ώρες κουραστικού δρόμου βρέθηκα στο μικρό πετροχτιστο γραφικό χωριουδάκι. Ο φίλος μου με υποδέχτηκε πολύ ζεστά μου πρόσφερε ένα υπέροχο γεύμα και ένα καλό μυρωδάτο καφέ.

Το απόγευμα αφού ξεκουραστήκαμε με ρώτησε αν θα ήθελα να πάμε στο  διπλανό χωριό γιατί είχε ένα γάμο και θα ήταν ωραία εμπειρία να δω τα ήθη και τα έθιμα του τόπου. Εγώ δέχτηκα με μεγάλη χαρά.

Το βραδάκι κάναμε το μπάνιο μας, ντυθήκαμε  και ξεκινήσαμε να πάμε με τα πόδια μιας και ήταν κοντά. Στην έξοδο του χωριού είδαμε ένα παλιό σπίτι πετροχτιστο  με ξεραμένο κήπο  και διαλυμένα κεραμίδια, και ο αέρας σφύριζε μέσα από τα σάπια παράθυρα και προκαλούσε ανατριχίλα. Έμοιαζε  ηλικίας 200 χρονών και ήταν εγκαταλελειμμένο. Ρώτησα τον φίλο μου:

-Ρε εσύ Κώστα, ποιος έμενε εδώ;

Ο φίλος μου με κοίταξε  και μου είπε:

– Δεν ξέρω, για αυτό το σπίτι λένε ιστορίες διάφορες, το θυμάμαι από τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου, αλλά εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα, το λένε οι συγχωριανοί «το σπίτι της κρεμασμένης», ξέρεις μωρέ ιστορίες του χωριού για πνεύματα νεράιδες ξωτικά και λάμιες.

Και συνεχίσαμε το δρόμο μας.

Στον γάμο η βραδιά πέρασε πολύ ευχάριστα με χορούς, τραγούδια, μπόλικο φαγητό, μας πήρε η ώρα αργά χωρίς να το καταλάβουμε και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω μιας και είμασταν με τα πόδια.

Έξω είχε απόλυτο σκοτάδι, μόνο μερικές λάμπες του δρόμου και ακούγονταν στο βάθος μια κουκουβάγια και τριζόνια. Για να περάσει η ώρα λέγαμε ιστορίες από τον στρατό.

Κάποια στιγμή στο βάθος φάνηκε μια σπίθα μέσα στο σκοτάδι, ήταν πολύ  μακριά και δεν δώσαμε σημασία. Όταν πλησιάσαμε φαινόταν μια φωτίτσα σαν καντηλάκι που όλο μεγάλωνε σιγά σιγά μέσα στο σκοτάδι. όταν πλησιάσαμε είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και  να κρατάει ένα κεράκι, περπάταγε έξω από το σπίτι της κρεμασμένης.

Πέρασε από δίπλα μας χωρίς να μας δώσει σημασία αλλά ένιωσα ένα ψυχός, και μπήκε στο σπίτι χωρίς να ανοίξει  τη πόρτα  και χάθηκε.

Εγώ και ο φίλος μου κοιτάγαμε εμβρόντητοι. Όλο το βράδυ συζητάγαμε αυτό που είδαμε. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα; Πώς εξαφανίστηκε χωρίς να ανοίξει τη πόρτα; Και αποφασίσαμε να πάμε στο καφενείο του χωριού, όλο και κάποιος θα ξέρει κάτι.

Την άλλη μέρα  πήγαμε στο καφενείο, παραγγείλαμε καφέ και ανοίξαμε κουβέντα για το σπίτι της κρεμασμένης. Οι θαμώνες μας είπαν και μάλιστα ένας ηλικιωμένος:

– Ότι ξέρουμε για αυτό σπίτι το ξέρουμε από τους γονείς  μας και λέγονται πολλά. Αυτό το σπίτι χτίστηκε γύρω στο 1930 περίπου. Εκεί έμενε ένα νέο ζευγάρι και είχαν μια όμορφη μικρή κόρη. Τα χρόνια πέρασαν και ξέσπασε ο πόλεμος, ο πατέρας πήγε στο πόλεμο με επιστράτευση και δεν ξαναγύρισε πότε, λένε πώς σκοτώθηκε. Η μάνα έμεινε μόνη με τη κόρη της που τα έβγαζαν δύσκολα πέρα.

Μετά το πόλεμο ένα βράδυ η κόρη βγήκε έξω να πάει στο διπλανό χωριό να πάρει κάποια πράγματα και δεν ξαναγύρισε σπίτι. Την άλλη μέρα την βρήκαν τη κοπέλα σκοτωμένη και με πολλά τραύματα.

Η μητέρα της μόλις το έμαθε τρελάθηκε, γέρασε απότομα και στράφηκε στη μαγεία, τη κακία μαγεία, για να μιλήσει στη νεκρή  κόρη της. Στο σπίτι της έμπαιναν άγνωστοι άνθρωποι και έκαναν επίκληση πνευμάτων. Ένα βράδυ βρέθηκε κρεμασμένη  και από τότε το σπίτι ονομάστηκε το σπίτι της κρεμασμένης. Άλλοι λένε τρελάθηκε, άλλοι λένε έγινε λάθος επίκληση και κάλεσαν ένα σκοτεινό πνεύμα που την ανάγκασε να αυτοκτονήσει.

Και όσοι έκαναν το λάθος να μπούνε μέσα στο σπίτι της βρέθηκαν νεκροί χωρίς ματιά και κομμένη  γλώσσα.  Και  λένε πως κάθε βράδυ η ψυχή της  βγαίνει να ψάξει την νεκρή κόρη της, αλλά ποτέ μην κάνεις το λάθος να την ακολουθήσεις.

Φαντάσματα: Η Kυρία mcWaderson.


Κάποτε βρέθηκα για επαγγελματικούς λόγους στο Λονδίνο και ένα φιλικό ζευγάρι αποφάσισε να μου παραχωρήσει ένα μικρό σπίτι έξω από το Λονδίνο προς την εξοχή για να έχω το χώρο μου και να κάνω την εργασία μου με την ησυχία μου, και με πήγαν τα παιδιά στο σπίτι με το αυτοκίνητο. Το σπιτάκι ήταν μικρό και γραφικό και όλη η γειτονιά έμοιαζε πολύ ήσυχη και αρμονική.

Ένα πρωί γύρναγα από τη βιβλιοθήκη και στο διπλανό σπίτι βλέπω μια ηλικιωμένη γυναίκα  να κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα να και χαϊδεύει μια μαύρη γάτα. Χαιρετάω τη γυναίκα αλλά εκείνη δεν μου έδωσε καμιά σημασία και για να έχω καλές σχέσεις με τους γείτονές (Έλληνας βλέπετε) ήθελα να τη βοηθήσω αν θέλει να της αγοράσω τίποτα μια και θα πήγαινα να ψωνίσω κάποια πράγματα από ένα mini market που δουλεύει ένας καλόκαρδος Ινδός με τη γυναίκα του.

Πλησιάζω το σπίτι και ρωτάω την ηλικιωμένη γυναίκα:

– Καλημέρα σας θα πάω για ψώνια μήπως θα θέλατε να σας ψωνίσω τίποτα;

Η γυναίκα με πλησίασε και είδα καθαρά το πρόσωπό της, ήταν μία άσχημη γυναίκα και είχε ένα μάτι. Το άλλο μάτι ήταν κενό άσπρο σαν αυτά που έχουν οι πεθαμένοι και μου είπε:

– ΌΧΙ και μην ξανάρθεις εδώ, φύγε τώρα.

Εγώ τρόμαξα από τη αναίδεια της και έφυγα θυμωμένος. Read the rest of this entry

Φαντάσματα: Ο Ψαράς.


Μια μέρα με τα ξαδέρφια μου είχαμε πάει για νυχτερινό ψάρεμα με τη βάρκα. Είχαμε φτάσει  σε μεγάλο βάθος και ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε το ψάρεμα. Ξαφνικά είδαμε να έρχεται μια άλλη βάρκα. Σε αυτή βρισκόταν ένας ψαράς και  μας είπε να σταματήσουμε το ψάρεμα και να γυρίσουμε πίσω γιατί θα άρχιζε μπουρίνι. Τον ακούσαμε και γυρίσαμε πίσω.

Το επόμενο πρωί ένας γείτονας ήρθε και μας ρώτησε αν ήμασταν καλά γιατί το προηγούμενο βράδυ έπιασε μπουρίνι και μας είδε ότι πήγαμε για ψάρεμα. Του είπαμε ότι για καλή μας τύχη μας ενημέρωσε ένας ψαράς και έτσι βγήκαμε έξω. Όταν του περιγράψαμε τον ψαρά φοβήθηκε πολύ και μας είπε ότι αυτό είναι αδύνατον γιατί αυτός ο άνθρωπος έχει πεθάνει από μπουρίνι που είχε γίνει στη θάλασσα πριν από πολλά χρόνια. Και μάλιστα μας έδειξε το σημείο στο οποίο είχε  καταστραφεί η βάρκα του και ήταν ίδια με τη βάρκα που είχαμε δει το προηγούμενο βράδυ.

Αυτό ήταν πολύ τρομακτικό και εγώ με τα ξαδέρφια μου φοβηθήκαμε πολύ αλλά κατά κάποιο τρόπο αυτός ο ψαράς μας προστάτευσε. Η ιστορία είναι αληθινή και παρόλο που μας βοήθησε με αυτά που μάθαμε τρομοκρατηθήκαμε απίστευτα.

===============

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

===============

Φαντάσματα: Η Σκιά.


Μια  φορά με έναν φίλο μου αποφασίσαμε να πάμε να εξερευνήσουμε μία ταράτσα που είναι σχεδόν ένα ερείπιο. Έτσι όταν νύχτωσε ανεβήκαμε στην ταράτσα. Εκεί υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι και κάποια σκαλιά τα οποία οδηγούσαν στο κάτω μέρος της ταράτσας. Επίσης υπήρχε ένα καρφιτσωμένο γράμμα που έλεγε ότι κανείς δεν πρέπει να πατήσει το πόδι του στο κάτω μέρος της ταράτσας γιατί έχουν σημειωθεί πολύ παράξενα περιστατικά. Με το φίλο μου όμως φτάσαμε στο κάτω μέρος της ταράτσας και το μόνο που υπήρχε ήταν παλιά αντικείμενα και επίσης πολύ σκουριασμένα.

Με το φίλο μου καθίσαμε εκεί γιατί μας άρεσε το μυστήριο και ο τρόμος και επίσης θέλαμε να δούμε τι κακό μπορεί να συμβεί. Όταν πέρασε η ώρα και ετοιμαζόμασταν να φύγουμε από τα σκαλιά φαινόταν να κατεβαίνει ένας άντρας ο οποίος κρατούσε μαχαίρι. Ξαφνικά όμως ο άντρας εξαφανίστηκε και εμείς το βάλαμε στα πόδια. Ο φίλος μου πήρε τέτοια τρομάρα που δεν μπορούσε να μιλήσει για μέρες και εγώ μόλις ξεπέρασα το φόβο ρώτησα τη γιαγιά μου τι ήταν αυτή η ταράτσα πριν ερειπωθεί. Μου είπε πως έμενε ένας άντρας μοναχικός στο κάτω μέρος της ταράτσας και επειδή είχε προβλήματα αυτοκτόνησε.

Εγώ τρόμαξα υπερβολικά και θυμήθηκα πως με το φίλο μου είδαμε τη σκιά του άντρα και όχι τον ίδιο. Όταν είπα στη γιαγιά μου αυτό που ζήσαμε με το φίλο μου με πίστεψε γιατί ήξερε ότι διάφορα πράγματα δεν πήγαιναν καλά με αυτή την ταράτσα και μου είπε ότι δεν πρέπει να ξαναπάμε ποτέ εκεί. Η ιστορία μου είναι αληθινή και ήταν η πιο τρομακτική εμπειρία που έχω ζήσει ποτέ.

====================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

====================

Φαντάσματα: Ο Ίδιος Φίλος Που Θρηνούσαμε.


Γεια σας. Το όνομά μου είναι Δήμητρα και είναι η δεύτερη φορά που σας γράφω και λατρεύω αυτό το σάιτ. Λοιπόν, το πρώτο που σας έχω γράψει είναι εκείνο με την Ιτέα Φωκίδας. Ελπίζω να σας άρεσε.

Τώρα όμως ας Αρχίσουμε με την επόμενη ιστορία. Τα ονόματα όπως πάντα είναι ψεύτικα. 12 η ώρα, ανατριχίλες, φαντάσματα, ζόμπι και πολλά πολλά άλλα. Ούτε εγώ πίστευα στα ζόμπι, μετά από αυτό όμως…

Την ιστορία αυτή μου την διηγήθηκε η ξαδέρφη μου η Ευαγγελία.

20 Απριλίου 2006… Ήμουν εγώ με την κολλητή μου την Ελευθερία… και περπατούσαμε στην παραλία… όταν ξαφνικά τα αγόρια πετάγονται και μας τρομάζουν! Τρομάξαμε τόσο που η Ελευθερία τρομοκρατήθηκε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή. «Δεν το πίστευα!», μου έλεγε η ξαδέρφη μου. Όλοι φύγαμε για παγωτά, ώσπου ακούστηκε μια τσιρίδα ακριβώς πίσω από την Ελευθερία και την ξεκούφανε. Επειδή περίμεναν έναν ακόμη η Ελευθερία λέει: «Τι ουρλιάζεις ρε μες τα αυτιά μου!!! Χαζό είσαι παιδάκι μου;». Ότι έλεγε τα έλεγε με γυρισμένη πλάτη. Όταν γύρισε έβγαλε μια τσιρίδα και λιποθύμησε.

Τα άλλα παιδιά που είχαμε πάει για παγωτό και ακούσαμε την τσιρίδα της κολλητής μας. Πετάξαμε κάτω τα παγωτά και γρήγορα, γρήγορα και αρχίσαμε να τρέχουμε προς το μέρος της. Την βρήκαμε λιπόθυμη. Μετά από λίγο όταν σύνελθε δεν μπορούσε να μιλήσει. Μόνο τρομαγμένη έδειχνε προς τα πάνω μας και εμείς κοιτάξαμε προς τα πάνω. ΚΑΙ ΤΙ ΝΑ ΔΟΥΜΕ; (μια παύση εδώ θέλω να σας πω ότι ένας συμμαθητής μας είχε σκοτωθεί και τον έλεγαν Κωνσταντίνο). ΕΙΔΑΜΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ!!! Τον ίδιο φίλο όπου θρηνούσαμε και η Ελευθερία λιποθύμησε ξανά κι εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τρελοί, σαν να μην υπήρχε αύριο.

Πήραμε τηλέφωνο σε ένα ασθενοφόρο κι έρχεται και την παίρνει. Ξυπνάει στο νοσοκομείο ρωτώντας πόσο κοιμήθηκε και εμείς αποφασίσαμε να της πούμε την αλήθεια:

-13 ημέρες

-Τι έπαθα;

-Έπεσες με το χέρι σου και το έσπασες.

-Γιατί έπεσα; Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κάτι μας κυνηγούσε.

-Το ξέρουμε και ανησυχήσαμε!

-Τι σας κυνηγούσε;

-Εεεεεεε…….. Ο Πάνος!

-Οκ!

-Πρέπει να φύγουμε! Αντίο!

Όμως η Ελευθερία δεν ήξερε ότι ο Κωνσταντίνος μας κυνηγούσε. Τις το είπαμε και δεν άντεξε άλλο ο εγκέφαλός της και τρελάθηκε. Κάθε χρόνο σαν εκείνη την μέρα η Ελευθερία φωνάζει και χτυπιέται σαν φίδι. Φωνάζει τα ονόματά μας και του Κωνσταντίνου και φέτος μιλούσε στον τοίχο και όταν την ρώτησαν με ποιον μιλούσε είπε <>.

Ελπίζω να σας άρεσε. Εγώ όταν το άκουσα έμεινα κόκαλο κι πήγα να την επισκεφτώ. Πράγματι μιλούσε στον τοίχο!!!

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!

=================================

Ευχαριστούμε την φίλη μας για την ιστορία της.

=================================

Αρέσει σε %d bloggers: