Category Archives: Φαντάσματα

Φαντάσματα: Ο Ίδιος Φίλος Που Θρηνούσαμε.


Γεια σας. Το όνομά μου είναι Δήμητρα και είναι η δεύτερη φορά που σας γράφω και λατρεύω αυτό το σάιτ. Λοιπόν, το πρώτο που σας έχω γράψει είναι εκείνο με την Ιτέα Φωκίδας. Ελπίζω να σας άρεσε.

Τώρα όμως ας Αρχίσουμε με την επόμενη ιστορία. Τα ονόματα όπως πάντα είναι ψεύτικα. 12 η ώρα, ανατριχίλες, φαντάσματα, ζόμπι και πολλά πολλά άλλα. Ούτε εγώ πίστευα στα ζόμπι, μετά από αυτό όμως…

Την ιστορία αυτή μου την διηγήθηκε η ξαδέρφη μου η Ευαγγελία.

20 Απριλίου 2006… Ήμουν εγώ με την κολλητή μου την Ελευθερία… και περπατούσαμε στην παραλία… όταν ξαφνικά τα αγόρια πετάγονται και μας τρομάζουν! Τρομάξαμε τόσο που η Ελευθερία τρομοκρατήθηκε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή. «Δεν το πίστευα!», μου έλεγε η ξαδέρφη μου. Όλοι φύγαμε για παγωτά, ώσπου ακούστηκε μια τσιρίδα ακριβώς πίσω από την Ελευθερία και την ξεκούφανε. Επειδή περίμεναν έναν ακόμη η Ελευθερία λέει: «Τι ουρλιάζεις ρε μες τα αυτιά μου!!! Χαζό είσαι παιδάκι μου;». Ότι έλεγε τα έλεγε με γυρισμένη πλάτη. Όταν γύρισε έβγαλε μια τσιρίδα και λιποθύμησε.

Τα άλλα παιδιά που είχαμε πάει για παγωτό και ακούσαμε την τσιρίδα της κολλητής μας. Πετάξαμε κάτω τα παγωτά και γρήγορα, γρήγορα και αρχίσαμε να τρέχουμε προς το μέρος της. Την βρήκαμε λιπόθυμη. Μετά από λίγο όταν σύνελθε δεν μπορούσε να μιλήσει. Μόνο τρομαγμένη έδειχνε προς τα πάνω μας και εμείς κοιτάξαμε προς τα πάνω. ΚΑΙ ΤΙ ΝΑ ΔΟΥΜΕ; (μια παύση εδώ θέλω να σας πω ότι ένας συμμαθητής μας είχε σκοτωθεί και τον έλεγαν Κωνσταντίνο). ΕΙΔΑΜΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ!!! Τον ίδιο φίλο όπου θρηνούσαμε και η Ελευθερία λιποθύμησε ξανά κι εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τρελοί, σαν να μην υπήρχε αύριο.

Πήραμε τηλέφωνο σε ένα ασθενοφόρο κι έρχεται και την παίρνει. Ξυπνάει στο νοσοκομείο ρωτώντας πόσο κοιμήθηκε και εμείς αποφασίσαμε να της πούμε την αλήθεια:

-13 ημέρες

-Τι έπαθα;

-Έπεσες με το χέρι σου και το έσπασες.

-Γιατί έπεσα; Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κάτι μας κυνηγούσε.

-Το ξέρουμε και ανησυχήσαμε!

-Τι σας κυνηγούσε;

-Εεεεεεε…….. Ο Πάνος!

-Οκ!

-Πρέπει να φύγουμε! Αντίο!

Όμως η Ελευθερία δεν ήξερε ότι ο Κωνσταντίνος μας κυνηγούσε. Τις το είπαμε και δεν άντεξε άλλο ο εγκέφαλός της και τρελάθηκε. Κάθε χρόνο σαν εκείνη την μέρα η Ελευθερία φωνάζει και χτυπιέται σαν φίδι. Φωνάζει τα ονόματά μας και του Κωνσταντίνου και φέτος μιλούσε στον τοίχο και όταν την ρώτησαν με ποιον μιλούσε είπε <>.

Ελπίζω να σας άρεσε. Εγώ όταν το άκουσα έμεινα κόκαλο κι πήγα να την επισκεφτώ. Πράγματι μιλούσε στον τοίχο!!!

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!

=================================

Ευχαριστούμε την φίλη μας για την ιστορία της.

=================================

Φαντάσματα: Το Κοριτσάκι Της Καθαράς Δευτέρας.


Θα σας διηγηθώ τι μου συνέβη πέρυσι την καθαρά Δευτέρα. Πέρυσι λοιπόν την Καθαρά Δευτέρα αποφασίσαμε όλοι μαζί παρέα να πετάξουμε έναν χαρταετό, όπως λέει η παράδοσή μας, και είχε καλή μέρα. Έτσι όπως πετάγαμε τον χαρταετό σε ένα οικόπεδο έξω από το σπίτι μου, ξαφνικά ενώ φύσαγε μια χαρά, κόπασε ο άνεμος και έπεσε ο χαρταετός στην ταράτσα του διπλανού εγκαταλειμμένου σπιτιού για το όποιο υπήρχαν διαφορές φήμες.

Κοιτώντας λοιπόν προς την ταράτσα ψάχνοντας έναν τρόπο να ανέβουμε να πιάσουμε τον χαρταετό, βρήκαμε από δίπλα κάποιες σκάλες που οδηγούσαν στην ταράτσα. Όταν λοιπόν ανεβήκαμε για να τον πάρουμε φύσηξε άνεμος και οδήγησε τον χαρταετό στο υπόγειο του σπιτιού. Κατεβήκαμε τις σκάλες του υπόγειου μαζί με 3 κεράκια μιας και ήταν σκοτεινά. Καθώς προχωρούσαμε ακούσαμε μια παιδική φωνή να μας λέει: «Έλατε να παίξουμε μαζί. Γιατί δεν παίζετε μαζί μου;». Εμείς τρομάξαμε και φύγαμε. Τώρα το τι απέγινε  ο χαρταετός μένει μυστήριο!

Και ξέχασα να σας πω για το τι συνέβη στο κοριτσάκι. Μια Καθαρά Δευτέρα καθώς πετούσε χαρταετό, έπεσε και αυτής πάνω στην ταράτσα. Όπως ανέβαινε τις σκάλες στραμπούλιξε το πόδι της, έπεσε και σκοτώθηκε. Το πτώμα της δεν το βρήκε ποτέ κάνεις.

====================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

====================

Φαντάσματα: Η επίσκεψη της Μώρας.


Γεια σας! Με λένε Μαίρη και σας γράφω για πρώτη φορά! Είμαι 13 ετών. Ελπίζω να απολαύσετε την ιστορία μου! Το έχω ζήσει!

Λοιπόν, όλα άρχισαν πέρσι, στις διακοπές των Χριστουγέννων. Εγώ, η ξαδέλφη μου και οι γονείς μου από την πρώτη μέρα των διακοπών των Χριστουγέννων φύγαμε για το χωριό μας! Το χωριό μου λέγεται Ζωοδόχος Πηγή! Το ξέρω, δεν είναι καθόλου γνωστό. Τέλος πάντων, ήταν μέρα σκοτεινή, κρύα και βροχερή. Όταν φτάσαμε, μετά από πολύ δρόμο, εγώ με την ξαδέλφη μου ανεβήκαμε στον πάνω όροφο, όπου ήταν και το δωμάτιό μας. Ανάψαμε το τζάκι και χαλαρώναμε στα κρεβάτια μας. Παίξαμε επιτραπέζια, λέγαμε ιστορίες, άλλοτε τρόμου, άλλοτε αγάπης, διαβάζαμε βιβλία κ.τ.λ! Εγώ, μέχρι να ακούσω την ιστορία της ξαδέρφης μου, δεν πίστευα στα πνεύματα και τα φαντάσματα.

Μου είπε όμως μια που μου σηκώθηκε η τρίχα! Ήταν λέει ένα κοριτσάκι, το οποίο ήταν μοναχοπαίδι, οπότε ήταν μόνο του στο δωμάτιο τα βράδια. Οι γονείς του δούλευαν ως το βράδυ στις 7:30. Ένα Σαββατοκύριακο, όπου οι γονείς του ήταν στη δουλειά (πρωί) εκείνο έβλεπε τηλεόραση. Ξαφνικά ακούει το καζανάκι να τρέχει. Δεν έδωσε σημασία, διότι νόμιζε ότι ήταν από το διαμέρισμα των από κάτω. Συνέχισε αυτό που έκανε, λοιπόν, αλλά μετά από ώρα, το μεσημέρι, που πήγε να ξαπλώσει, άκουσε την πόρτα να χτυπά 2 φορές. Πήγε να ανοίξει και δεν είδε κανέναν. Έπειτα κάποιος χτύπησε το παράθυρο, δίχως η μικρή να αντικρίσει κάποιον. Έβαλε λοιπόν τα κλάματα. Το βράδυ οι γονείς της δεν γύρισαν. Δεν έμαθε ποτέ τι απ’ έγιναν. Ξαπλώνοντας, κάτι την πίεζε ασταμάτητα στο στήθος, χωρίς αυτή να μπορεί να μιλήσει, να κουνηθεί και να αναπνεύσει. Έτσι και πέθανε! Από τότε, Όλοι την φωνάζουν Μώρα.

Πιστεύω όλοι την γνωρίζετε. Τρόμαξα, όπως σας είπα, πολύ. Το βράδυ πέσαμε για ύπνο. Κάπου στις 2 η ώρα ξύπνησα από φριχτό εφιάλτη με επίκεντρο την Μώρα. Ήθελα να πάω τουαλέτα, αλλά φοβόμουν αφάνταστα. Ευτυχώς που είχαμε ανοιχτό το τζάκι για να έχω και λίγο φως στο δωμάτιο. Αποφάσισα να πάω. Κατέβηκα γρήγορα τη σκάλα και μπήκα στη τουαλέτα. Βγαίνοντας είδα κάτι σαν λάμψη πάνω στη πόρτα. Έτρεξα βολίδα στο δωμάτιο. Μετά από λίγο είδα μια σκιά στο τοίχο ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι την Άννας (η ξαδέλφη). Προσπάθησα να μείνω ψύχραιμη και να ηρεμήσω, σκεπτόμενη ότι όλα είναι στη φαντασία μου. Όμως δεν πέτυχε. Εξακολουθούσα να το βλέπω. Έτσι θυμήθηκα μια φράση που μου πρότεινε να λέω η γιαγιά μου όταν τρομάζω: Ιησούς Χρηστός νικάει κι όλα τα κακά σκορπάει. Είπα αυτή τη φράση από μέσα μου τρεις φορές και όταν ξανακοίταξα τον τοίχο, δεν είδα τίποτα. Μετά κοιμήθηκα χωρίς να δω εφιάλτη και ξύπνησα αργά το πρωί! Σας προτείνω να λέτε κι εσείς αυτή τη φράση όταν τρομάζετε!

===========================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

===========================

Φαντάσματα: Το Δώρο.


Ήταν μιά φορά  ένα  ανδρόγυνο με 12 παιδιά (6 αγόρια και 6 κορίτσια)  που αποφάσισαν να μετακομίσουν σε ένα μεγαλύτερο σπίτι. Έψαχναν πολύ καιρό ώσπου βρήκαν ένα τεράστιο σπίτι το όποιο φημίζονταν ότι ήταν στοιχειωμένο, όμως το ανδρόγυνο δεν έδωσε σημασία.

Πέρασαν χρόνια γαλήνης ώσπου ένα πρωί ξύπνησε η μητέρα πρώτη και βρήκε τα 11 παιδιά της, εκτός από τον Μανώλη, κρεμασμένα  στο μεγάλο μπάνιο. Έχοντας σοκαριστεί άρχισε να ουρλιάζει.

Ο πατέρας σηκώθηκε και της είπε:

– Τι  έγινε ρε γουρούνι που ουρλιάζεις;

– Κοιτά μες το μπάνιο

– Εγώ ξέρω τι έγινε. Εσύ τα κρέμασες.

–  Μα τι λες τώρα μάνα είμαι ή  βόδι;

–   Μάλλον βόδι.

Με τις φωνές ξύπνησε  και το 12ο παιδί κοίταξε μες το μπάνιο και είπε:

– Εγώ ξέρω τι έγινε. Τα παιδιά ήταν ξύπνια στις 3η ώρα και αν θυμάστε εκείνον τον τρελό που έλεγε η τηλεόραση; Ε αυτός μπήκε μέσα και τα κρέμασε.

Οι γονείς  δεν είχαν τι να κάνουν οπότε πήγαν και έθαψαν τα παιδιά στον κήπο.

Αφού πέρασαν χρόνια η σφαγή ξεχάστηκε και το ανδρόγυνο έδιναν στο μοναχοπαίδι τους τα πάντα. Μια μέρα όμως η μητέρα έδωσε στο παιδί ένα δώρο που έδειχνε τα 11 παιδιά της πριν γεννηθεί ο Μανώλης, και ένα χαρτί να λέει μόνο εσένα αγαπάμε.

Ένα βράδυ οι γονείς βρήκαν το παιδί τους αποκεφαλισμένο και στην  μπλούζα του έγραφε με αίμα:

«Γιατί μας ξέχασες;»

===================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

===================

Φαντάσματα: Η Δικιά Μου Ιστορία.


Γεια σας. Θέλω και εγώ να σας διηγηθώ αυτό που μου συνέβη όχι τόσο για να δημοσιευτεί, όσο γιατί θέλω να το μοιραστώ με κάποιους που έχουν ζήσει κάτι παρόμοιο και ίσως θα μπορούσε κάποιος να με βοηθήσει. Θέλω επίσης να διευκρινίσω πως ουδέποτε έχω ασχοληθεί με μαγεία, και με το να καλώ πνεύματα και τέτοιες αηδίες.

Θα αρχίσω με κάτι που μου συνέβη πριν 4 χρόνια περίπου και ήταν ένα πολύ παράξενο όνειρο το οποίο δεν μου βγαίνει από το μυαλό ποτέ και με φοβίζει. Είδα λοιπόν στον ύπνο μου πως περπατούσα μαζί με άλλους και είχαμε στο χέρι όλοι από ένα ποδήλατο. Μπροστά μου περπατούσε ένας παππάς και συνεχώς γύριζε πίσω και με κοιτούσε. Αφήνει σε κάποια στιγμή το ποδήλατο και έρχεται προς το μέρος μου κρατώντας την Αγία Γραφή και μου λέει, «πρέπει να σε διαβάσω». Γιατί; τον ρωτώ, και μου απατάει, «γιατί έχεις πίσω σου το διάβολο». Δεν πρόλαβε να με διαβάσει γιατί ξύπνησα έντρομη. Δεν ξέρω τι να σήμαινε αυτό το όνειρο μα εμένα μου πάνε τα πράγματα πολύ άσχημα, και μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα, και είναι κάτι που δεν μου βγαίνει από το μυαλό.

Το άλλο περιστατικό που μου συνέβη έχει να κάνει με κάτι που μου παρουσιάστηκε στον ξύπνιο μου. Ήταν πρωί, μόλις είχα ξυπνήσει και ξάπλωνα. Ήμουν μονή στο σπίτι. Τότε μόλις είχα χωρίσει με τον σύζυγο μου. Είχε ακόμη κλειδιά του σπιτιού μου, αλλά έλειπε διακοπές. Την ώρα που ήμουν ακόμη στο κρεβάτι ξαπλωμένη χουζουρεύοντας ακόμη με κλειστά τα μάτια ακούω να ανοίγει η πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Μπα είπα θα είναι ο πρώην μου γύρισε, ήρθε κάτι να πάρει και να με δει. Νιώθω να έρχεται και να ξαπλώνει από πίσω μου και να με σφίγγει πολύ δυνατά. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι δεν είναι ο πρώην μου. Αισθάνομαι να είναι κάποια άλλη οντότητα από ένστικτο, δεν γυρίζω όμως πίσω να δω τι είναι αυτό γιατί φοβάμαι πως αν γυρίσω και δω, αυτό που θα δω θα με «σκοτώσει». Θέλω να αρχίζω να φωνάζω δυνατά το Πάτερ Υμών, προσπαθώ μα φωνή δεν βγαίνει. Με πιάνει πανικός, λέω πάει τέλειωσα. Σκέφτομαι να το πω από μέσα μου, αρχίζω λοιπόν να το λέω από μέσα μου και σιγά σιγά άρχιζε να γίνετε πιο χαλαρό το σφίξιμο και να χάνετε ώσπου εξαφανίστηκε. Αυτό μου συνέβη 2 φορές και είναι πέρα για πέρα αληθινό.

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό. Μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα και δεν είναι της φαντασίας μου, μα δεν τολμώ να τα πω σε κανέναν γνωστό, γιατί θα με περάσει για τρελή. Νιώθω πως είναι κάτι που με ακολουθεί και με θέλει αποκλειστικά δικό του. Ένα παράξενο πράγμα είναι, πως ενώ είμαι πολύ ντροπαλό και χαμηλών τόνων άτομο, από τότε που συνέβη αυτό, όλοι με αποφεύγουν χωρίς να έχει γίνει καμία απολύτως παρεξήγηση. Μόλις πάω να κάνω κάποια σχέση, ως δια μαγείας πριν καλά καλά ξεκινήσει κάτι γίνετε και όλα ανατρέπονται με αποτέλεσμα να μένω πάντα μονή, και μόλις γνωρίσω κάποια φίλη πάλι τα ιδία, χωρίς να έχει γίνει παρεξήγηση, ούτε να έχω κάνει η πει κάτι που να την προσβάλει, απομακρύνεται. Είμαι σίγουρη πως κάτι υπάρχει δεν ξέρω τι είναι αυτό.

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

Φαντάσματα: Μ + Π.


Γεια σας! Είμαι η Δέσποινα και σήμερα θα σας διηγηθώ κάτι, το οποίο έζησα με 1 φίλη μου! Όλα άρχισαν πέρσι στο Δημοτικό σχολείο που πήγαινα στον Κορυδαλλό (τώρα πάω γυμνάσιο)!

Ο ουρανός ήταν κατάμαυρος, μέρα βροχερή με αστραπές, κρύο και πολύ άνεμο. Η μητέρα της φίλης μου, της Δήμητρας, με την δική μου μαμά είναι κολλητές και πήγαιναν κάθε Σαββατόβραδο να κάνουν yoga στο σύλλογο του σχολείου! Όσο λοιπόν αυτές έκαναν γυμναστική, εμείς ήμασταν στο προαύλιο (κάτω από τα υπόστεγα γιατί έβρεχε) και τις περιμέναμε! Επειδή, όμως, βαριόμασταν να τις περιμένουμε να έρθουν, η Δήμητρα με ρώτησε:

– Δέσποινα, είσαι για λίγη δράση;

– Τι λες μωρέ; Μέσα στην καταιγίδα και το σκοτάδι;

– Ναι, αυτό είναι διασκέδαση!

– Και τι εννοείς με το »διασκέδαση»;

– Εννοώ να πάμε στις παλιές τουαλέτες του σχολείου!

– Οκ πάμε.

(Διευκρινίζω πως υπήρχαν φήμες για τις παλιές κοριτσίστικες τουαλέτες. Πολλοί άκουγαν τις πόρτες να κοπανιούνται και παρόμοια).

Και έτσι πήγαμε. Επειδή τα φώτα εκεί δεν δούλευαν, η καθαρίστρια άναβε 3 κεράκια τα Σαββατόβραδα. Καθώς όμως πηγαίναμε να μπούμε σε μια τουαλέτα ακούσαμε καζανάκι. Τότε η Δήμητρα χτύπησε σιγανά την πόρτα και ακούσαμε μια φωνή να μας απαντάει »Άλλος», αλλά ήταν μια πάρα πολύ απαλή φωνή, σαν από ένα κοριτσάκι 2ας τάξης! Λέμε οκ! Τότε πάει να μπει η καθαρίστρια στην τουαλέτα (την συγκεκριμένη) και της λέμε:

– Όχι κυρία Μαρία, είναι άλλος μέσα!

– Τι λέτε αγάπες μου; Δεν μπαίνει κανείς σε αυτή τη τουαλέτα. Είναι πολύ σκοτεινά. Πάνε όλοι στις καινούριες!

– Μα χτυπήσαμε εμείς την πόρτα και κάποια μας απάντησε »Άλλος».

– Ωραία αυτό θα το δούμε τώρα!

Και χτυπάει η κυρία Μαρία, αλλά δεν παίρνει απάντηση. Εμείς κοκαλώσαμε! Ξαναχτυπάει. Πάλι κανείς δεν απάντησε. Άνοιξε η γυναίκα την πόρτα να δει αν ήταν φάρσα και δεν ήταν ΚΑΝΕΙΣ μέσα. Τότε η κυρία Μαρία έφυγε και εμείς με μια φωνή είπαμε »ΑΑΑΑΑΑΑΑ» καθώς ψάχναμε να βρούμε την πόρτα για να βγούμε ακούμε πάλι την ίδια φωνή να μας λέει:

– Ελάτε κοριτσάκια!! Μείνετε μαζί μου. Θέλω παρέα!

– ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ; Σας παρακαλώ μην κάνετε φάρσα! (είπε η Δήμητρα κλαίγοντας)

– Ελάτε πλησιάστε. Μην φύγετε!

Τότε εγώ βρήκα την έξοδο και τρέξαμε προς τις σκάλες. Τότε ήταν το πιο ανατριχιαστικό! Είδαμε μια σκιά ενός μικρού κοριτσιού να μας ακολουθάει στις σκάλες. Από την τρομάρα μου έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έπεσα και στραμπούλιξα το πόδι μου. Η Δήμητρα από το πολύ τρέξιμο της κόπηκε η ανάσα (γιατί έχει και άσθμα) και δεν μπορούσα να την βοηθήσω! Τότε φώναξα »βοήθεια» και ήρθε η κυρία Μαρία. Μας βοήθησε και μας ρώτησε πως έγινε όλο αυτό. Εμείς της εξηγήσαμε και δεν πίστευε σε αυτά που άκουσε. Μας είπε πως δύο κοριτσάκια πέθαναν σε εκείνο το σχολείο από δολοφόνο που μπήκε κρυφά την ώρα του διαλείμματος και τις μαχαίρωσε στην καρδιά. Τα κοριτσάκια πήγαιναν 1η τάξη και τα έλεγαν Μαρίνα και Πωλίνα .Από τότε στο καζανάκι γράφει με κόκκινο χρώμα: Μ+Π Live 4 ever.

Σας ευχαριστώ πολύ αν διαβάσατε την ιστορία που έζησα (δυστυχώς)!

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

Φαντάσματα: Μια Περίεργη Παρουσία.


Ήταν κάποτε ένας κύριος ο οποίος οδηγούσε με το αμάξι του σε έναν επαρχιακό δρόμο σε ένα χωριό της Θεσσαλίας. Καθώς οδηγούσε αντίκρισε στην άκρη του δρόμου ένα ηλικιωμένο άτομο με μια μαγκούρα ο οποίος του έκανε νόημα να σταματήσει. Ο κύριος σταμάτησε στην άκρη και είδε τον γέροντα να πλησιάζει.

Άνοιξε το παράθυρο και τότε ο γέροντας του ζήτησε ένα τσιγάρο. Ο κύριος ανταποκρίθηκε θετικά στην επιθυμία του γέροντα, και έτσι άνοιξε το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα. Του έδωσε το τσιγάρο και μετά ο γέροντας του ζήτησε φωτιά για να ανάψει το τσιγάρο.

Τότε ο κύριος έσκυψε να πάρει να του δώσει και τον αναπτήρα. Αλλά μόλις σηκώθηκε ο γέροντας είχε εξαφανιστεί. Βγήκε από το αυτοκίνητο και έψαξε γύρω-γύρω να βρει τον γέροντα αλλά μάταια. Αυτό το περιστατικό είναι ένα από τα συνηθισμένα περιστατικά όπου εμφανίζεται ο φύλακας-άγγελος του καθένα μας για να μας προφυλάξει από κάποιο επερχόμενο κακό.

Φαντάσματα: Μία Περίεργη Ιστορία Στις Υπόγειες Στοές.


Ο σταθμός του Αλντγκειτ στο Λονδίνο κατασκευάστηκε το 1876 στο σημείο όπου 200 χρόνια πριν υπήρχε μαζικός τάφος περίπου 1000 θυμάτων της επιδημίας μαύρης πανούκλας που είχε χτυπήσει την Ευρώπη το 1665.

Από την πρώτη μέρα λειτουργίας του σταθμού, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες είχαν την τιμητική τους, ενώ οι εργαζόμενοι ορκίζονταν ότι έβλεπαν λευκές φιγούρες να κινούνται στο σκοτάδι.

Οι μύθοι ωστόσο οργίασαν ξανά όταν ένας τεχνικός που εργαζόταν στις γραμμές, γλίστρησε και έπεσε πάνω σε σιδηροτροχιά με ρεύμα 20.000 βολτ. Ωστόσο αντί να πεθάνει, γλίτωσε με πολύ ελαφρά τραύματα και ανάρρωσε πλήρως.

Οι υπόλοιποι εργαζόμενοι που έτρεξαν κοντά του και διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι ο συνάδελφός τους είχε επιζήσει, δήλωσαν αργότερα ότι όταν κινούνταν προς το μέρος του είδαν δίπλα του μία λευκοντυμένη ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία εξαφανίστηκε όταν πλησίασαν.

Το σκοτάδι και το φως στις υπόγειες στοές παίζουν περίεργα παιχνίδια με τα μάτια, ωστόσο η οποιαδήποτε λογική εξήγηση δεν ανακουφίζει τους ντόπιους οι οποίοι κινούνται με δέος στο συγκεκριμένο σταθμό.

Φαντάσματα: Η Φραγκεσκάκενα.


Καλησπέρα σας! Είμαι η Βασιλική. Αυτή είναι μια ιστορία που μου την είχε πει ο παππούς μου. Είχα μένει κάγκελο!

Λοιπόν, στα χρόνια του παππού μου, επειδή δεν υπήρχαν οι τηλεοράσεις, έλεγαν ιστορίες (κυρίως τρόμου) έτσι για να περνάει η ώρα. Ανέφεραν και για την Φραγκεσκάκενα.

Η Φραγκεσκάκενα ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που καθόταν συνέχεια στο μπαλκόνι της και έπλεκε. Ήταν ακατάδεκτη, ψυχρή, μισούσε τα παιδιά και δεν της άρεσε η πολυκοσμία. Κανένας δεν την συμπαθούσε. Μια μέρα η Φραγκεσκάκενα πέθανε (πιθανόν από γεράματα). Κανένας όμως δεν της έχτισε τάφο! Και αυτό ήταν το λάθος.

Πέρασαν τα χρόνια και ο θάνατος της Φραγκεσκάκενας είχε ξεχαστεί. Ένα βράδυ λοιπόν μια κοπέλα, επιστρέφοντας από ένα πάρτι έτυχε να περάσει από το σπίτι της Φραγκεσκάκενας! Όμως είχε πάρει λάθος δρόμο, διότι το σπίτι της ήταν από την άλλη μεριά, ήταν και μεσάνυχτα, δεν έβλεπε τίποτα! Ξαφνικά φύσηξε ένας δυνατός αέρας, τόσο δυνατός που η κοπέλα κόντεψε να πέσει κάτω. Στην αρχή τρόμαξε γιατί ήταν και καλοκαίρι και είπε:

– Μα πώς γίνετε να φυσάει τόσο πολύ καλοκαιριάτικα. Ήμαρτον Παναγία μου!

Ξαφνικά ο αέρας σταμάτησε. Η κοπέλα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε. Καθώς περπατούσε ανυπομονώντας να φτάσει επιτέλους στο σπίτι της, είδε την Φραγκεσκάκενα μαύρα ντυμένη,  να κάθετε στο μπαλκόνι και να πλέκει. Δεν ήξερε ότι έχει πεθάνει και έτρεξε να την χαιρετήσει παρόλο που ήξερε πως ήταν ακατάδεκτη:

– Καλησπέρα σας κ. Φραγκεσκάκενα! Πώς και κάθεστε μες τη νύχτα έξω;

Η Φραγκεσκάκενα δεν απαντούσε. Η κοπέλα συνέχιζε να της μιλά χωρίς αποτέλεσμα.

Έτσι αποφάσισε να φύγει. Μετά από μία ώρα έφτασε σπίτι της και κουρασμένη από το περπάτημα. Οι γονείς της την περίμεναν θυμωμένοι:

– Που ήσουνα τόσες ώρες; Σου είχαμε πει να μην γυρίσεις σπίτι μετά τις 11:00.

-Συγνώμη που σας ανησύχησα, θα ερχόμουν νωρίτερα αλλά πήρα λάθος δρόμο. Συνάντησα και την Φραγκεσκάκενα.

-Τη Φραγκεσκάκενα; Ρώτησε ο πατέρας της.

-Ναι. Την είδα να κάθετε στο μπαλκόνι και την χαιρέτησα.

– Και τι σου είπε;

-Τίποτα, δεν μίλησε.

Οι γονείς της κοπέλας τρόμαξαν πολύ διότι ήξεραν ότι η Φραγκεσκάκενα έχει πεθάνει.

– Παιδί μου είσαι σίγουρη πως την είδες; Μήπως το φαντάστηκες;

– Μα τι λέτε; Τρελή είμαι να το φανταστώ;

– Παιδί μου, η Φραγκεσκάκενα έχει πεθάνει εδώ και 2 χρόνια!

-ΤΙ!!!!! Πλάκα μου κάνετε;

– Καθόλου.

Η κοπέλα δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήρθε σε επαφή με ένα πνεύμα! Την επόμενη μέρα σηκώθηκε χαράματα και πήγε στην εκκλησία κατάχλωμη. Με λίγα λόγια εξήγησε στον Παπά το συμβάν και οι δύο τους πήγαν στο σημείο που θάφτηκε η Φραγκεσκάκενα (να σας θυμίσω ότι δεν είχε χτιστεί τάφος) και ο Παπάς διάβασε το Πάτερ Ημών και κατάλαβε αμέσως ότι η Φραγκεσκάκενα δεν είχε ησυχάσει αφού δεν της έχτισαν τάφο. Της τον έχτισαν λοιπόν και ο κόσμος πήγαινε συχνά και της άφηνε λουλούδια.

Από τότε η Φραγκεσκάκενα δεν ξαναεμφανίστηκε σε κανέναν. Αλλά ακόμα λένε πώς ο δρόμος που οδηγεί στο σπίτι της είναι στοιχειωμένος. Οπότε κανείς δεν τολμάει να περάσει αυτό το δρόμο αλλά ούτε και να μπει μέσα στο σπίτι της!

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

Φαντάσματα: Προσωπική Ιστορία.


Πριν μερικές μέρες μία φίλη μου έκανε πάρτι. Πήγαμε στο παρκάκι δίπλα από το σπίτι της και εφόσον είχαμε μείνει 4 παιδιά καθίσαμε στο παγκάκι και συζητούσαμε. Η κουβέντα μας κάποια στιγμή έφτασε στις ανθρώπινες σχέσεις με τα φαντάσματα. Ο κολλητός μου άρχισε την συζήτηση.

-«Ρε ‘σεις πιστεύετε στα φαντάσματα και σε τέτοιες βλακείες;»

-«Όχι ρε, χαζός είσαι;»,  του απάντησα εγώ και όλοι συμφώνησαν μαζί μου.

Τότε ακούσαμε κάτι φωνές και κάτι τσιρίδες και φανταστήκαμε ότι μας έκαναν πλάκα κάποιοι φίλοι μας. Αλλά δεν ήταν έτσι. Σε λίγο εγώ βρισκόμουν στο έδαφος και οι φίλοι μου έτρεχαν γύρω μου χωρίς να το κάνουν αυτοί. Άνοιξα απότομα τα μάτια μου και είδα ένα άσπρο «πράγμα» από πάνω μου. Τσίριξα και αυτό εξαφανίστηκε. Πήραμε όλοι τους γονείς μας να μας πάρουν (είχαμε χεστεί πάνω μας…) και αυτοί ήρθαν (μετά από εκατό ώρες)!

Περιττό να σας πω ότι το βράδυ κανένας μας δεν κοιμήθηκε. Στέλναμε συνεχώς μηνύματα ο ένας στον άλλο και με τον παραμικρό θόρυβο πεταγόμασταν.

Την επόμενη μέρα όλοι είχαμε περίεργα συμβάντα! Της Αλκμήνης της έκλεψαν το σπίτι, του Άλεξ πέθανε η γιαγιά του χωρίς να έχει κανένα πρόβλημα υγείας, του Νίκου ήταν οι γονείς του εξαφανισμένοι 2 μέρες και όταν γύρισαν του είχαν πει ότι πήγαιναν προς την Βουλγαρία με το αυτοκίνητο χωρίς να το θέλουν και εγώ ενώ έκανα τα μαθήματα μου σηκώθηκα να πάω να πιω νερό και ένιωθα κάποιον να με σκουντάει.

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια του μπλογκ για την ιστορία της.

Αρέσει σε %d bloggers: