Category Archives: Όνειρα

Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 3ο.


Όταν φτάσαμε στο σπίτι του Κώστα μας άνοιξε η μητέρα του. Με το που μπήκαμε στο χώρο συνειδητοποιήσαμε ότι η ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά. Ασήκωτη θα έλεγα, μια πολύ σκοτεινή και αόρατη ενέργεια είχε απλωθεί στο σπίτι και αυτό φαινότανε στο πρόσωπο της μητέρας του Κώστα. Θυμήθηκα την τελευταία φορά που την είχα δει, πριν ένα μήνα περίπου, τώρα έμοιαζε σαν να είχε γεράσει κατά 20 χρόνια. Μιλούσε χαμηλόφωνα και φαινότανε εξαντλημένη.

Αποφασίσαμε να μην την ενοχλούμε με ερωτήσεις και έτσι κατευθυνθήκαμε γρήγορα για το δωμάτιο του φίλου μας. Ήμασταν ακριβώς έξω από την πόρτα, έτοιμοι να την ανοίξουμε όταν μια διαπεραστική στριγγλιά ήχησε σε όλο το σπίτι. Πάγωσε το αίμα στις φλέβες μας, η στριγγλιά ήταν εντελώς απόκοσμη, λες και δεν προήλθε από ανθρώπου στόμα. Αμέσως καταλάβαμε από που είχε προέλθει και ένα μόνο ήταν σίγουρο. Ο φίλος μας ήταν σε κίνδυνο.

Με μεγάλη ταχύτητα μπουκάραμε κυριολεκτικά στο δωμάτιο του. Και αυτό που είδαμε μας έκανε να χάσουμε την Γη κάτω από τα πόδια μας. Ακριβώς πάνω από το κρεβάτι του Κώστα στεκότανε μια κατάμαυρη σφαίρα η οποία εξέπεμπε κάτι που μπορούσα μόνο να το περιγράψω ως σκοτεινό φως. Δεν έφεγγε στο χώρο, ήταν απόλυτα σκοτεινή όμως εγώ ενστικτωδώς ήξερα ότι εξέπεμπε φως. Η σφαίρα φαινότανε να διαστρεβλώνει τον χώρο γύρω της. Έμοιαζε σαν να είχε τυλιχτεί με ένα πέπλο μαύρης θολούρας ενώ έβγαζε έναν βόμβο ο οποίος αν και αδύναμος κατάφερνε να μου προκαλέσει ημικρανία. Ήταν ζωντανή το ήξερα, και ήμουν σίγουρος ότι δεν ήθελε να την δούμε με την πραγματική της μορφή. Για αυτό εμείς βλέπαμε μόνο μια θολή σκοτεινή μπάλα.

Προσπάθησα να την παρατηρήσω. Να διακρίνω λεπτομέρειες πάνω της όμως μου ήταν αδύνατο, κάθε φορά που την κοιτούσα για πάνω από μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου το μυαλό μου θόλωνε και σκοτείνιαζε, νόμιζα ότι στην πραγματικότητα υπήρχε εκεί κάτι τρομερά μεγαλύτερο από αυτή τη σφαίρα που είχε άπλα επιλέξει να εμφανιστεί με αυτή τη μορφή.

Η σφαίρα αυτή δεν μας άφηνε να την παρατηρήσουμε. Μακάρι θεέ μου, μακάρι το κακό να τελείωνε εκεί και η σφαίρα απλά να εξαφανιζόταν… Δυστυχώς ζητούσα πολλά. Η σφαίρα αυτή, ο σκοτεινός αυτός ήλιος διαστελλότανε και απλωνόταν σε όλο το δωμάτιο. Την ίδια ώρα κοίταξα τον Κώστα. Ο οποίος ακόμα ούρλιαζε. Άκουγα την φωνή του ξεκάθαρα όμως, εκεί στο κρεβάτι όπου έπρεπε να βρίσκεται τώρα βρισκόταν μια κατάμαυρη σιλουέτα. Μια σκιά σε ανθρώπινη τρισδιάστατη μορφή. Και ούρλιαζε με ακατονόμαστη ένταση.

Έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα η σκιά αυτή ή μήπως ο Κώστας; Πλέον δεν ήξερα τι έβλεπα, άρχισε να σπαρταράει σαν ψάρι, να χτυπιέται πάνω κάτω στο κρεβάτι και σε λίγο άρχισε να βγάζει έναν αναγουλιαστικό ήχο τον οποίο θα περιέγραφα όπως το περπάτημα από πολλά σιχαμερά πλάσματα, σαρανταποδαρούσες, αράχνες και άλλα τέτοια. Λες και χιλιάδες από αυτά τα πλάσματα περπατούσανε, όχι, τρέχανε μέσα στο σώμα του. Σε λίγο το σώμα του άρχισε να αλλάζει. Να κάνει απότομες κινήσεις, ήταν ένα τρομερό θέαμα.

Στεκόμουν τρομοκρατημένος βλέποντας το σώμα του να αλλάζει, το έξω να έρχεται μέσα και το μέσα έξω. Αν το σώμα του δεν ήταν σκιά αλλά κανονικό ανθρώπινο θα έβλεπα το δέρμα του να μαζεύεται και να μπαίνει μέσα αφήνοντας το έξω να αντικατασταθεί από τα εσωτερικά του όργανα. Ναι. Όντως. Το μέσα γινότανε έξω και το έξω μέσα ενώ η σκιά ούρλιαζε και η σφαίρα μεγάλωνε. Σε λίγο έπαψε να είναι σφαίρα μιας και προσπαθούσε να γεμίσει το δωμάτιο παίρνοντας έτσι σταδιακά το σχήμα του.

Εγώ είχα παγώσει στην θέση μου. Η σφαίρα πλησίαζε, εγώ έμενα ακίνητος δεν μπορούσα ούτε ένα δάχτυλο του χεριού μου να σηκώσω. Η σφαίρα ακόμα μεγάλωνε. Τρία. Δυο. Ένα. Με κατάπιε και στη στιγμή όλα εξαφανίστηκαν. Το θέαμα μπροστά μου, οι στριγγλιές, ο βόμβος, η οσμή της σαπίλας. Τα πάντα. Το σκοτάδι με κατάπιε. Δεν ξέρω πόσος καιρός έχει περάσει από την ήμερα που με κατάπιε το σκοτάδι. Πλέον δεν ξέρω τίποτα. Με το ζόρι που θυμάμαι το όνομα μου. Χρήστος… Ζω μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Στο κενό. Δεν αισθάνομαι στεναχώρια, ούτε άγχος, ούτε θλίψη. Μέσα μου είμαι κενός. Άδειος. Η οικογένειά μου; Τους έχω σχεδόν ξεχάσει, Οι φίλοι μου; το ίδιο.

Είμαι μόνος μέσα στο ακατονόμαστο σκότος και η μόνη μου παρηγοριά είναι να γράφω την ιστορία μου, αυτές εδώ τις λέξεις δηλαδή, με ένα ανύπαρκτο μολύβι πάνω σε ένα ανύπαρκτο χαρτί. Το σώμα μου δεν μπορώ να το δω, πλέον δεν ξέρω καν αν έχω σώμα ή αν είμαι μόνο μια αιωρούμενη σκιά. Σαν τον Κώστα… Ο Κώστας. Αυτόν για κάποιο περίεργο λόγο τον θυμάμαι λίγο ποιο ζωηρά από τους υπολοίπους, το πρόσωπο του το θυμάμαι με λίγο περισσότερη λεπτομέρεια από ότι των υπολοίπων. Όμως ακόμα και αυτός αργά αργά εξαφανίζεται. Το ξέρω πως στο τέλος δεν θα μείνει τίποτα πάρα μόνο μια σκιά της συνειδήσεως, εγώ και οι σκέψεις μου να ταξιδεύω ολομόναχος μέσα σε ένα σκοτάδι που εκτείνεται στο άπειρο. Μόνος… Παγωμένος… αβοήθητος.

Ήταν ένα κρύο πρωινό όταν ο Γιατρός μπήκε στο δωμάτιο για να εξετάσει τον ασθενή του. Εκεί ήταν και η μητέρα του εν λόγω ασθενή. Ο γιατρός πήρε πρώτος τον λόγο.

Γ: Καλημέρα κυρία Παπαδόπουλου. Ελπίζω να είστε καλά. Όσο καλά μπορείτε να είστε δηλαδή μετά από…

Μ: Καλημέρα γιατρέ. Έχουμε καμία βελτίωση; Οτιδήποτε;

Γ: Υπάρχει εγκεφαλική δραστηριότητα η οποία φαίνεται πως κάποιες στιγμές γίνεται ξαφνικά πολύ έντονη. Λες και κάτι βλέπει και τον τρομοκρατεί. Ποτέ δεν θα ξέρουμε μέχρι να ξυπνήσει. Δυστυχώς πέρα από αυτό δεν βλέπουμε καμία σοβαρή βελτίωση στην κατάσταση του.

(Στο άκουσμα αυτής της απάντησης η μητέρα βούρκωσε)

Μ: Τίποτα; Δηλαδή δεν ξέρετε πότε θα συνέλθει; Θα συνέλθει ποτέ;

Γ: Λυπάμαι αλλά δεν γνωρίζω. Αυτές οι περιπτώσεις είναι πολύ περίπλοκες και διαφέρουν από άτομο σε άτομο, άλλοι συνέρχονται σχετικά γρήγορα άλλοι όμως μπορεί να χρειαστούν και χρόνια, ενώ άλλοι… Ε! Ας μην είμαστε πεσιμιστές. Το παιδί είναι ζωντανό. Και για την ώρα αυτό έχει σημασία. Έχει περάσει περίπου ένας μήνας αλλά όπως είπα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να πούμε πότε θα συνέλθει ο ασθενής.

Μ: Αναρωτιέμαι τι να βλέπει. Που να βρίσκεται. Τρέμω όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να έχει παγιδευτεί κάπου. Έχω δει πολλούς εφιάλτες στη ζωή μου δεν μπορώ να φανταστώ πως θα είναι να είσαι παγιδευμένος σε έναν.

(Το πρόσωπο του γιατρού σκοτείνιασε)

Γ: Δυστυχώς το τι βλέπει τώρα δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Κυρία Παπαδόπουλου δεν θα ήθελα να σας πω ψέματα σε καμία περίπτωση. Το παιδί είναι σε σταθερή μεν άλλα άσχημη κατάσταση δε. Εμείς κάναμε ότι μπορούσαμε και συνεχίζουμε να κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας όμως το πότε και αν ποτέ συνέλθει δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Για αυτό αν πιστεύετε στο θεό, σε οποιονδήποτε θεό, καλά θα κάνετε να προσευχηθείτε. Είμαστε άνθρωποι περιορισμένοι και αδύναμοι. Μερικές φορές ζούμε τόσο δύσκολες καταστάσεις που μόνο ο θεός μπορεί να μας σώσει.

Η μητέρα έγνεψε καταφατικά και αφού ο γιατρός τελείωσε την εξέταση και έφυγε, η κυρία Παπαδόπουλου έσκυψε πάνω από τον γιο της που βρισκότανε σε κώμα, τον Χρήστο, και τον φύλησε στο μέτωπο, έπειτα γύρισε προς το μικρό πλαστικό τραπεζάκι που ήταν τοποθετημένο δίπλα στο κρεβάτι. Πάνω στο τραπεζάκι βρισκότανε ένας ξύλινος σταυρός και μια οικογενειακή φωτογραφία.

Η μητέρα πρώτα πήρε στα χέρια της την φωτογραφία στην οποία υπήρχαν αυτή, ο άνδρας της που είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια, ο Χρήστος και ο αδερφός του ο Κώστας. Έμεινε για λίγη ώρα να κοιτάει την φωτογραφία ενώ θυμόταν την ζωή που είχανε πριν το τροχαίο το οποίο έστειλε τον Χρήστο σε κώμα και στοίχισε τη ζωή του Κώστα ο οποίος απανθρακώθηκε αφήνοντας πίσω μόνο ένα κατάμαυρο υπόλειμμα, ουσιαστικά μια σκιά.

Θυμότανε τον Χρήστο σαν παιδί, να παίζει στην γειτονιά με τον αδερφό του τον Κώστα, θυμότανε τότε που τα δυο αδέρφια την είχανε παρακούσει και μπήκανε μέσα σε εκείνη την παλιά μονοκατοικία με αποτέλεσμα να βλέπουν εφιάλτες για μια εβδομάδα. Θυμότανε τον Χρήστο που διάβαζε τόσο συχνά βιβλία για τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, για τα βασανιστήρια των Γερμανών, για τις μάχες με τους συμμάχους. Για τις θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με μυστικές τεχνολογίες των Γερμανών, για μυστικές οργανώσεις και μυστηριώδη σύμβολα όπως αυτό του μαύρου ήλιου και πολλά άλλα.

Θυμότανε επίσης τον Χρήστο σαν μικρό παιδί που την είχε ανησυχήσει όταν τον είδε να μιλά στον αέρα και να τον ρωτάει σε ποιον μιλούσε για να της απαντήσει με εντελώς αθώο ύφος «στον φίλο μου τον Θανάση μαμά».

Η κυρία Παπαδόπουλου σκεφτόταν πως ο Χρήστος από παιδί είχε πάρα πολύ πλούσια φαντασία. Τόσο πλούσια που δημιουργούσε ακόμα και φανταστικούς φίλους. Όμως κάποτε είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο (δεν θυμόταν σε ποιο ακριβώς) ότι όπως και με την ευφυΐα έτσι και με την φαντασία υπήρχε ο κίνδυνος αυτή κάποια μέρα να στραφεί εναντίων σου. Όπως για παράδειγμα με την μορφή εξωπραγματικών εφιαλτών. Όπου οι προσωπικοί σου δαίμονες (μπορεί και κάτι χειρότερο αν πιστεύεις σε Θεό και Διάβολο) παίρνανε κομμάτια από τις αναμνήσεις σου και τα κολλούσανε μεταξύ τους φτιάχνοντας κυριολεκτικά μια χίμαιρα από τερατώδεις εικόνες και καταστάσεις.

Φοβότανε πως ο γιος της είχε παγιδευτεί σε έναν τέτοιο εφιάλτη όμως και πάλι ακόμα και σε αυτή την πιθανή πραγματικότητα, στην καρδιά της μπορούσε να δει λίγο φως. Μια χαραμάδα ελπίδας. Άφησε την φωτογραφία πίσω στο τραπεζάκι και έριξε μια ματιά στον μεγάλο ξύλινο σταυρό που είχε τοποθετήσει δίπλα και τότε ένιωσε βαθιά μέσα της πως αν και πολλά πράγματα είναι για τον άνθρωπο αδύνατα το ίδιο δεν μπορούμε να το πούμε και για το Θεό.

Αργότερα όταν ήρθε η ώρα να γυρίσει στο σπίτι της και έκανε να φύγει άκουσε μια φωνή να της λέει πως όλα θα πάνε καλά. Γύρισε να δει ποιος ήταν όμως δεν υπήρχε κανείς πάρα μόνο μια αδύναμη μυρωδιά λιβανιού.

/* Από τον shockwave2000 */

Advertisement

Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 2ο.


Το Σαββατοκύριακο κύλισε κανονικά. Το Σάββατο είχαμε βγει μαζί με τον Θανάση και περάσαμε μερικές ώρες σε ένα ίντερνετ καφέ. Ο Κώστας είχε παραπονεθεί για αδιαθεσία και έτσι έμεινε στο σπίτι. Ποτέ δεν πήγε το μυαλό μου στο ότι ήταν σε κίνδυνο. Την Δευτέρα στο σχολείο ο Κώστας φαινότανε λίγο χλωμός. Σαν να τον προβλημάτιζε κάτι. Μας είπε ότι είχε ένα μικρό πονοκέφαλο από το πρωί και ότι είχε δει έναν πολύ περίεργο εφιάλτη που τον ξύπνησε κοντά στις 3 τα ξημερώματα.

Τον ρωτήσαμε να μας πει περί τίνος επρόκειτο και έτσι άρχισε να μας διηγείται αυτά που είχε δει. Μας είπε ότι στο όνειρο του ήταν βράδυ και αυτός περπατούσε στον δρόμο χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Το μέρος στο οποίο βρισκότανε ήταν μια γνωστή περιοχή που απέχει λίγα μόλις λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μου και από την οποία πολλές φορές περνάμε και οι τρεις μας. Ο Κώστας την αναγνώριζε την περιοχή αυτή ακόμα και στο όνειρο του όμως το πραγματικά περίεργο ήταν ότι φαινότανε να περπατάει και να περπατάει στη διαδρομή χωρείς αυτή να τελειώνει ποτέ. Λες και ο δρόμος επιμηκύνονταν. Κανονικά όποιος περπατήσει σε αυτή τη διαδρομή για 1-2 λεπτά θα έπρεπε να βγει σε ένα σταυροδρόμι όμως στο όνειρο αυτός περπατούσε πολύ περισσότερο χρόνο χωρείς να βγαίνει πουθενά. Κάτι εξίσου περίεργο ήταν ότι όσο περπατούσε ο Κώστας το περιβάλλον του γινότανε όλο και ποιο ξένο. Ήταν ένα εξαιρετικά περίεργο και συνάμα φοβερό αίσθημα γιατί το περιβάλλον, ο δρόμος, τα δέντρα στο πεζοδρόμιο, οι πολυκατοικίες στη μορφή μένανε εντελώς ίδια, αλλά από την άλλη τα ένιωσε σαν να γινότανε εντελώς ξένα προς αυτόν σαν η περιοχή αυτή η ίσως και ολόκληρη η πόλη να είχε γίνει όχι απλά ξένη αλλά ακόμα και εχθρική προς αυτόν.

Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα που δεν μπορούσε να το εξηγήσει επαρκώς με λόγια, μας είπε όμως ότι ένιωθε σαν να μην βρισκότανε πλέον στην πόλη του αλλά σε ένα άλλο, ξένο και εχθρικό προς την ίδια του την ύπαρξη μέρος το οποίο απλά είχε την ίδια εμφάνιση με την πόλη μας. Είχε έντονη την αίσθηση ότι δεν άνηκε εκεί και ότι ήταν αδύνατο να υπάρχουν ταυτόχρονα στο ίδιο μέρος αυτός και η πόλη. Όσο μας τα έλεγε αυτά το πρόσωπο του γινότανε ακόμα ποιο χλωμό, όμως εμείς μέσα στην περιέργεια μας τον πιέσαμε να μας πει περισσότερα . Έτσι και έγινε. Μας είπε ότι από ένα σημείο και μετά αυτός είχε πανικοβληθεί. Αν και κανείς δεν τον απειλούσε στο όνειρο άμεσα, έβλεπε όλη την πόλη πλέον ως κάτι το ξένο και συνάμα εχθρικό. Αισθανότανε να απειλείται η ύπαρξη του για αυτό και άρχισε να τρέχει όσο ποιο γρήγορα μπορούσε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να φτάσει κάπου. Το που δεν το ήξερε ούτε και τον ένοιαζε. Ήθελε απλά να φύγει από αυτό το μέρος.

Την ώρα που έτρεχε γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του προς τα πίσω και του φάνηκε πως είδε μια σκοτεινή ανθρώπινη σιλουέτα, μια σκιά να τον κοιτά από απόσταση. Εκεί τελείωσε και το όνειρο του και ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα. Μας είπε μάλιστα αστειευόμενος ότι έπιασε το στήθος του φάνηκε πως αντί για καρδιά είχε τύμπανο. Την επόμενη μέρα ο Κώστας ήταν ξανά χλωμός και έδειχνε πολύ άρρωστος. Πάλι είχε δει εφιάλτη και αυτό δυστυχώς συνεχίστηκε για μέρες με τον Κώστα να έρχεται στο σχολείο όλο και ποιο ανήσυχος και φοβισμένος και όποτε τον ρωτούσαμε εγώ και ο Θανάσης για αυτά τα ακατονόμαστα όνειρα που τον ταλάνιζαν αυτός δυσκολευόταν πολύ να περιγράψει τι πραγματικά έβλεπε, μας μιλούσε για τις περιπλανήσεις του σε μέρη εντελώς ξένα προς τον άνθρωπο ίσως και προς το ίδιο το σύμπαν μας, μας έλεγε για ξέρες, σκοτεινές κοιλάδες όπου έβλεπε πετρώματα που δεν ήτανε πραγματικά πετρώματα, δέντρα που δεν ήτανε δέντρα, νερό που δεν ήτανε πραγματικά νερό και όλα αυτά κάτω από έναν ουρανό στον οποίο κυριαρχούσε ένα χρώμα το οποίο δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του.

Κόμπιαζε ο λαιμός του όποτε μιλούσε για αυτό, έβλεπε χρώματα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, επίσης στα μέρη που ταξίδευε όσο ονειρεύονταν έβλεπε σχήματα και γωνίες που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, που δεν εξηγούνταν από την ευκλείδεια γεωμετρία και που δεν μπορούσαν να υπάρξουν στον κόσμο μας. Όμως το ποιο ενδιαφέρον από όλα που μας περιέγραφε ήταν ο ήλιος που κυριαρχούσε στον ουρανό σε κάθε του όνειρο. Ο ήλιος αυτός δεν ήταν σαν τον δικό μας, ήταν μια μαύρη σφαίρα από την οποία έβγαινε ένα πολύ μαύρο θολό σκοτεινό φως. Το οποίο έλουζε όλο το έδαφος.

Ο σκοτεινός αυτός ήλιος έμοιαζε να είναι ζωντανός, το ίδιο και το φως που εξέπεμπε. Ο Κώστας το καταλάβαινε αυτό ενστικτωδώς. Τον ήλιο αυτό τον φοβότανε ιδιαίτερα, και αν τον κοιτούσε για πολύ θα άρχιζε να έχει την αίσθηση ότι καίγονται τα μάτια του αν και αυτό ποτέ δεν συνέβη στα αλήθεια. Άλλους ανθρώπους η ζώα δεν είδε ποτέ στα όνειρα του με μια μόνο εξαίρεση όταν με την άκρη του ματιού του νόμιζε για μια στιγμή ότι είδε μια σκιά να τον κοιτά αλλά μόλις γυρνούσε αυτή είχε εξαφανιστεί.

Όσο ο Κώστας ήταν στα όνειρα αυτά αισθανότανε δέος και τρόμο. Ένιωθε σαν να βρισκότανε σε ένα μέρος που δεν ήταν καθόλου συμβατό με την δική του ύπαρξη. Τα πάντα εκεί ήτανε εχθρικά και ξένα προς αυτόν. Για κάποιο λόγο πίστευε ότι δεν άνηκε εκεί και ότι η ύπαρξη του ήταν ασύμβατη με εκείνους τους ακατονόμαστους κόσμους, βασική προϋπόθεση να ξεφύγει από εκείνα τα φοβερά μέρη ήτανε να συνειδητοποιήσει ότι βρισκότανε σε όνειρο κάτι που μέρα με τη μέρα γινότανε όλο και ποιο δύσκολο.

Ο Θανάσης του ζήτησε να μας ζωγραφίσει αυτά που έβλεπε. Ο Κώστας αν και δεν ήθελε τελικά δέχθηκε έτσι πήρε ένα στυλό και προσπάθησε. Μάταιος κόπος. Μας είπε ότι τίποτα από όσα έβλεπε δεν μπορούσε να το σχεδιάσει. Πως να ζωγραφίσεις γωνίες και σχήματα που δεν υπάρχουν; Πως να βάλεις στο χαρτί χρώματα που επίσης δεν υπάρχουν; Έτσι έκανε μόνο μερικές μουτζούρες μαζί με ένα κύκλο στο πάνω μέρος του χαρτιού (που αντιπροσώπευε τον μαύρο ήλιο που είχε δει) και τα παράτησε.

Εμείς βλέποντας ότι του δημιουργούσε όλο αυτό άγχος και σύγχυση δεν συνεχίσαμε. Μετά από λίγες μέρες ο Κώστας σταμάτησε εντελώς να έρχεται στο σχολείο. Είχανε περάσει δώδεκα μέρες από τότε που τον είδα τελευταία φορά έτσι εγώ και ο Θανάσης αποφασίσαμε να περάσουμε από το σπίτι του να δούμε αν είναι καλά μιας και στα μηνύματα που του στέλναμε δεν απαντούσε αλλά και όταν πείρε ο Θανάσης τηλέφωνο στο σπίτι του η μητέρα του μας είπε ότι ήτανε άρρωστος και για αυτό για μερικές μέρες θα έμενε στο σπίτι.

Αυτή η εξήγηση όμως δεν ήταν αρκετή για εμάς. Τον είχαμε δει στο σχολείο που ήταν χλωμός σαν πανί και λαμβάνοντας υπόψιν και τους εφιάλτες που έβλεπε πιστεύαμε ότι όλο αυτό δεν μπορεί να ήτανε απλά ένα κρυολόγημα. Κάτι πολύ χειρότερο συνέβαινε. Ο Θανάσης ήρθε κάτω από την πολυκατοικία μου και μαζί φύγαμε για το σπίτι του φίλου μας.

/* shockwave2000 */

Όνειρα: Το Σκοτεινό Φως, Μέρος 1ο.


Με λένε Χρήστο και μέχρι πριν λίγο καιρό ήμουνα ένας φυσιολογικός μαθητής του λυκείου. Είχα δυο φίλους, τον Θανάση και τον Κώστα. Εμείς ήμασταν άνθρωποι εσωστρεφείς, που μας άρεσε να μένουμε μονοί, στην ησυχία μας, μακριά από τους άλλους μαθητές και γενικά μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Στο σχολείο τα πηγαίναμε αρκετά καλά και μάλιστα στο τελευταίο τετράμηνο είχαμε και οι τρεις μέσους όρους πάνω από 18. Έτσι, το ότι τα πηγαίναμε καλά στο σχολείο με ελάχιστο διάβασμα, μας άφηνε πολύ ελεύθερο χρόνο για άλλες δραστηριότητες και χόμπι. Κάποια από τα χόμπι που είχαμε ήταν αθώα όπως ο μοντελισμός η το να καθόμαστε σε ίντερνετ καφέ. Όμως είχαμε και άλλα λίγο ποιο… ριψοκίνδυνα χόμπι όπως η εξερεύνηση εγκαταλελειμμένων κτηρίων. Μάλιστα ήμασταν και τυχεροί μιας η πόλη στην οποία ζούσαμε ήταν γεμάτη από τέτοια κτήρια. Όταν οι γονείς μου μάθανε για αυτό ήταν τόσο ταραγμένοι που αναγκάστηκα να τους υποσχεθώ ότι ποτέ δεν θα ξαναμπούμε σε κανένα τέτοιο μέρος. Με πίστεψαν μιας και ποτέ δεν είχα ξαναδώσει δικαίωμα ως τότε όμως εγώ φυσικά και είπα ψέματα.

Το νεανικό, εθισμένο στην δράση μυαλό μας δεν μπορούσε να αντισταθεί. Παρόμοια ψέματα είπαν και οι άλλοι στους δικούς τους. Περιμέναμε λοιπόν μερικές μέρες και μετά ξαναρχίσαμε τις “επισκέψεις” μας στα διάφορα παρατημένα σπίτια της πόλης. Αυτή την φορά είχαμε βάλει στο στόχαστρο μια πολύ παλιά μονοκατοικία που κάποτε άνηκε σε μια πλούσια οικογένεια Εβραίων, οι οποίοι δυστυχώς είχανε πέσει και αυτοί θύματα της ναζιστικής θηριωδίας κατά την περίοδο της κατοχής. Ξέραμε ότι η οικογένεια αποτελούταν από τον πατέρα, την μητέρα και ένα μικρό γιο. Γνωρίζαμε ότι ήταν καλοί και φιλήσυχοι άνθρωποι και ότι όλοι τους αγαπούσανε. Κάποια μέρα όμως οι ναζί εισέβαλαν στο σπίτι τους, και μετά από πολλά ουρλιαχτά και φωνές τους έβγαλαν έξω ουσιαστικά σέρνοντας τους και τους έβαλαν σε ένα στρατιωτικό φορτηγό στο οποίο μάλλον υπήρχαν και άλλα θύματα των Γερμανών. Το φορτηγό μαζί με τους στρατιώτες που το συνόδευαν έφυγε και από τότε κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα για την οικογένεια αυτή.

Για δυο περίπου χρόνια το υπόγειο της κατοικίας είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος ανάκρισης και βασανιστηρίων από τους ναζί. Ενώ μετά τον πόλεμο, όπως καταλαβαίνετε, το σπίτι έμεινε ακατοίκητο για πολλές δεκαετίες εκτός από μερικές ιδιαίτερα κρύες νύχτες όπου έμπαιναν μέσα άστεγοι για να βρουν καταφύγιο. Όμως και αυτοί σύντομα έφευγαν και μερικές φορές δεν έβγαζαν ούτε καν τη νύχτα. Μια φορά που έτυχε να περνάω δίπλα από δυο αστέγους σε εκείνη την περιοχή άκουσα να λένε πως στο σπίτι εκείνο υπάρχει κάτι πολύ κακό, πως όταν έμπαιναν μέσα ένιωθαν ξαφνικά πολύ άβολα και εντελώς εξαντλημένοι χωρίς λόγο και πως τελικά αναγκάζονταν να φύγουν. Αν και κάνεις δεν φαινόταν να είχε δει κάτι συγκεκριμένο όπως φαντάσματα, τέρατα, δαίμονες ή γενικά κάτι από όλα αυτά που ελπίζαμε εμείς να αντιληφθούμε.

Με τον Κώστα και τον Θανάση είχαμε αποφασίσει να εξερευνήσουμε το σπίτι μια Παρασκευή στις 12 το βράδυ. Είχαμε συμφωνήσει να πούμε στους γονείς μας ότι απλά θα περνούσαμε κάποιες ώρες σε ένα ίντερνετ καφέ περίπου 20 λεπτά απόσταση με τα πόδια από το σπίτι μου. Άλλωστε όπως είπα το να περνάμε τον χρόνο μας παίζοντας στον υπολογιστή ήταν κάτι συνηθισμένο για εμάς και όντως πολλές φορές πηγαίναμε νύχτα εκεί. Έχοντας έτσι τακτοποιήσει αυτό το πρόβλημα ξεκίνησα ανενόχλητος από το σπίτι μου στις 11:30 με σκοπό να συναντήσω τους άλλους δυο.

Δεν πέρασε πολύς χρόνος μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι. Με το που βρεθήκαμε στην είσοδο αρχίσαμε να αισθανόμαστε κάτι άσχημο. Σαν μια σκοτεινή ενέργεια να μας περικυκλώνει. Όχι τόσο έντονη ώστε να το βάλουμε στα πόδια αλλά αρκετή ώστε να μας δημιουργήσει μια αίσθηση πλακώματος στο στήθος. Σαν να είχε βαρύνει η καρδιά μας. Ωστόσο όπως είπα το αίσθημα αυτό δεν ήταν τόσο ισχυρό ώστε να μας πανικοβάλει και έτσι αποφασίσαμε να συνεχίσουμε. Έτσι και αλλιώς δεν είχαμε ξεκινήσει μόνο και μόνο για να τα παρατήσουμε τώρα.

Η μονοκατοικία αυτή στο εσωτερικό της ήταν όπως θα περίμενε κανείς να είναι ένα εγκαταλελειμμένο για δεκαετίες σπίτι. Σπασμένα ξύλα και σκόνη, πόρτες και πάτωμα που τρίζουν με το παραμικρό, μερικά παλιά σπασμένα έπιπλα – αντίκες εδώ και εκεί, αρκετή μούχλα και διάβρωση σε αρκετά σημεία, μια διάχυτη μυρωδιά μούχλας απόδειξη της μακροχρόνιας εγκατάλειψης, μερικοί σπασμένοι καθρέφτες που προφανώς κανείς δεν μπήκε στον κόπο να κλέψει και κάποιοι λεκέδες στο πάτωμα οι οποίοι δεν ήθελα να ξέρω από που προήλθαν. Στο πάνω πάτωμα υπήρχαν πάνω κάτω τα ίδια. Τίποτα αξιοσημείωτο εκτός από το ότι η αίσθηση αυτή του ψυχοπλακώματος γινόταν σταδιακά εντονότερη όσο προχωρούσαμε μέσα στο κτήριο.

Μετά από λίγη ώρα αποφασίσαμε να πάμε και στο ποιο τρομακτικό και συνάμα συναρπαστικό για εμάς σημείο του κτηρίου. Το υπόγειο. Αν ήταν να συμβεί κάτι τότε σίγουρα αυτό θα γινόταν στο υπόγειο. Με τούτα και με κείνα, έχοντας στο μυαλό μας την σκοτεινή ιστορία αυτού του υπογείου ανοίξαμε την πόρτα και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τα σκαλιά. Εδώ η μούχλα ήταν πολύ ποιο έντονη ενώ παντού υπήρχαν έντομα. Κατσαρίδες που τρέχανε μακριά όταν τις πλησιάζαμε, ιστοί από αράχνες εδώ και εκεί και υπερβολικά πολλά νεκρά έντομα στο πάτωμα. Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι είδα ένα ποντίκι να τρέχει και να εξαφανίζεται σε μια τρύπα στον τοίχο. Όσο κατεβαίναμε τις σκάλες αλλά και όταν εξερευνούσαμε το υπόγειο πέφταμε συνέχεια σε ιστούς από αράχνες τους οποίους και αναγκαζόμασταν να τραβάμε από πάνω μας. Πολλές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό το δικό μου αλλά και των φίλων μου. Ήμασταν τυχεροί που κανείς από εμάς δεν είχε αραχνοφοβία. Δεν θα ήθελα ούτε να φανταστώ κάποιον να αρχίσει να ουρλιάζει εκείνη την στιγμή.

Το υπόγειο δεν είχε μεγάλη διαφορά από το υπόλοιπο σπίτι, και εδώ υπήρχε η μυρωδιά της μούχλας, τα σπασμένα ξύλα και η σκόνη, κάτι κομμάτια από παλιά έπιπλα, ένας μεγάλος σπασμένος καθρέπτης, πράγματα που όντως θα περίμενε κανείς να δει σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι. Όμως εμένα κάτι άλλο με προβλημάτιζε. Εκείνη η έντονη άσχημη αίσθηση που ένιωθα και ποιο πριν, όταν μπήκαμε στο υπόγειο είχε γίνει πολύ ποιο έντονη. Ένιωθα σαν να ήμουν έτοιμος να πάθω κρίση άσθματος παρόλο που ποτέ μου δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Αισθανόμουνα σαν η καρδιά μου να είχε γίνει βαρίδιο. Δυσκολευόμουν αρκετά να αναπνεύσω και παρατήρησα ότι και οι άλλοι ένιωθαν το ίδιο. Ο Κώστας είπε ότι αυτό μάλλον οφειλόταν στο ότι ήταν τόσο κλειστός και μουχλιασμένος ο χώρος. Είχε ένα δίκαιο, όμως και πάλι το ένστικτο μου μου έλεγε πως υπήρχε κοντά μας κάτι που δεν έπρεπε να είναι εδώ. Δεν μπορώ να περιγράψω εύκολα το πως ένιωθα, ήταν λες και υπήρχε εκεί κάτι που… ας πούμε δεν ήταν από αυτόν τον κόσμο. Κάτι δεν ήταν απαραίτητα κακόβουλο αλλά μάλλον η ίδια του η ύπαρξη εναντιωνόταν στην δική μας, σαν να μην μπορούσαμε στον ίδιο χώρο ακόμα και στην ίδια πόλη να υπάρχουμε και εμείς και αυτό.

Τελικά έχοντας μείνει κάποιο ανυπολόγιστο χρονικό διάστημα στο υπόγειο, κοιτώντας αριστερά και δεξιά, φωτίζοντας το χώρο εγώ και ο Κώστας με τους φακούς που είχαμε πάρει στα κρυφά από τα σπίτια μας και ο Θανάσης με το κινητό του αποφασίσαμε να φύγουμε. Κάναμε να πάμε ως τις σκάλες και τότε άκουσα ένα γδούπο από πίσω. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πάγωσε το αίμα μου. Αυτό το ξαφνικό και απότομο γεγονός με έκανε να νομίζω ότι κάτι τρομερό έγινε, ήταν και το όλο σκηνικό αλλά και η ιστορία αυτού του υπογείου που ανέβασε τον τρόμο μου στα ύψη. Γύρισα και είδα τον Κώστα ξαπλωμένο στο πάτωμα και τον Θανάση να τον βοηθά να σηκωθεί. Όταν ηρέμησα λίγο ρώτησα τον Κώστα τι έπαθε. Είπε ότι κάτι είχε πατήσει και έπεσε. Ο Θανάσης φώτισε με το κινητό του στο πάτωμα εκεί που είχε πέσει ο Κώστας και είδαμε ένα πολύ περίεργο αντικείμενο. Ήταν μια μικρή σφαίρα πολύ μαύρου χρώματος, που σε μέγεθος ήταν λίγο μικρότερη από ένα μπαλάκι του τένις. Μου έκανε εντύπωση το χρώμα της. Μπορούσα να την δω καθαρά κάτω από το φως που έφεγγε ο Θανάσης αλλά ταυτόχρονα ήταν σαν να μην μπορούσα να την δω καθόλου. Ήταν ένα πολύ παράξενο φαινόμενο που δεν μπορούσα καλά να εξηγήσω. Έβλεπα καθαρά την σφαίρα τη μια στιγμή και μετά από λίγο έβλεπα κάτι το θολό και αδιευκρίνιστο στη θέση της. Η ποιο καλή περιγραφή που μπορώ να δώσω είναι πως ήταν κάτι που όταν το παρατηρούσα για πάνω από μερικά κλάσματα του δευτερόλεπτου το μυαλό μου θόλωνε και μετρά σκοτείνιαζε. Όταν κοιτούσα αυτή τη σφαίρα ένιωθα σαν να έβλεπα κάτι που δεν υπήρχε η μάλλον κάτι που δεν μπορούσε να υπάρχει. Επρόκειτο για ένα ξεκάθαρα μη-φυσιολογικό αντικείμενο.

Ταυτόχρονα, είχα αρχίσει να νιώθω έντονη τάση για εμετό ενώ ο Θανάσης παραπονέθηκε για μια ξαφνική ημικρανία, από αυτές τις πολύ εκνευριστικές που σου σκοτεινιάζουν ένα μέρος του οπτικού σου πεδίου. Το περίεργο εδώ ήταν ότι το μέρος αυτό του οπτικού πεδίου του Θανάση που σκοτείνιαζε ήταν πάντα αυτό που έβλεπε προς τη σφαίρα. Λες και το ίδιο το σύμπαν να ήθελε να κρύψει αυτή τη σφαίρα από το μυαλό μας. Ο Κώστας άρπαξε αυτή τη σφαίρα και την έβαλε στην τσέπη του και σε δυο λεπτά είχαμε βγει από το σπίτι.

Από την πρώτη στιγμή ο Κώστας αισθάνθηκε μια περίεργη έλξη για την σφαίρα αυτή και για αυτό ήθελε τώρα να την πάρει στο σπίτι του. Εγώ και ο Θανάσης δεν την θέλαμε πουθενά κοντά μας όμως σκεφτήκαμε ότι ίσως να έπρεπε να την αφήσουμε εκεί που τη βρήκαμε. Εγώ τουλάχιστον δεν ένιωθα άνετα όσο ήταν αυτή η σφαίρα κοντά μου. Ο Κώστας πρότεινε να την κρατήσει αυτός και εμείς τελικά συμφωνήσαμε. Άσε που αυτός ήταν που την είχε βρει και ταυτόχρονα αυτός ήταν ο μόνος που όντως την ήθελε μαζί του.

Ο Θανάσης και εγώ είχαμε ακόμα την περιέργεια να αγγίξουμε την σφαίρα αυτή και ο Κώστας μας άφησε. Την έβγαλε από την τσέπη του και την άγγιξα πρώτα εγώ. Τώρα η σφαίρα φαινόταν λίγο ποιο καθαρά. Στην υφή έμοιαζε με μέταλλο και όσο την άγγιζα ένιωθα τα δάχτυλα μου να κρυώνουν. Την ψηλάφησα για λίγο όμως έπρεπε να γυρίσουμε στα σπίτια μας γιατί είχε περάσει η ώρα, οπότε γρήγορα την έδωσα πίσω στον Κώστα. Έπειτα από όλα αυτά χωριστήκαμε και ο καθένας επέστρεψε στο σπίτι του.

/* shockwave2000 */

Όνειρα: Παιδικές Αναμνήσεις.


«Οι παρακάτω μεταφρασμένες στα ελληνικά σελίδες βρέθηκαν στο ημερολόγιο ενός ασθενή του ψυχιατρικού νοσοκομείου Bedlam του Λονδίνου, ονόματι James Kalahan ο οποίος βρέθηκε νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες  σε ένα δωμάτιο απομόνωσης».

Από πολύ μικρή ηλικία (ίσως από όταν ήμουν μικρότερος των τεσσάρων ετών), ήμουν ένα αλλόκοτο παιδί που πολλοί δεν θα δίσταζαν να το χαρακτηρίσουν από ντροπαλό έως αντικοινωνικό. Φοβόμουν πολύ τον έξω κόσμο, φοβόμουν τον κόσμο που απλωνόταν έξω από το ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον που μου εξασφάλιζε το σπίτι μου, φοβόμουν τον κόσμο των μεγάλων, των ενηλίκων αλλά το κυριότερο, φοβόμουν αυτό που βρισκόταν στον κόσμο που ελλόχευε πέρα από τον κόσμο των ενηλίκων, πέρα από τον κόσμο που θα δεις αν κοιτάξεις έξω από το παράθυρο του σπιτιού σου. Έτρεμα όχι το άγνωστο αλλά αυτό που βρισκόταν καλά κριμένο μέσα στην ομίχλη, μέσα στο έρεβος του αγνώστου αυτού κόσμου που πολλές φορές έβλεπα να ξανοίγεται μπροστά μου, ήταν αυτά τα κόκκινα μάτια με το αιώνιο μίσος που διακρινόταν καθαρά μέσα τους, τον αρχέγονο τρόμο που έκρυβαν και με τη μεθυστικότητά τους. Όμως όσο κι αν προσπαθούσα να το αποφύγω, για εμένα τουλάχιστον, ήταν αναπόφευκτο, τα γρανάζια της αδυσώπητης μοίρας (η μήπως ήταν κάτι ποιο περίπλοκο και δόλιο από απλή μοίρα;) μας έφερναν σε επαφή ξανά και ξανά.

Δεν το έβλεπα με τα μάτια της ύλης, τα μάτια του φθαρτού μου σώματος, γεγονός που πίστευα ότι οφειλόταν στο ότι το πλάσμα αυτό ήταν κατασκευασμένο από μίσος και, γενικότερα, αρνητικά συναισθήματα και όχι από ύλη. Δεν είχε ύλη, δεν διέθετε υλική υπόσταση, προερχόταν από ένα άλλο κόσμο που πιθανότατα υπήρχε παράλληλα με τη δική μας σφαίρα ύπαρξης. Όταν οι δυο μας κόσμοι έρχονταν, από σύμπτωση, σε επαφή, τότε οι πύλες άνοιγαν και ο κόσμος του γινόταν για ένα μικρό διάστημα, αντιληπτός από ορισμένα ευαίσθητα άτομα του δικού μου κόσμου. Ο κόσμος του πλάσματος, μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο μέσο των αισθήσεων και ενός τμήματος του υποσυνείδητου, και όχι μέσω της λογικής, της καθαρής πραγματιστικής ρεαλιστικής σκέψης των ενηλίκων και φυσικά δεν γινόταν αντιληπτός μέσω της ύλης.

Το μόνο μυαλό που θα είχε έστω και μια μικροσκοπική ελπίδα να λάβει μια εικόνα από τον αέναο αυτό παράλληλο κόσμο, ήταν ένα μυαλό γεμάτο φαντασία και αθωότητα, ένα μυαλό που δεν είχε προλάβει να μολύνει η ανθρώπινη κοινωνία καταστρέφοντας τη δημιουργικότητα του και πλάθοντάς το σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Για το λόγο αυτό, ο αβυσσαλέος κόσμος του πλάσματος που ήταν τόσο δυσνόητος για εμάς τους ανθρώπους μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο από τα παιδιά και σε κάποιες ποιο σπάνιες περιπτώσεις από τους φρενοβλαβείς αυτούς που είχαν χάσει κάθε λογική σκέψη και διέθεταν ένα εγκέφαλο διαφορετικά δομημένο από το συνηθισμένο, βαρετό κατά την ταπεινή μου άποψη, εγκέφαλο των ενηλίκων.

Έτσι πιστεύω ότι ήταν καλύτερα, δεν πιστεύω ότι ένας συνηθισμένος νους θα ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να δει αυτόν τον κόσμο όπου κατοικούσε το πλάσμα και να διατηρήσει το λογικό του άθικτο. Η τρέλα ήταν ο μόνος δρόμος που θα ακολουθούσε ένας ενήλικας εφόσον είχε κολυμπήσει σε νερά που κάποιος δεν πρέπει ούτε καν να πλησιάζει.

Δυστυχώς η ευτυχώς, ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κοιτάξουν, ήταν ικανοί να το κάνουν αυτό για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μόλις λίγα δευτερόλεπτα η ίσως για μερικά λεπτά στις ποιο σπάνιες περιπτώσεις. Εγώ τουλάχιστον είχα κολυμπήσει στον αρχέγονο κόσμο του τέρατος για λίγα λεπτά (σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου στο οποίο κοίταξα μόλις ξύπνησα) μέχρι που ξαφνικά βρέθηκα πίσω στο κρεβάτι του δωματίου μου αφήνοντας ότι φρικιαστικά θεάματα είχα δει, σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου σαν ένα πολύ μακρινό όνειρο.

Όπως διαπίστωσα λοιπόν, ο κόσμος αυτός έρεε σαν το ποτάμι, επρόκειτο για ένα πεδίο ύπαρξης που ήταν συνεχώς εν κινήσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, ένας κόσμος όπου τα πάντα άλλαζαν και ποτέ σου δεν μπορούσες να κοιτάξεις δυο φορές στο ίδιο μέρος, αν γυρνούσες το βλέμμα σου πίσω εκεί όπου κοίταγες πριν λίγη μόλις ώρα, τώρα θα έβλεπες κάτι εντελώς διαφορετικό. Επίσης έκανα τη διαπίστωση ότι ποτέ δεν έπαυε να υπάρχει, μετά την πρώτη φορά που κοιτούσες στην άβυσσο που τον χαρακτήριζε θα είχες συνεχώς το συναίσθημα ότι αόρατα μάτια σε παρακολουθούν ακόμα κι όταν βρισκόσουν στο ανθρώπινο κόσμο, ακόμα και όταν οι πύλες έκλειναν και οι δυο παράλληλοι κόσμοι, ο δικός μας και ο δικός του, έχαναν την επαφή τους, αυτός που είχε εισέλθει στον κόσμο του πλάσματος, θα συνέχιζε να ζει έχοντας αυτό το συναίσθημα.

Το πραγματικό πρόβλημα όμως, δεν βρισκόταν στο γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι ήταν ικανοί να αντιληφθούν με τα μάτια της ψυχής τους τον τρόμο, τη φρίκη, το πλάσμα με τα κόκκινα στο χρώμα του αίματος μάτια και πολλά από τα άλλα κατώτερα πλάσματα που ζούσαν εκεί μέσα στην ομίχλη, αλλά στο ότι και αυτές οι οντότητες θα είχαν τη δυνατότητα να κοιτάξουν με τη σειρά τους, τον δικό μας κόσμο  και σε ποιο ακραίες περιπτώσεις να αλληλοεπιδράσουν με αντικείμενα κι ανθρώπους πολύ ποιο έντονα και δυναμικά από όσο μπορούσαμε εμείς να αλληλοεπιδράσουμε στο δικό τους κόσμο. Οι πύλες, βλέπετε, που ανοίγονταν με τη σύγκρουση των δυο παράλληλων κόσμων, ήταν διπλής φύσης, και έτσι μπορούσε κάποιος ή κάτι να μετακινηθεί από τον ένα κόσμο στον άλλο και να γυρίσει πάλι πίσω. Μάλιστα αυτά τα πλάσματα είχαν αναπτύξει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στη μετακίνηση αυτή και έτσι μπορούσαν να επιλέξουν που και πότε θα εμφανιστούν στον ανθρώπινο κόσμο αλλά και πότε  θα γυρίσουν πίσω στο δικό τους σκοτεινό τόπο κατοικίας, μια ικανότητα που εγώ όπως και οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι «προικισμένοι» άνθρωποι δεν διέθεταν.

Για το λόγο αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, αν ποτέ ακούσεις ψιθύρους να προέρχονται από τις ποιο σκοτεινές γωνίες του σπιτιού σου, αν ποτέ σου αντιληφθείς ότι αόρατα μάτια είναι καρφωμένα πάνω σου και με την άκρη του ματιού σου μπορείς να δεις μια  σκιά η οποία χάνεται αμέσως μόλις γυρίσεις το βλέμμα σου, αν ποτέ σε κάποιο εφιάλτη δεις ότι σε καταδιώκουν σκιές και σκοτεινά πλάσματα που δεν έχεις ξαναδεί στην πραγματική ζωή και αν ξυπνήσεις συνεχίζοντας να έχεις την αίσθηση ότι ακόμα τα τέρατα είναι εκεί και ελλοχεύουν στις σκιές, αν παρόλο που μένεις μόνος σου δεν νιώθεις ποτέ πραγματικά μόνος στο σπίτι και αντιληφθείς ότι αντικείμενα αλλάζουν θέση την ώρα που δεν βρίσκεσαι στο σπίτι η όταν κοιμάσαι, αν μερικά ή όλα από όσα ανέφερα ισχύουν τότε να ίσε σίγουρος ότι δεν πρόκειται για παιχνίδια της φαντασίας σου τίποτα από αυτά δεν είναι αποκύημα του μυαλού σου, τα πάντα είναι πραγματικά, κακόβουλες οντότητες από τον κόσμο της αβύσσου και ίσως ακόμα και το ίδιο το πλάσμα έχουν εισέλθει στον κόσμο και μολύνουν με την σατανική παρουσία τους τον εγκέφαλο σου, οι παιδικοί μας μπαμπούλες που περιμέναμε ότι θα βγουν από τη ντουλάπα του δωματίου μας το βράδυ, είναι υπαρκτοί, είναι εδώ και το γνωρίζω καλά αυτό γιατί συνέβη σε εμένα και το πλήρωσα ακριβά.

James Kalahan – 1750


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Όνειρα: Η κόρη Μου Επέστρεψε.


Πριν από 2 χρόνια, η κόρη μου σκοτώθηκε σε δυστύχημα. Ο άντρας μου που ήταν οδηγός από το ατύχημα είναι σε κώμα. Εγώ είμαι τελείως μόνη, κάθε βράδυ βλέπω το ίδιο τρομοκρατικό όνειρο και ότι και οι δυο με χαιρετάν και μου λένε ότι κάποια στιγμή θα είμαστε πάλι μαζί .Το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ.

 Ώσπου μια νύχτα ξύπνησα στις 3:00 από το ίδιο όνειρο. Επίσης ήταν ψυχοσάββατο και άκουσα κάτι από την κουζίνα που με έκανε να τρομάξω πολύ. Πήγα να καλέσω την αστυνομία μα το τηλέφωνο ήταν νεκρό. Κλειδώθηκα στο μπάνιο.

Κάτι απέξω ακουγόταν να περιπατάει και να σπάει ότι υπήρχε στην κουζίνα. Αμέσως μετά ερχόταν σε εμένα, τα χέρια μου έτρεμαν σαν το ψάρι που μόλις βγήκε από τα νερά του. Δεν είχα το κουράγιο να ανοίξω την πόρτα, ψιλοάκουγα κάτι να παίζει με τα παιχνίδια της κόρης μου από το δίπλα δωμάτιο.

Τότε θυμάμαι ότι είχα λιποθυμήσει, μπορεί και μια ώρα, επειδή ξύπνησα στις 4:05.Τοτε κατάλαβα ότι δεν επρόκειτο για κλέφτη, ήταν απλώς η κόρη μου που είχε έρθει να παίξει με τα παιχνίδια της. Τώρα πια τίποτα δεν με εμπόδισε να ανοίξω την πόρτα του μπάνιου.

Είδα μια σκοτεινή φιγούρα που έμοιαζε ακριβώς με την νεκρή κόρη μου κοίταζε το παράθυρο και την ρώτησα «πως είσαι», δεν απαντούσε σαν να μου είχε θυμώσει. Στις 5:00 τα ξημερώματα, η κόρη μου όταν την πλησίαζα μου έλεγε μόνο «πονάω!!!, πέτα τον σταυρό σου μακριά». Εγώ τότε κατάλαβα ότι δεν ήρθε για καλό.

Δεν την άκουσα και όταν είχα φτάσει κοντά της αυτή έριξε ένα μαχαίρι πάνω μου, ευτυχώς το απέφυγα και έτρεξα μακριά της. Πήρα έναν ξύλινο σταυρό από την κουζίνα και άρχισα να της ρίχνω αγιασμό, ενώ αυτή έτρεχε εδώ και εκεί.

Είχε πάει ποια 6:00 και άρχισε να βγαίνει ο ήλιος. Τότε αυτή μου είπε συγγνώμη, με αγκάλιασε και έφυγε από το παράθυρο. Άφησε μόνο ένα γράμμα που έγγραφε «Αν δεν ήσουν τόσο γενναία δεν θα ζούσες τώρα». Μια μέρα μετά βρέθηκε ένα κορίτσι ακριβώς όπως ήταν εκείνο το βράδυ. Ήταν ένα κορίτσι που είχε αποδράσει από το τρελοκομείο επειδή ήταν σχιζοφρενείς και νόμιζε πως ήταν ο διάβολος. Επίσης ήταν και  κατά συρροή δολοφόνος.

 Τότε ξαφνικά ξύπνησα σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Όλη η ιστορία ευτυχώς ήταν ένα διαβολικό όνειρο κατά την διάρκεια του κόμματος από το οποίο και με χαιρετούσε η ζωντανή κόρη μου και ο ζωντανός άντρας μου πάνω από το κρεβάτι. Μετά ήμουν έτοιμη να πάρω εξιτήριο και μόλις το πήρα έζησα μια κανονική και χαρούμενη ζωή, και ο άντρας μου και η κόρη μου είπαν  ότι ήμουν σε κώμα από δυστύχημα αυτοκινήτου.

————————–

Ευχαριστούμε τον Αλέξανδρο Παπούκα για την ιστορία του.

Όνειρα: Ματωμένα Χριστούγεννα.


Πέρυσι τα Χριστούγεννα πήγαμε οικογενειακώς ταξίδι σε μια ορεινή πόλη της Γαλλίας. Οι γονείς μου είχαν κλείσει δωμάτιο και ήταν ενθουσιασμένοι γιατί το ξενοδοχείο έμοιαζε σαν κάστρο. Εμένα πάλι μου φάνηκε σαν στοιχειωμένο αλλά δε μίλησα.

Όταν φτάσαμε έριχνε τόσο χιόνι που με δυσκολία έβλεπες στο ένα μέτρο. Ο άνεμος φυσούσε δυνατά και το κρύο ήταν τσουχτερό. Στη ρεσεψιόν δεν υπήρχε κανείς. Ένα τζάκι σιγόκαιγε και μια ανατριχιαστική ησυχία επικρατούσε.

Ο μπαμπάς μου χτύπησε ένα κουδουνάκι που υπήρχε εκεί και τότε ένας περίεργος τύπος εμφανίστηκε μπροστά μας από το πουθενά. Είχε ένα γυάλινο μάτι και ένα περίεργο τατουάζ, κάτι σαν ματωμένο σταυρό. Η αδερφή μου κι εγώ κάναμε ένα βήμα πίσω μόλις τον είδαμε από την τρομάρα μας. Έδωσε το κλειδί στους γονείς μου και μας έδειξε το δρόμο για το δωμάτιο.

Προχωρούσα τελευταίος γιατί παρατηρούσα το κτίριο. Ήταν γεμάτο πορτρέτα ανδρών άλλων εποχών, ο χώρος μύριζε σαν μούχλα και περίεργες σκιές φώτιζαν το στενό διάδρομο. Γυρίζοντας πίσω είδα τον άντρα που μας έδωσε το κλειδί να μιλάει με μια ηλικιωμένη κυρία και να κρυφογελάνε.

Αφού τακτοποιηθήκαμε στο δωμάτιο πέσαμε όλοι για ύπνο γιατί ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Δυο ώρες αργότερα ένας περίεργος εφιάλτης με ξύπνησε. Όλοι κοιμόντουσαν ήσυχα. Πήρα το κινητό μου αλλά δεν έπιανα internet και αποφάσισα να κατέβω στο σαλόνι του ξενοδοχείου. Εκεί σίγουρα θα είχε σήμα.

Άνοιξα σιγά – σιγά την πόρτα και άρχισα να περπατάω στο σκοτεινό διάδρομο. Φτάνοντας κοντά στο τζάκι είδα την φιγούρα της γριάς καθισμένη σε μια καρέκλα μπροστά από τη φωτιά. Πριν καλά – καλά φτάσω κοντά της μου φωνάζει: «ΚΡΥΨΟΥ ΤΩΡΑ ΠΡΙΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ!!!».

Στην αρχή τρόμαξα και είπα: «Σε ‘μένα μιλάτε;».

«ΚΡΥΨΟΥ» μου ξαναλέει , πιο δυνατά από πριν «ΔΕ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙΣ».

Τι τρελόγρια είναι αυτή σκέφτηκα , και δεν έδωσα σημασία.

Έκατσα λίγο πιο μακριά και άρχισα να παίζω με το κινητό μου. Ξαφνικά η οθόνη μου άρχισε να τρεμοπαίζει, και ένα μήνυμα εμφανίστηκε που μου έκοψε την ανάσα «ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ», έλεγε. Το πέταξα τρομαγμένος και καθώς έκανα να σηκωθώ η γριά ήταν δίπλα μου και γελούσε σατανικά.

Άρχισα να τρέχω πανικόβλητος προς το δωμάτιο, όμως όσο κι αν έτρεχα δεν μπορούσα να φτάσω. Λες και ο διάδρομος δεν τελείωνε ποτέ… Σταμάτησα λαχανιασμένος και άρχισα να ουρλιάζω αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε.

Απ’ την άκρη του διαδρόμου η σκιά ενός τρομακτικού άντρα όλο και με πλησίαζε. Ξανάρχισα να τρέχω με όση δύναμη μου απέμεινε όταν μια ανοιχτή πόρτα βρέθηκε μπροστά μου. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο και την έκλεισα δυνατά. Μύριζε άσχημα και το πάτωμα ήταν υγρό. Μια λάμπα τρεμόπαιζε στο ταβάνι.

Προσπάθησα να τη βιδώσω και τότε το φως σταθεροποιήθηκε και είδα ότι το υγρό στο πάτωμα ήταν αίμα και δεκάδες τεμαχισμένα πτώματα υπήρχαν παντού. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει όταν η λάμπα ξαφνικά έσβησε, η πόρτα άνοιξε και ο άντρας που με ακολουθούσε μπήκε στο δωμάτιο. Με άρπαξε από το λαιμό και με σήκωσε ψηλά και τότε άρχισα να φωνάζω με όλη μου τη δύναμη: «ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑ!!!!!!»

Τότε ένοιωσα ένα χτύπημα στον ώμο… Άνοιξα τα μάτια μου. Βρισκόμουν στο κρεβάτι μου, η αδερφή μου με κοιτούσε χαμογελαστά και μου είπε: «Ε, υπναρά, πάλι εφιάλτη έβλεπες; Σαν τρελός φωνάζεις!!!!». Συνειδητοποίησα σιγά – σιγά πως είχα αποκοιμηθεί διαβάζοντας τρομακτικές ιστορίες απ’ το tablet. Η καρδιά μου ξαναγύρισε στη θέση της.

Μια συμβουλή μάγκες: Καλές οι ιστορίες τρόμου, αλλά όταν είσαι μικρός καλύτερα να τις διαβάζεις μεσημέρι και ποτέ μα ποτέ πριν κοιμηθείς.

=====================

Ευχαριστούμε τον MasterJim για την ιστορία του

=====================

Όνειρα: Το Μαγαζάκι Στην Elm Street.


Ο Bill άναψε άλλο ένα τσιγάρο (ήταν το όγδοο από το πρωί), ε και τι έγινε…. σκέφτηκε. Καθόταν στο γνωστό γωνιακό μαγαζάκι της Ελμ Στριτ, τα τελευταία πέντε χρόνια, στο ίδιο τραπέζι κοντά στις τουαλέτες (εδώ ήταν πιο ήσυχα). Ήπιε μια γουλιά από τον δυνατό, σκέτο καφέ του. Ήταν ο μόνος τρόπος να τον  κρατήσει ξύπνιο.

Εχθές πάλι είδε το ίδιο όνειρο που βλέπει πέντε χρόνια τώρα. Ξεκίνησε αμέσως μετά το ατύχημα που τον κατέστησε κουτσό από το δεξί πόδι. Όπως είπαν, απλά έπεσε με φόρα σε ένα δέντρο χωρίς κανένα ίχνος φρεναρίσματος. Δεν θυμόταν τίποτα,  αλλά αυτά συμβαίνουν μετά από ένα τέτοιο ατύχημα, έτσι δεν είναι; το μόνο που τον στεναχώρησε πιο πολύ και από το σακατεμένο  του πόδι ήταν ότι καταστράφηκε το αμάξι του. Ένα Ford Crestline Victoria, δώρο του πεθερού του για τον γάμο του με την αγαπημένη του κόρη. Σκούρο πράσινο με λευκή οροφή και σκούρα καφέ δερμάτινα καθίσματα. Το άξιζε αυτό το αυτοκίνητο έτσι όπως ήρθαν τελικά τα πράγματα.

Καλύτερα να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν. Ήρθε η ώρα να φύγει. Πλήρωσε την σερβιτόρα και προχώρησε προς την έξοδο κουτσαίνοντας.  Είχε συνηθίσει τα περίεργα βλέμματα και είχαν πάψει να τον απασχολούν. «Να μας ξανάρθεις Bill» του είπε η μικροκαμωμένη ξανθιά σερβιτόρα. «Αύριο Κυριακή, με την οικογένεια στην καθιερωμένη μας βόλτα», είπε και βγήκε στον τσουχτερό αέρα του Ιανουαρίου.

Κατεβαίνοντας την Έλμ Στριτ σκέφτηκε ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να περάσει και από την εφημερίδα. Είχε να φανεί μια εβδομάδα. Δούλευε στην New York Press τέσσερα χρόνια σαν φωτογράφος χωρίς να έχει πάρει ούτε μια μέρα άδεια… και τι έγινε αν λείψει άλλη μια;

Καθώς τα σκεφτόταν αυτά έφτασε στο σπίτι. Την ώρα που άνοιγε την πόρτα άκουσε πάλι τις φωνές και τους τσακωμούς των παιδιών του. Δύσκολο να συνυπάρξουν στο ίδιο σπίτι ένα κορίτσι και ένα αγόρι με τις εφηβικές ορμόνες να έχουν χτυπήσει κόκκινο. Έτρεξαν βολίδα δίπλα μου, χωρίς καν να με κοιτάξουν. Για αυτά είμαι μόνο δολάρια, σκέφτηκε.

Πηγαίνοντας προς την κουζίνα άκουσα την φωνή της «γλυκιάς μου γυναικούλα» να μαλώνει τα παιδιά. Έχουν περάσει εφτά μέρες από την στιγμή  που μου ζήτησε διαζύγιο και ακόμα δεν της έχω απαντήσει τίποτα. Εδώ και έναν χρόνο έχω μάθει για την παράνομη σχέση της με έναν πωλητή ηλεκτρικών συσκευών,  αλλά και τότε δεν της είπα τίποτα…..ούτε και τώρα έχω σκοπό να το κάνω.

Γύρισε και τον κοίταξε ανέκφραστη και απλά συνέχισε να μαλώνει τα παιδιά. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα και απλά το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μπορούσε να σβήσει από τον χάρτη της ζωής του, την οικογένεια του και μετά να κοιμηθεί…… απλά να κοιμηθεί χωρίς όνειρα, χωρίς εφιάλτες.

Όταν ξύπνησε ήταν ξημέρωμα. Μα πόσες ώρες είχε κοιμηθεί; Κοίταξε δίπλα του και κατάλαβε ότι εκείνη δεν είχε κοιμηθεί καν στο κρεβάτι τους. Τους βρήκε όλους στην κουζίνα και για άλλη μια φορά τον έκαναν να νιώσει αόρατος. Ήταν πρωί Κυριακής και όπως κάθε Κυριακή θα πήγαιναν στο μαγαζάκι της Έλμ Στριτ για αναψυκτικά, σαν μια αγαπημένη οικογένεια.

Μόλις έφτασαν η γλυκιά σερβιτόρα τον χαιρέτισε εγκάρδια…. η υπόλοιπη οικογένεια, χωρίς να πει ένα καλημέρα, απλά την προσπέρασε και κάθισε σε ένα τραπεζάκι κοντά στην τζαμαρία. Ποτέ δεν του άρεσε αυτή η θέση….. πολύ φως. Ένιωθε ότι οι πεζοί που πέρναγαν βιαστικοί μπροστά από το μαγαζάκι, τον κοίταζαν και …… ήξεραν.

«Τα συνηθισμένα»; με ρώτησε η σερβιτόρα, «ναι ευχαριστώ» της απάντησα. Πήγα και κάθισα δίπλα στον γιο μου. «Δείχνεις κουρασμένος», μου είπε η γυναίκα μου. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον  για εμένα. «Δεν είναι τίποτα, επιτέλους κατάφερα και κοιμήθηκα», της απάντησα.

Εκείνη την ώρα έφτασε η σερβιτόρα. Έναν καφέ, σκέτο για εμένα, δύο γρανίτες φράουλα,  για τα παιδιά και μιλκ σέικ σοκολάτα για την γυναίκα μου. Μόλις έφυγε η κοπέλα εκείνη με κοίταξε,  «συνεχίζει ο ίδιος εφιάλτης;». «Τα τελευταία πέντε χρόνια», της απάντησα. «Θέλεις να τον μοιραστείς μαζί μου;», μου είπε. Την κοίταξα και σκέφτηκα ότι ίσως θα έπρεπε επιτέλους, να μοιραστώ τον εφιάλτη που με βασανίζει πέντε χρόνια τώρα.

Βρίσκομαι πίσω, στην ημέρα του ατυχήματος, μπαίνω στο αμάξι και ξαφνικά βλέπω τα παιδιά και εσένα να βγαίνετε από το σπίτι τρέχοντας και να μου ζητάτε να σας πάω στο εμπορικό, στο κέντρο. Στον δρόμο τα παιδιά φωνάζουν, εσύ όπως πάντα προσπαθείς να τα ηρεμήσεις, ο μικρός αρχίζει να κλωτσάει το κάθισμα μου, γυρίζω για να του πω να σταματήσει και ξαφνικά σε ακούω να ουρλιάζεις, γυρίζω και το μόνο που πρόλαβα να δω είναι ο κορμός  του δέντρου, πριν πέσω με ταχύτητα επάνω του.

Για λίγη ώρα, το μόνο που άκουγα ήταν η αναπνοή μου. Όταν σήκωσα το βλέμμα μου να την κοιτάξω, το μόνο που μου είπε ήταν, «μην ανησυχείς, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που βλέπουμε», και μετά συνέχισε απλά να κοιτάει έξω από το παράθυρο, σαν να μην έγινε ποτέ η κουβέντα που μόλις κάναμε.

Μόλις τελείωσαν τα παιδιά και η γυναίκα μου τα αναψυκτικά τους,  πλήρωσα και σηκωθήκαμε να φύγουμε. «Τα λέμε αύριο πάλι Bill», είπε η ξανθιά σερβιτόρα, «ναι, αύριο» της είπα. Η κοπέλα πήγε να μαζέψει τα ποτήρια από το τραπέζι του Bill. Το άδειο φλιτζάνι του και τα τρία ανέγγιχτα ποτήρια της οικογένειας του, όπως κάνει κάθε Κυριακή τα τελευταία πέντε χρόνια.

===============================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Ρόη για την ιστορία της

===============================

Όνειρα: Αληθοφανές Όνειρο.


Γεια σας παιδιά!

Έχω διαβάσει πολλές ιστορίες και ήθελα να γράψω και εγώ για ένα όνειρο που είδα και με τρόμαξε πολύ.

Λοιπόν, το όνειρο το είδα περίπου 6 χρόνια πριν και το θυμάμαι ακόμα με κάθε λεπτομέρεια παρόλο που όλα τα όνειρα και τους εφιάλτες τους ξεχνάω κατευθείαν και αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο.

Στο θέμα μας τώρα. Ήμουνα εγώ με τους γονείς μου στο σπίτι της γιαγιάς μου και καθόμασταν στο σαλόνι. Σε κάποια στιγμή αλλάζει σκηνή το όνειρο και δείχνει έναν τύπο με άσπρα σγουρά μαλλιά μέχρι τους ώμους (σαν τον Καρβέλα ένα πράγμα) και λέει σε μια που ήταν δίπλα του: «είσαι έτοιμη;», αυτή του είπε «ναι» και επιστρέφει το όνειρο στο σπίτι της γιαγιάς μου και από τους τοίχους αρχίζει να τρέχει αίμα ποτάμι.

Μετά από λίγο που σταμάτησε το αίμα και ρωτάει η μάνα μου «Λες να έχουμε φαντάσματα;». Επίσης να συμπληρώσω ότι η αδερφή μου δεν ήταν μαζί μας στο σαλόνι.

Αφού το είπε αυτό η μάνα μου η πόρτα που συνδέει το σαλόνι με τα υπόλοιπα δωμάτια άνοιξε μόνη της και βγήκε μια αιωρούμενη κρεμάστρα και κατευθυνόταν προς την εξώπορτα. Λίγο πριν την ανοίξει κατάλαβα από ένστικτο ότι ήταν η αδερφή μου. Αμέσως ξύπνησα πολύ τρομαγμένος αλλά ευτυχώς ήταν πρωί και πήγα να δω παιδικά (ήμουν 10 χρονών τότε). αυτό ήταν το όνειρο ελπίζω να σας άρεσε.

==============

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

==============

Όνειρα: Ο Επισκέπτης.


Ήτανε χειμώνας, τέλη Δεκεμβρίου. Κουρασμένος από μια δύσκολη μέρα στο σχολείο είχε έρθει η ώρα να κοιμηθώ. Είχα τελειώσει το διάβασμα και η ώρα κόντευε 24:00 τα μεσάνυχτα. Και έτσι αποφάσισα να ακούσω λίγη μουσική πριν πάω για ύπνο. Αλλά κάτι φαινόταν περίεργο εκείνη τη νύχτα. Κάτι σαν μια περίεργη αίσθηση . Τέλος πάντων 00:30 είχε πάει η ώρα, έκλεισα το κινητό και ξάπλωσα.

Και τότε είδα ένα από τα πιο φιστικά όνειρα της ζωής μου. Ήμουνα σπίτι, καθόμουν στον υπολογιστή (παρόλο που είναι διπλά στο παράθυρο, μου είναι αδύνατο να θυμηθώ αν ήταν μέρα η νύχτα). Οι γονείς μου είχαν φύγει, είχαν πάει κάπου για μια δουλειά. Και ο αδερφός μου μαζί. Ήμουνα λοιπόν στον υπολογιστή, τρώγοντας κόρον-φλεικς. Ξαφνικά ακούω την πόρτα από το υπνοδωμάτιο να ανοίγει…

Ένας ήχος κλάματος διαπέρασε το σαλόνι. Δεν μπορείτε να φανταστείτε ποσό τρομακτικό ήταν. Αμέσως λοιπόν παρατάω τα κορνφλεικς και σηκώνομαι. Άρχισα να περπατάω προς το δωμάτιο. Εντωμεταξύ η πόρτα είχε ανοίξει και οποίος ήταν είχε μπει μέσα. Το κλάμα συνεχίζονταν. Σαν κάτι κακό να είχε γίνει.

Πλησίαζα προς το δωμάτιο. Πλέον ένας τοίχος με χώριζε από το να τον δω. Εκείνη την στιγμή -ίσως ενστικτωδώς- θέλησα να φωνάξω, να του πω κατά κάποιο τρόπο ότι κάποιος άλλος ήταν μέσα στο σπίτι, να τον τρομάξω, να τον ρωτήσω τι είχε γίνει, δεν θυμάμαι ακριβώς. Εκείνη την στιγμή λοιπόν προσπαθώ να φωνάξω… τίποτα. Παίρνω μια πιο βαθιά εισπνοή… μα πάλι τίποτα. Δεν μπορούσα να βγάλω ήχο. να φωνάξω. Ήμουν εγκλωβισμένος.

Εκείνη την στιγμή… είδα την σκιά του. Πλησίαζε… Τότε παίρνω την πιο βαθιά εισπνοή που ένιωσα να είχα πάρει ποτέ, απογοητευμένος από πριν, ήξερα ότι έπρεπε να φωνάξω. Λες και η ζωή μου εξαρτιόταν από αυτό. Έβαλα όλη την δύναμη μου, λες και ήμουν σε πεδίο μάχης και φώναζα να επιτεθούν οι στρατιώτες. Από μέσα μου βρήκε κάτι σαν ιαχή πολέμου, και την στιγμή εκείνη διέκρινα λίγο από τον «επισκέπτη». Ένα μαύρο πράγμα …..και τότε πετάχτηκα.

Κατατρομαγμένος και λίγο ιδρωμένος, προσπάθησα να συνέλθω. Ήταν ένα από τα λίγα όνειρα που θυμάμαι ακόμα με παρά πολλές λεπτομέρειες. Αν είχατε πάθει κάτι παρόμοιο στον ύπνο σας ίσως θα ξέρετε τι είναι να μην μπορείς να μιλήσεις. Ίσως έφταιγε το άγχος, δεν ξερώ. Αλλά μετά από αυτό προσπάθησα να χαλαρώσω. Να ηρεμήσω. Γενικά στην ζωή μου. Ότι με απασχολούσε το διευθετούσα αμέσως και ήμουνα πιο άνετος. Από τότε δεν ξαναείδα τέτοιο παρόμοιο όνειρο.

Όνειρα: Η Κλήση Στο Κινητό.


Ήταν αρχές Οκτωβρίου 2007, είχαμε κατέβει με τον κολλητό μου στο χωριό του στη Μεσσηνιακή Μάνη, αφενός για τριήμερο κωλοβάρεμα, αφετέρου για να βοηθήσουμε -και καλά- τον ξαδερφό του στο ρόγγισμα των ελιών. Λεπτομέρειες, απλά και μόνο για να τοποθετήσω το συμβάν.

Γενικά στο χωριό, έπαιζε ξεραΰλα μιας και ήταν φθινόπωρο. Τελευταίο βράδυ που θα μέναμε εκεί και την πέσαμε από νωρίς για να σηκωθούμε νωρίς το πρωί ώστε να γυρίσουμε Αθήνα, εξάλλου δεν είχαμε και τίποτα αξιόλογο να κάνουμε, καθώς η νυχτερινή ζωή δεν είχε σχεδόν καμία επιλογή να μας δώσει.

Κοιμόμασταν στο δωμάτιο της αδερφής του που είχε δύο κρεβάτια για να είμαστε παρέα. Ο κολλητός μου είχε βάλει μουσική στο Mp3 και σε κάτι φορητά ηχεία, έτσι για νανούρισμα, ενώ εγώ είχα πάρει ένα βιβλίο από την βιβλιοθήκη του πατέρα του για να νυστάξω διαβάζοντας.

Συγκεκριμένα, ήμουν ξαπλωμένος στο αριστερό μου πλευρό ενώ διάβαζα, ώσπου κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα. Σε κάποια φάση ξύπνησα, ήμουν γυρισμένος στο δεξί πλευρό και το βιβλίο ανοιχτό πάνω μου. Έκλεισα το βιβλίο, το άφησα στο κομοδίνο, έσβησα το φως και συνέχισα τον ύπνο μου.

Το επόμενο πρωί, και ενώ ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε, με παίρνει η μάνα μου στο τηλέφωνο. Πέρα από τα »καλημέρα» και λοιπά τυπικά, με ρώτησε: »Τί μου έλεγες χθες το βράδυ που με πήρες τηλέφωνο και με ξύπνησες;». Απόρησα, της είπα ότι δεν την πήρα τηλέφωνο το προηγούμενο βράδυ και εκείνη μου είπε »καλά, τα λέμε όταν έρθεις».

Γύρισα σπίτι το απόγευμα και την ρώτησα τί ήταν αυτά που μου έλεγε. Εκείνη μου είπε ότι την πήρα το βράδυ, κατά την μιάμιση και της είπα πως έχουμε πέσει να κοιμηθούμε, ότι ο φίλος μου είχε βάλει μουσική και εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ γι’αυτό διάβαζα ένα βιβλίο. Συγκεκριμένα της είπα τον τίτλο του βιβλίου που διάβαζα, πως είχαμε πάει για μπύρα νωρίτερα σε ένα διπλανό χωριό και ότι είχα λίγο υπερένταση. Παρέμεινα απορριμμένος πιστεύοντας πως μου έκανε πλάκα, αλλά και πάλι, πως ήξερε όλες αυτές τις λεπτομέρειες αφού δεν είχαμε να μιλήσουμε από το προηγούμενο πρωί που ήμαστε ακόμη στα χωράφια; Της είπα πως εγώ δεν την πήρα ποτέ τηλέφωνο. Κοίταξα το κινητό μου και δεν υπήρχε καμία εξερχόμενη κλήση προς την μάνα μου το προηγούμενο βράδυ. Κοίταξα το κινητό της μάνας μου και υπήρχε εισερχόμενη κλήση από εμένα στις 01:37 το βράδυ.

Από τότε το όλο σκηνικό παραμένει ανεξήγητο για μένα και σημειωτέων, δεν είχα ποτέ ιστορικό υπνοβασίας πριν ή μετά το συγκεκριμένο γεγονός. Ακόμη, το συγκεκριμένο βράδυ, πριν πέσω για ύπνο, είχα αφήσει το κινητό μου να φορτίζει στην κουζίνα οπού είχε απόσταση από το δωμάτιο που κοιμηθήκαμε…

=================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για τις πολύ καλές ιστορίες του.

=================

Αρέσει σε %d bloggers: