Category Archives: Όνειρα

Όνειρα: Παιδικές Αναμνήσεις.


«Οι παρακάτω μεταφρασμένες στα ελληνικά σελίδες βρέθηκαν στο ημερολόγιο ενός ασθενή του ψυχιατρικού νοσοκομείου Bedlam του Λονδίνου, ονόματι James Kalahan ο οποίος βρέθηκε νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες  σε ένα δωμάτιο απομόνωσης».

Από πολύ μικρή ηλικία (ίσως από όταν ήμουν μικρότερος των τεσσάρων ετών), ήμουν ένα αλλόκοτο παιδί που πολλοί δεν θα δίσταζαν να το χαρακτηρίσουν από ντροπαλό έως αντικοινωνικό. Φοβόμουν πολύ τον έξω κόσμο, φοβόμουν τον κόσμο που απλωνόταν έξω από το ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον που μου εξασφάλιζε το σπίτι μου, φοβόμουν τον κόσμο των μεγάλων, των ενηλίκων αλλά το κυριότερο, φοβόμουν αυτό που βρισκόταν στον κόσμο που ελλόχευε πέρα από τον κόσμο των ενηλίκων, πέρα από τον κόσμο που θα δεις αν κοιτάξεις έξω από το παράθυρο του σπιτιού σου. Έτρεμα όχι το άγνωστο αλλά αυτό που βρισκόταν καλά κριμένο μέσα στην ομίχλη, μέσα στο έρεβος του αγνώστου αυτού κόσμου που πολλές φορές έβλεπα να ξανοίγεται μπροστά μου, ήταν αυτά τα κόκκινα μάτια με το αιώνιο μίσος που διακρινόταν καθαρά μέσα τους, τον αρχέγονο τρόμο που έκρυβαν και με τη μεθυστικότητά τους. Όμως όσο κι αν προσπαθούσα να το αποφύγω, για εμένα τουλάχιστον, ήταν αναπόφευκτο, τα γρανάζια της αδυσώπητης μοίρας (η μήπως ήταν κάτι ποιο περίπλοκο και δόλιο από απλή μοίρα;) μας έφερναν σε επαφή ξανά και ξανά.

Δεν το έβλεπα με τα μάτια της ύλης, τα μάτια του φθαρτού μου σώματος, γεγονός που πίστευα ότι οφειλόταν στο ότι το πλάσμα αυτό ήταν κατασκευασμένο από μίσος και, γενικότερα, αρνητικά συναισθήματα και όχι από ύλη. Δεν είχε ύλη, δεν διέθετε υλική υπόσταση, προερχόταν από ένα άλλο κόσμο που πιθανότατα υπήρχε παράλληλα με τη δική μας σφαίρα ύπαρξης. Όταν οι δυο μας κόσμοι έρχονταν, από σύμπτωση, σε επαφή, τότε οι πύλες άνοιγαν και ο κόσμος του γινόταν για ένα μικρό διάστημα, αντιληπτός από ορισμένα ευαίσθητα άτομα του δικού μου κόσμου. Ο κόσμος του πλάσματος, μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο μέσο των αισθήσεων και ενός τμήματος του υποσυνείδητου, και όχι μέσω της λογικής, της καθαρής πραγματιστικής ρεαλιστικής σκέψης των ενηλίκων και φυσικά δεν γινόταν αντιληπτός μέσω της ύλης.

Το μόνο μυαλό που θα είχε έστω και μια μικροσκοπική ελπίδα να λάβει μια εικόνα από τον αέναο αυτό παράλληλο κόσμο, ήταν ένα μυαλό γεμάτο φαντασία και αθωότητα, ένα μυαλό που δεν είχε προλάβει να μολύνει η ανθρώπινη κοινωνία καταστρέφοντας τη δημιουργικότητα του και πλάθοντάς το σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Για το λόγο αυτό, ο αβυσσαλέος κόσμος του πλάσματος που ήταν τόσο δυσνόητος για εμάς τους ανθρώπους μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο από τα παιδιά και σε κάποιες ποιο σπάνιες περιπτώσεις από τους φρενοβλαβείς αυτούς που είχαν χάσει κάθε λογική σκέψη και διέθεταν ένα εγκέφαλο διαφορετικά δομημένο από το συνηθισμένο, βαρετό κατά την ταπεινή μου άποψη, εγκέφαλο των ενηλίκων.

Έτσι πιστεύω ότι ήταν καλύτερα, δεν πιστεύω ότι ένας συνηθισμένος νους θα ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να δει αυτόν τον κόσμο όπου κατοικούσε το πλάσμα και να διατηρήσει το λογικό του άθικτο. Η τρέλα ήταν ο μόνος δρόμος που θα ακολουθούσε ένας ενήλικας εφόσον είχε κολυμπήσει σε νερά που κάποιος δεν πρέπει ούτε καν να πλησιάζει.

Δυστυχώς η ευτυχώς, ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κοιτάξουν, ήταν ικανοί να το κάνουν αυτό για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μόλις λίγα δευτερόλεπτα η ίσως για μερικά λεπτά στις ποιο σπάνιες περιπτώσεις. Εγώ τουλάχιστον είχα κολυμπήσει στον αρχέγονο κόσμο του τέρατος για λίγα λεπτά (σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου στο οποίο κοίταξα μόλις ξύπνησα) μέχρι που ξαφνικά βρέθηκα πίσω στο κρεβάτι του δωματίου μου αφήνοντας ότι φρικιαστικά θεάματα είχα δει, σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου σαν ένα πολύ μακρινό όνειρο.

Όπως διαπίστωσα λοιπόν, ο κόσμος αυτός έρεε σαν το ποτάμι, επρόκειτο για ένα πεδίο ύπαρξης που ήταν συνεχώς εν κινήσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, ένας κόσμος όπου τα πάντα άλλαζαν και ποτέ σου δεν μπορούσες να κοιτάξεις δυο φορές στο ίδιο μέρος, αν γυρνούσες το βλέμμα σου πίσω εκεί όπου κοίταγες πριν λίγη μόλις ώρα, τώρα θα έβλεπες κάτι εντελώς διαφορετικό. Επίσης έκανα τη διαπίστωση ότι ποτέ δεν έπαυε να υπάρχει, μετά την πρώτη φορά που κοιτούσες στην άβυσσο που τον χαρακτήριζε θα είχες συνεχώς το συναίσθημα ότι αόρατα μάτια σε παρακολουθούν ακόμα κι όταν βρισκόσουν στο ανθρώπινο κόσμο, ακόμα και όταν οι πύλες έκλειναν και οι δυο παράλληλοι κόσμοι, ο δικός μας και ο δικός του, έχαναν την επαφή τους, αυτός που είχε εισέλθει στον κόσμο του πλάσματος, θα συνέχιζε να ζει έχοντας αυτό το συναίσθημα.

Το πραγματικό πρόβλημα όμως, δεν βρισκόταν στο γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι ήταν ικανοί να αντιληφθούν με τα μάτια της ψυχής τους τον τρόμο, τη φρίκη, το πλάσμα με τα κόκκινα στο χρώμα του αίματος μάτια και πολλά από τα άλλα κατώτερα πλάσματα που ζούσαν εκεί μέσα στην ομίχλη, αλλά στο ότι και αυτές οι οντότητες θα είχαν τη δυνατότητα να κοιτάξουν με τη σειρά τους, τον δικό μας κόσμο  και σε ποιο ακραίες περιπτώσεις να αλληλοεπιδράσουν με αντικείμενα κι ανθρώπους πολύ ποιο έντονα και δυναμικά από όσο μπορούσαμε εμείς να αλληλοεπιδράσουμε στο δικό τους κόσμο. Οι πύλες, βλέπετε, που ανοίγονταν με τη σύγκρουση των δυο παράλληλων κόσμων, ήταν διπλής φύσης, και έτσι μπορούσε κάποιος ή κάτι να μετακινηθεί από τον ένα κόσμο στον άλλο και να γυρίσει πάλι πίσω. Μάλιστα αυτά τα πλάσματα είχαν αναπτύξει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στη μετακίνηση αυτή και έτσι μπορούσαν να επιλέξουν που και πότε θα εμφανιστούν στον ανθρώπινο κόσμο αλλά και πότε  θα γυρίσουν πίσω στο δικό τους σκοτεινό τόπο κατοικίας, μια ικανότητα που εγώ όπως και οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι «προικισμένοι» άνθρωποι δεν διέθεταν.

Για το λόγο αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, αν ποτέ ακούσεις ψιθύρους να προέρχονται από τις ποιο σκοτεινές γωνίες του σπιτιού σου, αν ποτέ σου αντιληφθείς ότι αόρατα μάτια είναι καρφωμένα πάνω σου και με την άκρη του ματιού σου μπορείς να δεις μια  σκιά η οποία χάνεται αμέσως μόλις γυρίσεις το βλέμμα σου, αν ποτέ σε κάποιο εφιάλτη δεις ότι σε καταδιώκουν σκιές και σκοτεινά πλάσματα που δεν έχεις ξαναδεί στην πραγματική ζωή και αν ξυπνήσεις συνεχίζοντας να έχεις την αίσθηση ότι ακόμα τα τέρατα είναι εκεί και ελλοχεύουν στις σκιές, αν παρόλο που μένεις μόνος σου δεν νιώθεις ποτέ πραγματικά μόνος στο σπίτι και αντιληφθείς ότι αντικείμενα αλλάζουν θέση την ώρα που δεν βρίσκεσαι στο σπίτι η όταν κοιμάσαι, αν μερικά ή όλα από όσα ανέφερα ισχύουν τότε να ίσε σίγουρος ότι δεν πρόκειται για παιχνίδια της φαντασίας σου τίποτα από αυτά δεν είναι αποκύημα του μυαλού σου, τα πάντα είναι πραγματικά, κακόβουλες οντότητες από τον κόσμο της αβύσσου και ίσως ακόμα και το ίδιο το πλάσμα έχουν εισέλθει στον κόσμο και μολύνουν με την σατανική παρουσία τους τον εγκέφαλο σου, οι παιδικοί μας μπαμπούλες που περιμέναμε ότι θα βγουν από τη ντουλάπα του δωματίου μας το βράδυ, είναι υπαρκτοί, είναι εδώ και το γνωρίζω καλά αυτό γιατί συνέβη σε εμένα και το πλήρωσα ακριβά.

James Kalahan – 1750


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Όνειρα: Η κόρη Μου Επέστρεψε.


Πριν από 2 χρόνια, η κόρη μου σκοτώθηκε σε δυστύχημα. Ο άντρας μου που ήταν οδηγός από το ατύχημα είναι σε κώμα. Εγώ είμαι τελείως μόνη, κάθε βράδυ βλέπω το ίδιο τρομοκρατικό όνειρο και ότι και οι δυο με χαιρετάν και μου λένε ότι κάποια στιγμή θα είμαστε πάλι μαζί .Το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ.

 Ώσπου μια νύχτα ξύπνησα στις 3:00 από το ίδιο όνειρο. Επίσης ήταν ψυχοσάββατο και άκουσα κάτι από την κουζίνα που με έκανε να τρομάξω πολύ. Πήγα να καλέσω την αστυνομία μα το τηλέφωνο ήταν νεκρό. Κλειδώθηκα στο μπάνιο.

Κάτι απέξω ακουγόταν να περιπατάει και να σπάει ότι υπήρχε στην κουζίνα. Αμέσως μετά ερχόταν σε εμένα, τα χέρια μου έτρεμαν σαν το ψάρι που μόλις βγήκε από τα νερά του. Δεν είχα το κουράγιο να ανοίξω την πόρτα, ψιλοάκουγα κάτι να παίζει με τα παιχνίδια της κόρης μου από το δίπλα δωμάτιο.

Τότε θυμάμαι ότι είχα λιποθυμήσει, μπορεί και μια ώρα, επειδή ξύπνησα στις 4:05.Τοτε κατάλαβα ότι δεν επρόκειτο για κλέφτη, ήταν απλώς η κόρη μου που είχε έρθει να παίξει με τα παιχνίδια της. Τώρα πια τίποτα δεν με εμπόδισε να ανοίξω την πόρτα του μπάνιου.

Είδα μια σκοτεινή φιγούρα που έμοιαζε ακριβώς με την νεκρή κόρη μου κοίταζε το παράθυρο και την ρώτησα «πως είσαι», δεν απαντούσε σαν να μου είχε θυμώσει. Στις 5:00 τα ξημερώματα, η κόρη μου όταν την πλησίαζα μου έλεγε μόνο «πονάω!!!, πέτα τον σταυρό σου μακριά». Εγώ τότε κατάλαβα ότι δεν ήρθε για καλό.

Δεν την άκουσα και όταν είχα φτάσει κοντά της αυτή έριξε ένα μαχαίρι πάνω μου, ευτυχώς το απέφυγα και έτρεξα μακριά της. Πήρα έναν ξύλινο σταυρό από την κουζίνα και άρχισα να της ρίχνω αγιασμό, ενώ αυτή έτρεχε εδώ και εκεί.

Είχε πάει ποια 6:00 και άρχισε να βγαίνει ο ήλιος. Τότε αυτή μου είπε συγγνώμη, με αγκάλιασε και έφυγε από το παράθυρο. Άφησε μόνο ένα γράμμα που έγγραφε «Αν δεν ήσουν τόσο γενναία δεν θα ζούσες τώρα». Μια μέρα μετά βρέθηκε ένα κορίτσι ακριβώς όπως ήταν εκείνο το βράδυ. Ήταν ένα κορίτσι που είχε αποδράσει από το τρελοκομείο επειδή ήταν σχιζοφρενείς και νόμιζε πως ήταν ο διάβολος. Επίσης ήταν και  κατά συρροή δολοφόνος.

 Τότε ξαφνικά ξύπνησα σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Όλη η ιστορία ευτυχώς ήταν ένα διαβολικό όνειρο κατά την διάρκεια του κόμματος από το οποίο και με χαιρετούσε η ζωντανή κόρη μου και ο ζωντανός άντρας μου πάνω από το κρεβάτι. Μετά ήμουν έτοιμη να πάρω εξιτήριο και μόλις το πήρα έζησα μια κανονική και χαρούμενη ζωή, και ο άντρας μου και η κόρη μου είπαν  ότι ήμουν σε κώμα από δυστύχημα αυτοκινήτου.

————————–

Ευχαριστούμε τον Αλέξανδρο Παπούκα για την ιστορία του.

Όνειρα: Ματωμένα Χριστούγεννα.


Πέρυσι τα Χριστούγεννα πήγαμε οικογενειακώς ταξίδι σε μια ορεινή πόλη της Γαλλίας. Οι γονείς μου είχαν κλείσει δωμάτιο και ήταν ενθουσιασμένοι γιατί το ξενοδοχείο έμοιαζε σαν κάστρο. Εμένα πάλι μου φάνηκε σαν στοιχειωμένο αλλά δε μίλησα.

Όταν φτάσαμε έριχνε τόσο χιόνι που με δυσκολία έβλεπες στο ένα μέτρο. Ο άνεμος φυσούσε δυνατά και το κρύο ήταν τσουχτερό. Στη ρεσεψιόν δεν υπήρχε κανείς. Ένα τζάκι σιγόκαιγε και μια ανατριχιαστική ησυχία επικρατούσε.

Ο μπαμπάς μου χτύπησε ένα κουδουνάκι που υπήρχε εκεί και τότε ένας περίεργος τύπος εμφανίστηκε μπροστά μας από το πουθενά. Είχε ένα γυάλινο μάτι και ένα περίεργο τατουάζ, κάτι σαν ματωμένο σταυρό. Η αδερφή μου κι εγώ κάναμε ένα βήμα πίσω μόλις τον είδαμε από την τρομάρα μας. Έδωσε το κλειδί στους γονείς μου και μας έδειξε το δρόμο για το δωμάτιο.

Προχωρούσα τελευταίος γιατί παρατηρούσα το κτίριο. Ήταν γεμάτο πορτρέτα ανδρών άλλων εποχών, ο χώρος μύριζε σαν μούχλα και περίεργες σκιές φώτιζαν το στενό διάδρομο. Γυρίζοντας πίσω είδα τον άντρα που μας έδωσε το κλειδί να μιλάει με μια ηλικιωμένη κυρία και να κρυφογελάνε.

Αφού τακτοποιηθήκαμε στο δωμάτιο πέσαμε όλοι για ύπνο γιατί ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Δυο ώρες αργότερα ένας περίεργος εφιάλτης με ξύπνησε. Όλοι κοιμόντουσαν ήσυχα. Πήρα το κινητό μου αλλά δεν έπιανα internet και αποφάσισα να κατέβω στο σαλόνι του ξενοδοχείου. Εκεί σίγουρα θα είχε σήμα.

Άνοιξα σιγά – σιγά την πόρτα και άρχισα να περπατάω στο σκοτεινό διάδρομο. Φτάνοντας κοντά στο τζάκι είδα την φιγούρα της γριάς καθισμένη σε μια καρέκλα μπροστά από τη φωτιά. Πριν καλά – καλά φτάσω κοντά της μου φωνάζει: «ΚΡΥΨΟΥ ΤΩΡΑ ΠΡΙΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ!!!».

Στην αρχή τρόμαξα και είπα: «Σε ‘μένα μιλάτε;».

«ΚΡΥΨΟΥ» μου ξαναλέει , πιο δυνατά από πριν «ΔΕ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙΣ».

Τι τρελόγρια είναι αυτή σκέφτηκα , και δεν έδωσα σημασία.

Έκατσα λίγο πιο μακριά και άρχισα να παίζω με το κινητό μου. Ξαφνικά η οθόνη μου άρχισε να τρεμοπαίζει, και ένα μήνυμα εμφανίστηκε που μου έκοψε την ανάσα «ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ», έλεγε. Το πέταξα τρομαγμένος και καθώς έκανα να σηκωθώ η γριά ήταν δίπλα μου και γελούσε σατανικά.

Άρχισα να τρέχω πανικόβλητος προς το δωμάτιο, όμως όσο κι αν έτρεχα δεν μπορούσα να φτάσω. Λες και ο διάδρομος δεν τελείωνε ποτέ… Σταμάτησα λαχανιασμένος και άρχισα να ουρλιάζω αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε.

Απ’ την άκρη του διαδρόμου η σκιά ενός τρομακτικού άντρα όλο και με πλησίαζε. Ξανάρχισα να τρέχω με όση δύναμη μου απέμεινε όταν μια ανοιχτή πόρτα βρέθηκε μπροστά μου. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο και την έκλεισα δυνατά. Μύριζε άσχημα και το πάτωμα ήταν υγρό. Μια λάμπα τρεμόπαιζε στο ταβάνι.

Προσπάθησα να τη βιδώσω και τότε το φως σταθεροποιήθηκε και είδα ότι το υγρό στο πάτωμα ήταν αίμα και δεκάδες τεμαχισμένα πτώματα υπήρχαν παντού. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει όταν η λάμπα ξαφνικά έσβησε, η πόρτα άνοιξε και ο άντρας που με ακολουθούσε μπήκε στο δωμάτιο. Με άρπαξε από το λαιμό και με σήκωσε ψηλά και τότε άρχισα να φωνάζω με όλη μου τη δύναμη: «ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑ!!!!!!»

Τότε ένοιωσα ένα χτύπημα στον ώμο… Άνοιξα τα μάτια μου. Βρισκόμουν στο κρεβάτι μου, η αδερφή μου με κοιτούσε χαμογελαστά και μου είπε: «Ε, υπναρά, πάλι εφιάλτη έβλεπες; Σαν τρελός φωνάζεις!!!!». Συνειδητοποίησα σιγά – σιγά πως είχα αποκοιμηθεί διαβάζοντας τρομακτικές ιστορίες απ’ το tablet. Η καρδιά μου ξαναγύρισε στη θέση της.

Μια συμβουλή μάγκες: Καλές οι ιστορίες τρόμου, αλλά όταν είσαι μικρός καλύτερα να τις διαβάζεις μεσημέρι και ποτέ μα ποτέ πριν κοιμηθείς.

=====================

Ευχαριστούμε τον MasterJim για την ιστορία του

=====================

Όνειρα: Το Μαγαζάκι Στην Elm Street.


Ο Bill άναψε άλλο ένα τσιγάρο (ήταν το όγδοο από το πρωί), ε και τι έγινε…. σκέφτηκε. Καθόταν στο γνωστό γωνιακό μαγαζάκι της Ελμ Στριτ, τα τελευταία πέντε χρόνια, στο ίδιο τραπέζι κοντά στις τουαλέτες (εδώ ήταν πιο ήσυχα). Ήπιε μια γουλιά από τον δυνατό, σκέτο καφέ του. Ήταν ο μόνος τρόπος να τον  κρατήσει ξύπνιο.

Εχθές πάλι είδε το ίδιο όνειρο που βλέπει πέντε χρόνια τώρα. Ξεκίνησε αμέσως μετά το ατύχημα που τον κατέστησε κουτσό από το δεξί πόδι. Όπως είπαν, απλά έπεσε με φόρα σε ένα δέντρο χωρίς κανένα ίχνος φρεναρίσματος. Δεν θυμόταν τίποτα,  αλλά αυτά συμβαίνουν μετά από ένα τέτοιο ατύχημα, έτσι δεν είναι; το μόνο που τον στεναχώρησε πιο πολύ και από το σακατεμένο  του πόδι ήταν ότι καταστράφηκε το αμάξι του. Ένα Ford Crestline Victoria, δώρο του πεθερού του για τον γάμο του με την αγαπημένη του κόρη. Σκούρο πράσινο με λευκή οροφή και σκούρα καφέ δερμάτινα καθίσματα. Το άξιζε αυτό το αυτοκίνητο έτσι όπως ήρθαν τελικά τα πράγματα.

Καλύτερα να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν. Ήρθε η ώρα να φύγει. Πλήρωσε την σερβιτόρα και προχώρησε προς την έξοδο κουτσαίνοντας.  Είχε συνηθίσει τα περίεργα βλέμματα και είχαν πάψει να τον απασχολούν. «Να μας ξανάρθεις Bill» του είπε η μικροκαμωμένη ξανθιά σερβιτόρα. «Αύριο Κυριακή, με την οικογένεια στην καθιερωμένη μας βόλτα», είπε και βγήκε στον τσουχτερό αέρα του Ιανουαρίου.

Κατεβαίνοντας την Έλμ Στριτ σκέφτηκε ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να περάσει και από την εφημερίδα. Είχε να φανεί μια εβδομάδα. Δούλευε στην New York Press τέσσερα χρόνια σαν φωτογράφος χωρίς να έχει πάρει ούτε μια μέρα άδεια… και τι έγινε αν λείψει άλλη μια;

Καθώς τα σκεφτόταν αυτά έφτασε στο σπίτι. Την ώρα που άνοιγε την πόρτα άκουσε πάλι τις φωνές και τους τσακωμούς των παιδιών του. Δύσκολο να συνυπάρξουν στο ίδιο σπίτι ένα κορίτσι και ένα αγόρι με τις εφηβικές ορμόνες να έχουν χτυπήσει κόκκινο. Έτρεξαν βολίδα δίπλα μου, χωρίς καν να με κοιτάξουν. Για αυτά είμαι μόνο δολάρια, σκέφτηκε.

Πηγαίνοντας προς την κουζίνα άκουσα την φωνή της «γλυκιάς μου γυναικούλα» να μαλώνει τα παιδιά. Έχουν περάσει εφτά μέρες από την στιγμή  που μου ζήτησε διαζύγιο και ακόμα δεν της έχω απαντήσει τίποτα. Εδώ και έναν χρόνο έχω μάθει για την παράνομη σχέση της με έναν πωλητή ηλεκτρικών συσκευών,  αλλά και τότε δεν της είπα τίποτα…..ούτε και τώρα έχω σκοπό να το κάνω.

Γύρισε και τον κοίταξε ανέκφραστη και απλά συνέχισε να μαλώνει τα παιδιά. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα και απλά το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μπορούσε να σβήσει από τον χάρτη της ζωής του, την οικογένεια του και μετά να κοιμηθεί…… απλά να κοιμηθεί χωρίς όνειρα, χωρίς εφιάλτες.

Όταν ξύπνησε ήταν ξημέρωμα. Μα πόσες ώρες είχε κοιμηθεί; Κοίταξε δίπλα του και κατάλαβε ότι εκείνη δεν είχε κοιμηθεί καν στο κρεβάτι τους. Τους βρήκε όλους στην κουζίνα και για άλλη μια φορά τον έκαναν να νιώσει αόρατος. Ήταν πρωί Κυριακής και όπως κάθε Κυριακή θα πήγαιναν στο μαγαζάκι της Έλμ Στριτ για αναψυκτικά, σαν μια αγαπημένη οικογένεια.

Μόλις έφτασαν η γλυκιά σερβιτόρα τον χαιρέτισε εγκάρδια…. η υπόλοιπη οικογένεια, χωρίς να πει ένα καλημέρα, απλά την προσπέρασε και κάθισε σε ένα τραπεζάκι κοντά στην τζαμαρία. Ποτέ δεν του άρεσε αυτή η θέση….. πολύ φως. Ένιωθε ότι οι πεζοί που πέρναγαν βιαστικοί μπροστά από το μαγαζάκι, τον κοίταζαν και …… ήξεραν.

«Τα συνηθισμένα»; με ρώτησε η σερβιτόρα, «ναι ευχαριστώ» της απάντησα. Πήγα και κάθισα δίπλα στον γιο μου. «Δείχνεις κουρασμένος», μου είπε η γυναίκα μου. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον  για εμένα. «Δεν είναι τίποτα, επιτέλους κατάφερα και κοιμήθηκα», της απάντησα.

Εκείνη την ώρα έφτασε η σερβιτόρα. Έναν καφέ, σκέτο για εμένα, δύο γρανίτες φράουλα,  για τα παιδιά και μιλκ σέικ σοκολάτα για την γυναίκα μου. Μόλις έφυγε η κοπέλα εκείνη με κοίταξε,  «συνεχίζει ο ίδιος εφιάλτης;». «Τα τελευταία πέντε χρόνια», της απάντησα. «Θέλεις να τον μοιραστείς μαζί μου;», μου είπε. Την κοίταξα και σκέφτηκα ότι ίσως θα έπρεπε επιτέλους, να μοιραστώ τον εφιάλτη που με βασανίζει πέντε χρόνια τώρα.

Βρίσκομαι πίσω, στην ημέρα του ατυχήματος, μπαίνω στο αμάξι και ξαφνικά βλέπω τα παιδιά και εσένα να βγαίνετε από το σπίτι τρέχοντας και να μου ζητάτε να σας πάω στο εμπορικό, στο κέντρο. Στον δρόμο τα παιδιά φωνάζουν, εσύ όπως πάντα προσπαθείς να τα ηρεμήσεις, ο μικρός αρχίζει να κλωτσάει το κάθισμα μου, γυρίζω για να του πω να σταματήσει και ξαφνικά σε ακούω να ουρλιάζεις, γυρίζω και το μόνο που πρόλαβα να δω είναι ο κορμός  του δέντρου, πριν πέσω με ταχύτητα επάνω του.

Για λίγη ώρα, το μόνο που άκουγα ήταν η αναπνοή μου. Όταν σήκωσα το βλέμμα μου να την κοιτάξω, το μόνο που μου είπε ήταν, «μην ανησυχείς, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που βλέπουμε», και μετά συνέχισε απλά να κοιτάει έξω από το παράθυρο, σαν να μην έγινε ποτέ η κουβέντα που μόλις κάναμε.

Μόλις τελείωσαν τα παιδιά και η γυναίκα μου τα αναψυκτικά τους,  πλήρωσα και σηκωθήκαμε να φύγουμε. «Τα λέμε αύριο πάλι Bill», είπε η ξανθιά σερβιτόρα, «ναι, αύριο» της είπα. Η κοπέλα πήγε να μαζέψει τα ποτήρια από το τραπέζι του Bill. Το άδειο φλιτζάνι του και τα τρία ανέγγιχτα ποτήρια της οικογένειας του, όπως κάνει κάθε Κυριακή τα τελευταία πέντε χρόνια.

===============================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Ρόη για την ιστορία της

===============================

Όνειρα: Αληθοφανές Όνειρο.


Γεια σας παιδιά!

Έχω διαβάσει πολλές ιστορίες και ήθελα να γράψω και εγώ για ένα όνειρο που είδα και με τρόμαξε πολύ.

Λοιπόν, το όνειρο το είδα περίπου 6 χρόνια πριν και το θυμάμαι ακόμα με κάθε λεπτομέρεια παρόλο που όλα τα όνειρα και τους εφιάλτες τους ξεχνάω κατευθείαν και αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο.

Στο θέμα μας τώρα. Ήμουνα εγώ με τους γονείς μου στο σπίτι της γιαγιάς μου και καθόμασταν στο σαλόνι. Σε κάποια στιγμή αλλάζει σκηνή το όνειρο και δείχνει έναν τύπο με άσπρα σγουρά μαλλιά μέχρι τους ώμους (σαν τον Καρβέλα ένα πράγμα) και λέει σε μια που ήταν δίπλα του: «είσαι έτοιμη;», αυτή του είπε «ναι» και επιστρέφει το όνειρο στο σπίτι της γιαγιάς μου και από τους τοίχους αρχίζει να τρέχει αίμα ποτάμι.

Μετά από λίγο που σταμάτησε το αίμα και ρωτάει η μάνα μου «Λες να έχουμε φαντάσματα;». Επίσης να συμπληρώσω ότι η αδερφή μου δεν ήταν μαζί μας στο σαλόνι.

Αφού το είπε αυτό η μάνα μου η πόρτα που συνδέει το σαλόνι με τα υπόλοιπα δωμάτια άνοιξε μόνη της και βγήκε μια αιωρούμενη κρεμάστρα και κατευθυνόταν προς την εξώπορτα. Λίγο πριν την ανοίξει κατάλαβα από ένστικτο ότι ήταν η αδερφή μου. Αμέσως ξύπνησα πολύ τρομαγμένος αλλά ευτυχώς ήταν πρωί και πήγα να δω παιδικά (ήμουν 10 χρονών τότε). αυτό ήταν το όνειρο ελπίζω να σας άρεσε.

==============

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

==============

Όνειρα: Ο Επισκέπτης.


Ήτανε χειμώνας, τέλη Δεκεμβρίου. Κουρασμένος από μια δύσκολη μέρα στο σχολείο είχε έρθει η ώρα να κοιμηθώ. Είχα τελειώσει το διάβασμα και η ώρα κόντευε 24:00 τα μεσάνυχτα. Και έτσι αποφάσισα να ακούσω λίγη μουσική πριν πάω για ύπνο. Αλλά κάτι φαινόταν περίεργο εκείνη τη νύχτα. Κάτι σαν μια περίεργη αίσθηση . Τέλος πάντων 00:30 είχε πάει η ώρα, έκλεισα το κινητό και ξάπλωσα.

Και τότε είδα ένα από τα πιο φιστικά όνειρα της ζωής μου. Ήμουνα σπίτι, καθόμουν στον υπολογιστή (παρόλο που είναι διπλά στο παράθυρο, μου είναι αδύνατο να θυμηθώ αν ήταν μέρα η νύχτα). Οι γονείς μου είχαν φύγει, είχαν πάει κάπου για μια δουλειά. Και ο αδερφός μου μαζί. Ήμουνα λοιπόν στον υπολογιστή, τρώγοντας κόρον-φλεικς. Ξαφνικά ακούω την πόρτα από το υπνοδωμάτιο να ανοίγει…

Ένας ήχος κλάματος διαπέρασε το σαλόνι. Δεν μπορείτε να φανταστείτε ποσό τρομακτικό ήταν. Αμέσως λοιπόν παρατάω τα κορνφλεικς και σηκώνομαι. Άρχισα να περπατάω προς το δωμάτιο. Εντωμεταξύ η πόρτα είχε ανοίξει και οποίος ήταν είχε μπει μέσα. Το κλάμα συνεχίζονταν. Σαν κάτι κακό να είχε γίνει.

Πλησίαζα προς το δωμάτιο. Πλέον ένας τοίχος με χώριζε από το να τον δω. Εκείνη την στιγμή -ίσως ενστικτωδώς- θέλησα να φωνάξω, να του πω κατά κάποιο τρόπο ότι κάποιος άλλος ήταν μέσα στο σπίτι, να τον τρομάξω, να τον ρωτήσω τι είχε γίνει, δεν θυμάμαι ακριβώς. Εκείνη την στιγμή λοιπόν προσπαθώ να φωνάξω… τίποτα. Παίρνω μια πιο βαθιά εισπνοή… μα πάλι τίποτα. Δεν μπορούσα να βγάλω ήχο. να φωνάξω. Ήμουν εγκλωβισμένος.

Εκείνη την στιγμή… είδα την σκιά του. Πλησίαζε… Τότε παίρνω την πιο βαθιά εισπνοή που ένιωσα να είχα πάρει ποτέ, απογοητευμένος από πριν, ήξερα ότι έπρεπε να φωνάξω. Λες και η ζωή μου εξαρτιόταν από αυτό. Έβαλα όλη την δύναμη μου, λες και ήμουν σε πεδίο μάχης και φώναζα να επιτεθούν οι στρατιώτες. Από μέσα μου βρήκε κάτι σαν ιαχή πολέμου, και την στιγμή εκείνη διέκρινα λίγο από τον «επισκέπτη». Ένα μαύρο πράγμα …..και τότε πετάχτηκα.

Κατατρομαγμένος και λίγο ιδρωμένος, προσπάθησα να συνέλθω. Ήταν ένα από τα λίγα όνειρα που θυμάμαι ακόμα με παρά πολλές λεπτομέρειες. Αν είχατε πάθει κάτι παρόμοιο στον ύπνο σας ίσως θα ξέρετε τι είναι να μην μπορείς να μιλήσεις. Ίσως έφταιγε το άγχος, δεν ξερώ. Αλλά μετά από αυτό προσπάθησα να χαλαρώσω. Να ηρεμήσω. Γενικά στην ζωή μου. Ότι με απασχολούσε το διευθετούσα αμέσως και ήμουνα πιο άνετος. Από τότε δεν ξαναείδα τέτοιο παρόμοιο όνειρο.

Όνειρα: Η Κλήση Στο Κινητό.


Ήταν αρχές Οκτωβρίου 2007, είχαμε κατέβει με τον κολλητό μου στο χωριό του στη Μεσσηνιακή Μάνη, αφενός για τριήμερο κωλοβάρεμα, αφετέρου για να βοηθήσουμε -και καλά- τον ξαδερφό του στο ρόγγισμα των ελιών. Λεπτομέρειες, απλά και μόνο για να τοποθετήσω το συμβάν.

Γενικά στο χωριό, έπαιζε ξεραΰλα μιας και ήταν φθινόπωρο. Τελευταίο βράδυ που θα μέναμε εκεί και την πέσαμε από νωρίς για να σηκωθούμε νωρίς το πρωί ώστε να γυρίσουμε Αθήνα, εξάλλου δεν είχαμε και τίποτα αξιόλογο να κάνουμε, καθώς η νυχτερινή ζωή δεν είχε σχεδόν καμία επιλογή να μας δώσει.

Κοιμόμασταν στο δωμάτιο της αδερφής του που είχε δύο κρεβάτια για να είμαστε παρέα. Ο κολλητός μου είχε βάλει μουσική στο Mp3 και σε κάτι φορητά ηχεία, έτσι για νανούρισμα, ενώ εγώ είχα πάρει ένα βιβλίο από την βιβλιοθήκη του πατέρα του για να νυστάξω διαβάζοντας.

Συγκεκριμένα, ήμουν ξαπλωμένος στο αριστερό μου πλευρό ενώ διάβαζα, ώσπου κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα. Σε κάποια φάση ξύπνησα, ήμουν γυρισμένος στο δεξί πλευρό και το βιβλίο ανοιχτό πάνω μου. Έκλεισα το βιβλίο, το άφησα στο κομοδίνο, έσβησα το φως και συνέχισα τον ύπνο μου.

Το επόμενο πρωί, και ενώ ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε, με παίρνει η μάνα μου στο τηλέφωνο. Πέρα από τα »καλημέρα» και λοιπά τυπικά, με ρώτησε: »Τί μου έλεγες χθες το βράδυ που με πήρες τηλέφωνο και με ξύπνησες;». Απόρησα, της είπα ότι δεν την πήρα τηλέφωνο το προηγούμενο βράδυ και εκείνη μου είπε »καλά, τα λέμε όταν έρθεις».

Γύρισα σπίτι το απόγευμα και την ρώτησα τί ήταν αυτά που μου έλεγε. Εκείνη μου είπε ότι την πήρα το βράδυ, κατά την μιάμιση και της είπα πως έχουμε πέσει να κοιμηθούμε, ότι ο φίλος μου είχε βάλει μουσική και εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ γι’αυτό διάβαζα ένα βιβλίο. Συγκεκριμένα της είπα τον τίτλο του βιβλίου που διάβαζα, πως είχαμε πάει για μπύρα νωρίτερα σε ένα διπλανό χωριό και ότι είχα λίγο υπερένταση. Παρέμεινα απορριμμένος πιστεύοντας πως μου έκανε πλάκα, αλλά και πάλι, πως ήξερε όλες αυτές τις λεπτομέρειες αφού δεν είχαμε να μιλήσουμε από το προηγούμενο πρωί που ήμαστε ακόμη στα χωράφια; Της είπα πως εγώ δεν την πήρα ποτέ τηλέφωνο. Κοίταξα το κινητό μου και δεν υπήρχε καμία εξερχόμενη κλήση προς την μάνα μου το προηγούμενο βράδυ. Κοίταξα το κινητό της μάνας μου και υπήρχε εισερχόμενη κλήση από εμένα στις 01:37 το βράδυ.

Από τότε το όλο σκηνικό παραμένει ανεξήγητο για μένα και σημειωτέων, δεν είχα ποτέ ιστορικό υπνοβασίας πριν ή μετά το συγκεκριμένο γεγονός. Ακόμη, το συγκεκριμένο βράδυ, πριν πέσω για ύπνο, είχα αφήσει το κινητό μου να φορτίζει στην κουζίνα οπού είχε απόσταση από το δωμάτιο που κοιμηθήκαμε…

=================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για τις πολύ καλές ιστορίες του.

=================

Όνειρα: Το Όνειρο Του Τρόμου.


Γεια και πάλι είμαι η Βάγια και θέλω να σας διηγηθώ ένα όνειρο με τρόμαξε πολύ. Λοιπόν είδα το εξής όνειρο: όταν ήμουν μικρή είχα πάει στο χωριό μου στο οποίο πριν από λίγες μέρες είχε πεθάνει ένας τρελός.

Είχα συναντήσει το φάντασμα του σε ένα στενό δρομάκι όπου ξαφνικά με έπιασε και άρχισε να με σφίγγει. Από το πουθενά εμφανίστηκαν μερικοί συνομήλικοι μου και έδιωξαν το φάντασμα. Με πήγαν σπίτι τους και λίγο αργότερα μου είπαν πως οι γονείς μου πέθαναν. Εγώ έφυγα.

Πήγα σπίτι και αυτό που είδα ήταν καταθλιπτικό. Το φάντασμα τους είχε ξεκοιλιάσει και χάραξε πάνω στο πρόσωπό τους ένα φίδι. Εγώ έφυγα και πήγα στην προγιαγιά μου που ήταν λίγο πιο κάτω.

Η προγιαγιά μου ήταν νεκρή. Το φάντασμα την σκότωσε και αυτή. Όμως με χειρότερο τρόπο. Της είχε βγάλει τα μάτια, χάραξε με το μαχαίρι στο στήθος της μια πεντάλφα και της άνοιξε της και της έβαλε μέσα ένα φίδι  για να τρώει τα σωθικά της.

Μετά από αυτό ξύπνησα τρομαγμένη και ορκίστηκα να κάνω την προσευχή μου και από τότε δεν είδα ποτέ ένα τρομακτικό όνειρο.

=================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

=================

Όνειρα: Η Γιαγιά.


Όταν ήμουν 12 χρονών, πέθανε η προγιαγιά μου και εγώ τις είχα πολύ μεγάλη αδυναμία. Περίπου 3 μήνες μετά τον θάνατο της είδα το εξής όνειρο:

Ήμουν σε ένα παλιό αρχοντικό σπίτι, μαζί με τον ξάδερφο μου και την θεία μου, ντυμένοι στα μαύρα. Εκεί που καθόταν  η θεία μου δίπλα της, βρισκόταν μια κάσα κατάμαυρη και ήταν κλειστή. Εκείνη την στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο που βρισκόμασταν, ο ξάδερφος μου και κάτι μας έλεγε. Ξαφνικά ανοίγει η κάσα και εμφανίζετε μέσα η προγιαγιά μου. Πέφτει η κάσα και προγιαγιά μου εξαφανίζεται.

Το πρωί όπως πήγαινα στο σχολείο με ακολουθούσε μια γιαγιά ντυμένη στα μαύρα και με κοιτούσε συνέχεια. Αυτό συνέβαινε για λίγο καιρό. Μέτα μάθαμε πώς η γιαγιά αυτή πέθανε. Δεν είχε κανέναν συγγενή και ζούσε  σε ένα αρχοντικό πιο κάτω, και το σπίτι εσωτερικά ήταν όπως στο όνειρο μου. Την ώρα που την έθαβαν ήμασταν εγώ, η θεία μου και ο ξάδερφος μου. Εντωμεταξύ η κάσα ήταν μαύρη και δεν είχαν βγάλει το καπάκι. Πριν την βάλουν μέσα στο χώμα άνοιξαν το καπάκι και ένιωθα περίεργα.

Όταν έβαζαν την κάσα μέσα γλίστρησε η κάσα και έπεσε η γιαγιά και βρέθηκε μπροστά  από μας, ήταν τρομακτικό. Το ίδιο βράδυ είδα αυτήν την γιαγιά να μου λέει να προσέχω πιο πολύ όταν βγαίνω έξω.

Όταν είπα στην θεία μου για το όνειρο μου είπε να πάω να αφήσω λουλούδια στο μνήμα αυτής της γιαγιάς και να της ανάψω ένα κεράκι. Αφού γύρισα μου είπε πως κυκλοφορούσε ένας δολοφόνος εδώ κοντά ο οποίος είχε σκοτώσει 5 κορίτσια περίπου.

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

Όνειρα: Τα Δαιμόνια.


Γεια σας! Είμαι και πάλι η Δέσποινα με μια νέα ιστορία να σας πω, την οποία έζησα εχτές! Έβλεπα τηλεόραση το μεσημέρι, και ήμουν στο σπίτι με την γιαγιά μου μόνο. Έτσι όπως έβλεπα είχα κλειστά τα πατζούρια και ξαφνικά αποκοιμήθηκα! Είδα ένα πολύ περίεργο όνειρο, όμως!

Είδα πως κοιμόμουν (στο όνειρο) και ξύπνησα αναζητώντας την γιαγιά μου (η οποία ήταν στον κάτω όροφο του σπιτιού). Κατέβηκα, λοιπόν, τις σκάλες και όταν βρήκα την γιαγιά μου της λέω:

– Γιαγιά, πεινάω.

Αλλά δεν πήρα απάντηση. Της το ξαναλέω. Και πάλι δεν είχα απάντηση! Τότε όταν ξύπνησα (στην πραγματικότητα), ένιωθα μια πίεση στο θώρακα και με δυσκολία ανέπνεα! Ζαλιζόμουν και μου φαινόταν πως έβλεπα σκιές. Πολλές γύρω μου! Δεν μπορούσα ούτε καν να μιλήσω. Μετά από λίγα δεύτερα μπαίνει η γιαγιά μου στο σαλόνι και ανοίγοντας το πατζούρι, εξαφανίστηκαν όλα!

Άρχισα κι εγώ να κλαίω από τον φόβο μου και της είπα τι συνέβη! Αυτή μου είπε πως αυτό ήταν κάτι σαν αστρική προβολή και έπρεπε να πάω στην εκκλησία. Κι έτσι έγινε. Πήγα με την γιαγιά μου στην εκκλησία και ο Παπάς μας είπε πως ήταν δαιμόνια ή κάτι τέτοιο. Μου είπε πως όταν και αν ξανασυμβεί τέτοιο περιστατικό, θα πρέπει να κάνω (από μέσα μου) την προσευχή μου. Επίσης μας είπε πως δεν πρέπει ποτέ να κοιμάμαι με απόλυτο σκοτάδι στο δωμάτιο. Ένα μικρό φωτάκι αρκεί για να τα κρατήσει μακριά μου.

Όταν γυρίσαμε σπίτι λιβανίσαμε το σπίτι, πάνω – κάτω. Από τότε κοιμάμαι πάντα με φωτάκι νυχτός. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό που μου συνέβη!

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

Αρέσει σε %d bloggers: